Από το βαθύ κράτος στο πολιτικό Ισλάμ: Η δεκαετία που μεταμόρφωσε την Τουρκία (1991-2003)

Γράφει ο Ανδρέας Σταλίδης.

Από το 1926 —αν χρησιμοποιήσουμε συμβολικά ως αφετηρία την εισαγωγή του νέου κοσμικού Αστικού Κώδικα— στην Τουρκία συγκρούονται δύο μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα. Από τη μία βρίσκεται το κεμαλικό σχέδιο: ένα συγκεντρωτικό, εθνικιστικό, κοσμικό και δυτικότροπο κράτος, το οποίο επιδίωκε να απομακρύνει την κοινωνία από την οθωμανική πολιτική παράδοση και να περιορίσει τη θρησκεία στην ιδιωτική σφαίρα. Από την άλλη βρίσκεται η συντηρητική και θρησκευόμενη Τουρκία, ιδίως της Ανατολίας, η οποία παρέμενε κοινωνικά και πολιτισμικά δεμένη με το Ισλάμ και την οθωμανική κληρονομιά.

Η σύγκρουση είχε αρχίσει ήδη με την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1923. Ακολούθησαν η κατάργηση του Χαλιφάτου το 1924, η αντικατάσταση του ισλαμικού οικογενειακού δικαίου από τον κοσμικό Αστικό Κώδικα το 1926, η αλλαγή του αλφαβήτου το 1928 και η συνταγματική κατοχύρωση της κοσμικότητας. Το 1926, όμως, συμβολίζει τη στιγμή κατά την οποία η κεμαλική επανάσταση πέρασε από την κρατική οργάνωση στην οικογένεια, στον γάμο, στην κληρονομιά και στην καθημερινή ζωή.

Οι δύο πλευρές δεν ήταν απολύτως ομοιογενείς. Στο κοσμικό στρατόπεδο συνυπήρχαν στρατιωτικοί, εθνικιστές, σοσιαλδημοκράτες, κρατικοί γραφειοκράτες και φιλελεύθεροι δυτικόφιλοι. Στον συντηρητικό χώρο υπήρχαν παραδοσιακοί κεντροδεξιοί, θρησκευόμενοι ψηφοφόροι, ανοιχτά ισλαμιστές, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες της Ανατολίας και κοινωνικές ομάδες που αισθάνονταν αποκλεισμένες από την κοσμική ελίτ.

Το βασικό χαρακτηριστικό του τουρκικού συστήματος ήταν η διάκριση ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην πραγματική εξουσία. Συντηρητικά ή μετριοπαθή ισλαμιστικά κόμματα μπορούσαν να κερδίζουν τις εκλογές και να σχηματίζουν κυβέρνηση. Ο στρατός, όμως, μαζί με την ανώτατη δικαιοσύνη, τη γραφειοκρατία, τα πανεπιστήμια και ένα σημαντικό τμήμα των μέσων ενημέρωσης, διατηρούσε την αρμοδιότητα να καθορίζει τα όρια εντός των οποίων μπορούσε να κινηθεί η εκλεγμένη πολιτική ηγεσία.

Ο στρατός παρενέβη επανειλημμένα ως αυτοανακηρυγμένος θεματοφύλακας της κεμαλικής τάξης: με το πραξικόπημα του 1960, το στρατιωτικό υπόμνημα του 1971, το πραξικόπημα του 1980 και τη λεγόμενη «μεταμοντέρνα» επέμβαση του 1997. Η τελευταία δεν κατήργησε τυπικά το Σύνταγμα ούτε εγκατέστησε στρατιωτική κυβέρνηση, αλλά οδήγησε στην ανατροπή μιας εκλεγμένης κυβέρνησης και επηρέασε καθοριστικά την επιλογή της επόμενης.

Η άνοδος του πολιτικού Ισλάμ

Η σημαντικότερη μορφή του οργανωμένου πολιτικού Ισλάμ κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα ήταν ο Νετσμεττίν Ερμπακάν. Τα κόμματα που ίδρυε διαλύονταν ή απαγορεύονταν και επανεμφανίζονταν με νέα ονόματα. Η συνέχεια αυτή κατέληξε, μετά το πραξικόπημα του 1980, στο Κόμμα Ευημερίας — Refah Partisi.

Το Refah δεν αναπτυσσόταν μόνο μέσω της θρησκευτικής ρητορικής. Δημιούργησε οργανώσεις στις γειτονιές, δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης και στενή επαφή με τους φτωχότερους κατοίκους των πόλεων. Η μαζική εσωτερική μετανάστευση είχε μεταφέρει εκατομμύρια ανθρώπους από την Ανατολία στην Κωνσταντινούπολη, στην Άγκυρα και στις άλλες μεγάλες πόλεις. Πολλοί από αυτούς δεν αισθάνονταν ότι εκπροσωπούνταν από την κοσμική πολιτική και οικονομική ελίτ.

Η πρώτη μεγάλη τομή ήρθε στις δημοτικές εκλογές της 27ης Μαρτίου 1994. Το Refah κέρδισε την Κωνσταντινούπολη με υποψήφιο τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και την Άγκυρα με τον Μελίχ Γκιοκτσέκ. Ο Ερντογάν εξελέγη με περίπου το ένα τέταρτο των ψήφων, εκμεταλλευόμενος τον κατακερματισμό των αντιπάλων του, αλλά και τη δυσαρέσκεια για τα σοβαρά προβλήματα ύδρευσης, απορριμμάτων, ατμοσφαιρικής ρύπανσης και κυκλοφορίας στην Κωνσταντινούπολη. Η δημαρχιακή του θητεία τού προσέδωσε εικόνα πραγματιστή και αποτελεσματικού διαχειριστή και τον μετέτρεψε σε πολιτικό εθνικής εμβέλειας.

Στις βουλευτικές εκλογές της 24ης Δεκεμβρίου 1995, το Refah αναδείχθηκε πρώτο κόμμα με 21,4% και 158 έδρες. Το ANAP του Μεσούτ Γιλμάζ έλαβε 19,6% και το DYP της Τανσού Τσιλέρ 19,2%. Για πρώτη φορά ένα ανοιχτά ισλαμιστικό κόμμα είχε γίνει η μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Ύστερα από αποτυχημένες προσπάθειες σχηματισμού κυβέρνησης μεταξύ των παραδοσιακών κεντροδεξιών κομμάτων, τον Ιούνιο του 1996 σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού Refah–DYP. Ο Ερμπακάν έγινε πρωθυπουργός και η Τανσού Τσιλέρ αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Οι ισλαμιστές είχαν φτάσει στην κυβέρνηση, χωρίς όμως να έχουν κατακτήσει το κράτος. Ο στρατός, η ανώτατη δικαιοσύνη και η γραφειοκρατία παρέμεναν σταθερά κεμαλικά.

Μέσα σε αυτό το κλίμα συνέβη το δυστύχημα του Σουσουρλούκ.

Το αυτοκίνητο που αποκάλυψε το «βαθύ κράτος»

Στις 3 Νοεμβρίου 1996, μία μαύρη Mercedes συγκρούστηκε με φορτηγό κοντά στην κωμόπολη Σουσουρλούκ της δυτικής Τουρκίας. Από μόνο του, το τροχαίο δεν θα είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Η ταυτότητα των επιβατών, όμως, αποκάλυψε έναν ολόκληρο αθέατο μηχανισμό εξουσίας.

Στο αυτοκίνητο επέβαιναν:

  • ο Σεντάτ Μπουτζάκ, βουλευτής του DYP, αρχηγός ισχυρής φυλής και επικεφαλής δικτύου ένοπλων «φρουρών χωριών» που πολεμούσαν το PKK,
  • ο Χουσεΐν Κοτζαντάγ, υψηλόβαθμος αστυνομικός και πρώην υποδιοικητής της Αστυνομίας Κωνσταντινούπολης,
  • ο Αμπντουλάχ Τσατλί, καταζητούμενος ακροδεξιός των Γκρίζων Λύκων, συνδεδεμένος με πολιτική βία, πλαστές ταυτότητες και το οργανωμένο έγκλημα,
  • και η σύντροφός του, Γκοντζά Ους.

Ο Μπουτζάκ επέζησε. Οι άλλοι τρεις σκοτώθηκαν. Στο αυτοκίνητο βρέθηκαν όπλα, πυρομαχικά και πλαστά έγγραφα. Ο Τσατλί, μολονότι ήταν διεθνώς καταζητούμενος, κυκλοφορούσε με κρατική προστασία και επίσημα έγγραφα ταυτότητας. Το τουρκικό Κοινοβούλιο συγκρότησε ειδική εξεταστική επιτροπή, η οποία παρέδωσε το πόρισμά της τον Μάιο του 1997.

Το «ζουμί» του Σουσουρλούκ

Η ουσία της αποκάλυψης δεν ήταν απλώς ότι ένας βουλευτής, ένας ανώτατος αστυνομικός και ένας καταζητούμενος κακοποιός ταξίδευαν μαζί. Το δυστύχημα έδειξε ότι τμήματα του κράτους είχαν δημιουργήσει έναν παράλληλο μηχανισμό επιχειρήσεων.

Η λογική του μηχανισμού ήταν περίπου η εξής:

  1. Κρατικές υπηρεσίες στρατολογούσαν ή αξιοποιούσαν ακροδεξιούς ενόπλους, ανθρώπους του υποκόσμου, πληροφοριοδότες και πρώην μαχητές.
  2. Τους παρείχαν όπλα, πλαστές ταυτότητες, διαβατήρια, αστυνομική προστασία και δυνατότητα να κινούνται χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.
  3. Οι άνθρωποι αυτοί αναλάμβαναν επιχειρήσεις τις οποίες το επίσημο κράτος δεν μπορούσε να παραδεχθεί: απαγωγές, εκφοβισμό, διείσδυση σε οργανώσεις και, σύμφωνα με τις καταγγελίες και τις έρευνες, εξωδικαστικές δολοφονίες προσώπων που θεωρούνταν ότι συνεργάζονταν με το PKK ή το χρηματοδοτούσαν.
  4. Ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους, ορισμένοι αποκτούσαν ασυλία ή ανοχή για εγκληματικές δραστηριότητες, όπως εκβιασμούς, λαθρεμπόριο, έλεγχο καζίνων, διακίνηση όπλων και, σύμφωνα με σοβαρές καταγγελίες, ναρκωτικά.
  5. Με τον χρόνο, οι παράνομοι εκτελεστές και οι προστάτες τους απέκτησαν δικά τους οικονομικά συμφέροντα και δεν λειτουργούσαν πλέον αποκλειστικά ως όργανα μιας κρατικής πολιτικής.

Η «εθνική ασφάλεια» είχε μετατραπεί σε κάλυμμα ενός πλέγματος στο οποίο κρατικές αποστολές, προσωπικός πλουτισμός, κομματική προστασία και οργανωμένο έγκλημα ήταν δύσκολο να διαχωριστούν. Δεν επρόκειτο κατ’ ανάγκην για μία ενιαία, αυστηρά ιεραρχημένη μυστική οργάνωση. Επρόκειτο περισσότερο για επικαλυπτόμενα δίκτυα πολιτικών, αστυνομικών, στρατιωτικών, παρακρατικών, αρχηγών φυλών και ανθρώπων του υποκόσμου που συνεργάζονταν όταν τα συμφέροντά τους συνέπιπταν.

Αυτό ήταν το τουρκικό βαθύ κράτος: όχι ένα επίσημο υπουργείο ή μια αναγνωρισμένη υπηρεσία, αλλά ένα σύστημα εξουσίας που λειτουργούσε μέσα στους κρατικούς θεσμούς, χρησιμοποιούσε κρατικούς πόρους και ταυτόχρονα δρούσε έξω από τον νόμο και τον δημοκρατικό έλεγχο.

Οι αποκαλύψεις εντάσσονταν στο πλαίσιο του «βρόμικου πολέμου» της δεκαετίας του 1990. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν καταγράψει αναγκαστικές εκκενώσεις χωριών, εξαφανίσεις και δολοφονίες πολιτών από κρατικές δυνάμεις ασφαλείας, κυρίως στις κουρδικές περιοχές, ενώ και το PKK διέπραττε σοβαρές παραβιάσεις και επιθέσεις εναντίον αμάχων.

Το σκάνδαλο έπληξε ιδιαίτερα το DYP της Τανσού Τσιλέρ. Ο Μπουτζάκ ήταν βουλευτής του κόμματος και ο τότε υπουργός Εσωτερικών Μεχμέτ Αγκάρ, πρώην αρχηγός της αστυνομίας, θεωρήθηκε κεντρικό πρόσωπο των σχέσεων που αποκαλύφθηκαν. Παραιτήθηκε μετά το δυστύχημα. Το 2011 καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση για συγκρότηση ένοπλης οργάνωσης με σκοπό τη διάπραξη εγκλημάτων, στο πλαίσιο της υπόθεσης Σουσουρλούκ, χωρίς όμως να καταδικαστεί ως εντολέας συγκεκριμένων δολοφονιών.

Η κοινωνική αντίδραση ήταν τεράστια. Στην κινητοποίηση «Ένα λεπτό σκοτάδι για διαρκές φως», εκατομμύρια πολίτες έσβηναν κάθε βράδυ τα φώτα τους για ένα λεπτό, απαιτώντας να αποκαλυφθούν οι σχέσεις κράτους, παρακράτους και οργανωμένου εγκλήματος.

Πώς επηρέασε το Σουσουρλούκ την άνοδο των ισλαμιστών

Η επίδραση δεν ήταν άμεση ούτε γραμμική. Οι ψηφοφόροι δεν εγκατέλειψαν αυτομάτως τα παραδοσιακά κόμματα για να ψηφίσουν το πολιτικό Ισλάμ. Στις επόμενες εκλογές, το 1999, οι ισλαμιστές υποχώρησαν.

Η βαθύτερη επίδραση ήταν η ηθική απονομιμοποίηση της παλιάς τάξης. Το κεμαλικό κράτος παρουσιαζόταν ως εγγυητής της νομιμότητας, της κοσμικότητας, της ευρωπαϊκής κατεύθυνσης και της προστασίας της Δημοκρατίας. Το Σουσουρλούκ αποκάλυψε ότι τμήματά του συνεργάζονταν με καταζητούμενους ακροδεξιούς και ανθρώπους του υποκόσμου.

Οι ισλαμιστές μπορούσαν πλέον να υποστηρίζουν ότι το σύστημα που τους κατηγορούσε ως απειλή για τη δημοκρατία παραβίαζε το ίδιο τον νόμο. Η μελλοντική παράταξη του Ερντογάν θα αξιοποιούσε συστηματικά αυτή την αντίφαση: από τη μία το «εκλεγμένο έθνος», από την άλλη μια μη εκλεγμένη στρατιωτική, δικαστική και γραφειοκρατική κηδεμονία.

Το Σουσουρλούκ αποδυνάμωσε επίσης την παραδοσιακή κεντροδεξιά, ιδιαίτερα το DYP. Μαζί με την κυβερνητική αστάθεια, τη διαφθορά, τους σεισμούς του 1999 και την οικονομική κρίση του 2001, συνέβαλε στη διάλυση του κομματικού συστήματος που είχε κυριαρχήσει κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η εκλογική μετατόπιση, 1991–2002

Κόμμα και πολιτικός χώρος 1991 1995 1999 2002
DYP – Ορθός Δρόμος 27,0% / 178 έδρες (Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ) 19,2% / 135 (Τανσού Τσιλέρ) 12,0% / 85 (Τανσού Τσιλέρ) 9,5% / 0 (Τανσού Τσιλέρ)
ANAP – Μητέρα Πατρίδα 24,0% / 115 (Μεσούτ Γιλμάζ) 19,6% / 132 (Μεσούτ Γιλμάζ) 13,2% / 86 (Μεσούτ Γιλμάζ) 5,1% / 0 (Μεσούτ Γιλμάζ)
SHP / CHP – κεμαλική κεντροαριστερά 20,8% / 88 (Ερντάλ Ινονού) 10,7% / 49 (Ντενίζ Μπαϊκάλ) 8,7% / 0 (Ντενίζ Μπαϊκάλ) 19,4% / 178 (Ντενίζ Μπαϊκάλ)
DSP – Δημοκρατική Αριστερά 10,8% / 7 (Μπουλέντ Ετζεβίτ) 14,6% / 76 (Μπουλέντ Ετζεβίτ) 22,2% / 136 (Μπουλέντ Ετζεβίτ) 1,2% / 0 (Μπουλέντ Ετζεβίτ)
RP – Ευημερία / FP – Αρετή 16,9% / 62* (Νετσμεττίν Ερμπακάν) 21,4% / 158 (Νετσμεττίν Ερμπακάν) 15,4% / 111 (Ρετζάι Κουτάν)
SP – Ευτυχία 2,5% / 0 (Ρετζάι Κουτάν)
AKP – Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη 34,3% / 363 (Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν)
MHP – Εθνικιστική Δράση Συμμετοχή στη συμμαχία του RP* (Αλπαρσλάν Τουρκές) 8,2% / 0 (Αλπαρσλάν Τουρκές) 18,0% / 129 (Ντεβλέτ Μπαχτσελί) 8,4% / 0 (Ντεβλέτ Μπαχτσελί)

* Το 1991 το RP κατήλθε σε εκλογική συμμαχία με το εθνικιστικό MÇP —πρόδρομο του MHP— και το IDP. Επομένως, το 16,9% δεν αποτελούσε αποκλειστικά ισλαμιστική ψήφο. Επίσης, το Κοινοβούλιο αυξήθηκε από 450 σε 550 έδρες το 1995, οπότε οι αριθμοί των εδρών δεν είναι πλήρως συγκρίσιμοι. Τα ποσοστά και οι έδρες προέρχονται από τα επίσημα στοιχεία της τουρκικής Ανώτατης Εκλογικής Επιτροπής και της TÜİK.

Η εικόνα είναι σαφής:

  • Τα δύο μεγάλα κόμματα της παραδοσιακής κεντροδεξιάς, DYP και ANAP, έπεσαν από συνολικό 51% το 1991 σε 14,6% το 2002.
  • Οι ισλαμιστές αναδείχθηκαν πρώτη δύναμη το 1995, αλλά υποχώρησαν το 1999 μετά την επέμβαση του στρατού και τη διάλυση του Refah.
  • Το 1999 η δυσαρέσκεια στράφηκε κυρίως προς το DSP του Ετζεβίτ και το εθνικιστικό MHP.
  • Μετά την οικονομική κρίση του 2001, τα κυβερνητικά κόμματα DSP, MHP και ANAP συνετρίβησαν.
  • Το AKP συγκέντρωσε όχι μόνο την παλιά ισλαμιστική βάση αλλά και μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του DYP και του ANAP, μετατρεπόμενο σε ευρεία συντηρητική κεντροδεξιά παράταξη.

Η 28η Φεβρουαρίου: το «μεταμοντέρνο πραξικόπημα»

Στις 28 Φεβρουαρίου 1997, το στρατιωτικά κυριαρχούμενο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας συνεδρίασε επί ώρες και επέβαλε στην κυβέρνηση Ερμπακάν σειρά μέτρων για την αντιμετώπιση της λεγόμενης «θρησκευτικής αντίδρασης». Τα μέτρα αφορούσαν τον έλεγχο των θρησκευτικών σχολείων, την εφαρμογή της κοσμικής εκπαίδευσης, τον περιορισμό ισλαμικών οργανώσεων και την απομάκρυνση προσώπων που θεωρούνταν εχθρικά προς το κοσμικό καθεστώς.

Δεν εμφανίστηκαν στρατιωτικά τμήματα για να καταλάβουν τα υπουργεία. Δεν ανεστάλη το Σύνταγμα και δεν διαλύθηκε το Κοινοβούλιο. Ο στρατός, όμως, σε συνεργασία με τμήματα της δικαιοσύνης, της γραφειοκρατίας, των μέσων ενημέρωσης και της οικονομικής ελίτ, δημιούργησε ασφυκτική πίεση στην κυβέρνηση.

Ο Ερμπακάν παραιτήθηκε τον Ιούνιο του 1997, θεωρώντας ότι, βάσει της συμφωνίας του συνασπισμού, η πρωθυπουργία θα περνούσε στην Τανσού Τσιλέρ. Τα κόμματα Refah, DYP και BBP δήλωναν ότι μπορούσαν να εξασφαλίσουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ο πρόεδρος Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, όμως, δεν έδωσε την εντολή στην Τσιλέρ. Την ανέθεσε στον Μεσούτ Γιλμάζ του ANAP, ο οποίος σχημάτισε κυβέρνηση με το DSP και το DTP.

Ακριβώς γι’ αυτό η επέμβαση χαρακτηρίστηκε «μεταμοντέρνο» ή «μίνι» πραξικόπημα. Δεν ανατράπηκε επίσημα το κοινοβουλευτικό σύστημα, αλλά το κεμαλικό κατεστημένο καθόρισε ποια κυβέρνηση έπρεπε να αποχωρήσει και ποιοι πολιτικοί συνδυασμοί θεωρούνταν αποδεκτοί για τη διαδοχή της.

Τον Ιανουάριο του 1998 το Συνταγματικό Δικαστήριο διέλυσε το Refah και επέβαλε πολιτική απαγόρευση στον Ερμπακάν και σε άλλα στελέχη. Οι ισλαμιστές ανασυγκροτήθηκαν στο Κόμμα Αρετής — Fazilet Partisi.

Η επέμβαση φάνηκε αρχικά επιτυχημένη. Το ισλαμιστικό κόμμα υποχώρησε από 21,4% το 1995 σε 15,4% το 1999. Μακροπρόθεσμα, όμως, η 28η Φεβρουαρίου είχε το αντίθετο αποτέλεσμα. Έπεισε τη νεότερη γενιά του πολιτικού Ισλάμ ότι η ανοιχτή σύγκρουση με το κεμαλικό κράτος ήταν αδιέξοδη. Χρειαζόταν νέα γλώσσα, νέα εικόνα και ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες.

Ο Ερντογάν: από θρησκευτικό λύκειο στη δημαρχία

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν γεννήθηκε το 1954 στην Κωνσταντινούπολη και φοίτησε σε λύκειο İmam Hatip, δηλαδή σε σχολείο που συνδύαζε τη γενική εκπαίδευση με θρησκευτικά μαθήματα και προετοιμασία ιμάμηδων.

Σύμφωνα με τα επίσημα αρχεία του Πανεπιστημίου Μαρμαρά, το 1974 εισήχθη στην τετραετή Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών του Ακσαράι, η οποία ανήκε τότε στην Ακαδημία Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών της Κωνσταντινούπολης. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1981. Η σχολή ενσωματώθηκε αργότερα στο Πανεπιστήμιο Μαρμαρά, από το οποίο εκδόθηκε το τελικό δίπλωμά του το 1991. Το αντικείμενο περιγράφεται συνήθως ως διοίκηση επιχειρήσεων ή οικονομικές και εμπορικές επιστήμες.

Εντάχθηκε από νεαρή ηλικία στο ισλαμιστικό κίνημα του Ερμπακάν και αναδείχθηκε σταδιακά στην κομματική ιεραρχία. Η εκλογή του ως δημάρχου Κωνσταντινούπολης το 1994 τον έκανε γνωστό σε ολόκληρη τη χώρα.

Από δήμαρχος σε πρωθυπουργό: το χρονολόγιο

Ημερομηνία Γεγονός και πολιτική σημασία
27 Μαρτίου 1994 Εκλέγεται δήμαρχος Κωνσταντινούπολης με το Refah. Κερδίζει περίπου 25% σε μια κατακερματισμένη αναμέτρηση και οικοδομεί εικόνα αποτελεσματικού διαχειριστή.
12 Δεκεμβρίου 1997 Σε συγκέντρωση στη Σιίρτη απαγγέλλει τους στίχους: «Τα τεμένη είναι οι στρατώνες μας, οι θόλοι τα κράνη μας, οι μιναρέδες οι ξιφολόγχες μας και οι πιστοί οι στρατιώτες μας».
21 Απριλίου 1998 Το Δικαστήριο Κρατικής Ασφάλειας του Ντιγιάρμπακιρ τον καταδικάζει για υποκίνηση θρησκευτικού μίσους. Η αρχική ποινή ενός έτους μειώνεται σε δέκα μήνες φυλάκιση, συνοδεύεται από χρηματικό πρόστιμο και πολιτικό κώλυμα.
23 Σεπτεμβρίου 1998 Το Ακυρωτικό Δικαστήριο επικυρώνει την καταδίκη. Ο Ερντογάν χάνει τη δυνατότητα να είναι υποψήφιος σε εκλογές.
6 Νοεμβρίου 1998 Παύει να είναι δήμαρχος Κωνσταντινούπολης λόγω της οριστικοποίησης της καταδίκης.
26 Μαρτίου 1999 Εισέρχεται στη φυλακή Πινάρχισαρ. Η ονομαστική ποινή είναι δέκα μήνες, αλλά βάσει των κανόνων έκτισης παραμένει περίπου τέσσερις μήνες.
24 Ιουλίου 1999 Αποφυλακίζεται. Η φυλάκισή του ενισχύει την εικόνα του ως πολιτικού που διώκεται από το κεμαλικό σύστημα για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.
14 Αυγούστου 2001 Ιδρύει μαζί με τον Αμπντουλάχ Γκιουλ και τη μεταρρυθμιστική πτέρυγα του ισλαμιστικού κινήματος το AKP. Το κόμμα αυτοχαρακτηρίζεται «συντηρητικό δημοκρατικό» και αποφεύγει την ανοιχτά ισλαμιστική ταυτότητα.
3 Νοεμβρίου 2002 Το AKP κερδίζει τις εκλογές με 34,3% και 363 έδρες. Ο Ερντογάν παραμένει εκτός Βουλής λόγω του πολιτικού κωλύματος.
16–18 Νοεμβρίου 2002 Ο Αμπντουλάχ Γκιουλ αναλαμβάνει πρωθυπουργός και σχηματίζει την πρώτη κυβέρνηση του AKP.
Δεκέμβριος 2002 Τροποποιείται το νομικό πλαίσιο ώστε η συγκεκριμένη καταδίκη να μην εμποδίζει πλέον την υποψηφιότητα του Ερντογάν.
9 Μαρτίου 2003 Στις επαναληπτικές εκλογές της Σιίρτης, οι οποίες προκηρύχθηκαν επειδή το αρχικό αποτέλεσμα ακυρώθηκε λόγω παρατυπιών, ο Ερντογάν εκλέγεται βουλευτής. Το AKP λαμβάνει περίπου 84,8% στην περιφέρεια και κερδίζει και τις τρεις έδρες.
11 Μαρτίου 2003 Ορκίζεται βουλευτής στην τουρκική Εθνοσυνέλευση.
14 Μαρτίου 2003 Ο Αμπντουλάχ Γκιουλ παραιτείται και ο Ερντογάν αναλαμβάνει πρωθυπουργός.

Οι βασικές ημερομηνίες της δημαρχίας, της καταδίκης, της φυλάκισης, της ίδρυσης του AKP, της επαναληπτικής εκλογής στη Σιίρτη και της ανάληψης της πρωθυπουργίας επιβεβαιώνονται από σύγχρονες και θεσμικές πηγές.

Η καταδίκη του Ερντογάν είχε σκοπό να διακόψει την πολιτική του σταδιοδρομία. Στην πράξη τον μετέτρεψε σε σύμβολο. Για μεγάλο μέρος της συντηρητικής Τουρκίας, ένας επιτυχημένος εκλεγμένος δήμαρχος είχε απομακρυνθεί και φυλακιστεί όχι για οικονομικό έγκλημα ή διαφθορά, αλλά για την απαγγελία ενός ποιήματος.

Η υπόθεση ενίσχυσε την αφήγηση ότι οι συντηρητικοί μπορούσαν να κερδίζουν τις εκλογές αλλά παρέμεναν πολίτες περιορισμένης πολιτικής ισχύος, επειδή ο στρατός και η δικαιοσύνη μπορούσαν να ακυρώνουν τη λαϊκή εντολή.

Οι εκλογές του 1999: προσωρινή υποχώρηση των ισλαμιστών

Στις εκλογές της 18ης Απριλίου 1999, πρώτο κόμμα αναδείχθηκε το DSP του Μπουλέντ Ετζεβίτ με 22,2%. Η σύλληψη του Αμπντουλάχ Οτσαλάν είχε ενισχύσει σημαντικά τον Ετζεβίτ. Το MHP εκτοξεύθηκε από 8,2% σε 18%, ενώ το ισλαμιστικό Κόμμα Αρετής περιορίστηκε στο 15,4%.

Το αποτέλεσμα δείχνει ότι η άμεση συνέπεια του Σουσουρλούκ και της πολιτικής κρίσης δεν ήταν η εκλογική κυριαρχία των ισλαμιστών. Η δυσαρέσκεια εκφράστηκε αρχικά μέσω της κοσμικής εθνικιστικής Αριστεράς του Ετζεβίτ και της σκληρής εθνικιστικής Δεξιάς του MHP.

Σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού DSP–MHP–ANAP. Ήταν η τελευταία μεγάλη κυβέρνηση του παλαιού κομματικού συστήματος. Στο εσωτερικό του ισλαμιστικού κινήματος, παράλληλα, εντεινόταν η σύγκρουση μεταξύ των «παραδοσιακών» του Ερμπακάν και των «μεταρρυθμιστών» του Ερντογάν και του Γκιουλ.

Όταν το Συνταγματικό Δικαστήριο διέλυσε και το Κόμμα Αρετής το 2001, οι δύο πτέρυγες ακολούθησαν χωριστούς δρόμους. Οι παραδοσιακοί ίδρυσαν το Κόμμα Ευτυχίας — Saadet Partisi. Οι μεταρρυθμιστές ίδρυσαν το AKP.

Η οικονομική κρίση του 2001 και η κατάρρευση του παλαιού κόσμου

Η οικονομική κρίση του 2001 ήταν ο αποφασιστικός άμεσος παράγοντας της εκλογικής ανατροπής. Η Τουρκία υπέστη τραπεζική και νομισματική κρίση, βαθιά ύφεση, αύξηση της ανεργίας και μεγάλη απώλεια εισοδήματος και αποταμιεύσεων. Η κυβέρνηση DSP–MHP–ANAP ταυτίστηκε με την οικονομική κατάρρευση, την πολιτική αστάθεια και την εξάρτηση από προγράμματα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Το AKP παρουσιάστηκε ως κάτι ευρύτερο από έναν ακόμη διάδοχο του Refah. Αποδέχθηκε δημόσια την κοινοβουλευτική δημοκρατία, υποστήριξε την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υποσχέθηκε οικονομικές μεταρρυθμίσεις και καταπολέμηση της διαφθοράς και υιοθέτησε τον όρο «συντηρητική δημοκρατία».

Αυτή η στρατηγική τού επέτρεψε να απορροφήσει:

  • την πλειονότητα της παλιάς ισλαμιστικής βάσης,
  • συντηρητικούς ψηφοφόρους του DYP και του ANAP,
  • μικρομεσαίους επιχειρηματίες της Ανατολίας,
  • πολίτες που αντιδρούσαν στη στρατιωτική κηδεμονία,
  • και ψηφοφόρους που ήθελαν να τιμωρήσουν ολόκληρη την πολιτική τάξη.

Οι εκλογές του 2002

Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2002, το AKP έλαβε 34,3% και 363 από τις 550 έδρες. Το CHP ήταν το μόνο άλλο κόμμα που ξεπέρασε το εθνικό όριο του 10%, με 19,4% και 178 έδρες. Εξελέγησαν επίσης εννέα ανεξάρτητοι.

Το όριο του 10% ίσχυε για τα πολιτικά κόμματα σε πανεθνικό επίπεδο, όχι για τους ανεξάρτητους. Έτσι, ένας ανεξάρτητος μπορούσε να εκλεγεί εφόσον συγκέντρωνε αρκετές ψήφους στη συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια ώστε να κερδίσει έδρα με τη μέθοδο D’Hondt.

Περίπου 45% των έγκυρων ψήφων κατευθύνθηκε σε κόμματα που έμειναν εκτός Βουλής. Το 34,3% του AKP μετατράπηκε έτσι σε περίπου 66% των κοινοβουλευτικών εδρών.

Η έκταση της κατάρρευσης ήταν πρωτοφανής:

  • Το DSP έπεσε από 22,2% σε 1,2%.
  • Το MHP από 18% σε 8,4%.
  • Το ANAP από 13,2% σε 5,1%.
  • Το DYP από 12% σε 9,5%.

Κανένα από τα κόμματα που συμμετείχαν στην προηγούμενη κυβέρνηση δεν επέστρεψε στο Κοινοβούλιο. Η εκλογή του 2002 δεν ήταν απλώς μια νίκη των ισλαμιστών επί των κεμαλιστών. Ήταν η κατάρρευση ολόκληρου του παλαιού κομματικού συστήματος και η μεταφορά μεγάλου μέρους της παραδοσιακής κεντροδεξιάς στο AKP.

Από την κυβέρνηση στην εξουσία

Η νίκη του 2002 δεν σήμαινε ότι οι ισλαμιστές είχαν ήδη κατακτήσει ολόκληρο το κράτος. Ο στρατός, η ανώτατη δικαιοσύνη, η γραφειοκρατία, τα πανεπιστήμια και μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης παρέμεναν κεμαλικά οχυρά.

Η διαφορά από το 1996 ήταν, όμως, θεμελιώδης. Ο Ερμπακάν είχε γίνει πρωθυπουργός μιας εύθραυστης κυβέρνησης συνασπισμού με 21,4% και αντιμετώπιζε ισχυρούς εταίρους και θεσμικά αντίβαρα. Το AKP διέθετε αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, είχε απορροφήσει την παραδοσιακή κεντροδεξιά και είχε έναν ηγέτη με ισχυρή προσωπική λαϊκή νομιμοποίηση.

Το Σουσουρλούκ δεν προκάλεσε μόνο του αυτή τη μετάβαση. Υπήρξε όμως κρίσιμος κρίκος μιας αλυσίδας:

Σουσουρλούκ και αποκάλυψη του βαθέος κράτους → απονομιμοποίηση και αποσύνθεση DYP και ANAP → επέμβαση της 28ης Φεβρουαρίου και θυματοποίηση των ισλαμιστών → μεταμόρφωση του πολιτικού Ισλάμ σε ευρεία συντηρητική παράταξη → οικονομική κρίση του 2001 → εκλογική κυριαρχία του AKP το 2002.

Η 1η Μαρτίου 2003 και το πρώτο μεγάλο «όχι» στις ΗΠΑ

Η πρώτη μεγάλη διεθνής δοκιμασία της νέας πολιτικής εποχής ήρθε πριν ακόμη γίνει ο Ερντογάν πρωθυπουργός.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοίμαζαν την εισβολή στο Ιράκ και ήθελαν να χρησιμοποιήσουν το τουρκικό έδαφος για να ανοίξουν βόρειο μέτωπο. Η συμφωνία που είχε διαπραγματευτεί η κυβέρνηση Αμπντουλάχ Γκιουλ προέβλεπε τη δυνατότητα ανάπτυξης έως 62.000 Αμερικανών στρατιωτών, καθώς και μεγάλου αριθμού αεροσκαφών και ελικοπτέρων, στην Τουρκία για χρονικό διάστημα έως έξι μηνών.

Την 1η Μαρτίου 2003, 533 βουλευτές συμμετείχαν στην ψηφοφορία. Υπέρ της πρότασης ψήφισαν 264, κατά 250 και 19 απείχαν. Οι θετικές ψήφοι ήταν περισσότερες από τις αρνητικές, αλλά δεν έφταναν την απαιτούμενη απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων. Η πρόταση επομένως δεν εγκρίθηκε.

Η απόφαση προκάλεσε σοκ στην Ουάσιγκτον. Οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σχέδιο ανάπτυξης της 4ης Μεραρχίας Πεζικού μέσω της Τουρκίας και να αναπροσαρμόσουν τον επιχειρησιακό τους σχεδιασμό. Το κύριο χερσαίο μέτωπο άνοιξε από το Κουβέιτ και τον νότο, ενώ στον βορρά χρησιμοποιήθηκαν ειδικές δυνάμεις, αερομεταφερόμενα τμήματα και Κούρδοι πεσμεργκά.

Η εισβολή άρχισε στις 19–20 Μαρτίου 2003 και η Βαγδάτη κατελήφθη αργότερα. Η απουσία του βόρειου μετώπου δυσχέρανε και άλλαξε τον αμερικανικό σχεδιασμό.

Η απόρριψη της πρότασης δεν αποτελούσε ακόμη πλήρως διαμορφωμένη αντιαμερικανική πολιτική του AKP. Η κυβέρνηση Γκιουλ και σημαντικό μέρος της ηγεσίας του κόμματος είχαν προσπαθήσει να περάσουν τη συμφωνία. Καθοριστικοί παράγοντες της απόρριψης ήταν:

  • η συντριπτική αντίθεση της τουρκικής κοινής γνώμης στον πόλεμο,
  • η απροθυμία πολλών ισλαμικά προσανατολισμένων βουλευτών να διευκολύνουν μια επίθεση εναντίον μουσουλμανικής χώρας,
  • ο τουρκικός εθνικισμός και η αντίθεση στην παρουσία ξένων στρατευμάτων,
  • και ο φόβος ότι η ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν θα ενίσχυε την κουρδική αυτονομία στο βόρειο Ιράκ.

Η Τουρκία δεν διέκοψε πλήρως τη συνεργασία με τις ΗΠΑ. Λίγες εβδομάδες αργότερα επέτρεψε τη χρήση του εναέριου χώρου της και παρείχε περιορισμένη υποστήριξη. Ωστόσο, η 1η Μαρτίου αποτέλεσε βαθύ ψυχολογικό ρήγμα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Ήταν το πρώτο μεγάλο μήνυμα ότι η νέα Τουρκία δεν θα ακολουθούσε αυτομάτως την Ουάσιγκτον. Την εποχή εκείνη το AKP ήταν ακόμη έντονα φιλοευρωπαϊκό και παρουσίαζε τη συνεργασία με τη Δύση ως κεντρικό στόχο. Ο πλήρης νεο-οθωμανικός προσανατολισμός και η συστηματική αντιαμερικανική ρητορική θα αναπτύσσονταν αργότερα.

Η 1η Μαρτίου, όμως, αποτέλεσε ένα συμβολικό σημείο εκκίνησης: η συντηρητική και ισλαμική βάση ανακάλυπτε ότι μπορούσε να αντιταχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς να απομονωθεί πολιτικά, ενώ η ηγεσία του AKP αντιλαμβανόταν τη δύναμη που μπορούσε να αντλήσει από τον συνδυασμό ισλαμικής αλληλεγγύης, τουρκικού εθνικισμού και διεκδίκησης «ανεξάρτητης» εξωτερικής πολιτικής.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 14 Μαρτίου 2003, ο Ερντογάν γινόταν πρωθυπουργός.

Η πορεία είχε αρχίσει με έναν νεαρό ισλαμιστή δήμαρχο το 1994. Είχε περάσει από το τροχαίο του Σουσουρλούκ, την αποκάλυψη του κεμαλικού βαθέος κράτους, το «μεταμοντέρνο πραξικόπημα» του 1997, τη διάλυση του Refah, την καταδίκη για ένα ποίημα, τέσσερις μήνες φυλακής και την οικονομική και εκλογική κατάρρευση του παλαιού πολιτικού κόσμου.

Η σύγκρουση μεταξύ Κεμαλιστών και Ισλαμιστών δεν είχε ακόμη τελειώσει. Η ισορροπία της εξουσίας, όμως, είχε αρχίσει οριστικά να αντιστρέφεται.

Και η πρώτη μεγάλη πράξη της νέας εποχής ήταν μια τουρκική Βουλή που είπε «όχι» στην Ουάσιγκτον.

Σχετικά άρθρα

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Συνδεθείτε!

14,587FansLike
2,464FollowersFollow
6,980SubscribersSubscribe