Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Υπάρχουν ονόματα στην ιστορία που αντηχούν μέσα στους αιώνες σαν κεραυνοί. Ονόματα που οι λαοί τα ψιθυρίζουν με δέος, που τα σχολεία τα διδάσκουν και που τα μνημεία τα διατηρούν αιώνια χαραγμένα στην πέτρα. Υπάρχουν όμως και εκείνοι οι ήρωες, εξίσου μεγάλοι, που η μοίρα στάθηκε άδικη απέναντί τους. Άνδρες των οποίων τα κατορθώματα δεν υστερούν σε τίποτα από εκείνα των πλέον ένδοξων μορφών της αρχαιότητας, αλλά η λάμψη άλλων προσωπικοτήτων σκέπασε τη δική τους δόξα.
Ένας τέτοιος άνδρας υπήρξε ο Τιμολέων ο Κορίνθιος. Ένας στρατηγός, πολιτικός και ελευθερωτής, ο οποίος δεν επιδίωξε ποτέ προσωπική εξουσία, δεν αναζήτησε στέμμα ούτε θρόνο, δεν ύψωσε αγάλματα για τον εαυτό του, ούτε ζήτησε να λατρευτεί σαν θεός. Αντίθετα, αφιέρωσε τη ζωή του σε έναν ανώτερο σκοπό την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων της Σικελίας από την τυραννία, τον εμφύλιο σπαραγμό και τον ξένο κίνδυνο.
Στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., όταν ο ελληνισμός της Σικελίας βρισκόταν στο χείλος της ολοκληρωτικής καταστροφής, οι πόλεις που άλλοτε υπήρξαν λαμπρά κέντρα ελληνικού πολιτισμού είχαν παραδοθεί στην αναρχία. Οι τύραννοι μάχονταν μεταξύ τους για την εξουσία, οι μισθοφόροι λεηλατούσαν την ύπαιθρο και η πανίσχυρη Καρχηδόνα περίμενε υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή για να επιβάλει την κυριαρχία της σε ολόκληρο το νησί. Μέσα σε αυτό το σκοτάδι, οι εξόριστοι Συρακούσιοι στράφηκαν προς την αρχαία μητρόπολή τους, την Κόρινθο, ζητώντας σωτηρία και τότε η ιστορία έκανε μια επιλογή που στην αρχή φάνηκε παράδοξη: Δεν επέλεξε έναν νεαρό φιλόδοξο στρατηγό. Δεν επέλεξε έναν ισχυρό πολιτικό. Επέλεξε έναν άνθρωπο που για είκοσι χρόνια είχε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή. Τον Τιμολέοντα.
Έναν άνδρα ήδη προχωρημένης ηλικίας, βαρύ και κουρασμένο από μια προσωπική τραγωδία. Γιατί ο ίδιος είχε συμμετάσχει στην ανατροπή και θανάτωση του αδελφού του Τιμοφάνη, όταν εκείνος επιχείρησε να μετατρέψει την Κόρινθο σε προσωπική του τυραννίδα. Για κάποιους ήταν σωτήρας της πατρίδας του, για άλλους αδελφοκτόνος. Συντετριμμένος από το βάρος αυτής της πράξης, εγκατέλειψε τα κοινά και έζησε για χρόνια μέσα στη σιωπή της κορινθιακής υπαίθρου.
Όμως η Ελλάδα είχε ακόμη ανάγκη από αυτόν. Το 344 π.Χ., σε ηλικία περίπου εξήντα έξι ετών, ο Τιμολέων ανέλαβε μία αποστολή “αυτοκτονίας” που έμοιαζε αδύνατη, αρκεί κανείς να σκεφτεί τους αριθμούς και το τραγικό αποτέλεσμα της περίφημης Σικελικής εκστρατείας για τους Αθηναίους πριν 70 χρόνια. Με μόλις δέκα πλοία και επτακόσιους μισθοφόρους ξεκίνησε για τη Σικελία, απέναντι σε τυράννους που διέθεταν πόλεις και στρατούς, και απέναντι στην αχανή δύναμη της Καρχηδόνας. Αυτό που ακολούθησε θυμίζει περισσότερο έπος παρά απλή στρατιωτική εκστρατεία.
Με ασύγκριτη τόλμη και ευφυΐα ξεγέλασε τον καρχηδονιακό στόλο και αποβιβάστηκε στο Ταυρομένιο. Με μια μικρή δύναμη συνέτριψε τον πολύ ισχυρότερο στρατό του Ικέτα στο Άδρανον και η φήμη του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη Σικελία. Πόλεις που είχαν χάσει κάθε ελπίδα άρχισαν να ανοίγουν τις πύλες τους στον Κορίνθιο στρατηγό, βλέποντας στο πρόσωπό του όχι έναν νέο δυνάστη, αλλά έναν απελευθερωτή.
Η μεγαλύτερη πολιτική του νίκη ήταν ίσως η κατάληψη της Ορτυγίας, της απόρθητης ακρόπολης των Συρακουσών, την οποία του παρέδωσε ο ίδιος ο Διονύσιος Β΄. Μέσα σε έναν μόλις χρόνο, ο άνθρωπος που έφτασε ως σχεδόν άγνωστος ξένος είχε πετύχει αυτό που πολλοί θεωρούσαν ακατόρθωτο την απελευθέρωση της ισχυρότερης ελληνικής πόλης της Δύσης.
Αλλά η πραγματική δοκιμασία μόλις άρχιζε.
Η Καρχηδόνα, αποφασισμένη να τερματίσει οριστικά την ελληνική παρουσία στη Σικελία, συγκέντρωσε μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις που είχε στείλει ποτέ στο νησί. Δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες, άρματα, ιππείς, στόλος εκατοντάδων πλοίων και η περίφημη επίλεκτη μονάδα του Ιερού Λόχου των Καρχηδονίων κινήθηκαν προς ανατολάς.
Απέναντι σε αυτή την καταιγίδα ο Τιμολέων μπορούσε να αντιπαρατάξει περίπου δέκα χιλιάδες άνδρες. Και όμως, δεν υποχώρησε…
Στις όχθες του ποταμού Κρίμησου, το 341 π.Χ., γράφτηκε μία από τις πιο εντυπωσιακές σελίδες της ελληνικής στρατιωτικής ιστορίας. Με άριστη επιλογή του πεδίου της μάχης, με σιδερένια πειθαρχία και με θάρρος που ξεπερνούσε την αριθμητική λογική, οι Έλληνες επιτέθηκαν την στιγμή που ο τεράστιος καρχηδονιακός στρατός βρισκόταν μοιρασμένος κατά τη διάβαση του ποταμού. Η ίδια η φύση έμοιαζε να συμμετέχει στη σύγκρουση. Η καταιγίδα που ξέσπασε, η λάσπη, το φουσκωμένο νερό και το χάος που ακολούθησε μεταμόρφωσαν την αριθμητική υπεροχή των Καρχηδονίων σε αδυναμία. Όταν ο ήλιος έδυσε πάνω από τον Κρίμησο, η αήττητη δύναμη της Καρχηδόνας είχε συντριβεί. Δέκα χιλιάδες εχθροί κείτονταν νεκροί. Χιλιάδες ακόμη είχαν αιχμαλωτιστεί. Τα λάφυρα ήταν τόσο πολλά ώστε στόλισαν τους ναούς της Σικελίας και της Ελλάδας ως αιώνια μαρτυρία μιας νίκης που έσωσε τον ελληνισμό της Δύσης.
Και όμως, η μεγαλύτερη αρετή του Τιμολέοντα δεν ήταν η πολεμική του ιδιοφυΐα αλλά η πειθαρχία και αυτοσυγκράτησή του. Όπως πολλοί νικητές πριν και μετά από αυτόν, θα μπορούσε εύκολα να γίνει τύραννος των Συρακουσών. Κανείς δεν θα είχε τη δύναμη να τον εμποδίσει. Ο λαός τον αγαπούσε, ο στρατός τον λάτρευε και οι εχθροί του τον φοβούνταν. Αλλά ο Τιμολέων είχε πολεμήσει ακριβώς για να καταστρέψει την τυραννία, όχι για να την κληρονομήσει. Γκρέμισε τα ανάκτορα των τυράννων, αποκατέστησε δημοκρατικούς θεσμούς, κάλεσε χιλιάδες νέους αποίκους από τον ελληνικό κόσμο για να ξαναζωντανέψουν τις ερημωμένες πόλεις της Σικελίας, επανίδρυσε κοινότητες που είχαν καταστραφεί και δημιούργησε ένα νέο σύστημα ισορροπίας που εξασφάλισε ειρήνη και ευημερία.
Όταν το έργο του ολοκληρώθηκε, έκανε κάτι που ελάχιστοι μεγάλοι άνδρες της ιστορίας είχαν τη δύναμη να πράξουν: Παραιτήθηκε. Επέστρεψε στην ιδιωτική ζωή και εγκαταστάθηκε σε ένα αγρόκτημα έξω από τις Συρακούσες. Δεν απαίτησε τιμές, δεν κράτησε αξιώματα, δεν αναζήτησε πλούτη. Οι Συρακούσιοι όμως συνέχισαν να τον θεωρούν πατέρα και προστάτη τους. Ακόμη και όταν έχασε την όρασή του στα τελευταία του χρόνια, τον καλούσαν στις δημόσιες συνελεύσεις για να ζητήσουν τη σοφία της γνώμης του.
Όταν πέθανε, ολόκληρη η Σικελία πένθησε. Έλληνες και Σικελοί συνέρρευσαν στην κηδεία του, αποδίδοντας τιμές σε έναν άνθρωπο που δεν υπήρξε απλώς νικητής, αλλά αναμορφωτής και σωτήρας μιας ολόκληρης χώρας.
Και όμως, σήμερα το όνομά του παραμένει σχεδόν άγνωστο στο ευρύ κοινό.
Η εμφάνιση του Μεγάλου Αλεξάνδρου λίγα χρόνια αργότερα και η κοσμοϊστορική έκταση των κατακτήσεών του έριξαν βαριά σκιά πάνω στους άλλους μεγάλους άνδρες της ίδιας εποχής. Όμως η ιστορία δεν μετριέται μόνο με το μέγεθος των κατακτημένων εδαφών. Μετριέται και με το μέγεθος της ψυχής.
Και η ελληνική ψυχή του Τιμολέοντα υπήρξε γιγάντια. Υπήρξε ο στρατηγός που νίκησε όταν όλα έμοιαζαν χαμένα. Ο πολιτικός που αρνήθηκε την εξουσία όταν την είχε στα χέρια του. Ο απελευθερωτής που δεν μετατράπηκε σε δυνάστη. Ο άνθρωπος που από την προσωπική του τραγωδία πέρασε στην αθανασία της ιστορίας.
Ο Τιμολέων ο Κορίνθιος δεν υπήρξε απλώς ένας μεγάλος στρατηγός της ελληνικής αρχαιότητας. Υπήρξε η ζωντανή απόδειξη ότι η μεγαλύτερη νίκη ενός ανθρώπου δεν είναι να κυριαρχήσει πάνω στους άλλους, αλλά να κυριαρχήσει πάνω στον ίδιο του τον εαυτό. Γι’ αυτό ακριβώς αξίζει να θυμόμαστε το όνομά του ανάμεσα στους ευγενέστερους και ενδοξότερους άνδρες που γέννησε ποτέ ο ελληνικός κόσμος.
✍ Στυλ. Καβάζης

