Πίσω από τις λέξεις, κρύβονται οι προθέσεις.

Γράφει ο Κυριάκος Κατσιμάνης.

ΟΙ ΥΠΟΒΟΣΚΟΥΣΕΣ  ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ «ΣΤΑΘΕΡΕΣ» ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ  ΤΟΥ ΙΕΠ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ                  

 (Συμμετοχή στη διαβούλευση)

______________________________________

Το άρθρο αυτό περιορίζεται και επικεντρώνεται στο θεωρητικό πλαίσιο του Σχεδίου Προγραμμάτων Σπουδών για το μάθημα της Ιστορίας στην υποχρεωτική εκπαίδευση. Σκοπός του είναι, στο πλαίσιο της διαβούλευσης: α) να ερευνήσει τις υφέρπουσες ιδεολογικές «σταθερές» που θα κατευθύνουν μελλοντικά τη συγγραφή των διδακτικών εγχειριδίων ιστορίας, καθώς και την παραγωγή του πρόσθετου συναφούς υλικού και β) να βοηθήσει όσους θα εγκύψουν με κριτικό βλέμμα σε αυτά όλα, προκειμένου  τα επίμαχα σημεία που ενδεχομένως θα εντοπιστούν να αποδοθούν στους βαθύτερους, δηλαδή στους θεωρητικούς γενεσιουργούς  παράγοντές τους.

Το εγχείρημα ήταν εξαιρετικά δύσκολο εξαιτίας της έκτασης του κειμένου, των σχοινοτενών αναλύσεων και, κυρίως, της συχνής επανάληψης των ίδιων θέσεων. Οι θέσεις αυτές όχι μόνο παραμένουν λογικώς ανοργάνωτες αντί να ενοποιηθούν σύμφωνα με τη νοηματική τους συγγένεια, αλλά και εγκατασπείρονται «τήδε κακείσε» σε διαφορετικές σελίδες του κειμένου, πολλές φορές μάλιστα με τροποποιημένη διατύπωση και όχι σπάνια με τη μορφή φευγαλέων υπαινιγμών. Αυτό κατά τη γνώμη μου δεν είναι τυχαία. Αντίθετα, εξασφαλίζει την επίφαση της μετριοπάθειας και ταυτόχρονα επιτρέπει σε ορισμένες δύσκολες ή «ενοχλητικές» θέσεις να μην επισύρουν την προσοχή, αλλά να περάσουν σχεδόν απαρατήρητες, ώστε να αποφευχθούν τυχόν αρνητικά σχόλια. Βασικός, λοιπόν, σκοπός του παρόντος άρθρου είναι οι θέσεις αυτές να εντοπιστούν, να έρθουν στην επιφάνεια και να υποβληθούν σε κριτική.  Αν προστεθεί σε όλα τα παραπάνω το ότι οι στομφώδεις κενολογίες, οι αντιφάσεις και οι ασάφειες είναι στο κείμενο του Σχεδίου Π.Σ. συχνές και έκδηλες, αντιλαμβάνεται κανείς τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η σύνταξη του παρόντος άρθρου. — Παραθέτω στη συνέχεια τις επισημάνσεις που θεωρώ περισσότερο καίριες.

 

  1. Άλλο ιστορία και άλλο «Πολιτική Παιδεία». — Το Σχέδιο Π.Σ. θεωρεί δεδομένο ότι «κύριος σκοπός του μαθήματος της ιστορίας είναι η καλλιέργεια ανθρωπιστικών και δημοκρατικών αξίων», κάτι που επαναλαμβάνεται περισσότερο απερίφραστα στη σελίδα 9. Ωστόσο, ο αληθινά «κύριος σκοπός» του μαθήματος απουσιάζει, γιατί δεν υπάρχει μια σαφής αναφορά σ’ αυτόν. Έπρεπε κατά τη γνώμη μου να τονιστεί ότι με τη διδασκαλία της ιστορίας, επιδιώκεται να συνειδητοποιήσουν οι μαθητές πως οι λαοί και οι κοινωνίες υπόκεινται σε ένα διαρκές γίγνεσθαι. Και ότι, ενώ αποτελούν δημιουργήματα του γίγνεσθαι αυτού, ταυτόχρονα προβάλλουν ως οι δημιουργοί του, πράγμα που σημαίνει  ότι, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, παρεμβαίνουν στις εξελίξεις και τις επηρεάζουν με σκοπό να βελτιώσουν τους όρους της διαβίωσής τους και να προαχθούν σε ανώτερα επίπεδα δημιουργίας και πολιτιστικών κατακτήσεων. Συνειδητοποιώντας το αέναο αυτό γίγνεσθαι, στο οποίο έχουν και οι ίδιοι εμπλακεί, οι μαθητές θα αντιληφθούν και θα βιώσουν την τιμή και την ευθύνη ότι αποτελούν «εν δυνάμει» συν-δημιουργούς της ιστορίας. Η παραπάνω απουσία είναι εμφανής και δυσαναπλήρωτη.

Ας επανέλθουμε όμως σε αυτό που το Σχέδιο Π.Σ. χαρακτηρίζει  κύριο σκοπό του μαθήματος. Σε ποιο βαθμό αληθεύει άραγε η αφετηριακή παραδοχή ότι «ιστορία διδάσκουμε για να καλλιεργήσουμε δημοκρατική συνείδηση” (σελ. 8); Και, πρώτα πρώτα, τι εννοούμε λέγοντας εδώ «δημοκρατία»; Θέλω να πιστεύω ότι στο Σχέδιο Π.Σ. του ΙΕΠ o όρος αυτός παραπέμπει στη δυτικού τύπου κοινοβουλευτική δημοκρατία, που βασικά χαρακτηριστικά της έχει τη διάκριση των εξουσιών, τη συνταγματική κατοχύρωση των δικαιωμάτων των πολιτών, τον πολυκομματισμό, την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία με αδιάβλητες εκλογές και, βέβαια, την ύπαρξη ασφαλιστικών δικλείδων, που θα ματαίωναν στη γένεσή της κάθε μεθόδευση για εγκαθίδρυση ενός μονοκομματικού καθεστώτος με κοινοβουλευτικό μανδύα. Την ίδια στιγμή, ο όρος  αυτός συνδέεται στενά με την ευρύτατα διαδεδομένη πεποίθηση ότι η δημοκρατία είναι ήθος, νοοτροπία και στάση ζωής, δηλαδή κάτι βαθύτερο και πρωταρχικότερο από ένα απλό είδος πολιτεύματος.

Αν η παραπάνω ανάλυση είναι σωστή, τότε οι δυνατότητες της διδασκαλίας της ιστορίας να καλλιεργήσει δημοκρατικό ήθος είναι μεν υπαρκτές και επιδεκτικές αξιοποίησης, αλλά θεωρούνται περιορισμένες. Δεν μπορούν να είναι κάτι περισσότερο από μερικές ευκαιριακές επισημάνσεις, καθώς και από την κριτικά θεμελιωμένη διαπίστωση της σπουδαιότητας της δημοκρατίας και της υπεροχής της έναντι των άλλων πολιτευμάτων. Δεδομένου μάλιστα ότι  ο βασικός μεθοδολογικές εξοπλισμός του ιστορικού είναι η αντικειμενικότητα, η αναγωγή των γεγονότων και των καταστάσεων στους γενεσιουργούς παράγοντές τους, η λελογισμένη διατύπωση αξιολογικών κρίσεων και η αποτίμηση των δεδομένων με βάση την προοπτική του ιστορικού χρόνου, στον οποίο εντάσσονται, δεν υπάρχουν μεγάλα περιθώρια για ουσιαστική δημοκρατική αγωγή μέσα από τη διδασκαλία της ιστορίας. Και είναι πολύ χαρακτηριστικό το ότι τις μεγάλες προσδοκίες επί του προκειμένου τις μετριάζει εύστοχα το διεισδυτικό και ισορροπημένο απόσπασμα του ίδιου του Σχεδίου Π. Σ. για την ιστορία, στο οποίο η επίγνωση των δυσχερειών είναι εμφανής (σελ. 7, στ. 7-20).

Ωστόσο η δημοκρατία παραμένει για τους μαθητές και τα σχολικά προγράμματα το «μέγιστον μάθημα». Και δεν πρέπει να λησμονείται ποτέ ότι δημοκρατικό ήθος διαμορφώνεται κάλλιστα με την πάλαι ποτέ «Αγωγή του Πολίτη» –«Πολιτική Παιδεία» λέγεται σήμερα– και με τη λογοτεχνία (ιδιαίτερα με επιλεγμένα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, εφόσον διδαχτούν σωστά). Κορυφαία πνευματικά επιτεύγματα, ιδανικά για την ενστάλαξη δημοκρατικού ήθους στους μαθητές, είναι ο επιτάφιος του Περικλή (Θουκ. II 35 – 46), καθώς και ο μύθος και ο λόγος του Πρωταγόρα στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο (320 c-328 d). Αν αυτά τα κορυφαία γραμματειακά επιτεύγματα φυτοζωούν ή και λάμπουν δια της απουσίας τους στα ωρολόγιο προγράμματα του λυκείου λόγω του απηνούς διωγμού που έχει τα τελευταία χρόνια εξαπολυθεί κατά της κλασικής παιδείας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, τότε οι μεγαλόστομες διακηρύξεις για καλλιέργεια δημοκρατικού ήθους στους μαθητές πολύ φοβάμαι ότι θα αποδειχτούν, κατά την επιεικέστερη έκφραση, λόγος κενός. Όποιος ενδιαφέρεται ειλικρινά να ενσταλάξει τις δημοκρατικές αξίες στη συνείδηση των μαθητών, δεν κατατρίβεται σε πομπώδεις μεγαλοστομίες, αλλά περνάει από τα μεγάλα λόγια στις ενδεδειγμένες ενέργειες.

 

  1. Ανθρωπιστικές αξίες ή ιδεολογικός διαποτισμός; — Εκτός από την καλλιέργεια δημοκρατικής συνείδησης, οι συντάκτες του Σχεδίου επιφορτίζουν το μάθημα της ιστορίας με την καλλιέργεια ανθρωπιστικών αξιών «όπως η υπευθυνότητα, ο αλληλοσεβασμός, η αλληλεγγύη, η ελευθερία, η ισότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη». Αυτά όλα πρέπει να συνοδεύονται από «τη διαρκή κριτική επεξεργασία και αναίρεση στερεοτύπων και προκαταλήψεων εθνικών, φυλετικών, θρησκευτικών, κοινωνικών, έμφυλων, πολιτικών και πολιτισμικών». Το ζητούμενο είναι «η αποδόμηση της ρητορικής του πολιτικού λόγου και της προπαγάνδας (…), η κριτική επεξεργασία στερεοτύπων και  προκαταλήψεων». Εκπαιδευτικοί και μαθητές, επιπλέον, καλούνται να αποφεύγουν «την εθνικιστική ή λαϊκιστική ρητορεία που αναπαράγει τις προκαταλήψεις και το δογματισμό» (σελ.8).

Εδώ επιβάλλεται μια σημαντική κατά τη γνώμη μου παρατήρηση. Αν κρίνει κανείς αποκλειστικά και μόνο με βάση το απαξιωτικό ύφος και την επιθετική φρασεολογία του κειμένου, διαπιστώνει ότι οι προκαταλήψεις ο δογματισμός, η πολιτική ρητορεία και τα στερεότυπα, ενώ καταγγέλλονται και πρέπει να απορριφθούν –κάτι που συνιστά μια επιλογή ανεπιφύλακτα θετική—, στην πραγματικότητα όχι μόνο παραμένουν, αλλά και αποτελούν στοιχεία διάχυτα, κυρίαρχα  και πανταχού παρόντα σε αυτό το ίδιο κείμενο. Μόνο που τη φορά ετούτη έχουν αποκτήσει προφανώς διαφορετικό περιεχόμενο. Επομένως, όλα όσα τώρα διώχνονται από την πόρτα την ίδια στιγμή επανεισάγονται θριαμβευτικά από το παράθυρο και μάλιστα γνωρίζουν θερμή υποδοχή, γιατί προορίζονται να ενισχύσουν τις ιδεολογικοπολιτικές θέσεις εκείνων ακριβώς, από τους οποίους καταδικάζονται.

Μοιραία, λοιπόν, αναρωτιέται κανείς το εξής: μήπως υπάρχουν καλές και κακές προκαταλήψεις, θετικός και αρνητικός δογματισμός, αποδεκτή και απορριπτέα πολιτική ρητορεία, γόνιμα και στείρα στερεότυπα; Και μήπως, σε τελευταία ανάλυση, καλό, θετικό, αποδεκτό και γόνιμο θεωρείται καθετί που απορρέει από τα δικά μας ιδεολογικά προτάγματα, ενώ  ως κακό, αρνητικό, απορριπτέο και στείρο αντιμετωπίζεται οτιδήποτε σχετίζεται με τις επιλογές και τις προτιμήσεις των αντιφρονούντων; Είναι προφανές ότι στο όνομα της αποδόμησης του πολιτικού λόγου και της προπαγάνδας, η οποία εξαγγέλλεται και προεξοφλείται πανηγυρικά, έχουμε απροκάλυπτη εισβολή ενός καινούργιου πολιτικού λόγου και μιας προπαγάνδας, που τη φορά ετούτη δεν τηρεί καν τα προσχήματα!

Χωρίς αμφιβολία, η καταπολέμησή των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων είναι παιδαγωγικά και επιστημολογικά επιβεβλημένη, γιατί απαλλάσσει από αστόχαστους και προκαθορισμένους πνευματικούς αυτοματισμούς, ενώ παράλληλα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για πολύπλευρες, διεισδυτικές και κριτικά θεμελιωμένες αποτιμήσεις των ιστορικών δεδομένων. Αρκεί  η καταπολέμηση αυτή να συστοιχεί με την αποδεικτική τεκμηρίωση και να μην επιχειρείται με τη διαδικασία της πολιτικής κατήχησης και του ιδεολογικού διαποτισμού.

 

  1. Εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων, σχετικοποίηση της ιστορικής αλήθειας και συνθηματολογικά ευχολόγια. Ο ανθρωπισμός που απουσιάζει από το Σχέδιο. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες αφετηριακές παραδοχές του Σχεδίου Π.Σ., οι οποίες, ενώ κατ’ αρχήν κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, προσφέρονται για συζήτηση και κριτική. Σύμφωνα με αυτές, επιβάλλεται στο όνομα της δημοκρατικής κουλτούρας «η αποκήρυξη της μονοδιάστατης ανάγνωσης του παρελθόντος και της μοναδικότητας της ιστορικής αλήθειας», προκειμένου «να ενισχυθεί η συνεκτικότητα των σύγχρονων ευρωπαϊκών πολυπολιτισμικών κοινωνιών», όπως άλλωστε υποδεικνύει και το Συμβούλιο της Ευρώπης (σελ.8). Εδώ γεννιέται όμως ένα δύσκολο ερώτημα: η άκριτη σχετικοποίηση της αλήθειας, προκειμένου να εξυπηρετηθούν σκοπιμότητες που συναρτώνται με την «πολυπολιτισμικότητα», μήπως ακυρώνει το κεκτημένο της αντικειμενικότητας στην αφήγηση του παρελθόντος δημιουργώντας έτσι «παράλληλες αλήθειες»; Και μήπως αυτές οι «παράλληλες αλήθειες», ενώ μπορούν να προσφέρουν στην κάθε πολιτισμική ομάδα «τη δική της την αλήθεια», ουσιαστικά τινάζουν στον αέρα τον επιστημονικό χαρακτήρα της ιστορίας; Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος, στην καταπολέμηση των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων η προτεραιότητα πού πρέπει να αποδοθεί; Στην αντικειμενική και απερίφραστη έκθεση των γεγονότων και των καταστάσεων ή στα τετριμμένα μισόλογα και τα σφραγισμένα χείλη;

Ας πάρουμε για παράδειγμα το χριστιανισμό. Mολονότι τον εκμεταλλεύτηκαν ιστορικά ποικιλώνυμες μορφές εξουσίας, προκειμένου, στο όνομά του, να εξυπηρετηθούν συμφέροντα ή και να διαπραχθούν εγκλήματα, δεν παύει να εμπεριέχει στον πυρήνα της διδασκαλίας του το κήρυγμα της αγάπης και το διαχωρισμό της δικαιοδοσίας του Θεού από το κράτος του καίσαρα. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο δεν επιδιώκει –τουλάχιστον στην εποχή μας– την εγκαθίδρυση ολοκληρωτικών θεοκρατικών καθεστώτων. Επιπλέον, δεν πυρπολεί τους χώρους λατρείας των άλλων θρησκειών, δεν κατακρεουργεί τους λειτουργούς τους και δεν εξοντώνει συστηματικά τους πιστούς που ανήκουν σ’ αυτές. Τα παραπάνω δεδομένα, που είναι πασίγνωστα στην εποχή μιας, θα συζητηθούν άραγε στην τάξη –με την επιβεβλημένη ασφαλώς μετριοπάθεια και νηφαλιότητα—, όταν δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία, ή θα αποσιωπηθούν στο όνομα της καταπολέμησης των προκαταλήψεων και των θρησκευτικών στερεοτύπων; Σε απλά ελληνικά: ποια από τις δύο αλήθειες έχουν άραγε «στο πίσω μέρος του μυαλού τους» οι συντάκτες του Σχεδίου Π.Σ.; Την αλήθεια της ιστορίας ἠ την αλήθεια» της πολιτικής ορθότητας και των ΜΚΟ;…

Κατά τα άλλα, η ιστορία δεν μπορεί να έχει ως αντικείμενο να ενσταλάξει στους μαθητές όλες εκείνες τις υψηλές ανθρωπιστικές αξίες, τις οποίες επικαλούνται οι συντάκτες του Σχεδίου Π.Σ. Μπορεί ασφαλώς και επιβάλλεται, ευκαιριακά και με αφετηρία κάποιες επισημάνσεις του διδάσκοντος, να γίνονται στην τάξη συζητήσεις και να συνάγονται κριτικά ορισμένα πολύτιμα συμπεράσματα. Θα ήταν όμως παρανόηση της φύσης της ιστορίας και του σκοπού της διδασκαλίας της κάθε απόπειρα να μετατραπεί το μάθημα σε παλαιού τύπου χρηστομάθεια ή να αντικαταστήσει τη φιλοσοφική και τη χριστιανική ηθική. Άλλο πράγμα η καλλιέργεια ιστορικής συνείδησης και άλλο πράγμα τα συνθηματολογικού χαρακτήρα ευχολόγια!

Βέβαια, μέσα από τη διδασκαλία της ιστορίας αναδύεται xωρίς αμφιβολία ένας υψηλός ανθρωπισμός, αλλά όχι έτσι όπως τον αντιλαμβάνονται και τον σκιαγραφούν οι συντάκτες του Σχεδίου Π.Σ. Αναδύεται η μοναδικότητα του ανθρώπου ως όντος προικισμένου με σύμφυτη ιστορικότητα. Πράγμα που σημάνει ότι, ενώ τα άλλα έμβια όντα είναι υπάρξεις «ανιστορικές», καθότι εγκλωβισμένες στο στενάχωρο τρίγωνο: θρέψη-αναπαραγωγή-επιβίωση, ο άνθρωπος και μόνο αυτός σπάζει στο μέτρο του δυνατού τα δεσμά της ανάγκης  και καταφέρνει να περάσει από τη φύση στην κουλτούρα. Αν, επομένως, υπάρχει μια αμετάκλητη ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου από τα άλλα έμβια όντα, η οποία διατρανώνει τη μεγαλοσύνη και την αυταξία του, αυτή  συνίσταται στο ότι, ακριβώς, ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από ιστορικότητα, δηλαδή αποτελεί όχι μόνο δημιούργημα αλλά και δημιουργό της ιστορίας — κάτι που πρέπει να αναδειχτεί και να προβληθεί κατά τη διδασκαλία του μαθήματος.

  1. Η ιστορία «όπως είμαστε εμείς» ή «όπως είναι εκείνη»; Ο πειρασμός των προσχεδιασμένων «κατευθύνσεων».Η αναφορά στις δημοκρατικές και τις ανθρωπιστικές αξίες είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τους συντάκτες του Σχεδίου Π.Σ., προκειμένου να κάνουν επίδειξη ενός ιδεοληπτικού ανανεωτισμού, που εκφέρεται φραστικά με μια σειρά εξεζητημένους και πομπώδεις νεολογισμούς, όπου η ασάφεια, η αοριστία και η σύγχυση συναγωνίζονται για τα πρωτεία. Πρέπει, διαβάζουμε στη σελ. 4, να επιλέγονται και να ενισχύονται  ιστορικά θέματα που «εστιάζουν στην  κοινωνία».  Και όταν λέμε «κοινωνία», εννοούμε ειδικότερα «μη προνομιούχες ιστορικά κοινωνικές ομάδες», όπως η «γυναίκα», το «παιδί», τα «άτομα με αναπηρία» και οι «θρησκευτικές μειονότητες». Και για να επιβεβαιωθεί η τάση της διασποράς θεμάτων με παρεμφερές νοηματικό περιεχόμενο σε διαφορετικές ενότητες και σελίδες του κειμένου,  έρχονται στη σελ. 9 να προστεθούν ορισμένα επιπλέον θέματα στα παραπάνω επιλεγέντα, μεταξύ άλλων, ειδικότερα, η ιστορία των θεσμών, του περιβάλλοντος και του κλίματος.

Αυτά όλα είναι προφανώς επίκαιρα και σημαντικά ζητήματα που ενεργοποιούν στις μέρες μας έναν γόνιμο προβληματισμό. Επιστημολογικά, όμως, και παιδαγωγικά νομιμοποιούνται άραγε να τοποθετηθούν στο κέντρο του διδακτικού ενδιαφέροντος, και μάλιστα στην υποχρεωτική –και όχι την τριτοβάθμια!– εκπαίδευση; Και, γενικότερα, έχουμε το δικαίωμα να διδάσκουμε την ιστορία «όπως  είμαστε εμείς» και όχι «όπως είναι εκείνη»; Μία, λοιπόν, από τις πολλές και κραυγαλέες αντιφάσεις του Σχεδίου Π.Σ. είναι το ότι στα συγκεκριμένα ερωτήματα δίνει απερίφραστα –και πολύ σωστά– μια απάντηση αρνητική: «Η υιοθέτηση ιστορικής οπτικής», διαβάζουμε στη σελ. 6, «αντιβαίνει στον αναχρονισμό και αποδομεί τον παροντισμό, την τάση δηλαδή των ατόμων στις σημερινές κοινωνίες  να αντιλαμβάνονται και να ερμηνεύουν το παρελθόν με όρους του δικού τους παρόντος…». Αυτό είναι απολύτως ορθό, αλλά δημιουργεί την ακόλουθη απορία: οι συντάκτες του Σχεδίου Π.Σ. διάβασαν άραγε και έλαβαν σοβαρά υπόψη τους το παραπάνω απόσπασμα της σελ. 6; Ή μήπως το παρέθεσαν προκειμένου να «απενοχοποιήσουν», απλούστατα, το Σχέδιό τους, όπου οι αναχρονισμοί και οι «παροντισμοί» όχι μόνο είναι διάχυτοι παντού, αλλά και συνιστούν δομικά στοιχεία της «φιλοσοφίας» του Σχεδίου;

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Και να θέλει κανείς να φανεί ανεκτικός, δεν του το επιτρέπουν κάποιες λεπτομέρειες. Και όπως λέει μια γνωστή παροιμία, «ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες». Στη σελ. 4, λοιπόν, διαβάζουμε την παρακάτω φαινομενικά επουσιώδη επισήμανση, που γίνεται στη ρύμη του λόγου: «Τα θέματα αυτά πρέπει να μελετώνται σε ένα ανοικτό σε ιδέες και δεκτικό σε κατευθύνσεις συνεργατικό περιβάλλον». Το άνοιγμα στις ιδέες είναι αναντίρρητα ευπρόσδεκτο, εκείνο όμως το «δεκτικό σε κατευθύνσεις» τι μπορεί να σημαίνει; Είναι άραγε μια αθώα μεθοδολογική οδηγία στο χώρο της διδακτικής; Ή μήπως πρόκειται για μια κυνική ομολογία ότι ο περισσότερο αποτελεσματικός τρόπος καταπολέμησης των «ανιστορικών ιδεοληψιών» και των «βαθιά συντηρητικών και αυταρχικών μεθόδων διδασκαλίας» είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, η προσχεδιασμένη στροφή του «συνεργατικού περιβάλλοντος» προς την ιδεολογικά και πολιτικά επιθυμητή «κατεύθυνση»;…

 

  1. «Πιστεύομεν και εις τον φρονηματισμόν», αρκεί να μας εξυπηρετεί!Στη σελ. 5 καταγγέλλεται η χρησιμοποίηση της ιστορίας, παλαιότερα, ως μέσου «ιδεολογικής χειραγώγησης και φρονηματισμού της νέας γενιάς από την εκάστοτε πολιτική εξουσία». Μια προκαταρκτική ερώτηση κρίσεως: να υποθέσουμε ότι η «εκάστοτε πολιτική εξουσία», έστω και αν αναδεικνύεται με αδιάβλητες δημοκρατικές διαδικασίες, είναι κάτι κακό «καθό εξουσία» και γι’ αυτό εμμέσως πλην σαφώς απαξιώνεται και στιγματίζεται; Ή μήπως υπάρχουν εξουσίες «εξουσιαστικές» και εξουσίες «αντιεξουσιαστικές»; — Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο επί του προκριμένου είναι η δημιουργία πολιτών «με ιστορική σκέψη και συνείδηση».

Αυτό, κατ’ αρχήν, είναι ανεπιφύλακτα θετικό. Μάταια, όμως, θα έψαχνε κανείς στην παραπάνω σελίδα για κάποιες συγκεκριμένες απαντήσεις σχετικά με την έννοια της ιστορικής σκέψης και συνείδησης, καθώς και τις προϋποθέσεις της απόκτησής τους. Και αυτό, γιατί συγκεκριμένες απαντήσεις επί του προκειμένου δεν είναι, βέβαια, ούτε η νοηματική σχετικοποίηση των πάντων, που οδηγεί τον αναγνώστη σε αμηχανία και αδιέξοδο, ούτε η συσσώρευση ηχηρών αλλά κενών περιεχομένου όρων  ούτε, τέλος, η παράταιρη φιλοδοξία για χρήση πρωτογενών ιστορικών πηγών από μαθητές της υποχρεωτικής εκπαίδευσης!

Περισσότερο ενδιαφέρον θα παρουσίαζε η απάντηση στο ακόλουθο ερώτημα: τι είναι φρονηματισμός; Είναι, θα απαντούσαμε πρόχειρα, η διδασκαλία του μαθήματος της ιστορίας  με τέτοιο τρόπο, ώστε να καλλιεργηθούν στους μαθητές αξίες και να δημιουργηθούν στάσεις, που θα τους οδηγήσουν μελλοντικά σε θετικές μορφές συμπεριφοράς και δράσης στο πλαίσιο της δημοκρατικής κοινωνίας. Αν αυτή η εννοιολογική προσέγγιση του φρονηματισμού ευσταθεί, τότε πού οφείλεται άραγε η απερίφραστη καταγγελία του στη σελ. 5; Μήπως ενοχλεί η λέξη «φρονηματισμός» και όχι η έννοια, στην οποία παραπέμπει; Αλλά αυτή η ίδια εννοιολογική προσέγγιση –και μάλιστα μετά προσθηκών και βελτιώσεων– επιχειρείται από τους συντάκτες του Σχεδίου στη σελ. 15.  Με τη διαφορά ότι εκεί ο φρονηματισμός έχει μετονομαστεί σε  «μέσο καλλιέργειας στάσεων και αξιών για την κοινωνία και τη δημοκρατία».

Οπότε συμβαίνει ένα από τα δύο: είτε έχουμε κραυγαλέα περίπτωση νοηματικής αυτοδιάψευσης, αφού σε δύο διαφορετικές σελίδες του ίδιου κειμένου διατυπώνονται από τους ίδιους ανθρώπους θέσεις διαμετρικώς αντίθετες μεταξύ τους (δηλαδή απορρίπτεται διαρρήδην ο φρονηματισμός, αλλά την ίδια στιγμή γίνεται ενθουσιωδώς δεκτός…ο ορισμός του!) είτε, το πιθανότερο, οι συντάκτες του κειμένου δίνουν στις έννοιες της «κοινωνίας» και της «δημοκρατίας» διαφορετικό περιεχόμενο, με σκοπό να προσανατολίσουν τη διδασκαλία του μαθήματος σε μια κατεύθυνση που την έχουν προεπιλέξει με βάση τα δικά τους ιδεολογικά κριτήρια και τις δικές τους πολιτικές προτιμήσεις. Αυτό σημαίνει σε απλά ελληνικά ότι ο  φρονηματισμός που προωθεί τις δικές μας θέσεις είναι καλός και άγιος, ενώ επιβλαβής και απορριπτέος είναι ο φρονηματισμός που προωθεί τις θέσεις της άλλης πλευράς…

 

  1. Η υποβάθμιση του σχολικού εγχειριδίου «δια τον φόβον» της κριτικής.ΟΙ συντάκτες του Σχεδίου κατακεραυνώνουν με την κριτική τους τα προηγούμενα αναλυτικά προγράμματα του μαθήματος της ιστορίας. Κάνουν λόγο για «ιδεολογικές (…) αντιλήψεις», για «αναπαραγόμενες ανιστορικές ιδεοληψίες» και, τέλος, για «βαθιά συντηρητικές και αυταρχικές» μεθόδους διδασκαλίας. Με χαρακτηριστικά συντομία, περισσή ασάφεια και παντελή απουσία διευκρινίσεων εξακοντίζουν κατά των «παρελθόντων αναλυτικών προγραμμάτων» έναν καταιγισμό απαξιωτικών χαρακτηρισμών, ώστε να δικαιολογηθεί η μαζική και αμετάκλητη απόρριψη τους  (σελ. 4). Στο στόχαστρο μπαίνει και το σχολικό εγχειρίδιο, από την καταθλιπτική παρουσία του οποίου ο επιστημονικά συγκροτημένος, επιμορφωμένος και «λελογισμένα αυτόνομος» εκπαιδευτικός καλείται να χειραφετηθεί. Πώς θα συντελεστεί, όμως, αυτή η πολυπόθητη χειραφέτηση; Εδώ το Σχέδιο Π.Σ. είναι δυστυχώς αποκαρδιωτικά ομιχλώδες: «Εξάλλου οι εκπαιδευτικοί ως διανοούμενοι της εκπαίδευσης έχουν βαρύνοντα λόγο στην κοινωνική αναπαραγωγή της γνώσης με αξιακό γνώμονα την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη, ενώ, ταυτόχρονα, καλούνται να κάνουν τις κατάλληλες κάθε φορά επιλογές, μέσα στις εκάστοτε διαφοροποιούμενες συνθήκες διαμορφώνοντας προσίδια (;) και τελεσφόρα περιβάλλοντα μάθησης, τα οποία θα συμπεριλαμβάνουν την ελεύθερη έκφραση, το διάλογο, τη γόνιμη αντιπαράθεση και τη σύνθεση» (σελ. 4).

Οπότε ανακύπτει η ακόλουθη απορία: α) πώς θα προφυλαχτούν οι διδάσκοντες από τον πειρασμό να διαμορφώνουν κάθε φορά τη διδακτέα ύλη κατά το δοκούν και αρέσκον; Και κυρίως β) πώς θα αποτραπούν, μετά την αναγόρευσή τους μάλιστα …σε «διανοουμένους της εκπαίδευσης», από το να ολισθαίνουν κάθε φορά σε ανέξοδη ιδεολογική, πολιτική ή και κομματική ρητορεία κατά τη διάρκεια του μαθήματος; Και όμως, η λύση θα μπορούσε να είναι απλή: το εγχειρίδιο παραμένει η σταθερή βάση αναφοράς για την επεξεργασία του κορμού της ιστορικής ύλης. Και τα διάφορα συμπληρωματικά επιμέρους θέματα –χρήσιμα ή και πολύτιμα καθαυτά– θα μπορούσαν να εξακτινώνονται με αφετηρία το εγχειρίδιο εμπλουτίζοντας και προεκτείνοντας το περιεχόμενό του. Τα συνοδευτικά κείμενα στο τέλος της κάθε ενότητας αλλά και τα σύγχρονα τεχνικά μέσα (ψηφιοποιημένο σώμα ιστορικών πηγών, Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνιών) θα μπορούσαν να βοηθήσουν σε μεγάλο βαθμό.

Ωστόσο, η αυτονόητη αυτή λύση δεν επιλέγεται όχι επειδή αγνοείται από τους συντάκτες του Σχεδίου Π.Σ., αλλά επειδή η υποβάθμιση του σχολικού εγχειριδίου γίνεται συνειδητά και εμπρόθετα. Με ένα  σχολικό εγχειρίδιο που δε θα έχει, βέβαια, καταργηθεί, αλλά θα  έχει σε μεγάλο βαθμό εκτοπιστεί από ένα ποικιλώνυμο ιστορικό υλικό (πηγές, θεματικά πεδία),  η διάλυση  και η «εξαέρωση» της ιστορικής ύλης θα έχει συντελεστεί εκ του ασφαλούς, οπότε  το τυχόν εθνο-αποδημητικό περιεχόμενο του ρευστού και ετερόκλιτου αυτού «υλικού» θα είναι από εξαιρετικά δύσκολο ἐως εντελώς αδύνατον να εντοπιστεί και να καταγγελθεί.

Αυτό άλλωστε οι συντάκτες του Σχεδίου δεν έχουν τον παραμικρό δισταγμό να το παραδεχτούν απερίφραστα: με την «πολυπρισματικότητα» και την «ενσυναίσθηση», γράφουν, με «τα ερευνητικά σχέδια που θα εκκινούνται (sic) με μεταβλητά ερευνητικά ερωτήματα», «με τους συνεργατικούς και ποικιλόμορφους τύπους μάθησης και επικοινωνίας», με τη σύσταση των «κατάλληλων (;) θεματικών φακέλων» κτλ. κτλ… «θα μειωθεί, αν όχι θα πάψει, η ‘δημοφιλής’ αλλά άσκοπη κριτική πάνω στα σχολικά εγχειρίδια»… (σσ. 14 -15). — Οπότε οι επίδοξοι συγγραφείς εγχειριδίων ιστορίας τύπου Ρεπούση μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι!

  1. Στη θέση της ιστορικής αφήγησης, ένα σουρεαλιστικό

μεταμοντέρνο παζλ. – Δεδομένου ότι αποδίδεται προτεραιότητα στα επιμέρους θέματα, δηλαδή σε ασύνδετες μεταξύ τους μονογραφίες που ο ιστοριογραφικός αναθεωρητισμούς τις αναδεικνύει και τις προβάλλει, υποβαθμίζεται η ιστορική αφήγηση, με την οποία είναι αλληλένδετη η πολιτική ιστορία. Τους πολέμους, τη συγκρότηση των κρατών, τη σύναψη συνθηκών, τις διακρατικές σχέσεις, τους αγώνες των λαών, τις κοινωνικές αντιπαραθέσεις και επαναστάσεις, την κατά περίπτωση μεγαλειώδη ή ολέθρια παρουσία ηγετικών προσωπικοτήτων και, γενικότερα, την πορεία εθνών και υπερεθνικών σχηματισμών μέσα από συγκρούσεις, διαψεύσεις, οπισθοδρομήσεις αλλά και ανατάσεις με κατεύθυνση τη δυσδιάκριτη αλλά υπαρκτή εξέλιξη και πρόοδο — αυτά όλα– οι συντάκτες του Σχεδίου Π.Σ. τα αντιμετωπίζουν  με υπεροψία και δυσπιστία; «Για να καλλιεργηθούν οι δεξιότητες αυτές (δηλαδή οι προϋποθέσεις της κριτικής σκέψης), θα πρέπει να περιοριστεί ως διδακτική πρακτική η ιστορική αφήγηση και να δοθεί  εύλογος διδακτικός χρόνος για την εφαρμογή στρατηγικών και τεχνικών (!) που στηρίζονται στην ιστορική ανάλυση και ερμηνεία και ταυτόχρονα αξιοποιούν μεθοδικά και σε βάθος τις ιστορικές πηγές» (σελ.7).

Είναι προφανές ότι οι καθηγητές ιστορίας των οικείων πανεπιστημιακών τομέων αλλά και των παιδαγωγικών τμημάτων μετακομίζουν ως διδάσκοντες στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αφού το αντικείμενο της ειδικότητάς τους μεταφέρεται πλέον εκεί. Διαφορετικά, θα κινδύνευαν να χάσουν τη δουλειά τους, αφού, από δω και στο εξής,  στα Πανεπιστήμια δε θα είχαν πλέον με τι να ασχοληθούν!

Λίγες σελίδες παρακάτω οι συντάκτες του Σχεδίου γίνονται περισσότερο σαφείς: «Η νέα αντίληψη για τα περιεχόμενα της διδασκαλίας της ιστορίας προωθεί την άρση της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικής ιστορίας (…), που εστιάζει στην πολιτική, στρατιωτική και διπλωματική δράση των μεγάλων προσωπικοτήτων» (σελ. 9). Φαίνεται ότι τους διαφεύγει κάτι το βασικό. Ότι δηλαδή η πολιτική ιστορία  είναι το συνεκτικό  εκείνο πλαίσιο, στο οποίο εντάσσονται και από το οποίο απορρέουν τόσο η κοινωνική, η οικονομική και η «πολιτισμική» ιστορία όσο και οι επιμέρους θεματικές ενότητες που υπαινιχθήκαμε παραπάνω. Αυτά όλα τα αντικείμενα  θα μπορούσαν κάλλιστα να αξιοποιηθούν διδακτικά με στοχευμένες παρεκβάσεις, που δε θα αναιρούσαν αλλά θα συμπλήρωναν και θα εμπλούτιζαν την κυρίως ειπείν ιστορική αφήγηση. Κάτι τέτοιοι όμως δεν εντάσσεται στο σχεδιασμό των συντακτών του Σχεδίου Π.Σ.

Επιστρέφουμε κατά πάσα βεβαιότητα στη λογική, από την οποία διεπόταν η συγγραφική ομάδα εκείνου του αλήστου μνήμης βιβλίου «Ιστορία Στ΄ Δημοτικού». Εκεί, όπως ίσως θα θυμούνται οι παλαιότεροι, αφιερωνόταν, για παράδειγμα, μισή σελίδα στις εισαγωγές και τις εξαγωγές της χώρας το 1858, αλλά για το ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου γινόταν ένας απλός υπαινιγμός και τίποτα περισσότερο. Ή διετίθετο μια ολόκληρη σελίδα για τα  αθηναϊκά καφενεία του 19. αιώνα, τη στιγμή κατά την οποία η αφήγηση για το αλβανικό έπος συρρικνωνόταν σε μια σύντομη επί τροχάδην αναφορά. Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική ύλη μετατρέπεται σε «ψηφίδες», με σκοπό να προκύψει  ένα σουρεαλιστικό μεταμοντέρνο παζλ, ώστε η κυρίως ειπείν ιστορική ύλη να «φυγαδευτεί από την πίσω πόρτα».

 

  1. Ιστορική αμνησία και ιστοριογραφικός αναθεωρητισμός. — Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία στην υποχρεωτική εκπαίδευση δεν είναι πλέον αυτή που γνωρίζαμε ως τώρα. Δεν πρόκειται για ριζική ανανέωση του μαθήματος αλλά στην ουσία για ένα νέο μάθημα με καινούργια ύλη, διαφορετικούς στόχους και πρωτόγνωρες διδακτικές μεθόδους, το οποίο οικειοποιείται το όνομα της ιστορίας και καταλαμβάνει στο πρόγραμμα τη θέση της. Όσο και αν ξορκίζουν τον αναχρονισμό και τον «παροντισμό», οι συντάκτες του Σχεδίου Π.Σ. κάνουν το παν, ώστε η ιστορία ως αντικειμενική προσέγγιση και κριτική ερμηνεία  του παρελθόντος να εξανεμιστεί και να μετατραπεί σε πολυθεματικό καπνό. Βασική μέριμνά τους είναι ένα είδος «συγχρονικής» αντιμετώπισης της ιστορίας, που με το πρόσχημα ότι αναπτύσσει την κριτική σκέψη και ενσταλάζει ανθρωπιστικές και δημοκρατικές αξίες προωθεί ιδεολογικές  θέσεις και πολιτικές επιλογές με σαφή και ευδιάκριτο προσανατολισμό.

Και ενώ η μηχανική αποστήθιση καταδικάζεται –και πολύ σωστά–, δεν αναφέρεται πουθενά η σημασία της καλώς εννοούμενης ιστορικής μνήμης, χάρη στην οποία εσωτερικεύεται και αφομοιώνεται γόνιμα το ιστορικό υλικό, συνυφαίνεται αρμονικά με προϋπάρχοντα γνωστικά στοιχεία και μετατρέπεται σε δυναμογόνο παράγοντα πνευματικής δημιουργίας. Στη σπουδή της ιστορίας η κριτική σκέψη προϋποθέτει απαραιτήτως τη γόνιμη ιστορική μνήμη, γιατί χωρίς αυτήν παραμένει μετέωρη και ακροβατεί στο κενό. Ταυτόχρονα,  ο ιστορικός βίος των εθνών εκτίθεται σε σοβαρούς κινδύνους, όταν στα σχολεία οι νέες γενιές καταδικαστούν σε ιστορική αμνησία ή αποκτήσουν μια στρεβλή γνώση του παρελθόντος, όταν δηλαδή ο ιστοριογραφικός αναθεωρητισμός μετατρέψει τους καθηγητές σε «καθοδηγητές» και πείσει τους δασκάλους να μη διδάσκουν, αλλά να «δασκαλεύουν»…

Τι είναι, όμως, ο «ιστοριογραφικός αναθεωρητισμός», στον οποίο αναφερόμαστε συνεχώς; Στο παράθεμα που ακολουθεί μπορεί να βρει κανείς την επιτομή του (οι επισημάνσεις λέξεων και φράσεων είναι δικές μου): «Για τους νεαρούς αυτούς ιστορικούς (ενν. τους πρωτοπόρους, από τους οποίους εμπνέονται προφανώς οι συντάκτες του Σχεδίου Π.Σ.) πρωτεύει η μεθοδολογική ανανέωση σε σχέση με την αντιμετώπιση των γρίφων του παρελθόντος. Επιμένουν στην κοινωνική και στην πολιτισμική ιστορία, έστω και αν παραμελούν την πολιτική ιστορία. Στα επιτεύγματά τους είναι η υιοθέτηση της έννοιας του έθνους ως κατασκευής στον 19ο και στον 20ό αιώνα, η αποεθνικοποίηση της εικόνας του παρελθόντος, η ενασχόληση με σιωπές, όπως η ιστορία των μειονοτήτων και των πολλών εθνοπολιτισμικών ομάδων των Βαλκανίων, η ιστορία των φύλων». Και επειδή κάθε τούρτα έχει και το κερασάκι της, το παράθεμά κλείνει με τα εξής άκρως αποκαλυπτικά και βαρυσήμαντα: «Οι ομάδες αυτές (ενν, οι «πολλές» και «εθνοπολιτισμικές») είναι πλέον ορατές στις περισσότερες βαλκανικές χώρες με μια αξιοσημείωτη κινητικότητα η οποία είναι δυνατή χάρη στην υποστήριξη προγραμμάτων από μη κυβερνητικές οργανώσεις και τη χρηματοδότηση των ιδρυμάτων του Τζορτζ Σόρος»[1]. — Τα σχόλια περιττεύουν…

 

  1. Εθνική ταυτότητα «πλουραλιστική και ανεκτική» ή μήπως ξεθωριασμένη και ενοχική;Μόλις στην 7η σελίδα και ενώ έχουν προηγηθεί οι σχοινοτενείς και μεγαλόστομες σκοποθεσίες σχετικά με την ιστορική σκέψη, τη χρήση πρωτογενών πηγών, την υιοθέτηση ιστορικής οπτικής, την κριτική σκέψη κτλ., κτλ. , οι συντάκτες του Σχεδίου Π.Σ. στέργουν –επιτέλους!– να κάνουν μνεία του κορυφαίου σκοπού σε ένα πρόγραμμα ιστορίας για Έλληνες μαθητές: «Η διδασκαλία της ιστορίας», διαβάζουμε, «στοχεύει, επιπλέον, στην καλλιέργεια της εθνικής ταυτότητας». Επειδή όμως οι εκφράσεις έχουν  τη σημειολογία τους, ο στόχος αυτός, υπαινικτικά, έχει το χαρακτήρα της παραχώρησης, της χαριστικής προσθήκης, με την έννοια ότι, όπως δηλώνεται ρητά, είναι  ένας στόχος «επιπλέον», λες και προστίθεται με βαριά καρδιά! Τέλος πάντων, κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Αλλά οι απόπειρες μετριασμού των εντυπώσεων με τη συστηματική υποτίμηση αν όχι και υπονόμευση του πρόσθετου και «ενοχλητικού» αυτού στόχου είναι αλλεπάλληλες και αρχίζουν ευθύς αμέσως. Σε μια «ανώδυνη» πρώτη φάση, η εθνική ταυτότητα φέρεται «να έχει ιστορία», προσεγγίζεται  «με ιστορική οπτική», είναι επιδεκτική «ιστορικοποίησης». Τι σημαίνει άραγε αυτό; Σημαίνει «αναγνώριση της ετερότητας όχι μόνο εκτός αλλά και εντός του έθνους (π.χ. Διαφορές και διακρίσεις βάσει φύλου, κοινωνικής τάξης, γλώσσας, εθνοτικής καταγωγής κλπ.)».Ας το δεχτούμε και αυτό, μολονότι σκόπιμα ασαφές και προφανώς όχι αθώο…Φτάνουμε αισίως στην  «πολυπλοκότητα» της εθνικής ταυτότητας, που είναι αλληλένδετη με τις έννοιες «της συνέχειας και της αλλαγής».

Και προς τι άραγε όλες αυτές οι νύξεις και οι αλλεπάλληλες «πλαγιοκοπήσεις» της εθνικής ταυτότητας; Η απάντηση δίνεται στο τέλος της σελίδας 7 και στην αρχή της σελίδας 8, δηλαδή στην «επώδυνη» δεύτερη φάση: «Η διδασκαλία της ιστορίας έχει κύριο έργο  να καλλιεργήσει μια πλουραλιστική και ανεκτική εθνική ταυτότητα, η οποία θα είναι απαλλαγμένη από μισαλλοδοξία και ξενοφοβία. Αυτό συνδυάζεται με την καλλιέργεια της δημοκρατικής συνείδησης και την καλλιέργεια (sic) ανθρωπιστικών αξιών» –. Τα πράγματα είναι πλέον ξεκάθαρα. Η εθνική ταυτότητα όχι μόνο αποδυναμώνεται και απαξιώνεται τεχνηέντως, αφού εμφανίζεται επιρρεπής σε αρνητικές στάσεις και μορφές συμπεριφοράς (μισαλλοδοξία, ξενοφοβία), αλλά και μοιάζει να τίθεται υπό την αυστηρή επιτήρηση «της δημοκρατικής συνείδησης» και των «ανθρωπιστικών αξιών», που λειτουργούν επί του προκριμένου ως άγρυπνοι φρουροί! Εύλογα, λοιπόν, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς το εξής. Από πού συνάγεται πως η «δημοκρατική συνείδηση» και «οι ανθρωπιστικές αξίες» λειτουργούν ως αντίβαρο στην ελληνική εθνική ταυτότητα, ενώ στην πραγματικότητα είναι η φυσική προέκτασή της; Πάλι καλά που οι συντάκτες του Σχεδίου Π.Σ. δεν έκαναν λόγο όχι απλώς για μια χαλαρή και ξεθυμασμένη εθνική ταυτότητα, αλλά και για μια εθνική ταυτότητα ενοχική, καθώς και για μαθητές που θα δυσφορούσαν επειδή την έχουν και δε θα είχαν αντίρρηση, όταν δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες, ακόμη και να την απεμπολήσουν χωρίς πολλούς δισταγμούς!

Και ενώ η καλλιέργεια της εθνικής ταυτότητας γίνεται αποδεκτή με τόσες προφυλάξεις και τόσα προαπαιτούμενα, στη σελ. 15 μαθαίνουμε ότι «η ανάδειξη και μελέτη του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα των κοινωνιών του παρελθόντος (…) μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση θετικών στάσεων απέναντι στην πολιτισμική διαφορετικότητα». Στη συνέχεια μάλιστα οι τόνοι ανεβαίνουν: «Η πολιτισμική διαφορετικότητα είναι πλεονέκτημα για μια κοινωνία» και γι’ αυτό «πρέπει να προωθείται και να προστατεύεται»…

Αν οι θέσεις αυτές είναι ορθές, αναρωτιέται κανείς το εξής: πώς εξηγείται  η αποσιώπηση της ανάγκης να προστατευτεί και να προωθηθεί παράλληλα η πολιτιστική ιδιοπροσωπία ΚΑΙ των Ελλήνων μαθητών, στην οποία μάλιστα θεμελιώνεται κατά κύριο λόγο η εθνική τους ταυτότητα; Η απορία γίνεται εντονότερη, όταν η αποσιώπηση αυτή διαπιστώνεται: α) μετά την επιχειρηματολογία των σσ. 7-8, η οποία κατέτεινε στην ουσιαστική αποδυνάμωση της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων μαθητών, και β) ταυτόχρονα με την εμφατική προβολή της σημασίας της «πολιτισμικής ετερότητας» και την ανάγκη της «προώθησής» της! Φαίνεται πως οι συντάκτες του Σχεδίου Π.Σ. αγνοούν κάτι το βασικό. Ότι δηλαδή, όταν η πολιτιστική και  εθνική ταυτότητα του γηγενούς και δημογραφικά κυρίαρχου εθνοτικού στοιχείου –στην προκειμένη περίπτωση του ελληνικού– είναι ισχυρή, επιτυγχάνεται η κοινωνική συνοχή, που αποτελεί εγγύηση για την ειρήνη, τη δημοκρατία και την ελευθερία. Και ότι, αντίθετα, οι εντάσεις και οι τριβές μεταξύ των πολιτισμικών ομάδων ανακύπτουν από τη στιγμή κατά την οποία οι γηγενείς θα μετατραπούν σε εθνικούς και πολιτισμικούς Ποσειδωνιάτες, για να θυμηθούμε λίγο τον Καβάφη, και μάλιστα στον ίδιο τους τον τόπο!…

 


  1. Αποσιώπηση εθνικής συνείδησης και αμφισβήτηση ιστορικής συνέχειας. — Υπάρχουν σε διάφορα σημεία του Σχεδίου Π.Σ., διάσπαρτες, συγκεκαλυμμένες και κάθε άλλο παρά «αθώες» νύξεις που όλες τους υποδηλώνουν σταθερά τον ίδιο ιδεολογικό προσανατολισμό: αποσιωπούν τη σημασία της εθνικής συνείδησης, υποβαθμίζουν τη σκοπιμότητα της σύνδεσης των Ελλήνων μαθητών με τους προγόνους τους και αμφισβητούν την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Πράγμα που σημαίνει ότι όσοι θα βασιστούν στον ιδεολογικό αυτό προσανατολισμό για να συγγράψουν διδακτικά εγχειρίδια  ή να επιλέξουν υλικό για την ιστορία στην υποχρεωτική εκπαίδευση θα μπορούσαν μελλοντικά να μας πείσουν ότι το βιβλίο «Ιστορία Στ΄ Δημοτικού» της συγγραφικής ομάδας Ρεπούση,, συγκρινόμενο με το δικό τους έργο, μοιάζει μάλλον… με πατριωτικό θούριο! Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα:

Α΄ Το να καταγγέλλεται ο εθνικισμός, που αποτελεί αδιέξοδη στάσης ζωής και αρνητική πολιτική επιλογή, είναι μια ενέργεια σωστή και επιβεβλημένη. Ωστόσο, το να αποσιωπάται η τόνωση της εθνικής συνείδησης των μαθητών με ταυτόχρονη εμμονή στον κίνδυνο του εθνικισμού δημιουργεί την υπόνοια ότι οι δύο έννοιες συγχέονται ή και ταυτίζονται είτε λόγω άγνοιας είτε εκ του πονηρού.  Ωστόσο, η εθνική συνείδηση δε έχει καμιά σχέση με τον εθνικισμό, γιατί δεν ευνοεί τη διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας και το σφετερισμό ξένων συμβόλων, δεν εκτρέφει ξενηλασίες και εθνοκαθάρσεις, δεν αντιστρατεύεται τη δημοκρατία και δεν εξωθεί σε επιθετικότητα εναντίον των γειτόνων. Η εθνική συνείδηση ενός λαού είναι η άγρυπνη βούληση των πολιτών του να ζήσουν ενωμένοι και ελεύθεροι το παρόν  και το μέλλον τους. Η βούληση αυτή αναβλύζει και τροφοδοτείται από το παρελθόν και συγκεκριμένα από την ιστορική μνήμη, την πολιτιστική παράδοση, καθώς και την κοινή γλώσσα και παιδεία. Στο Σχέδιο Π.Σ., λοιπόν, ενώ γίνεται αναφορά στην εθνική ταυτότητα των μαθητών, αγνοείται πλήρως η εθνική τους συνείδηση, που είναι έννοια  αλληλένδετη  με αυτήν. Επομένως, κρίνεται απαραίτητο να καλυφθεί αυτό το ακατανόητο κενό και να τονιστεί ότι η ενίσχυση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων μαθητών περιλαμβάνεται στους βασικούς σκοπούς της διδασκαλίας της ιστορίας.

Β΄  Στη σελ. 5 επιχειρείται να δειχτεί ότι ορισμένα γεγονότα του παρελθόντος, μολονότι «δεν επέφεραν μεγάλες αλλαγές σε βάθος χρόνου για μεγάλο αριθμό ανθρώπων» και, άρα, παρουσιάζουν μειωμένη «σημαντικότητα», μπορούν ωστόσο να αξιολογηθούν  θετικά με βάση «την οπτική και το σκοπό του καθενός». Οπότε παρατίθεται μεταξύ άλλων, πάντοτε στη ρύμη του λόγου, το ακόλουθο παράδειγμα με τη μορφή ερώτησης: «Είναι σημαντική η ζωή των προγόνων ενός μαθητή, οι οποίοι είναι σημαντικοί για αυτόν αλλά όχι απαραίτητα για τους άλλους;». Αν εδώ υπονοείται ο ΕΛΛΗΝΑΣ μαθητής (γιατί στην ουσία περί αυτού πρόκειται παρά την προσπάθεια να συγκαλυφθεί το θέμα!), τότε το παράδειγμα είναι οπωσδήποτε ατυχές, αφού οι πρόγονοι του Έλληνα μαθητή, χάρη στην πολιτιστική έκρηξη της οποίας υπήρξαν οι μεγαλόπνευστοι δημιουργοί, φώτισαν και πλούτισαν την ανθρωπότητα με την προσφορά τους στις ιδέες, στα γράμματα, στην τέχνη και στην επιστήμη, άρα «επέφεραν μεγάλες αλλαγές σε βάθος χρόνου για μεγάλο αριθμό ανθρώπων», κατά την έκφραση των συντακτών του Σχεδίου Π.Σ.  Αν, λοιπόν, οι παραπάνω θέσεις είναι σωστές, ανακύπτουν για τους τελευταίους οι ακόλουθες ερωτήσεις κρίσεως: α) Ποιοι είναι αυτοί οι “ΑΛΛΟΙ”, για τους οποίους η ζωή (δηλαδή η ιστορία) των προγόνων του ΈΛΛΗΝΑ μαθητή θα μπορούσε να μην  είναι «απαραίτητα» σημαντική; Και β) με ποια λογική η ιστορία  των προγόνων του ΈΛΛΗΝΑ μαθητή θα έπρεπε να λάβει ενδεχομένως σοβαρά υπόψη της το μειωμένο ενδιαφέρον αυτών των “ΑΛΛΩΝ” για το συγκεκριμένο θέμα;

Γ΄ Τελικά, η επίθεση μεταφέρεται στην ίδια την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού (σελ. 9), κάτι όμως που συγκαλύπτεται τεχνηέντως με την αναφορά στις δυσκολίες που γεννιούνται λόγω της «γραμμικής» διάταξης της ιστορικής ύλης, με την αμφισβήτηση της έννοιας της ιστορικής προόδου, καθώς και με τον υπαινιγμό πως η ιστορία για τους μαθητές του Δημοτικού θα ήταν προτιμότερο να ξεκινούσε από συγκεκριμένα και οικεία γι’ αυτούς δεδομένα, δηλαδή να έπαυε ουσιαστικά να είναι ιστορία και να μετατρεπόταν…σε πατριδογνωσία!. Μέσα σε όλα αυτά, λοιπόν, αρχικά «κρύφτηκε» αλλά τελικά ξεπρόβαλε με αθώα φυσικότητα το ζητούμενο, που η αποκάλυψή του προετοιμαζόταν μεθοδικά: «Αυτή  η επιλογή επίσης (δηλαδή η «γραμμική» διάταξη της ιστορικής ύλης) αναπαράγει την αντίληψη για την αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια στον χρόνο κυρίως του εθνικού υποκειμένου», κτλ., κτλ. Έτσι απλά. Και επειδή, όπως είπαμε ήδη, πίσω από τις λέξεις κρύβονται οι προθέσεις, όταν λέμε εδώ «εθνικό υποκείμενο», εννοούμε το ελληνικό έθνος. Όταν λέμε «αναπαράγει την αντίληψη», εννοούμε διαιωνίζει μια εσφαλμένη αντίληψη, μια ιστορική πλάνη. Και όταν λέμε «αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια στον χρόνο», εννοούμε πως η αντίληψη αυτή αποτελεί έναν ιδεοληπτικό εθνικό μύθο και τίποτα περισσότερο. Το εννοούμε, αλλά δεν το λέμε!

Το ατύχημα για όσους αγιοποιούν τον Φαλμεράγιερ και αποδομούν ταυτόχρονα τον Παπαρρηγόπουλο συνίσταται στο ότι ο τελευταίος δεν είναι καθόλου μόνος. Όλο αυτό, λοιπόν, το οικοδόμημα της εθνοαποδόμησης και του ελληνομηδενισμού, που με τόση σπουδή, τόση φροντίδα και τόσο ένθεο ζήλο χτίζει χρόνια τώρα ο ιστοριογραφικός αναθεωρητισμός, δέχτηκε  ένα καίριο πλήγμα από το μαρξιστή ιστορικό και πανεπιστημιακό καθηγητή Νίκο Σβορώνο.  Βέβαια, οι «θιγόμενοι» έκαναν το παν για να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα. Ισχυρίστηκαν, λοιπόν, «εν χορώ» ότι τάχα ο Σβορώνος έκανε λάθος ή ότι αυτά που είπε δεν τα εννοούσε έτσι όπως τα είπε ή ότι εμείς οι βέβηλοι δεν καταλάβαμε καλά αυτά που ήθελε να πει   — και άλλα ομιχλώδη και βαθυστόχαστα. Το λόγια όμως του ίδιου του ιστορικού τούς διαψεύδουν κατηγορηματικά: «Για το ότι υπάρχει (…) από παλιά, πολύ παλιά, ένας ελληνικός λαός που έχει συνείδηση της ενότητας του και της διαφοράς του από τους άλλους λαούς, και έχει συνείδηση της ιδιαιτερότητας του και της πολιτισμικής του συνέχειας, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία»[2].

Τι δεν καταλαβαίνουν ή δε θέλουν άραγε να  καταλάβουν οι αρνητές της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού; — Δεν μπορούν ή δε θέλουν να καταλάβουν ότι στην ελληνική ιστορία η διαδρομή του ιστορικού χρόνου συνεπάγεται μεταβολές, αλλαγές, παύσεις, ακόμη και τομές, αλλά όχι ρήξεις και μάλιστα αγεφύρωτες. Η αιτία βρίσκεται στο ότι το παλιό επιβιώνει και συντίθεται με το καινούργιο σε μια σειρά πραγματοποιήσεων, όπου η μεταβολή και η διαφορά συνυπάρχουν με τη συνέχεια. Και όλα αυτά, χάρη στο υπόγειο εκείνο ρεύμα ιστορικών αναμνήσεων, βιωμάτων, πεποιθήσεων, παραδόσεων, ιδεών, αξιών, ηθών και εθίμων, που με όχημα τη γλώσσα παρακολουθεί αδιάλειπτα το ελληνικό έθνος στις διαδοχικές φάσεις της μακραίωνης ιστορικής διαδρομής του.

 

  1. Η ανάγκη των στοχαστικών υπερβάσεων.Ας σταματήσουμε όμως εδώ. Μπορεί η κριτική που ασκήθηκε παραπάνω να είναι αυστηρή, αυτό δε σημαίνει, όμως, ότι παραθεωρούνται οι όποιες θετικές πλευρές του Σχεδίου Π.Σ., και ειδικότερα: α)  η απόπειρα να θεμελιωθεί θεωρητικά το πρόγραμμα ιστορίας και β) η προσπάθεια να αξιοποιηθούν οι ανανεωτικές τάσεις που σημειώνονται διεθνώς στο χώρο της εξιστόρησης του παρελθόντος. Πολύ περισσότερο, όταν οι τάσεις αυτές απορρέουν από τις κοσμογονικές αλλαγές που σημειώνονται διεθνώς στον πολιτικό, τον οικονομικό, τον κοινωνικό, τον τεχνο-επιστημονικό και τον πολιτιστικό τομέα από τα μέσα περίπου του 20. αιώνα ως τις μέρες μας. Το πρόβλημα της διδασκαλίας της ιστορίας στην εκπαίδευση ήταν αναπόφευκτο να τεθεί, δεδομένου άλλωστε ότι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τα προβλήματα όταν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για την επίλυσή τους.

Από το άλλο μέρος, όμως, σε παρόμοια εγχειρήματα επιβάλλεται να τηρείται το μέτρο και να μην επιχειρούνται αστόχαστες ανατροπές που αλλοιώνουν δραματικά το σκοπό και τη φυσιογνωμία του μαθήματος. Κανένας δε μας υποχρεώνει να επιδείξουμε υπερβάλλοντα ζήλο και να μετατραπούμε σε πλειοδότες υιοθετώντας άκριτα τη ρητορεία της ιστοριογραφικής μετανεωτερικότητας! Η ιστορία πρέπει να παραμείνει αντικειμενική προσέγγιση και κριτική μελέτη του παρελθόντος και να μην παραχωρήσει τη θέση της ούτε στην Πολιτική Παιδεία ούτε στην ηθική και τη χρηστομάθεια ούτε στην πατριδογνωσία ούτε στις μονογραφίες με θέμα την πραγμάτευση πτυχών της επικαιρότητας. Και οι κατά τα άλλα ευπρόσδεκτες αλλαγές στο περιεχόμενο και τη μέθοδο διδασκαλίας του μαθήματος είναι σκόπιμο να εισάγονται πρωτίστως στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και με πολλή φειδώ στην υποχρεωτική, όπου δεν παράγεται καινούργια επιστημονική γνώση, αλλά ασκείται κατά κύριο λόγο αγωγή.

Τέλος, επιβάλλεται οι εισαγόμενες καινοτομίες σε ένα ιδιαίτερα «ευαίσθητο» μάθημα όπως η ιστορία να μη μεταφυτεύονται αυτούσιες στη χώρα μας, αλλά να εναρμονίζονται. με τα υπάρχοντα δεδομένα και να προκύπτουν ως καρπός δημιουργικής σύνθεσης. Ιδιαίτερα, δεν νοούνται πειραματισμοί σε θέματα εθνικής συνείδησης και ταυτότητας των Ελλήνων μαθητών, καθώς και ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού. Η  μακραίωνη ιστορία  και οι πολιτιστικοί θησαυροί που συνιστούν τη διαχρονική ιδιοπροσωπία του λαού μας  πρέπει να ενσταλαχτούν στη ζωντανή και γόνιμη μνήμη των Ελλήνων μαθητών  και να λειτουργήσουν ως παράγοντες δημιουργικής έμπνευσης. Αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει πως οι συντάκτες των Σχεδίων Π.Σ., ενώ θα διατηρήσουν από τις νέες τάσεις στη διδασκαλία  της ιστορίας τα γόνιμα στοιχεία τους, ταυτόχρονα θα προφυλάξουν το μάθημα από τις εμμονές και τις αγκυλώσεις της εθνοαποδόμησης.

Απευθύνουμε έκκληση στον κ. Υπουργό Παιδείας να αποσύρει το Σχέδιο Π.Σ., το οποίο, παρά τις όποιες αρετές του, θα οδηγήσει νομοτελειακά το μάθημα της ιστορίας σε τραγικό  αδιέξοδο. Είναι επίσης απαραίτητο η υπάρχουσα ομάδα ειδικών να εμπλουτιστεί με γνωστούς και καταξιωμένους επιστήμονες από το ευρύτερο  φάσμα των ιστορικών, ώστε το νέο Σχέδιο που θα προκύψει να είναι καρπός πολύπλευρης προσέγγισης και στοχαστικών υπερβάσεων προς όφελος του μαθήματος και κυρίως των μαθητών. Θα ήταν άλλωστε αδιανόητη αυτοδιάψευση να μην υπηρετηθεί το αίτημα της πολλαπλότητας και του σεβασμού της «ετερότητας» από την επιστημονική πολυφωνία των ειδικών αλλά από τον ιδεολογικό μονόλογο μιας άξιας, ενδεχομένως, ομάδας, που όμως η οπτική της εγκλωβίζεται σε σαφείς και συγκεκριμένους προσανατολισμούς.

                                                                             ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

[1] Αντώνη Λιάκου, Πώς γράφεται η ιστορία στα Βαλκάνια; «Το Βήμα», 10/2/2002.

[2] Κ. Θ. Δημαρά και Νίκου Σβορώνου, Η μελέτη της ιστορίας, εκδ. ΑΓΡΑ, in «Ιστορικά  Θέματα», Η ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού μέσα από την ματιά του Νίκου Σβορώνου, http://www.istorikathemata.com/2010/01/blog-post_1205.html

(282) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *