Η γυναικεία παρουσία στη βυζαντινή κοινωνία

Γοητευτικές και κακομούτσουνες, ενάρετες και διεφθαρμένες, πειθαρχημένες και γεμάτες αναίδεια, οι γυναίκες περνούν μέσα από τη Βυζαντινή Ιστορία, άλλοτε κηλιδωμένες με αίμα και λάσπη, άλλοτε στεφανωμένες με όλες τις αρετές: αιώνια γοητευτικές, που η χάρη τους, ξεφεύγοντας από τη φθορά των αιώνων, συνεχίζει να συγκινεί τις καρδιές και τις φαντασίες.

Στην ευσύνοπτη αυτή αναφορά, θα αναφερθούμε κυρίως σ’ εκείνες τις γυναίκες που δεν είναι γεννημένες μέσα στην πορφύρα, που κατοικούν έξω απ’ τα αυτοκρατορικά παλάτια, για να διαπιστώσουμε σε τι μοιάζουν και σε τι διαφέρουν η αξιοσέβαστη σύζυγος ενός διοικητικού αξιωματούχου και η κοπέλα που εκπορνεύεται υπό τη σκέπη του τοίχου του ιπποδρόμου, ποια είναι η συμπεριφορά τους απέναντι στο διπλό και πρωταρχικό πρόβλημα, που ορθώνεται μπροστά στη γυναίκα του Βυζαντίου: το δίλημμα ανάμεσα στο γάμο και στον έρωτα

.

Σ’ όλη την κοινωνική κλίμακα του Βυζαντίου η σύζυγος είναι πριν απ’ όλα η κυρία του σπιτιού και ύστερα, αν παραμένει ακόμη έστω και λίγο ωραία και νέα, είναι η ερωμένη. Το να είσαι νοικοκυρά σ’ ένα σπίτι μέσου μεγέθους στο Βυζάντιο δεν είναι εύκολο πράγμα, όπως μας το παρουσιάζει ο σύζυγός της ποιητής, Θεόδωρος Πτωχοπρόδρομος. Στην περίπτωσή της πρόκειται για μια γυναίκα τριάντα πέντε ετών, η οποία χάρισε στο σύζυγό της τέσσερα παιδιά. Το σπίτι της, το οποίο βρίσκεται σε μια λαϊκή συνοικία, μακριά από το κέντρο της πόλης, είναι ιδιοκτησία της. Προερχόμενη από εύπορη οικογένεια, παντρεύτηκε στην ηλικία των εικοσιτεσσάρων ετών, ύστερα από το θάνατο του πατέρα της σε μια κακιά ώρα, ένα ποιητή ράθυμο και φτωχό, ο οποίος, τα μόνα πράγματα που κουβάλησε στη συζυγική κοινότητα, ήταν το άλογό του και μια χαλασμένη φουφού. Η συμβίωση, όμως, «πάει καλά»! Ο σύζυγος δεν ασχολείται με καμιά δουλειά, γράφει στίχους ή αγορεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ στην ταβέρνα. Όταν επιστρέφει τρεκλίζοντας στο σπίτι, δοκιμάζει συχνά τη δυσάρεστη αίσθηση να τον αρπάζει ένας υπηρέτης και να τον πετάει έξω στο δρόμο. Ύστερα το παράθυρο ανοίγει και το εκδικητικό χέρι της συζύγου ρίχνει στο πεζοδρόμιο τους στίχους του και τα χαρτιά του. Δεν τον αντέχει πια. Ακούστε την πως του τα ψέλνει: «Φροντίζω το σπίτι και κάνω όλες τις δουλειές… Φροντίζω τα παιδιά καλύτερα κι από την καλύτερη παραμάνα… Υφαίνω μόνη μου τη ρόμπα που φορώ… Φτιάχνω τα πουκάμισα και τα παντελόνια». Στη συνέχεια ο τόνος της φωνής της ανεβαίνει: «Ποτέ δεν είδα φούστα, ποτέ δεν είδα από τα χέρια σου πασχαλιάτικο δώρο. Άντεξα έντεκα χρόνια φτώχειας και κακοπέρασης».

Η αποκρυστάλλωση της πυρηνικής οικογένειας που είχε ολοκληρωθεί ήδη τον 9ο αιώνα, άλλαξε ριζικά τον κοινωνικό ρόλο των γυναικών. Την περίοδο της Εικονομαχίας οι γυναίκες συμμετείχαν ακόμη ενεργά στα κοινά, εμπλέκονταν μάλιστα ενεργά στη διαμάχη για τη λατρεία των εικόνων. Δεν είναι τυχαίο ότι η αποκατάσταση των εικόνων προωθήθηκε από δύο γυναίκες, τις αυτοκράτειρες Ειρήνη και Θεοδώρα. Στον Βίο του Αντωνίου του Νέου υπάρχει μια πολύτιμη λεπτομέρεια, που δείχνει ότι η δραστηριότητα των γυναικών δεν περιοριζόταν στις θρησκευτικές διαμάχες: όταν ο αραβικός στόλος, γύρω στο 825, επιτέθηκε στην Αττάλεια, ο κυβερνήτης της πόλης συγκέντρωσε στα τείχη όχι μόνο άνδρες αλλά και νεαρές γυναίκες ντυμένες με ανδρικά ρούχα. Ωστόσο, οι κοινωνικές εξελίξεις τον 10ο αιώνα οδήγησαν στον περιορισμό των γυναικών στα στενά όρια της οικογένειας. Η αλλαγή στην αγιολογική παράσταση της γυναίκας εκφράζει αυτές τις κοινωνικές μεταβολές. Όπως έχει επισημάνει η Ε. Patlagean, ο τύπος της αγίας που, για να εξασφαλίσει τη σωτηρία της φορούσε ανδρικά ρούχα και παραβίαζε τους κανόνες της γυναικείας συμπεριφοράς, εξαφανίστηκε τον 9ο αιώνα. Αυτή η εκδοχή της αγιότητας αντικαταστάθηκε από την εικόνα της ιδανικής συζύγου, η οποία, όπως η Μαρία η νέα ή η Θωμαΐς της Λέσβου, ανεχόταν με ευσέβεια και υπομονή τη σκληρότητα, τη ζήλια ή την αδιαφορία ενός ανάξιου συζύγου.

Η γυναικεία,  ιερή μορφή που ενσαρκώνει και συμπυκνώνει τις θετικές και επαινετές ιδιότητες, της, κατά τα άλλα, αδύναμης και ατελούς γυναικείας φύσης, είναι, για το σύνολο της βυζαντινής κοινωνίας, η Παναγία. Αυτή, με την τελειότητα, παρθενικότητα, τρυφερότητα και φιλανθρωπία της, αποτελεί την άλλη, θετική όψη του νομίσματος: είναι το αντίβαρο της Εύας που με την ευπιστία της έβλαψε την ανθρωπότητα. Εύα λοιπόν και Παναγία συναποτελούν για το βυζαντινό ιδεολογικό σύμπαν το γυναικείο αίν
ιγμα

Η Παναγία, εξ αιτίας της συσχετίσεώς της με πολεμικά γεγονότα κατά τη βυζαντινή περίοδο, έλαβε και την χαρακτηριστική προσωνυμία «Παναγία της Νίκης» ή «Νικοποιός».

Από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια, η Θεοτόκος αναδεικνύεται η Προστάτιδα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ήδη επί των Αυτοκρατόρων Μαυρικίου, Φωκά, Ηρακλείου, η Θεοτόκος εικονιζόταν σε σφραγίδες και νομίσματα του Κράτους, στη θέση της Θεάς Νίκης. Και όπως η Νίκη κρατούσε ασπίδα, έτσι περίπου και η Παναγία, σε ασπιδοειδή δίσκο έφερε τον Χριστό, που ήταν και ο κατ’ εξοχήν χορηγός της νίκης. Αργότερα η Θεοτόκος έλαβε την επίσημη ονομασία της «Νικοποιός», όπως μαρτυρείται από νομίσματα του Μιχαήλ Δούκα (1071-1078), του Νικηφόρου Βοτανιάτη (1078-1081), κ.ά. Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι αυτοκράτορες θεωρούσαν τιμή τους να εικονίζονται σε νομίσματα με τη Θεοτόκο: π.χ. ο Ιωάννης Τσιμισκής, ο οποίος εικονίζεται να τον στεφανώνει με το αυτοκρατορικό διάδημα η Θεοτόκος, έχοντας την επιγραφή: «Θεοτόκε βοήθει Ιωάννη τω Δεσπότη».

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, ότι η Κωνσταντινούπολη, ήταν αφιερωμένη στην Παναγία. Αυτό αποδεικνύεται από το πλήθος των Ναών, των Μονών και των Προσκυνημάτων που υπήρχαν εκεί προς τιμήν της. Το ίδιο ομολογούν και οι πολλές θαυματουργές εικόνες της Παναγίας που εφυλάσσοντο στην Πόλη. Στην Κωνσταντινούπολη είχε γίνει, λοιπόν, συνείδηση όλων, ότι η Παναγία ήταν η μεγάλη Προστάτιδά τους. Θεωρούσαν μεγάλη ευλογία το ότι φυλάσσονταν στη Βασιλεύουσα, μεταφερμένα από τα Ιεροσόλυμα, το Μαφόριο (η Σκέπη) και η Ζώνη της Θεοτόκου. Έτσι στις δύσκολες στιγμές των πολέμων κατέφευγαν στη βοήθεια και Σκέπη της Παναγίας. Η ιδιαίτερη ευλάβεια του βυζαντινού στρατού στην Παναγία αποδεικνύεται περίτρανα και από την ύπαρξη της εικόνας της «Παναγίας Νικοποιού», που σώζεται στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας, μεταφερμένη εκεί απ’ τους σταυροφόρους της 4ης Σταυροφορίας. Η παλαιά αυτή εικόνα την οποία οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν «Στρατηγό των Λεγεώνων», «Ακατανίκητη» και «Αήττητη», θεωρούνταν προστάτιδα του βυζαντινού στρατού και οι απεικονίσεις της χρησιμοποιούνταν ως λάβαρο στους πολέμους. Η αυθεντική αυτή εικόνα φυλασσόταν σε παρεκκλήσιο που έφερε το όνομά της στο Μέγα Παλάτιον. Ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, αποδίδοντας με ποιητικό και συγκινητικό τρόπο αυτή την υπέρμετρη λατρεία στο πρόσωπο της Παναγίας εκ μέρους του βυζαντινού στρατού, βάζει στα χείλη του πολεμιστή αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου τα εξής υπέροχα λόγια:

«Μαρία Κυρά Αθηνιώτισσα, πιο γαλανή, πιο ωραία,
στον πιο ωραίο, πιο γαληνό μέσα στους θρόνους θρόνο,
νικήτρια εσύ της Αθηνάς και σκέπη της Αθήνας.
Στον πόλεμο οδηγήτρα Εσύ μεσίτρα στην ειρήνη,
Υπέρμαχη Στρατήγισσα, σ’ Εσέ τα νικητήρια!»

Καθ’ όλη τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων η γυναικεία δράση και παρουσία σε εκκλησία και κοινωνία υπήρξε συνεχής. Βέβαια, κατά εποχές, το μοναχικό και ακραιφνές συντηρητικό πνεύμα την περιόριζε, αλλά αυτή έβρισκε πάντα γόνιμο έδαφος για καρποφορία, συμβολή στις εξελίξεις και πρωτοβουλίες παντοειδείς. Τα βυζαντινά γυναικεία μοναστήρια ιδιαίτερα διακρίθηκαν για την εξάσκηση έργων φιλανθρωπίας και κοινωνικής πρόνοιας. Περιέθαλπαν φτωχές γυναίκες, παρείχαν σε άπορες γνώσεις και απασχόληση στην υφαντική και πλεκτική τέχνη, ώστε με τα είδη που κατασκευάζονταν να ντύνονται τα ορφανά των πτωχοκομείων και ορφανοτροφείων, τα οποία βρίσκονταν συνήθως κοντά σε μοναστήρια. Μάλιστα σε πολλά απ’ αυτά υπήρχε εργοδότρια αδελφή. Πολλές απ’ τις γυναίκες μοναχές είχαν ιατρικές και φαρμακευτικές γνώσεις και περιέθαλπαν ασθενείς γυναίκες. Εξάλλου, στα ορφανοτροφεία οι μικρές τρόφιμες εκπαιδεύονταν συνήθως από γυναίκες μοναχές. Οι αδελφές επέβλεπαν τα μικρά κορίτσια στην εκμάθηση της υφαντικής, της κεντητικής, της μουσικής κι άλλων χρήσιμων πρακτικά τεχνών. Στα μοναστήρια υπήρχαν δύο κιβώτια, ο σκοπός των οποίων φαίνεται απ’ τις επιγραφές τους: στο ένα αναγράφεται η φράση «εις αιχμαλώτων ανάρρυσιν» και στο άλλο «εις πενήτων διατροφήν». Με τα χρήματα που συλλέγονταν σ’ αυτά περιθάλπονταν οι πάσχοντες και εξαγοράζονταν οι αιχμάλωτοι από τους πειρατές που λυμαίνονταν τις θάλασσες της Μεσογείου και απ’ τους βαρβάρους που διενεργούσαν επιδρομές. Μοναχές «λουτράρισσες» πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους, σαπουνίζοντας και σφουγγίζοντας με τα «σπαρτία» (τζίβες) τις απελευθερωμένες αιχμάλωτες και οδηγώντας τες σε αναπαυτικές κλίνες.

Οπωσδήποτε, η γυναικεία παρουσία στη βυζαντινή κοινωνία συνέβαλε στη διαμόρφωσή της σε μια ε
ποχή κατά την οποία το γυναικείο ιδεώδες συνδέεται στενά με τη φιλανθρωπία και την κοινωνική πρόνοια, σε αντίθεση με το ανδρικό ιδεώδες που σχετίζεται με πολέμους και βιαιότητες.

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.)
Υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ.  Τρικάλων
E-mail: ailiadi@sch.gr.

(1681) αναγνώσεις

15 comments

  1. Κάθε πληροφορία για την περίοδο αυτή της ιστορίας μας, που κάποιοι θέλουν να την παρουσιάσουν ως “μαύρη τρύπα” είναι καλοδεχούμενη. Μια παρατήρηση μόνο. Η γυναικεία φύση ούτε αδύναμη είναι ούτε ατελής.

  2. σόρρυ φίλτατε αλλά η φράση:

    “Την περίοδο της Εικονομαχίας οι γυναίκες συμμετείχαν ακόμη ενεργά στα κοινά, εμπλέκονταν μάλιστα ενεργά στη διαμάχη για τη λατρεία των εικόνων.”

    δεν αποτελεί για εμένα “πληροφορία” και ειδικά πληροφορία ή οποία είναι σε θέση να ρίξει φως στην μαύρη τρύπα της βυζαντινής περιόδου, αλλά ένας ατεκμηρίωτος ισχυρισμός, διατυπωμένος με το ίδιο ύφος με το οποίο γράφονται γενικότερα ελληνικά βιβλία – δοκίμια.

  3. Αν γνωρίζετε κάτι διαφορετικό μπορείτε να το παραθέσετε για να το μάθουν και οι υπόλοιποι.

  4. Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω κάτι διαφορετικό.
    Καταλαβαίνετε τώρα γιατί η βυζαντινή περίοδο, δεν παρουσιάζετε μόνο, αλλά είναι μια “μαύρη τρύπα”?

  5. Για περισσότερες λεπτομέρειες που ενδεχομένως καλύπτουν τις “απορίες” και τις “ενστάσεις” σας, σας παραπέμπω στο εκτενέστερο για το θέμα άρθρο μου:Η Θέση της γυναίκας στο Βυζάντιο -στη Βυζαντινή κοινωνία:
    http://www.matia.gr/7/78/7806/7806_1_01.html

  6. Επειδή αυτές οι λεπτομέρειες δεν ήτανε στην διάθεσή μου από την αρχή, αλλά μόνο το άρθρο, θα ήτανε πιο σωστό να αποφεύγετε να γράφετε τα απορίες και ενστάσεις σε εισαγωγικά.
    Θα διαβάσω τις “λεπτομέρειες” και θα επανέλθω αν χρειαστεί.

  7. Το να ακολουθείτε κατά πόδας τις “μεθόδους” μου που κατακρίνετε, φανερώνει έλλειψη εμπιστοσύνης στις δικές σας. Έτσι κι αλλιώς, προσωπικά, θεωρώ πως οι “απορίες” και οι “ενστάσεις” σας δεν συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τις θέσεις και τις πληροφορίες του άρθρου μου. Μάλλον αντανακλούν τις ευρύτατα διαδεδομένες αγκυλώσεις των Νεοελλήνων για το πολυκύμαντο Βυζαντινό τους παρελθόν.

  8. Αυτές οι “διαδεδομένες” αγκυλώσεις των Νεοελλήνων για το, δήθεν, πολυκύμαντο Βυζαντινό τους “παρελθόν” είναι βέβαια και άμεση συνάρτηση της δυνατότητας η οποία (δεν) υπάρχει να δοθούνε πληροφορίες (και όχι θέσεις ή απόψεις) από τις τάξεις των Ελλήνων ιστορικών. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι οι πλέον διακεκριμένοι βυζαντινολόγοι προέρχονται από την Δύση και μετά τους κατηγορούμε ότι μας “επέβαλλαν” τον όρο Βυζάντιο. Τα χάλια μας!

  9. imago, το ότι τον όρο (μας) τον επέβαλλαν Δυτικοί είναι αναμφισβήτητο. Η πρώτη χρήση του όρου έγινε από τον Γερμανό Ιερώνυμο Βολφ το 1562, 100 χρόνια μετά την Άλωση. Ο Γιανναράς έχει δώσει μία εύστοχη παρομοίωση: είναι σαν να ονομάζουμε τους σύγχρονους Έλληνες “Πλακιώτες”, από το αρχαίο όνομα του οικισμού πάνω στο οποίο χτίστηκε οι πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους. Η ομοιότητα έγκειται στο ότι Βυζάντιο ονομαζόταν απλώς η αποικία των Μεγαρέων (επί Βύζαντα) εκεί αρκετούς αιώνες πριν χτιστεί η μετέπειτα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας – καλύτερα, πριν μεταφερθεί εκεί η πρωτεύουσα.

    Από την άλλη βέβαια, το ποιος επέβαλλε ή όχι τον όρο δεν έχει να κάνει με τη γενικευμένη άγνοια για την εποχή εκείνη.

    Διαφωνώ όμως με την εκτίμησή σου ότι η Βυζαντινή (λεγόμενη) περίοδος δεν “παρουσιάζεται αλλά είναι” μαύρη τρύπα. Καμία περίοδος δεν “είναι” μαύρη τρύπα, περισσότερο από όσο ο καθένας από μας ενδιαφέρεται να ασχοληθεί μ’ αυτήν.

    Εν προκειμένω, το κείμενο της κας. Ηλιάδη (ειδικά το εκτενέστερο, το οποίο ευχαρίστως να αναδημοσιευόταν αυτούσιο και εδώ), καλύπτει ή φωτίζει έστω ένα ελάχιστο μέρος μίας ελάχιστης πτυχής αυτής της «μαύρης τρύπας». Πλαισιώνεται μάλιστα και από παραπομπές. Θα περίμενα λοιπόν να γινόταν δεκτή η μελέτη της με ευχαριστίες.

    Ανδρέας.

  10. το γεγονός ότι κάποιος Γερμανός ιστορικός χρησιμοποίησε κάποτε έναν όρο τον οποίο ο ίδιος για διάφορους λόγους εφεύρεσε δεν αποδεικνύει ότι μας τον επέβαλλε κιόλας. Η χρήση του όρου στην Ελλάδα και ειδικά από ιστορικούς, έχει να κάμει μάλλον με το γεγονός, ότι όπως και για την Αρχαία περίοδο έτσι και για τον Μεσαίωνα και ειδικά για το Βυζάντιο, οι όποιες προσπάθειες ιστορικής έρευνας ξεκινούν και αρχίζουνε στην Δύση.
    Να πούμε λοιπόν ότι μαζί με τις εργασίες των δυτικών, υιοθετήσαμε και τους όρους των να συμφωνήσω, αλλά να μιλάμε υποκριτικά για “επιβολή” του όρου το θεωρώ τουλάχιστο άστοχο.

    Υ.Γ. για την όποια μελέτη της κας Ηλιάδου, δεν μπορώ να πώ τίποτε γιατί δεν έχω υπόψην μου λεπτομέρειες. Το σχόλιό μου δεν απευθυνόταν στο γενικότερο συγγραφικό της έργο, αλλά στην πεποίθηση του χρήστη Γιώργος Ζήσης, ότι αντλεί από το παρόν κείμενο πληροφορίες. Εγώ λοιπόν εξακολουθώ να έχω την άποψη, ότι στο άρθρο της κας. Ηλιάδου, το οποίο σχολιάζουμε, δεν παρέχονται πληροφορίες, αλλά απόψεις και θέσεις, τις οποίες φίλτατε, όπως καταλαβαίνεις, δεν συνηθίζω να δέχομαι, όχι μόνο με ευχαριστίες (!), αλλά και γενικά, άκριτα.

  11. Δεν είπα να τις δεχθείς άκριτα βέβαια, αλλά ως ένα βήμα για περαιτέρω ενασχόληση. Ειδικά από το εκτενέστερο κείμενο.

  12. Φίλε imago, άλλο πράγμα είναι η “πληροφορία” και άλλο η “γνώση”. Παρεπιπτόντως, η παρατήρηση που έκανα στο πρώτο σχόλιο αυτού του θέματος δεν έχει να κάνει με την ιστορία.

  13. Φίλτατε imago προς τι η τόση άδικη αποστροφή στην βυζαντινή ιστορία; Επειδή δηλαδή δεν χαίρει της ίδιας εκτίμησης από τους δυτικούς όσο η Αρχαία Ελληνική πρέπει εμείς οι Νεοέλληνες να τους ακολουθούμε;; Αντιλαμβάνομαι τελευταία το πόσο εξιτάρει τους Νεοέλληνες ο μηδενισμός και πόσο εύκολη η αντιπαλότητα (στην φαντασία τους) στην ορθόδοξη εκκλησία με την αποστροφή της βυζαντινής ιστορίας…. Αλλά ειλικρινά η επιμονή στην άποψη της “μαύρης τρύπας” δεν σε τιμά… Τι νιώθεις λιγότερα σημαντικός στον αυτοπροσδιορισμό σου υπερεκτιμώντας του Αρχαίους παρά τους Ρωμηούς;;;
    Δικαιολογούνται οι Δυτικοί να τα λένε αυτά για να καλύψουν το μύθο του Western Civilazition.. κατά τον οποίον οι δυτικοί φαντάζονται να είναι οι πραγματικοί πνευματικοί απόγονοι των ελληνορωμαίων και τα συναφή (μην νομίζει κανένας ότι οι δυτικοί βλέπουν στους Νεοέλληνες τους επιγόνους του Μεγαλέξανδρου, ανίκανους απατεώνες μας θεωρούν.. ειδικά με τα τελευταία…), απαξιώνοντας έτσι οι δυτικοί κάτι ανατολίτες… όπως τους “Βυζαντινούς” και τους Άραβες ή ακόμα και την ίδια τους την γερμανική και κελτική παράδοση… (να μην αναφερθούμε και στην ιουδαϊκή).. Εμείς γιατί πρέπει να συμπορευόμαστε…;;
    Έγιναν όντως δραματικές αλλαγές στον ελληνικό χώρο επί “Βυζάντιου”, αλλαγές που ξεκίνησαν από την απομύζηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους και συνεχίστηκαν από την χριστιανική εξουσία… Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι οι άνθρωποι τότε ήταν χαζοί ή ανίκανοι να παράγουν έργο και να έχουν αξιοθαύμαστες προτάσεις ζωής και πολιτισμού… Δεν ξεχνάμε ότι και ο Γαλιλαίος αναφέρει τον Ιωάννη τον Φιλόπονο (6ο μ.Χ) στα έργα του, ενώ αναμένω πότε θα πέσει ο μύθος του της Summa του Pacioli (1494 μ.Χ.) ως της “πρώτης Μαθηματικής Εγκυκλοπαίδειας” ενώ το Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας έχει αποδείξει ότι όλα αυτά ήταν πράγματα που τα κατείχαν οι Βυζαντινοί λόγιοι (Λέων ο ΜΑθηματικός κ.α.) και επίσης πότε θα σταματήσει η υπερεξύψωση του Λεονάρντο Φιμπονάτσι, αγνοώντας παντελώς τον Μάξιμο Πλανούδη (1255-1305)…
    Τέλος πάντων.. θλίβομαι να εντοπίζω αυτήν την αηδία και την αποστροφή των Νεοελλήνων στην ιστορία της Ρωμανίας, ειδικά άμα αντιλαμβάνομαι ότι αυτό γίνεται για να χτυπηθεί (στην φαντασία τους) η… ελλαδική εκκλησία… (μία τρύπα στο νερό δηλαδή). Είναι μία κατάσταση παντελούς έλλειψης αγάπης προς την γνώση και επιδίωξης της αντικειμενικότητας…

    Φιλικά

  14. “Επειδή δηλαδή δεν χαίρει της ίδιας εκτίμησης από τους δυτικούς όσο η Αρχαία Ελληνική πρέπει εμείς οι Νεοέλληνες να τους ακολουθούμε;”

    αξιότιμε κε. Στυλιανέ,

    γιατί όμως φαίνεται να τους ακολουθούμε?
    Μας έχει απασχολήσει ποτέ το γεγονός, ότι για να ερευνήσει κανείς εκείνη την περίοδο, πρέπει να ανατρέξει σε εργασίες Δυτικών?
    Όχι τίποτε άλλο, αλλά το θεωρώ παράδοξο να κατηγορούμε την Δύση για την μαύρη τρύπα η οποία είναι όντως το Βυζάντιο για τους περισσότεροςυ από εμάς και την ίδια ώρα να περιμένουμε από δυτικούς βυζαντινολόγους να μας παρέχουνε πληροφορίες για αυτή την περίοδο.
    Η μόνη εξήγηση η οποία βρίσκω σε αυτή την τάση είναι, ότι και εδώ έχουμε μια παράξενη ανατολίτικη νοοτροπία, να κατηγορούμε μονίμως τους άλλους (στην προκειμένη τους δυτικούς) ότι δεν κάμουνε την δουλειά, την οποία θα έπρεπε να έχουμε κάμει εμείς προ πολλού.
    Γιατί φίλτατε, το μεγάλο συμπέρασμα στο οποίο αποσκοπούμε, η μεγάλη γενίκευση δηλαδή, η αλήθεια τέλος παντων, ως αποτέλεσμα, προϋποθέτει τον μόχθο της αναζήτησης της λεπτομέρειας και ανάλυσης, της επαλήθευσης, της επιβεβαίωσης και προπαντώς της εξακρίβωσης. Και εκεί, όπως σοφά διαπιστώνει και ο Ράμφος, εμείς οι Έλληνες δεν τα πάμε καλά. Περιμένουμε μάλλον από άλλους (στην προκειμένη περίπτωση από τους δυτικούς, για αυτό και τους κατηγορούμε τρομάρα μας) να δουλέψουνε στην λεπτομέρεια, να συγκεντρώσουνε πληροφορίες, να εξάγουνε κάποιο μερικό συμπέρασμα, το οποίο εμείς το γενικοποιούμε αυθαίρετα. Το πρόβλημα σε αυτή την επεξεργασία πληροφοριών και μερικών συμπερασμάτων, είναι το αυθαίρετο της γενίκευσης το οποίο καταλήγει να αποτελεί μόνο την μερική αλήθεια ή και ακόμη το ψέμμα – λάθος στην περίπτωση στην οποία ο ερευνητής της προτίμησής μας δεν έχει κάμει καλή δουλειά. Εγώ διαβάζω τον έναν δυτικό ερευνητή, αποδέχομαι μαζί με τις πληροφορίες τους και τα μερικά του συμπεράσματα και τα γενικοποιώ αυθαίρετα. Εσείς πιο πέρα κάμετε το ίδιο με άλλον ερευνητή, ο άλλος συνέλληνας το ίδιο με άλλον και πάει λέγοντας. Και όλοι μαζί αντιμετωπίζουμε αλλήλους περίπου ως αιρετικούς (και είμαστε πανάθεμά μας αφού το μερικό – ξένο συμπέρασμα το ανάγουμε σε γενική αλήθεια).
    Όχι φίλτατε, όσο σαν λαός πασχίζουμε να εξάγουμε συμπεράσματα χωρίς προηγουμένως να έχουμε αυθυποβληθεί στην επίπονη διαδικασία της συλλογής και επαλήθευσης πληροφοριών, δεν πρόκειται να βγάλουμε δικούς μας βυζαντινολόγους αλλά και ιστορικούς γενικότερα και άδικα τα βάζουμε με τους δυτικούς (σαν δεν ντρεπόμαστε λέω εγώ). Αυτοί τουλάχιστο, χωρίς να έχουνε καμία υποχρέωση να το κάμουνε, μελέτησαν την δική μας ιστορία. Εμείς περιμένουμε να εξάγουνε μερικά συμπεράσματα για να αποκτήσουμε άποψη. Τί τραγωδία!

  15. Κοίτα… όπως το θέτεις το θέμα.. δεν μπορώ να έχω ιδιαίτερες ενστάσεις…. Το μόνο που θα ήθελα να προσθέσω συνΈλληνα είναι ότι είναι γενικότερο το πρόβλημα… Είναι γενικότερη η παθητικότητα μας.. είναι γενικότερη η έλλειψη οράματος, είναι γενικότερη η απαξίωση μας των πάντων και φυσικά και της ίδιας μας της ιστορίας… Προτιμάμε την δοξασμένη αρχαία από την υποτιμημένη βυζαντινή.. Και αυτό… λόγω της διάχυτης αδιαφορίας και της παθητικότητας που βρίθει πλέον στην κοινωνική ζωή…
    Δεν σου κρύβω ότι τον τελευταίο καιρό, με όλα αυτά τα κωμικοτραγικά που συμβαίνουν.. και εγώ νιώθω μία λύπη και μία απαισιοδοξία για όλα… Είναι αδιανόητο πως επιτρέψαμε στις πολιτικοοικονομιες συνθήκες να διαλύσουν το ηθικό μας και την εμπιστοσύνη μας στις αξίες μας… αλλά.. αυτό γίνεται εδώ και καιρό…
    Απλά να κλείσω λέγοντας ότι υπάρχουν επιστήμονες που ασχολούνται βαθιά με το θέμα και μπορούν να μας διαφωτίσουν, απλά δεν δύναται σε αυτό το εξευτελισμένο κράτος να χαίρουν εκτίμησης… Απλά να θυμίσω την βυζαντινολόγο Ελένη Αρβελέρ στη Γαλλία και το Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας, το οποίο ακούω ότι αντιδρά από την απαξίωση που λαμβάνει τόσα χρόνια από “ελληνικό” κράτος και από τις “προοδευτικές” εφημερίδες, απαξίωση που εντείνεται με πρόφαση την οικονομική κρίση..
    Είναι σε αδιέξοδο τα πράγματα… Ελπίζω κάποτε τουλάχιστον να ξαναβρούμε το ηθικό μας, την όρεξη μας για πρόοδο και πρωτοπορία…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *