Λάθος «λύση», σε λάθος πρόβλημα, τη λάθος στιγμή


Αδιαλλαξία εν όψει μιας διαπραγμάτευσης, δείχνουν είτε αυτοί που νιώθουν υπερβολικά ισχυροί λόγω αλαζονείας, είτε αυτοί που νιώθουν απολύτως ανίσχυροι λόγω ανασφάλειας. Οι αλαζόνες δεν νιώθουν την ανάγκη να κάνουν την παραμικρή υποχώρηση. Και οι απελπισμένοι δεν έχουν το παραμικρό περιθώριο να κάνουν την ελάχιστη υποχώρηση.


Για να προκύψει διαπραγματευτική λύση μιας διαμάχης, συνήθως οι δύο πλευρές πρέπει να βρίσκονται σε μιαν «ενδιάμεση» κατάσταση: να μην νιώθουν υπερβολικά ισχυροί, αλλά ούτε και υπερβολικά ανασφαλείς.


Μόνο τότε έχουν κίνητρα να κάνουν υποχωρήσεις (αφού δεν νιώθουν υπερβολικά ισχυροί) κι έχουν, ταυτόχρονα, περιθώρια να κάνουν υποχωρήσεις (αφού δεν νιώθουν υπερβολικά ανίσχυροι).


Γιʼ αυτό και δεν είναι συνηθισμένο να προκύπτει μια μόνιμη λύση μέσα από διαπραγμάτευση. Είναι η εξαίρεση μάλλον, παρά ο κανόνας. Διότι πρέπει να βρίσκονται και οι δύο πλευρές σε αυτή την «ενδιάμεση κατάσταση». Αλλά αυτό συμβαίνει σπάνια.


Εδώ συχνά υπεισέρχεται και ο παράγοντας «χρόνος»: Καμιά φορά η μία πλευρά μπορεί να μη νιώθει αλαζονική, αλλά προσδοκά να κερδίσει αρκετά ακόμα, στο μέλλον. Συνεπώς δεν έχει κίνητρο να έλθει σε συμβιβασμό τώρα. Ενώ η άλλη πλευρά μπορεί να μη νιώθει απελπισμένη, αλλά φοβάται ότι αν έλθει σε συμβιβασμό, μπορεί να χάσει ακόμα περισσότερα, αργότερα. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ακόμα κι αν η διαφορά στην αίσθηση ισχύος των δεν πλευρών δεν έχει φτάσει στα άκρα (αλαζονείας κι απελπισίας), πάλι αρκούν διαφορετικές προσδοκίες για το μέλλον, για να ακυρώσουν μια διαπραγμάτευση.


Για να υπάρξει διαπραγματευτική λύση, είναι απαραίτητο αμφότερες οι πλευρές να βρίσκονται πολύ κοντά σε αίσθηση ισχύος. Κι ακόμα είναι απαραίτητο να έχουν πειστεί αμφότερες, ότι ο χρόνος κυλά υπέρ τους, αν τα βρουν – όχι αν αφήσουν σε εκκρεμότητα τη διαφορά τους.


Αυτό είναι μάλλον σπάνιο. Κι αυτός είναι ο λόγος που έχουμε πολλά διεθνή προβλήματα ανοικτά. Και σπάνια έχουμε διαπραγματευτικές λύσεις από τις οποίες προκύπτουν μόνιμες και σταθερές συμφωνίες.


Έτσι, η Τουρκία δείχνει σήμερα αδιαλλαξία έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, γιατί νιώθει ιδιαίτερα ισχυρή, δηλαδή από αλαζονεία. Ενώ τα Σκόπια δείχνουν αδιαλλαξία έναντι της Ελλάδος, για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: γιατί νιώθουν μεγάλη ανασφάλεια.


Η ανασφάλεια των Σκοπίων


Τα Σκόπια γνώριζαν εξ αρχής ότι ήταν ένα πολυεθνικό κράτος, που προσπαθεί να υπάρξει ως «εθνικό κράτος-Μακεδόνων». Ο ψευτομακεδονισμός του ήταν η μόνη συγκολλητική ουσία ενός συνονθυλεύματος, αποτελούμενου από σλαβικούς πληθυσμούς που δηλώνουν «Μακεδόνες» και νιώθουν Βούλγαροι, από άλλους σλαβικούς πληθυσμούς που δηλώνουν «Μακεδόνες», αλλά νιώθουν ξεχωριστή εθνότητα (μη Βούλγαροι και μη Έλληνες) κι από Αλβανόφωνους που αντιμετωπίζουν τη «Μακεδονική ταυτότητα» ως σκέτο γεωγραφικό προσδιορισμό και νιώθουν Αλβανοί


Το Μακεδονικό ιδεολόγημα, μπορούσε να λειτουργήσει συγκολλητικά στο μέλλον, μόνο αν προσλάμβανε χαρακτηριστικά αλυτρωτισμού: δηλαδή αν διακήρυσσε την ύπαρξη «υπόδουλων Μακεδόνων» εκτός συνόρων και προσέβλεπε την «απελευθέρωσή» τους. Για να υπάρξει ως «ενιαίο έθνος Μακεδόνων» ένα συνονθύλευμα πληθυσμών – που δεν ήταν ούτε «ενιαίο» ούτε «έθνος Μακεδόνων» – θα ʼπρεπε να προσλάβει χαρακτηριστικά του πιο επιθετικού αλυτρωτισμού σε βάρος των γειτόνων του. Κι αυτό έκανε το νεοπαγές κράτος, ήδη από το Προοίμιο του Συντάγματός του.


Αμφισβητώντας η Ελλάδα το όνομα των Σκοπίων, αμφισβητούσε ολόκληρο το Μακεδονικό ιδεολόγημα. Και αποκρούοντας τον αλυτρωτισμό των Σκοπίων, ακύρωνε τη μόνη συγκολλητική ουσία του κράτους: τη μακεδονική ταυτότητα.


Τα Σκόπια ήταν αδύνατο να διαπραγματευθούν – πολύ περισσότερο να απεμπολήσουν – τη μόνη συγκολλητική ουσία τους. Γιʼ αυτό και ουδέποτε δέχθηκαν οποιαδήποτε αλλαγή στο όνομά τους. Υπάρχει, βέβαια, η φιλολογία για το λεγόμενο «Πακέτο Πινέϊρο» που προτάθηκε, στην Ελλάδα το Μάρτιο του 1992 και απορρίφθηκε από την τότε Ελληνική Κυβέρνηση (Μητσοτάκη) κι από το Β? Συμβούλιο Αρχηγών. Η πρόταση εκείνη ήταν «Νέα Μακεδονία», αποτελούσε προσωπική εισήγηση του κ. Κουτιλιέϊρο, βοηθού του κ. Πινέϊρο, και πριν απορριφθεί από την Ελλάδα είχε ήδη απορριφθεί από τα Σκόπια. Αυτό το ομολογεί ο ίδιος ο κ. Κουτιλιέϊρο. Το επιβεβαιώνει ο κ. Πινέϊρο. Το επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο Κ. Γκλιγκόροφ, στο βιβλίο του που εκδόθηκε πρόσφατα, όπου επισημαίνει ότι την πρόταση εκείνη Πινέϊρο-Κουτιλιέϊρο ούτε που την είχαν συζητήσει καν!


Σκεφτείτε: Εκείνοι δεν το συζήτησαν ποτέ. Εμείς ακόμα κουβεντιάζουμε μιαν ανύπαρκτη «χαμένη ευκαιρία».


Μετά το 2001 η ηγεσία των Σκοπίων νιώθει ακόμα πιο ανασφαλής. Γιατί οι Αλβανόφωνοι της FYROM ξεσηκώθηκαν, έφτασαν ως τα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου και η γενική αιματοχυσία αποφεύχθηκε με τη Συμφωνία του Οχρίδας. Η Συμφωνία εκείνη προβλέπει ότι οι Αλβανοί γίνονται πλέον «συστατική εθνότητα» της FYROM.


Από τη στιγμή που η FYROM αποτελείται από δύο συστατικές εθνότητες τους Αλβανούς και τους λεγόμενους «Μακεδόνες» – παύει να είναι πλέον ενιαίο εθνικό κράτος «Μακεδόνων». Ο ψευτομακεδονισμός, ως συγκολλητική ουσία του κράτους, υπέστη αποφασιστικό πλήγμα και μάλιστα στο εσωτερικό του.


Μετεξέλιξη η διάσπαση


Το βασικό πρόβλημα, πλέον, αφορά όχι το όνομα, αλλά την ίδια την υπόσταση της FYROM. Κι είναι πρόβλημα για τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής:


– Είτε η FYROM θα μετεξελιχθεί σε Ομοσπονδία καντονίων, διαφορετικής και διαχωρισμένης εθνολογικής σύστασης – κατεύθυνση που προεξοφλεί η Συμφωνία της Οχρίδας.


– Είτε θα διαμελιστεί, με την Αλβανική περιοχή του Τετόβου να αποσχίζεται από τη FYROM και να ενώνεται με το Κόσσοβο (ή απευθείας με την Αλβανία). Η επερχόμενη ανεξαρτησία του Κοσσόβου, οδηγεί προς αυτή τη δεύτερη λύση.


Εν όψει αυτών των εξελίξεων, η κυβέρνηση των Σκοπίων νιώθει απόλυτα ανίσχυρη.


Η ύπαρξή της απειλείται από την επικείμενη ανεξαρτησία του Κοσσόβου.


Η μετεξέλιξή της προεξοφλείται από την Συμφωνία της Οχρίδας.


Η Κυβέρνηση των Σκοπίων δεν είναι σε θέση να επιτρέψει ούτε τον διαμελισμό της χώρας ούτε την μετεξέλιξη του κράτους σε Ομοσπονδία (που μπορεί να ανοίξει το δρόμο για ειρηνική απόσχιση των Αλβανών αργότερα).


Η εκκρεμότητα της ονομασίας με την Ελλάδα απλώς επιτείνει τα αδιέξοδα των Σκοπίων. Αν απεμπολήσουν το «συνταγματικό τους όνομα», απλώς επιδεινώνουν την ήδη επισφαλή – θέση τους.


Η πραγματική διαπραγμάτευση που «καίει» τα Σκόπια είναι με τους Αλβανούς του Τετόβου που επιδιώκουν απόσχιση, και με τους Δυτικούς που πιέζουν για ειρηνική μετεξέλιξη των Σκοπίων σε Ομοσπονδία, κατʼ εφαρμογή της Συμφωνίας της Οχρίδας, για να αποτραπεί η απόσχιση του Τετόβου.


Μέχρι να λυθεί αυτό το πρόβλημα τα Σκόπια δεν διαπραγματεύονται τίποτε.. Όταν θα ξεσπάσει η κρίση του Τετόβου, τα Σκόπια θα διαπραγματεύονται τα πάντα.


Συνεπώς, μέχρι να φτάσουμε στο σημείο εκείνο, κάθε διαπραγμάτευση με την Ελλάδα είναι μάταιη. Και κάθε υποχώρηση της Ελλάδας, περιττή και επιζήμια. Όταν θα τεθεί το πρόβλημα μετεξέλιξης ή διαμελισμού των Σκοπίων, τότε η κυβέρνησή τους θα είναι έτοιμη να διαπραγματευθεί τα πάντα. Πολύ περισσότερα από μια «σύνθετη ονομασία».


Όποιος ενδιαφέρεται σοβαρά για διαπραγματευτική λύση, αναζητά και την κατάλληλη στιγμή, το περιβόητο timing. Η κατάλληλη στιγμή είναι όταν τα Σκόπια τεθούν έμπρακτα μπροστά το δίλημμα: Ομοσπονδιακή μετεξέλιξη ή διαμελισμός.


Τότε θα αναγκαστούν να αλλάξουν το Σύνταγμά τους, για να γίνουν Ομοσπονδία και να αποφύγουν το διαμελισμό. Και τότε θα τεθεί ζήτημα αλλαγής και του Προοιμίου του Συντάγματός τους και της «συνταγματικής τους ονομασίας». Πολύ περισσότερο που στο νέο (Ομοσπονδιακό) Σύνταγμα και στο νέο όνομα θα έχουν λόγο και οι Αλβανοί του Τετοβου, για τους οποίους ο ψευτομακεδονικό ιδεολόγημα δεν λέει τίποτε.


Συμπεράσματα


* Μπορεί στο θέμα της ονομασίας ο χρόνος να κυλά υπέρ των Σκοπίων, αλλά στο μείζον θέμα της ύπαρξής τους, ο χρόνος κυλά σε βάρος τους.


* Το βασικό που τους ενδιαφέρει είναι η ύπαρξή τους, όχι το όνομά τους.


* Το δίλημμα που τους τίθεται είναι αν θα διαμελιστούν ή θα μετεξελιχθούν σε Ομοσπονδία για να αποφύγουν το διαμελισμό.


* Μέχρι να τεθεί αυτό το δίλημμα από τα πράγματα (με την ανεξαρτησία του Κοσσόβου), τα Σκόπια δεν είναι διατεθειμένα να διαπραγματευθούν το παραμικρό. Όταν θα τεθεί από τα πράγματα αυτό το δίλημμα, τα Σκόπια θα είναι υποχρεωμένα να διαπραγματευθούν τα πάντα.


* Η κατάλληλη στιγμή για διαπραγμάτευση δεν είναι τώρα, αλλά τότε. Διότι τότε η Ελλάδα θα μπορεί να αποσπάσει πολλά, ενώ σήμερα δεν μπορεί να αποσπάσει τίποτε. Κι αν θέλουμε να δείξουμε «ευελιξία», η κατάλληλη στιγμή θα είναι τότε, όχι τώρα.


Το πρόβλημα που μπορούν να καταλάβουν όλοι οι άλλοι, αφορά τη διεθνή σταθερότητα: Ότι έχουμε δίπλα μας μια χώρα που για να παραμείνει ενωμένη η ίδια είναι υποχρεωμένη να κανοναρχεί ένα επιθετικό εθνικισμό, είναι αναγκασμένη να προσχωρεί σε ένα απροκάλυπτο αλυτρωτισμό. Κι ο εθνικισμός είναι επικίνδυνος, ανεξαρτήτως μεγέθους εκείνου που τον διακηρύσσει, διότι είναι «μεταδοτικός». Όπως κι ο αλυτρωτισμός είναι επικίνδυνος, διότι λειτουργεί αποσταθεροποιητικά.


* Το όνομα της Μακεδονίας είναι παράγωγο αυτού του γενικότερου προβλήματος. Δεν μπορούμε να το δεχθούμε, διότι απλούστατα δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε ένα αλυτρωτισμό που στρέφεται εναντίον μας. Κι ακόμα δεν μπορούμε να απεμπολήσουμε το δικό μας δικαίωμα στην εθνική μας κληρονομιά. Διότι αν το κάνουμε σήμερα, αύριο δεν θα μπορεί η Ελληνική Μακεδονία να χρησιμοποιεί τον όρο αυτό για να αυτό-προσδιοριστεί.


* Το πρόβλημα του ονόματος θα λυθεί μόνο όταν μετεξελιχθεί η ίδια η FYROM σε Ομοσπονδία για να μη διαμελιστεί, ή αρνηθεί να μετεξελιχθεί και αναπόφευκτα διαμελιστεί. Ως τότε καμία λύση δεν είναι εφικτή. Κι αν επιχειρηθεί, θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα, δεν θα λύσει κανένα από τα ήδη υπάρχοντα.


Δεν χρειάζεται να αγωνιούμε, λοιπόν, για το πώς θα ονομάζεται αύριο, ένα κράτος που δεν ξέρει το ίδιο αν και πώς θα υπάρχει.


Δεν χρειάζεται να βιαζόμαστε «να κλείσουμε, όπως-όπως», ένα πρόβλημα που ήδη το λύνει η ζωή με τη διάλυση ή τη μετεξέλιξη των Σκοπίων σε Ομοσπονδία.


Και δεν χρειάζεται να κάνουμε αβάστακτες υποχωρήσεις σήμερα, όταν η άλλη πλευρά δεν μπορεί να διαπραγματευθεί τίποτε, ενώ αύριο θα αναγκαστεί να διαπραγματευθεί τα πάντα.

.

(538) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *