Το τελευταίο γράμμα του Ανδρέα…

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

«Ήνε τώρα δυο μέρες, Αγαπημένη μου Βασιλικούλα, που κάμωμε πόλεμο με αυτά τα παληόσκυλα. Μας βαρούνε πολί μι ουβίδες.

Χάθηκαν πουλά πεδιά θκα μας, πάει κι η Γιάνς μας. Τώρα περιμένουμε σε μια ρεματιά να ξαπουστάσουμ λιγουλάκι κι σι γραφο.

Βασιλικούλα σι χανο για την Πατρίδα, αυτό το χουριό που θέλουμ να πάρουμ του λεν Κιλκίδα και λεν πως το μουσχάρη θα πλέξ στ’ έμα.

Έχο ένα έστημα πως κιγώ θα πάο να φάω κούμαρα να βρω τον παπούλημ, αλά να μην κλαψς Βασιλικούλαμ.

Άμα ήνε για την Πατρίδα δάκρια δεν εχ, κλάματα μονάχα για όσοι ψοφούν στο στρώμα.
Θυμάσε τι έλεγε κι ο Μήτρος του Παππούλ για τα γνέκες τον παλιό κερό στη Σπάρτ: “Ή ταν ή επί τας”.

Κλάματα δεν θέλω, ντροπής πράματα να σκούξτε για μας εδω τσ βουλγαροχτόν, εγδικιτάδες ντιπ για ούλες τις ατιμίες που πράξαν στ’ αδέλφια μας Μακεδόνες.
Μόνο ένα κερί στην Αγιά Παρασκευή φτάνει.

Σε φιλώ Βασιλικούλα μ’ πολύ, για χαρά, για την Πατρίδα.
Από ρέμα Κιλκίδας. Αντρέας.»

Αυτές οι λίγες αράδες, γραμμένες περίπου τέτοιες μέρες πριν 113 χρόνια σε μια χαράδρα κοντά στο Κιλκίς, τις μέρες της επικής μάχης του Λαχάνα, δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους όσο ο Ανδρέας ήταν ακόμη ζωντανός. Το γράμμα έμεινε πίσω, στο ποτισμένο με αίμα Ελληνικό χώμα του μετώπου, ενώ εκείνος την επόμενη κιόλας μέρα, στις 21 Ιουνίου 1913, έπεσε στη μάχη, ένας από τους ανώνυμους χιλιάδες πεσόντες της ιστορικής σύγκρουσης του Κιλκίς.

Η Βασιλικούλα δεν πρόλαβε να κρατήσει αυτό το χαρτί όσο ο άνθρωπός της ανέπνεε. Δεν πρόλαβε να το διαβάσει με τη βεβαιότητα ότι πίσω από τις λέξεις υπάρχει ακόμη ζωή. Έφτασε σε εκείνη μόνο ως μνήμη, όταν η φωνή που το έγραψε είχε ήδη σιγήσει.Ο Ιερέας της Μονάδας, πρεσβύτερος Καλλίμαχος Δημήτριος που είχε το θλιβερό καθήκον της ταφής των νεκρών, βρήκε μέσα στο ματωμένο χιτώνιο του Ανδρέα το γράμμα του προς την αγαπημένη Βασιλικούλα του.

Κι αυτό δίνει στο γράμμα μια βαριά, σχεδόν οριακή διάσταση μιας και δεν είναι ένας αποχαιρετισμός που ειπώθηκε εγκαίρως, αλλά ένας αποχαιρετισμός που γράφτηκε μέσα στη ζωή και παραδόθηκε στην ιστορία μόνο αφού η ζωή αυτή είχε τελειώσει. Μέσα σε αυτές τις λίγες γραμμές, που γράφτηκαν από έναν απλό Ρουμελιώτη στρατιώτη έναν άνθρωπο χωρίς λόγια “μεγάλα”, χωρίς επιτηδευμένη μόρφωση όπως κάποιοι την εννοούν σήμερα στην εποχή μας, αλλά με πραγματική παιδεία σμιλεμένη από την απλότητα και το μεγαλείο της εποχής του, ξεδιπλώνεται κάτι πολύ μεγαλύτερο από το πρόσωπό του.

Είναι ένα πραγματικό μικρό μνημείο λόγου. Γιατί μέσα στην απλότητά του, σχεδόν στην αγραμματοσύνη του ύφους, ο Ανδρέας ενσωματώνει ολόκληρα στρώματα της ελληνικής εμπειρίας την αρχαία παράδοση της Σπάρτιατισσας μάνας που επιβιώνει στη φράση «Ή ταν ή επί τας», και την ελληνορθόδοξη κοσμοθεωρία που ανασαίνει μέσα από το κερί, την προσευχή και την ήρεμη αποδοχή της μοίρας.

Δεν πρόκειται για λόγια που τα έμαθε από βιβλία και δασκάλους. Είναι λόγια που τα κουβαλούσε η συλλογική μνήμη και βγήκαν αυθόρμητα την ώρα που ο άνθρωπος βρισκόταν πιο κοντά από ποτέ στο τέλος. Γι’ αυτό, αυτές οι λίγες γραμμές δεν διαβάζονται απλώς ως ιστορική επιστολή αλλά ως ένα σπάνιο στιγμιότυπο όπου η προσωπική φωνή ενός ανώνυμου στρατιώτη συναντά, χωρίς να το επιδιώκει, την ιστορία, την παράδοση και την πίστη ενός ολόκληρου λαού. Ένα γράμμα που δεν πρόλαβε να διαβαστεί από εκείνη που το περίμενε αλλά πρόλαβε να μείνει για πάντα ανεξίτηλο στην ιστορία του έθνους μας.

Αιωνία η μνήμη των πεσόντων 🕯️

✍ Στυλ. Καβάζης

Σχετικά άρθρα

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Συνδεθείτε!

14,599FansLike
2,456FollowersFollow
6,980SubscribersSubscribe