19 Ιουλίου 1974: Μια ημέρα πριν από την τραγωδία της Κύπρου…

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Τα παρακάτω λόγια δεν ειπώθηκαν από έναν Τουρκοκύπριο εκπρόσωπο, ούτε από κάποιον εξωτερικό παρατηρητή ή έναν ουδέτερο σχολιαστή. Ειπώθηκαν από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ο οποίος στάθηκε ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στις 19 Ιουλίου 1974, μία μόλις ημέρα πριν από την τουρκική εισβολή.

<<…Τα όσα συμβαίνουν στην Κύπρο, είναι μία πραγματική τραγωδία. Το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας παραβίασε κατάφωρα την ανεξαρτησία της Κύπρου. Χωρίς ίχνος σεβασμού για τα δημοκρατικά δικαιώματα του κυπριακού λαού, χωρίς ίχνος σεβασμού για την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Δημοκρατίας της Κύπρου, η ελληνική χούντα επεξέτεινε τη δικτατορία στο κυπριακό έδαφος… Το πραξικόπημα δεν έγινε υπό συνθήκες τέτοιες, που να το καθιστούν εσωτερικό ελληνοκυπριακό ζήτημα. Πρόκειται σαφώς για εισβολή εκ των έξω, μαζί με κατάφωρη παραβίαση της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας της Κύπρου. Το λεγόμενο πραξικόπημα είναι δημιούργημα των Ελλήνων αξιωματικών, που αποτελούν και διοικούν την εθνοφρουρά. Στις επιχειρήσεις αυτές, στρατολογούσαν μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης «ΕΟΚΑ Β», τα οποία εξόπλιζαν με όπλα της εθνοφρουράς…Όπως εξελιχθήκαν τα πράγματα, θεωρώ τον κίνδυνο από την Τουρκία μικρότερο του κινδύνου εκ μέρους των Ελλήνων Αξιωματικών… Υπήρξε εισβολή, που παραβίασε την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και η εισβολή συνεχίζεται, και θα συνεχίζεται όσο θα υπάρχουν Έλληνες αξιωματικοί στην Κύπρο…>>.

Με αυτά τα λόγια, στις 19 Ιουλίου 1974, πρiν 52 χρόνια ακριβώς, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος στάθηκε ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, μία μόλις ημέρα πριν η Τουρκία εξαπολύσει την πολεμική της επιχείρηση εναντίον της Κύπρου. Ήταν μια στιγμή βαθιάς εθνικής τραγωδίας, όπου το νησί βρισκόταν ήδη πληγωμένο από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, από την κατάλυση της συνταγματικής τάξης και από την εμφύλια σύγκρουση που είχε ανοίξει τον δρόμο στην επόμενη καταστροφή.

Η ιστορική αλήθεια απαιτεί νηφαλιότητα. Σίγουρα η ομιλία του Μακαρίου δεν ήταν η αιτία της τουρκικής εισβολής. Η Άγκυρα είχε δικούς της στρατηγικούς στόχους, είχε προετοιμάσει τις επιλογές της και αξιοποίησε την κρίση, που δημιουργήθηκε μετά το πραξικόπημα, ως πρόσχημα για μια στρατιωτική επέμβαση, η οποία οδήγησε στην κατοχή μεγάλου μέρους της Κύπρου, στον ξεριζωμό εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και σε μια πληγή, που παραμένει ανοιχτή μέχρι σήμερα.

Όμως η ιστορία δεν κρίνεται μόνο από τις προθέσεις. Κρίνεται και από τις συνέπειες των πράξεων και των λόγων των ηγετών της. Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο, το οδυνηρό ερώτημα της 19ης Ιουλίου 1974. Σε μια στιγμή που η Κύπρος στεκόταν μπροστά στο χείλος της αβύσσου, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας επέλεξε να παρουσιάσει το πραξικόπημα πρωτίστως ως ελληνική εισβολή και ως εξωτερική επίθεση από την Ελλάδα. Κατήγγειλε τους Έλληνες αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς, μίλησε για επέκταση της δικτατορίας και τόνισε πως ο κίνδυνος από την Τουρκία ήταν μικρότερος από τον κίνδυνο που προερχόταν από τους Έλληνες αξιωματικούς. Αυτά τα λόγια δεν μπορούν να αποκοπούν από το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ειπώθηκαν. Δεν ειπώθηκαν σε μια ειρηνική περίοδο πολιτικής αντιπαράθεσης. Ειπώθηκαν την ώρα που η Τουρκία, ως εγγυήτρια δύναμη, παρακολουθούσε τις εξελίξεις και αναζητούσε την ευκαιρία να παρέμβει στρατιωτικά. Χιλιάδες νεκροί. Χιλιάδες αγνοούμενοι. Εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Χωριά και πόλεις που άλλαξαν χέρια. Μια πατρίδα κομμένη στα δύο.

Το τραγικό παράδοξο της στιγμής ήταν ότι, στην προσπάθειά του να αποκαταστήσει τη διεθνή νομιμότητα και να διασώσει τη θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο Μακάριος έδωσε στην Άγκυρα ένα ισχυρό διπλωματικό επιχείρημα την εικόνα μιας Κύπρου που είχε δεχθεί εξωτερική επίθεση από την Ελλάδα και ενός κράτους που χρειαζόταν διεθνή προστασία. Η Τουρκία, βεβαίως, δεν εισέβαλε επειδή άκουσε μια ομιλία. Δεν εισέβαλε επειδή ένας ηγέτης μίλησε στον ΟΗΕ. Εισέβαλε επειδή είχε τη βούληση, τη στρατιωτική δυνατότητα και τα γεωπολιτικά συμφέροντα να το πράξει. Όμως η διπλωματία είναι και πόλεμος λέξεων και σε εκείνον τον πόλεμο, κάθε φράση είχε βάρος ιστορικό.

Η 19η Ιουλίου ήταν η τραγική στιγμή όπου η Κύπρος δεν έχασε μόνο την ειρήνη της, αλλά και την ενότητα του αφηγήματός της. Ένας Ελληνισμός διχασμένος από το πραξικόπημα βρέθηκε απέναντι σε μια Τουρκία έτοιμη να εκμεταλλευτεί κάθε ρήγμα. Η μια πλευρά μιλούσε για αποκατάσταση της δημοκρατίας, η άλλη για προστασία των Τουρκοκυπρίων και εφαρμογή των Συνθηκών Εγγυήσεως και μέσα σε αυτό το διπλωματικό χάος, η Κύπρος πλήρωσε το βαρύτερο τίμημα.

Η ιστορία δεν χρειάζεται αγιογραφίες ούτε δαιμονοποιήσεις. Χρειάζεται θάρρος. Χρειάζεται να μπορούμε να πούμε ότι το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ήταν μια εθνική συμφορά, ότι η τουρκική εισβολή της 20ής Ιουλίου ήταν μια στρατιωτική επιχείρηση που οδήγησε σε κατοχή και ότι οι πολιτικοί χειρισμοί εκείνων των ημερών πρέπει να κρίνονται, με βάση όχι μόνο τις προθέσεις αλλά και τα αποτελέσματά τους. Γιατί στην ιστορία των εθνών υπάρχουν στιγμές όπου οι ηγέτες δεν κρίνονται μόνο από το τι προσπάθησαν να διασώσουν, αλλά και από το τι άφησαν πίσω τους.

Και η 19η Ιουλίου 1974 παραμένει μια από αυτές τις στιγμές. Μια ημέρα πριν από την εισβολή, μια φωνή ακούστηκε στον ΟΗΕ. Μια φωνή που κατήγγειλε την κατάλυση της κυπριακής δημοκρατίας, αλλά μια φωνή που μέχρι σήμερα προκαλεί βαθιά ιστορική συζήτηση για το αν, μέσα στην αγωνία της πολιτικής επιβίωσης, ειπώθηκαν λόγια που τελικά βοήθησαν τον αντίπαλο να ντύσει με επιχειρήματα μια προαποφασισμένη στρατιωτική πράξη. Ακριβώς αυτή είναι η τραγωδία της Κύπρο ότι το 1974· δεν ηττήθηκε μόνο από τα όπλα. Ηττήθηκε από τον διχασμό, τα λάθη, τις φιλοδοξίες και τις αδυναμίες των “δικών” της ανθρώπων.

✍ Στυλ. Καβάζης

Σχετικά άρθρα

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Συνδεθείτε!

14,584FansLike
2,467FollowersFollow
6,980SubscribersSubscribe