Γράφει ο ευρωβουλευτής της ΝΙΚΗΣ, Νίκος Αναδιώτης
Δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη «Ελευθερία» της Λάρισας, 11 Οκτωβρίου 2026.
Μια εξέλιξη που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη στην Ελλάδα σημειώθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου στο Στρασβούργο. Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης υιοθέτησε το Ψήφισμα 2674 (2026) για την τήρηση των υποχρεώσεων της Ελλάδας ως κράτους-μέλους. Στην παράγραφο 10 προστέθηκε η φράση:
«Η Συνέλευση καλεί επίσης τις ελληνικές αρχές να επενδύσουν στη διατήρηση της βλαχικής κληρονομιάς στη Βόρεια Ελλάδα».[1]
Μεμονωμένη, η πρόταση θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς μια σύσταση πολιτιστικού χαρακτήρα. Το πρόβλημα βρίσκεται τόσο στο πλαίσιο στο οποίο τοποθετήθηκε όσο και στο παρασκήνιο της εισαγωγής της. Η παράγραφος 10 αφορά την προστασία εθνικών μειονοτήτων, τη Σύμβαση-Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων και τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Περιφερειακών ή Μειονοτικών Γλωσσών. Ακριβώς στο τέλος αυτής της παραγράφου προστέθηκε η αναφορά στους Βλάχους της Βόρειας Ελλάδας.[1] Και η προσθήκη δεν ήταν τυχαία.
Ο Ρουμάνος γερουσιαστής και πρώην υπουργός Εξωτερικών Titus Corlățean ανακοίνωσε δημόσια ότι ο ίδιος και ο βουλευτής Iulian Bulai κατέθεσαν σχετική τροπολογία στην Επιτροπή Παρακολούθησης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Κατά τον Corlățean, η πρόταση εγκρίθηκε ομόφωνα στην Επιτροπή και έτσι ενσωματώθηκε στο σχέδιο Ψηφίσματος.[2]
Ο ίδιος μάλιστα παρουσίασε το αποτέλεσμα ως επιτυχία, λέγοντας ότι για πρώτη φορά εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες Ρουμάνοι κοινοβουλευτικοί πέτυχαν να περιληφθεί σε επίσημο κείμενο της Συνέλευσης απαίτηση προς την Ελλάδα για τη βλαχική κληρονομιά. Ακόμη πιο σαφής ήταν ως προς το πολιτικό σκεπτικό. Υποστήριξε ότι για τη Ρουμανία υπάρχει «ειδική σχέση» με τις κοινότητες Αρωμάνων/Βλάχων των Βαλκανίων και έφθασε να τους χαρακτηρίσει μέρος της «μεγάλης ρουμανικής οικογένειας».[2]
Άρα δεν έχουμε απλώς μια ουδέτερη πρόταση περί διάσωσης πολιτιστικής κληρονομιάς. Τουλάχιστον ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές της πρωτοβουλίας εξηγεί δημόσια ότι αντιλαμβάνεται τους Βλάχους των Βαλκανίων μέσα σε ένα ευρύτερο ρουμανικό εθνικό πλαίσιο. Και δεν είναι ο μόνος.
Η Ρουμάνα γερουσιαστής Cristina Gabriella Dumitrescu, πρόεδρος της Επιτροπής για τους Ρουμάνους του Εξωτερικού στη Γερουσία της Ρουμανίας, είχε ήδη από τις 23 Ιουνίου θέσει απευθείας στο Συμβούλιο της Ευρώπης το θέμα των Αρωμάνων στην Ελλάδα. Ρώτησε πώς αξιολογείται η συμμόρφωση της Ελλάδας με τη Σύσταση 1333 του 1997 και ποια μέτρα έχει λάβει η ελληνική κυβέρνηση για πρόσβαση των Αρωμάνων σε εκπαίδευση, έντυπα, μέσα ενημέρωσης, θρησκευτικές ακολουθίες και πολιτιστικές δραστηριότητες.[3]
Τρεις μήνες αργότερα, στη συζήτηση για το ίδιο το Ψήφισμα 2674, ήταν ακόμη σαφέστερη. Ξεκίνησε την παρέμβασή της δηλώνοντας ότι θέλει να μιλήσει για το ζήτημα των «μειονοτικών δικαιωμάτων» και αμέσως μετά αναφέρθηκε στην επίμαχη διάταξη για τη βλαχική κληρονομιά στην Ελλάδα. Χαρακτήρισε τη διατύπωση «very welcome» και υποστήριξε ότι το Ψήφισμα δεν πρέπει να αποτελέσει το τέλος της συζήτησης αλλά την αρχή μιας συγκεκριμένης αξιολόγησης των μέτρων που θα πρέπει να λάβει η Ελλάδα για την αρωμανική γλώσσα και τον πολιτισμό.[4]
Η σύνδεση, επομένως, του θέματος των Ελλήνων Βλάχων με το πλαίσιο των μειονοτικών δικαιωμάτων δεν αποτελεί ελληνική εικασία. Έγινε ρητά μέσα στην αίθουσα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης από Ρουμάνα γερουσιαστή.
Υπήρξε προσπάθεια να αφαιρεθεί η επίμαχη πρόταση. Στις 28 Σεπτεμβρίου κατατέθηκε η Τροπολογία 1, η οποία ζητούσε τη διαγραφή της. Η αιτιολογία της είναι ιδιαίτερα σημαντική:
«Όλες οι αντιπροσωπευτικές βλαχικές οργανώσεις έχουν επιβεβαιώσει την ελληνική τους ταυτότητα και αντιτίθενται στην κατάταξή τους ως εθνικής μειονότητας».[5]
Οι υπογράφοντες επισήμαναν επίσης ότι η αναλυτική αιτιολογική έκθεση των δύο εισηγητριών για την Ελλάδα δεν περιείχε αναφορά στους Βλάχους.[5]
Η τροπολογία διαγραφής τελικά αποσύρθηκε στην Ολομέλεια και η επίμαχη φράση παρέμεινε στο τελικό Ψήφισμα.[6]
Η αντίδραση των ίδιων των Βλάχων της Ελλάδας ήταν άμεση. Στις 4 Οκτωβρίου η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων, με επιστολή προς τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, εξέφρασε «απορία και αγανάκτηση». Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Μιχάλης Μαγειρίας και ο γενικός γραμματέας Κωνσταντίνος Στούπας δηλώνουν χαρακτηριστικά: «Δεν χρειαζόμαστε τους Ρουμάνους βουλευτές να αυτοανακηρύσσονται πάτρωνες και προστάτες του Βλαχόφωνου Ελληνισμού»[7]. Αυτό είναι ίσως και το ουσιώδες σημείο της υπόθεσης.
Η διατήρηση της βλαχικής πολιτιστικής κληρονομιάς είναι ασφαλώς θεμιτή. Άλλο όμως η πολιτιστική κληρονομιά και άλλο η σταδιακή τοποθέτηση των Βλάχων της Ελλάδας μέσα σε ένα μειονοτικό και, στη ρουμανική πολιτική ρητορική, συγγενικό εθνικό πλαίσιο.
Όταν μάλιστα οι ίδιες οι αντιπροσωπευτικές οργανώσεις τους απορρίπτουν έναν τέτοιο χαρακτηρισμό, το ερώτημα είναι απλό: ποιον ακριβώς υποτίθεται ότι προστατεύουν οι αυτόκλητοι προστάτες, όταν εκείνοι που υποτίθεται ότι προστατεύονται δηλώνουν ότι δεν τους χρειάζονται;
Η Αθήνα οφείλει τουλάχιστον να παρακολουθεί πολύ προσεκτικά αυτές τις κινήσεις. Διότι η περίπτωση του Ψηφίσματος 2674 δείχνει ότι το θέμα δεν περιορίζεται πλέον σε δηλώσεις: Ρουμάνοι κοινοβουλευτικοί κατάφεραν να εισαγάγουν τη σχετική αναφορά σε επίσημο κείμενο ενός μεγάλου ευρωπαϊκού οργανισμού.
Πηγές
[1] Ψήφισμα 2674 (2026) – Συμβούλιο της Ευρώπης
[2] Δηλώσεις Titus Corlățean για τη ρουμανική πρωτοβουλία
[3] Παρέμβαση Cristina Gabriella Dumitrescu, 23 Ιουνίου 2026
[4] Παρέμβαση Cristina Gabriella Dumitrescu, 29 Σεπτεμβρίου 2026
[5] Τροπολογία 1 – αίτημα διαγραφής της αναφοράς στους Βλάχους
[6] Πρακτικά της συνεδρίασης και απόσυρση της Τροπολογίας 1
[7] Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων – επιστολή προς τον ΥΠΕΞ


