Γράφει ὁ Ἰωάννης Κων. Νεονάκης

Στίς 17 Ἰουλίου 2026, ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας κ. Κωνσταντῖνος Τασούλας, κατά τά ἐγκαίνια τοῦ ἀποκατεστημένου Τζαμιοῦ τῆς Καλούτσιανης στά Ἰωάννινα, προέβη σέ μία ἀναφορά, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά περάσει ἀπαρατήρητη. Εἶπε συγκεκριμένα:
«[Ἡ πόλη] πέρασε ἀναίμακτα τό φθινόπωρο τοῦ 1430 στά χέρια τῶν Ὀθωμανῶν, γιατί διδαχθήκαμε ἀπό τήν ἅλωση τῆς Θεσσαλονίκης, πού εἶχε σφαγές καί ἐξανδραποδισμούς, καί οἱ Γιαννιῶτες φρόντισαν αὐτά νά τά ἀποφύγουν καί τά ἀπέφυγαν καί πῆραν προνόμια». [1]
Ἡ ἀποκατάσταση ἑνός ὀθωμανικοῦ μνημείου, ὡς τμήματος τῆς ἱστορίας μιᾶς πόλεως, δέν εἶναι αὐτή καθ’ ἑαυτή τό πρόβλημα. Ἕνα πολιτισμένο κράτος δέν καταστρέφει τά μνημεῖα τοῦ παρελθόντος, ἀκόμη καί ὅταν αὐτά συνδέονται μέ περιόδους κατακτήσεως καί δουλείας. Τά διατηρεῖ, τά μελετᾶ καί τά ἑρμηνεύει μέσα στό πραγματικό ἱστορικό τους πλαίσιο. Τό πρόβλημα ἀρχίζει ὅταν, μέ ἀφορμή αὐτά τά μνημεῖα, ἡ ὑποταγή στόν κατακτητή παρουσιάζεται περίπου ὡς πράξη σωφροσύνης καί ὡς δίδαγμα πού πρέπει νά κρατήσομε γιά τήν ζωή καί συμπεριφορά μας εἰδικά σε συλλογικό ἐπίπεδο.
Ἰδιαίτερα προβληματική εἶναι ἡ φράση του «διδαχθήκαμε ἀπό τήν ἅλωση τῆς Θεσσαλονίκης». Ποιό ἀκριβῶς εἶναι τό ἱστορικό δίδαγμα; Ὅτι, ἐπειδή ἡ ἀντίσταση μπορεῖ νά προκαλέσει σφαγές καί καταστροφές, ἕνας λαός πρέπει νά παραδίδεται στόν ἐπερχόμενο κατακτητή, νά ἀποδέχεται τήν κυριαρχία του καί νά ἐλπίζει ὅτι θά τοῦ παραχωρηθοῦν ὁρισμένα προνόμια;
Ἀσφαλῶς οἱ Γιαννιῶτες τοῦ 1430 βρέθηκαν μπροστά σέ μία τραγική πραγματικότητα καί ἔλαβαν μία ἀπόφαση κάτω ἀπό τήν ἄμεση ἀπειλή τῆς σφαγῆς καί τοῦ ἐξανδραποδισμοῦ. Κανείς δέν δικαιοῦται, ὕστερα ἀπό σχεδόν ἕξι αἰῶνες, νά τούς κρίνει εὔκολα καί ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Ἄλλο πράγμα, ὅμως, εἶναι ἡ κατανόηση μιᾶς ἱστορικῆς ἐπιλογῆς καί ἄλλο ἡ μετατροπή της σέ θετικό πολιτικό καί ἐθνικό παράδειγμα.
Ἀκόμη περισσότερο ἐνοχλεῖ ἡ χρήση τοῦ πρώτου πληθυντικοῦ: «διδαχθήκαμε». Ποιοί διδαχθήκαμε; Ἐμεῖς, οἱ σημερινοί Ἕλληνες; Καί τί ἀκριβῶς καλούμαστε νά διδαχθοῦμε; Νά ἀποδεχόμαστε τήν ἐπιβολή τοῦ ἰσχυροτέρου, προκειμένου νά περιορίζομε τίς συνέπειες; Νά ἀνταλλάσσομε τήν ἐλευθερία μας μέ μία πρόσκαιρη ἀσφάλεια καί μέ ὑποσχέσεις προνομίων; Οἱ ἀναγωγές στο σήμερα εἶναι πρόδηλες.
Ἀκόμη χειρότερη, ὅμως, εἶναι ἡ συνέχεια τοῦ λόγου τοῦ Προέδρου:
[Ἐννοεῖ ἡ ἀνἀπτυξη τῆς πόλης λόγῳ τῶν προνομίων συνεχίστηκε μέχρι…] «Μέχρι τήν ἀποτυχημένη ἐξέγερση τοῦ Ἐπισκόπου Τρίκκης τό 1611, ὁπότε ὅλα αὐτά [ἐννοεῖ τά προνόμια] καταργήθηκαν. Γκρεμίστηκαν ἐκκλησίες, στή θέση τους ἔγινε τό Φετιχιέ Τζαμί καί τό Τζαμί τοῦ Ἀσλάν Πασᾶ. Ἔφυγαν οἱ Γιαννιῶτες ἀπό τό Κάστρο καί μπῆκαν οἱ Ὀθωμανοί». [1]
Ἡ διατύπωση αὐτή εἶναι μιά ἐξαιρετικά προβληματική καί ἀρκούντως ἐπικίνδυνη διατύπωση. Μέσα στό νοηματικό πλαίσιο πού ἔχει προηγηθεῖ, δημιουργεῖ μία σαφή ἀντίθεση: ὅσο οἱ Γιαννιῶτες ἀποδέχονταν τήν ὀθωμανική κυριαρχία, διατηροῦσαν τά προνόμιά τους καί ἀναπτύσσονταν … ὅταν ὁμως ἀποφάσισαν νά ἐξεγερθοῦν, τά ἔχασαν, οἱ ἐκκλησίες τους γκρεμίστηκαν καί οἱ ἴδιοι ἐκδιώχθηκαν ἀπό τό Κάστρο. Τό ὑπόγειο δίδαγμα εἶναι φοβερό: ἡ ὑποταγή ἐξασφαλίζει τήν εὐημερία, ἐνῶ ἡ ἀντίσταση προκαλεῖ τήν καταστροφή.
Ἀλλά αὐτό δέν εἶναι δίδαγμα Ἱστορίας. Εἶναι ἡ λογική κάθε κατακτητῆ. Ὁ κατακτητής πάντοτε ὑπόσχεται ἀσφάλεια στούς ὑπάκουους καί ἀπειλεῖ μέ ἀφανισμό ὅσους ἀντιστέκονται. Ἐάν ἀποδεχθοῦμε αὐτήν τήν λογική, τότε ἡ εὐθύνη γιά τήν καταστροφή μετατίθεται ὕπουλα ἀπό τόν δυνάστη στόν ὑπόδουλο πού τόλμησε νά ζητήσει τήν ἐλευθερία του. Δέν φταίει πλέον ὁ κατακτητής πού γκρέμισε τίς ἐκκλησίες καί ἐκδίωξε τούς κατοίκους· φταίει περίπου ἡ «ἀποτυχημένη ἐξέγερση» πού τόν προκάλεσε!
Ὁ Διονύσιος ὁ Φιλόσοφος, ὁ Ἐπίσκοπος Τρίκκης, μαζί μέ τόν λαό ἒκανε ἐπανάσταση ἀποζητώντας την ἐλευθερία. Ἀπέτυχε στρατιωτικά. Ἡ ἐξέγερσή του μπορεῖ νά ἦταν ἀνεπαρκῶς προετοιμασμένη καί νά ὁδήγησε σέ φοβερά ἀντίποινα. Αὐτόν τόν ἲδιο, τόν ἒγδαραν ζωντανό ὃπως καί τόν ἂλλον μεγάλο ἣρωα τῆς κρητικῆς ἐπανάστασης τόν Δασκαλογιάννη. Ὅμως δέν ἦταν μία ἱστορική παρεκτροπή πού διέκοψε μία δήθεν ὁμαλή καί εὐεργετική συμβίωση. Ἦταν ἡ κραυγή ἑνός ὑπόδουλου λαοῦ, ὁ ὁποῖος δέν εἶχε λησμονήσει ὅτι ἦταν ἐλεύθερος πρίν ἀπό τήν κατάκτηση καί δέν εἶχε παραιτηθεῖ ἀπό τό δικαίωμά του νά ἀνακτήσει τήν ἐλευθερία του.
Μιά ἐξέγερση κρίνεται μόνο ἀπό τό ἄμεσο στρατιωτικό της ἀποτέλεσμα; Μήπως θά πρέπει νά καταδικάσομε ὅλες τίς ἐπαναστατικές προσπάθειες τῆς Ρωμηοσύνης πρίν ἀπό τό 1821; Καί ὅμως αὐτές οἱ «ἀποτυχημένες» ἐξεγέρσεις ἦταν πού διατήρησαν ζωντανή τήν συνείδηση τῆς ἐλευθερίας στόν λαό μας. Ἔδειξαν ὅτι ὁ λαός μας δέν εἶχε συμφιλιωθεῖ μέ τήν δουλεία, δέν εἶχε ἀποδεκτεῖ σάν φυσική τήν ὀθωμανική κυριαρχία καί δέν εἶχε μετατρέψει τά ὃποια προσωρινά προνόμια τοῦ δυνάστη σέ ἓνα φτηνό ὑποκατάστατο τῆς ἐλευθερίας του.
Ἀπέναντι, μάλιστα, σέ αὐτό τό «δίδαγμα τοῦ παραδίνεσθαι» πού μᾶς προβάλλει ὁ κ. Πρόεδρος ὑψώνεται τό μεγάλο παράδειγμα τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Μωάμεθ προτείνει στόν πρῶτο τῆς Ρωμανίας, στόν Κωνσταντῖνο Παλαιολόγο νά παραδώσει τήν Πόλη, ὑποσχόμενος του τόσα καί τόσα. Ὁ αὐτοκράτορας γνωρίζει ὅτι ἡ στρατιωτική σωτηρία τῆς Πόλεως ἦταν σχεδόν ἀδύνατη. Καί ὅμως ἀρνήθηκε νά τήν παραδώσει.
Ἡ ἀπάντησή του ἔμεινε στήν Ἱστορία: «Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.» Ὁ Παλαιολόγος, ὡς ἂλλος Λεωνίδας, ἐπέλεξε τήν ἀντίσταση, ἐπέλεξε τόν ἀγώνα μέχρις ἐσχάτων, ἐπειδή γνώριζε ὅτι ὑπάρχουν πράγματα τά ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος δέν δικαιοῦται νά τα παραδώσει, δεν δικαιοῦται νά τά προδώσει, ὃποια δύναμη καί νά ἒχει ἀπέναντί του.
Παραδόσου Κωνσταντίνε, καί ἡ δύναμη σου θά ἀποκατασταθεῖ! Ὃλα τά καλά θά εἶναι δικά σου! Μήν εἶσαι ἀνόητος! Ὄχι, ἐμεῖς πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καί οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν. Ἐμεῖς ζυμωθήκαμε μέ τό φῶς καί θέλομε καί τά παιδιά μας νά ζυμωθοῦν μέ τό φῶς.
Ἡ Κωνσταντινούπολη ἔπεσε, ἀλλά δέν παραδόθηκε. Καί αὐτή ἡ διάκριση ἔχει τεράστια σημασία. Το Γένος ἒχασε προσωρινά τήν ἐλευθερία του, ἀλλά δεν παράδωσε τήν συνείδηση, τήν ψυχή, τήν ταυτότητα καί τήν ἐλπίδα του.
Ἡ θυσία τοῦ Παλαιολόγου δέν ἦταν μάταιη. Ἔγινε πνευματική παρακαταθήκη γιά ὁλόκληρη τή Ρωμηοσύνη. Διατήρησε μέσα στούς αἰῶνες τῆς δουλείας τήν συνείδηση ὅτι ἡ ὀθωμανική κυριαρχία δέν ἦταν φυσική, νόμιμη καί ὁριστική κατάσταση. Ἔθρεψε τήν ἐλπίδα τῆς ἀπελευθερώσεως καί ἔδωσε στό Γένος τήν δυνατότητα νά ἀτενίζει τό μέλλον ὄχι ὡς αἰώνιος ραγιᾶς, ἀλλά ὡς λαός πού δικαιοῦται καί ὀφείλει νά γίνει ξανά ἐλεύθερος.
Ἡ ἀντίσταση δημιούργησε νέες ἱστορικές προοπτικές καί ἀσάλευτο πρότυπο για ὃλους ἐμᾶς, γιά ὃλες τίς ἑπόμενες γενιές. Ἐάν ὁ Παλαιολόγος εἶχε παραδώσει τήν Κωνσταντινούπολη γιά νά διασώσει τήν ζωή καί τά προσωπικά του προνόμια, ἡ Ρωμηοσύνη θά εἶχε στερηθεῖ μία ἀπό τίς μεγαλύτερες παρακαταθῆκες της. Ἡ πτώση τῆς Πόλεως θά εἶχε μετατραπεῖ ἀπό μαρτυρία ἐλευθερίας σέ κατάπτυστη συμφωνία ὑποταγῆς.
Αὐτήν ἀκριβῶς τήν διάσταση παραθεωρεῖ ὁ κ. Πρόεδρος, ὅταν συγκρίνει ἀρνητικά τήν Θεσσαλονίκη μέ τά Ἰωάννινα. Ἡ Θεσσαλονίκη καί, λίγα χρόνια ἀργότερα, ἡ Κωνσταντινούπολη πλήρωσαν φοβερό τίμημα, διότι ἀντιστάθηκαν. Δέν ἀποτελοῦν, ὅμως, παραδείγματα ἀφροσύνης. Ἀποτελοῦν παραδείγματα πόλεων πού δέν προσέφεραν οἰκειοθελῶς στόν κατακτητή τή νομιμοποίηση τῆς κυριαρχίας του. Ἡ θυσία τους ὂχι μόνο δέν θά πρέπει νά προβάλλεται ὡς φόβητρο γιά νά δικαιωθεῖ ἡ ὑποταγή στόν ἐχθρο, ἀλλά θα πρέπει νά συνεχίσει να τιμᾶται ὡς μέγιστη μαρτυρία ἐλευθερίας.
Καί ὁ κ. Προόεδρος, παραθεωρεῖ ἐπίσης ὃτι τά Ἰωάννινα, δέν ἀναπτύχθηκαν ἐπειδή παραδόθηκαν στούς Ὀθωμανούς. Ἀναπτύχθηκαν, παρά τήν ὀθωμανική κατάκτηση, χάρη στήν ζωτικότητα τῆς Ρωμηοσύνης, στήν Ἐκκλησία, στίς κοινότητες, στήν παιδεία, στό ἐμπόριο καί στήν δημιουργικότητα ἑνός λαοῦ πού κατόρθωσε νά διατηρήσει τήν ταυτότητά του μέσα σέ συνθῆκες δουλείας. Ἓνας λαός πού μεγαλούργησε ἀκόμα (ἢ κυρίως) ὃταν βρέθηκε ἒξω ἀπό τό Κάστρο. Οἱ μεγάλοι διδάσκαλοι, οἱ ἔμποροι καί οἱ ἐθνικοί εὐεργέτες τῶν Ἰωαννίνων δέν ἀποτελοῦν καρπό τῆς ὀθωμανικῆς κατακτήσεως. Ἀποτελοῦν ἀπόδειξη τῆς δυνάμεως μέ τήν ὁποία σῦν Θεῷ ἡ Ρωμηοσύνη ἐπέζησε ὑπό αὐτήν.
Δέν θά σταθῶ ἰδιαίτερα στό παρόν κείμενο, ὃμως ἐξίσου προβληματικός εἶναι καί ὁ χαρακτηρισμός τῶν Ἰωαννίνων ἀπό τόν Πρόεδρο ὡς πόλεως «πρωτίστως βυζαντινῆς». Τά Ἰωάννινα δέν ἦταν «βυζαντινή» πόλη. Παρότι τυπικά εἶχε χαθεῖ ἡ διοικητική ἐνότητα με τήν Κωνσταντινούπλη, τά Ἰωάννινα παρέμεναν μιά ρωμαίικη πόλη καί οἱ κάτοικοί της αὐτοπροσδιορίζονταν ὡς Ρωμηοί και ὂχι «βυζαντινοί».
Ὁ ὅρος «Βυζάντιο» ἐπιβλήθηκε δολίως μεταγενέστερα ἀπό τήν δυτική ἱστοριογραφία καί ἀπέκοψε νοηματικά τήν Ρωμανία ἀπό την ἱστορική της ρίζα, ἀλλά καί ἀπό τήν νεώτερη Ρωμηοσύνη. Ἔτσι δημιουργήθηκε τό τεχνητό σχῆμα πού κυριαρχεῖ μέχρι σήμερα: πρῶτα ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα, κατόπιν ἕνα ξένο καί ἀσαφές «Βυζάντιο» καί ὕστερα, σχεδόν ἀπό τό μηδέν, ὁ νεώτερος Ἑλληνισμός. Σάν νά ὑπῆρξαν τρεῖς διαφορετικοί κόσμοι καί ὄχι ἕνας λαός μέ ἱστορική συνέχεια.
Ἡ χρήση αὐτή καθ’ ἐαυτή τοῦ ὅρου «βυζαντινός» καθώς και ὁ ἰδιαίτερος τρόπος πού χρησιμοποιεῖται ἀκριβῶς σέ αὐτήν τήν ὁμιλία παρά το «χαλαρό» τοῦ ὓφους εἶναι ἀρκούντως ἐπικίνδυνη. Ἐπιτρέπει νά παρουσιαστοῦν τόσο ἡ Ρωμανία ὃσο καί ἡ ὀθωμανική κυριαρχία ὡς δύο ἁπλές «πολιτιστικές ἐπιστρώσεις» πάνω στό ἴδιο ἔδαφος.
Ἀναφέρεται χαρακτηριστικά στήν ὁμιλία: «Τὰ Γιάννενα βεβαίως εἶναι καὶ παραμένουν πρωτίστως βυζαντινά. Οἱ περισσότερες ἑκατονταετίες τῆς ὑπάρξεώς τους ἀπὸ τὴν ἵδρυσή τους – κατὰ πᾶσα πιθανότητα – ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἰουστινιανὸ ἀποδεικνύουν ὅτι εἶναι βυζαντινά, ὅπως καὶ ἡ περίσσεια τῶν μνημείων τους. Εἶναι ὅμως καὶ κάτι ἄλλο τὰ Γιάννενα, ἕνα πολιτιστικὸ παλίμψηστο. Μία διαρκὴς πολιτιστικὴ ἀνανέωση ποὺ ἔρχεται μὲ τὸν καιρὸ καὶ φεύγει, ἀλλὰ δὲν ἐξαλείφεται, γιατί κάθε περίοδος ἀφήνει τὸ ἀποτύπωμά της ἄξιο σεβασμοῦ ἀπὸ τοὺς ἐπιγενόμενους, δηλαδὴ ἀπὸ ἐμᾶς.» [1] (Σημ: ἡ ὑπογράμμιση τοῦ γράφοντος).
Ἐξαφανίζεται ἔτσι ἡ κρίσιμη διαφορά: ἡ μία ἦταν ἡ πολιτεία καί ἡ πατρίδα τῶν Ρωμηῶν, ἐνῶ ἡ ἄλλη ἦταν ἡ κυριαρχία τοῦ κατακτητῆ πάνω στούς ὑποδουλωμένους Ρωμηούς. Ἡ Ἱστορία μετατρέπεται σέ ἕνα οὐδέτερο «πολιτιστικό παλίμψηστο», μέσα στό ὁποῖο ἡ ἐλευθερία καί ἡ δουλεία, ἡ πατρίδα καί ἡ κατάκτηση, ἡ ἀντίσταση καί ἡ ὑποταγή παρουσιάζονται περίπου ὡς ἰσότιμες πολιτιστικές φάσεις.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δέν εἶναι ἕνας οὐδέτερος ἀφηγητής τοῦ παρελθόντος. Ἐκπροσωπεῖ συμβολικά τό ἑλληνικό κράτος καί ὁ λόγος του ἔχει ἰδιαίτερη βαρύτητα. Πολύ περισσότερο σήμερα, ὅταν ἡ Τουρκία ἀμφισβητεῖ κυριαρχικά δικαιώματα τῆς πατρίδας μας καί διατηρεῖ ἀπέναντί μας τήν ἀπειλή πολέμου, εἶναι ἐξαιρετικά ἐπικίνδυνο νά παρουσιάζονται ἡ παράδοση στούς Ὀθωμανούς ὡς σωφροσύνη καί ἡ ἀντίσταση ὡς ὀλέθριο ἱστορικό σφάλμα.
Νά σεβασθοῦμε, λοιπόν, τά μνημεῖα. Νά μελετήσομε ὁλόκληρη τήν Ἱστορία, χωρίς παρασιωπήσεις καί χωρίς μῖσος. Ἀλλά νά μήν ἐξωραΐζομε τήν κατάκτηση καί κυρίως νά μήν μετατρέπομε τήν ὑποταγή σέ ἐθνικό δίδαγμα.
Διότι ἕνας λαός πού μαθαίνει νά θεωρεῖ τήν ὑποταγή του σωφροσύνη καί τήν ἀντίστασή του ἀφροσύνη κινδυνεύει νά χάσει ὄχι μόνο τήν μνήμη τοῦ παρελθόντος του, ἀλλά καί τήν ἐλευθερία τοῦ μέλλοντός του.
[1] Ἡ ὁμιλία ἐδώ: https://www.presidency.gr/chairetismoi-sta-egkainia-apokatestimenon-othomanikon-mnimeion-sta-ioannina/

