Αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες ανάλυση των γεγονότων

Γράφει ο Ανδρέας Σταλίδης.
(Το άρθρο γράφτηκε τον Μάϊο του 2000 και είχε δημοσιευθεί στο Αντίβαρο στην εξής μορφή).

Θα προσπαθήσουμε να δούμε το ζήτημα από διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Νομική πλευρά

Το νομικό πλαίσιο ανακύπτει από το νόμο 1988/1991. Ο νόμος αυτός χαρακτηρίζεται ως ειδικός επειδή αφορά συγκεκριμένα τις αστυνομικές ταυτότητες, δεν έχει καταργηθεί ποτέ και ρητά αναφέρει ότι το θρήσκευμα αναγράφεται υποχρεωτικά στα δελτία αυτά. Ο νόμος 2472/1997 είναι εκείνος βάσει του οποίου δημιουργήθηκε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Είναι όμως γενικός αφού δεν αφορά τις ταυτότητες συγκεκριμένα, αλλά πολύ ευρύτερα τις ευαίσθητες πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα.

Δε χρειάζεται πολλές ειδικές γνώσεις, αφού και οι πρωτοετείς φοιτητές νομικής γνωρίζουν ότι ένας ειδικός νόμος είναι ισχυρότερος ενός γενικού ακόμη και αν είναι προγενέστερος. Άρα λοιπόν, σύμφωνα με τους νόμους του κράτους, ο 1988/91 είναι σε ισχύ και επιβάλλεται η υποχρεωτική αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες.

Από την άλλη, η αντίθετη απόφαση της κυβέρνησης στηρίζεται στην ερμηνεία του νόμου του 2472/97 που εξέδωσε η Αρχή Προστασίας. Το όργανο αυτό όμως αφ’ ενός δεν έχει νομοθετικό χαρακτήρα. Μονάχα το κοινοβούλιο είναι αρμόδιο να εγκρίνει και να ερμηνεύει νόμους και καμία άλλη “ανεξάρτητη” αρχή. Αφ’ ετέρου, υπάρχει και μία αντιστροφή λειτουργιών. Υποτίθεται ότι η Αρχή αυτή λειτουργεί βάσει του νόμου του 1997, δεν μπορεί λοιπόν να υπερισχύει του γεννήτορα νόμου σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον ερμηνεύει κι όλας. Δηλαδή, δεν μπορεί το δημιούργημα του νόμου 2472/97 να καθίσταται υπεράνω αυτού και να δίνει σ’ αυτόν τις ερμηνείες που επιθυμεί! Το αντίθετο έπρεπε να συμβαίνει. Να ορίζονται δηλαδή τα όρια λειτουργίας της Αρχής από το νόμο. Και, ασφαλώς, ούτε νομοθετική εξουσία της δίνεται, ούτε καν οι γνωμοδοτικές αποφάσεις της έχουν την υποψία δεσμεύσεων για την κυβέρνηση -όπως δήλωσε τηλεφωνικά ο πρωθυπουργός στον Αρχιεπίσκοπο.

Ορισμένα νομικά επιχειρήματα εξηγούνται (Τα Νέα 3/7) και από το βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Π. Κρητικό ο οποίος προτείνει στην κυβέρνηση να περάσει σχετικό νόμο στη βουλή, εφόσον αυτή είναι το μοναδικό αρμόδιο όργανο για να καταργήσει κάποιον νόμο και να εφαρμόσει άλλον, και σε καμία περίπτωση η Αρχή Προστασίας.

Το αρχικό επιχείρημα του ειδικού έναντι γενικού νόμου είναι σαφέστατο. Πέραν αυτού όμως, υπάρχουν και άλλα προβλήματα στο συγκεκριμένο θέμα, νομικής και πολιτικής υφής, αλλά και συμπεριφοράς ακόμα.

  • Πρώτον, η δημοσιοποίηση (11/5) της άποψης του προέδρου της Αρχής αυτής πριν τη σύγκλησή της σε συνεδρίαση για να αποφανθεί περί του ζητήματος. Για τα νομικά δεδομένα, είναι πρωτοφανές και καθιστά άκυρη οποιαδήποτε απόφαση.
  • Δεύτερον, η συμμετοχή του νυν υπουργού δικαιοσύνης στην επιτροπή αυτή ως μέλος της μέχρι την ημέρα υπουργοποίησής του, δημιουργεί επίσης προβλήματα. Πέραν των “φημών” που εκφράστηκαν γραπτώς σε διάφορα έντυπα ότι η σχετική απόφαση της αρχής ήταν ειλλημένη από την εποχή που συμμετείχε στην επιτροπή ο νυν υπουργός δικαιοσύνης, υπάρχει το ντοκουμέντο που πρόβαλλε από το Βήμα της Κυριακής ο Ευρωβουλευτής της ΝΔ Ι. Μαρίνος σχετικά με δημοσίευμά του και τηλεφωνική συνδιάλλεξη περί αυτής με τον Μ. Σταθόπουλο. Σύμφωνα λοιπόν με τη μαρτυρία(6/8) του Ευρωβουλευτή, ο Μ. Σταθόπουλος δεν αρνήθηκε ότι ο ίδιος ως μέλος της Αρχής πριν τις εκλογές της 9ης Απριλίου επιμελήθηκε την απόφασή της της 15ης Μαίου. Και αυτό είναι επίσης πρωτοφανές και καθιστά επίσης άκυρη την απόφαση.
  • Τρίτον, ακόμη και αν δεχτούμε ως ισχυρότερο το νόμο του 1997 αντί του 1991, βλέπουμε ότι αυτός εισαγάγει την έννοια της συγκατάθεσης η οποία οδηγεί προφανώς στη προαιρετική αναγραφή. Συγκεκριμένα στο άρθρο 7, παρ. 2α του νόμου 2472/97 αναφέρεται ότι “επιτρέπεται η συλλογή και επεξεργασία -τέτοιων πληροφοριών- εάν υπάρχει συγκατάθεση του πολίτη”.

Πολιτική συνέπεια

  • Τέταρτον, δεν πρέπει να ξεχνάμε και το πολιτικά ηθικό θέμα συνέπειας της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Όταν το κόμμα βρισκόταν στην αντιπολίτευση και η ΝΔ προσπάθησε να περάσει το 1993 σχετικό νομοσχέδιο από τη βουλή για την προαιρετική αναγραφή, οι σήμερα ακραιφνείς υποστηρικτές της απόφασης Σημίτη (πχ. Α. Κακλαμάνης) ενστερνιζόταν την υποχρεωτική αναγραφή και συνηγορούσαν υπέρ της χρησιμοποιώντας μάλιστα πολλά από τα σημερινά επιχειρήματα του Χριστόδουλου περί σχεδίου εναντίον της εκκλησίας! Η πολιτική ασυνέπεια λόγων έχει και ορισμένα όρια και δεν μπορεί να γελοιοποιεί θεσμούς βαθειά ριζωμένους στη δημοκρατική αντίληψή μας, όπως αυτόν του Προέδρου της Βουλής που, δυστυχώς, ο Α. Κακλαμάνης δείχνει να μην τιμά όπως αρμόζει στις προσδοκίες μας από τα πρώτα χρόνια παρουσίας του εκεί.

Αλαζονεία της εξουσίας

  • Πέμπτον, ο τρόπος που αυτό το ζήτημα ανέκυψε εκ του μηδενός και έφτασε να γίνει κυρίαρχο της πολιτικής επικαιρότητας για τόσους μήνες είναι δηλωτικός μιας αυταρχικής συμπεριφοράς της εξουσίας. Θυμίζουμε ότι αρχικά οι δηλώσεις του Σταθόπουλου είχαν αποδοθεί από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο σε αυστηρά “προσωπικές απόψεις” του υπουργού που σε “ουδεμία αλλαγή πλαισίου” δεν επρόκειτο να οδηγήσουν την κυβέρνηση. Κατόπιν, αυτό επιβεβαιώθηκε και από τον Ευθυμίου που συμφώνησε με το Χριστόδουλο στο κλίμα χαμηλών τόνων διαβεβαιώνοντάς τον για το “πάγωμα του ζητήματος”. Ξαφνικά όμως η κυβέρνηση άλλαξε στάση και αυτή μας την ανακοίνωσε μία εφημερίδα την προηγούμενη ημέρα! Το άδειασμα του κυβερνητικού εκπροσώπου και του υπουργού εθνικής παιδείας και θρησκευμάτων ήτανε σε προσβλητικό βαθμό, και ο εμπαιγμός του Αρχιεπισκόπου σε εξευτελιστικό βαθμό.

Ιδεολογικό χρώμα και “φακέλωμα”

  • Έκτον, ενώ για τα υπόλοιπα στοιχεία που αφαιρούνται από τις ταυτότητες το αιτιολογικό ήταν πως “δεν είναι απαραίτητα για την ταυτοποίηση του ατόμου”, το επιχείρημα για το θρήσκευμα ήτανε πως έτσι “καταπολεμούν το φακέλωμα του κράτους στον πολίτη”, πως “σταματούν τις διακρίσεις σε βάρος των μη ορθοδόξων” κλπ, δίνοντας έτσι ένα ιδεολογικό χρώμα στην απόφαση αυτή. Τα παραπάνω υποστηρίχθηκαν κατά κόρον από συνηγόρους της κυβερνητικής πολιτικής. Ένώ λοιπόν, αντιμετωπίζοντας το ζήτημα ψυχρά και από τη σκοπιά και τη λογική της κυβέρνησης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το θρήσκευμα όντως δεν είναι απαραίτητο για την ταυτοποίηση του ατόμου, τα επιχειρήματα περί φακελώματος και διακρίσεων χρήζουν απάντησης επειδή είναι παραπλανητικά και λαθεμένα επίσης. Και την απάντηση αυτή, δικαιούται να την εκφράσει δημοσίως ο προκαθήμενος της εκκλησίας, ως κορυφή της Εκκλησίας της Ελλάδος. Στο σημείο αυτό αναφερόμαστε και στις κατηγορίες περί “πολιτικού λόγου” της εκκλησίας. Εφόσον η κυβέρνηση έδωσε τέτοιο ιδεολογικό υπόβαθρο στην απόφασή της, δεν μπορούσε να περάσει αναπάντητο αυτό και ο αρμόδιος φορέας είναι η εκκλησία. Προχωρώντας, έχουμε να πούμε ότι το επιχείρημα περί φακελώματος είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας. Ο λόγος είναι ότι κάθε δέκα χρόνια γίνεται απογραφή και εκεί για στατιστικούς λόγους υπάρχει το ερώτημα του θρησκεύματος. Ενώ λοιπόν θα ήταν τρέλλα να υποστηρίξει κάποιος ότι το ερώτημα αυτό κατά την απογραφή αποτελεί παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων για προφανείς λόγους, εν τούτοις, αυτό είναι υπέρ αρκετό για το κράτος να “φακελώσει” τους πολίτες με βάση το θρήσκευμα. Εάν γίνεται τέτοιο φακέλωμα, δε χρειάζεται τις ταυτότητες το κράτος, το κάνει μια χαρά και αθόρυβα μάλιστα κατά την απογραφή. Και η επόμενη ξεκινάει σε λίγους μόνο μήνες… Για να δούμε λοιπόν τότε, θα μιλήσει κανένας για “παραβίαση θρησκευτικών ελευθεριών” από το ερώτημα περί θρησκεύματος κατά την απογραφή του 2001?
  • Έβδομον, αναλύσαμε το σκεπτικό της κυβέρνησης ότι “κρατάμε στις ταυτότητες εκείνα και μόνο εκείνα τα στοιχεία που είναι απολύτως απαραίτητα για την ταυτοποίηση του ατόμου και κανένα μα κανένα επιπλέον”. Αυτό το επιχείρημα προφανώς οδηγεί μαθηματικώς στα στοιχεία που αποφάσισε να κρατήσει η κυβέρνηση. Με μία διαφορά όμως. Με αυτό σα βάση, ποιος ο λόγος να αναγράφεται στις ταυτότητες η ομάδα αίματος, και μάλιστα προαιρετικά? Δηλαδή: είτε αποφασίζουμε ότι το στοιχείο αυτό της ομάδας αίματος είναι απαραίτητο οπότε το βάζουμε υποχρεωτικά, είτε κρίνουμε ότι δεν είναι απαραίτητο οπότε απαγορεύουμε την αναγραφή του (όπως με τα υπόλοιπα). Η απάντηση υπάρχει. Αφ’ ενός, καταλαβαίνουμε όλοι ότι το στοιχείο αυτό δεν είναι απολύτως απαραίτητο για την ταυτοποίηση του ατόμου, αλλά εισάγεται στις ταυτότητες για πρακτικούς λόγους, πχ. σε περίπτωση ατυχήματος να γνωρίζουν οι γιατροί τι αίμα να μεταγγίσουν στον ασθενή. Από αυτό το σημείο κρατάμε τη διάθεση της κυβέρνησης να ρίξει λίγο νερό στο κρασί της, δηλαδή να μην είναι τελείως δογματική στο “κρατάμε ό,τι είναι απολύτως απαραίτητο και μόνο αυτό, και τίποτα άλλο”. Ως εδώ εξηγούμε γιατί εισάγεται η αναγραφή της ομάδας αίματος. Αφ’ ετέρου, το προαιρετικό της αναγραφής αυτής, εξηγείται από την πρόθεση της κυβέρνησης να εξυπηρετήσει μία μικρή ομάδα πολιτών, μία μειονότητα, τους μάρτυρες του Ιεχωβά. Η ομάδα αυτή, ως γνωστόν, δε δέχεται τις μεταγγίσεις αίματος, οπότε θα έχει την επιλογή να αφήσει κενή τη σχετική θέση της ταυτότητας μην έχοντας προβλήματα σε ενδεχόμενο ατυχήματος όπως εξηγήσαμε προηγουμένως. Και στο σημείο αυτό, να θέσουμε το κρίσιμο ερώτημα. Είναι γνωστό ότι επρόκειτο για πάγιο αίτημα των Αμερικανοεβραίων προς την ελληνική κυβέρνηση να αφαιρέσουν το θρήσκευμα από τις ταυτότητες (παρόλο που στο Ισραήλ είναι υποχρεωτικό και μάλιστα με διαφορετικό χρώμα για να γίνεται εύκολα αντιληπτό!). Δε θα το έγραφα, εάν δε δημοσιευόταν σε αρκετές ελληνικές εφημερίδες (Χριστιανική 15/5, Χώρα 28/6, Καθημερινή 2/7, Ελεύθερος Τύπος 28/7), αλλά και από ανακοίνωση του Αμερικανικού Εβραικού Συμβουλίου (AJC) στις 13/4/1996 όπου λέει τα εξής “Όπως έχει γίνει σε πολλές προηγούμενες συναντήσεις (η πιο πρόσφατη το Δεκέμβριο του 1995 στην Αθήνα), οι ηγέτες του AJC έφεραν το θέμα των νέων Ελληνικών ταυτοτήτων, οι οποίες θα αποδεικνύουν τη θρησκεία του κατόχου. Ο  νόμος για τα νέα δελτία ταυτότητας που πέρασε από την Ελληνική Βουλή, έχει δημιουργήσει έντονο ενδιαφέρον, μεταξύ άλλων, για τη μικρή Εβραική κοινότητα. Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης είπε ότι η Κυβέρνησή του είχε αρνηθεί το νομοσχέδιο όταν προτάθηκε για ψήφιση στη Βουλή και δέσμευσε την Κυβέρνησή του να αναζητήσει τρόπους να αλλάξει το νόμο, ενώ η Ελλάδα προχωρεί στην Ευρωπαική Ολοκλήρωση”. Επιπλέον στοιχείο για την εμπλοκή των Εβραίων δημοσιεύθηκε στον “Ορθόδοξο Τύπο” (16/6) και αφορά εισαγωγική παράγραφο από λόγο του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου στην Ιερά Σύνοδο στις 5/10/1999 (σε ανύποπτη δηλαδή στιγμή για το ανακύψαν ζήτημα), όπου είπε τα εξής «Ειδικότερα σε ό,τι αφορά στη συζήτησή μας με το Εβραϊκό Συμβούλιο των ΗΠΑ για τις ταυτότητες και την αναγραφή του θρησκεύματος σ’ αυτές, πέρα της προφορικής αναπτύξεως των απόψεων της Εκκλησίας μας, επηκολούθησε και ανταλλαγή αλληλογραφίας μας, κατά την οποίαν οι μεν Εβραίοι ενέμεναν στις απόψεις των για μη αναγραφή του θρησκεύματος στις νέες ταυτότητες, εμείς δέ επανελάβαμε και γραπτώς τα επιχειρήματα μας υπέρ της δυνητικής αναγραφής του. Ενημερώσαμε σχετικά και τον κ. Πρωθυπουργόν, τον οποίον επεσκέφθησαν οι Αμερικανοί Εβραίοι την ίδιαν ημέραν που επεσκέφθησαν και ημάς. Δέν γνωρίζομεν τι θα αποδώσουν οι πιέσεις, που ασφαλώς ησκήθησαν για το θέμα αυτό στην Κυβέρνηση. Παρακολουθούμεν την κατάσταση με προσοχή και επίγνωση της σοβαρότητός της». Και να προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο για το “ενδιαφέρον” των Εβραίων για το ζήτημα αυτό. Στις 2 Μαρτίου 2000, σε συνέντευξη τύπου του Υπουργού Εξωτερικών Γ. Παπανδρέου στις ΗΠΑ, έγινε μία ερώτηση από τον Ισραηλινό δημοσιογράφο Βίκτωρ Ιλιέζερ για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες (παρόλο που η συνέντευξη ήτανε για εξωτερική πολιτική!) και ο Υπουργός απάντησε ότι είναι εναντίον της αναγραφής. Τη διάθεση λοιπόν της κυβέρνησης από τη μία να εξυπηρετήσει τους ολιγάριθμους Εβραίους, καθώς και τους επίσης ολιγάριθμους Μάρτυρες του Ιεχωβά μέχρι και του σημείου να παρεκκλίνει από το δόγμα που εξηγήσαμε πριν, την είδαμε. Γιατί αυτή η διάθεση εξυπηρέτηση των πολιτών δε διευρύνεται και προς τη μεγάλη πλειονότητα του λαού που εκπεφρασμένα (61.4% στις 28/6) και σε ποσοστά σταθερά (60% στις 2/7) πάνω από 60% ζητεί (77.4% υπέρ προαιρετικής και υποχρεωτικής αναγραφής στις 14/9) την αναγραφή του θρησκεύματος και παράλληλα αισθάνεται θιγμένος?

Ιστορικά

  • Όγδοον, στην προσπάθεια των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης να δαιμονοποίσουν την αναγραφή του θρησκεύματος υποστηρίχθηκε από ορισμένους ότι αυτή ξεκίνησε από τη δικτατορία του Μεταξά και αργότερα γράφτηκε ότι ξεκίνησε από την κατοχική κυβέρνηση. Δυστυχώς όμως για αυτούς, κανένα από τα δύο δεν είναι ακριβές. Συγκεκριμένα, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Σ. Παπαθεμελής παρουσίασε ( Βήμα 7/7) ταυτότητες που είχαν εκδοθεί το 1922 και 1923 στις οποίες αναγράφονταν το θρήσκευμα, ενώ ορισμένες μέρες νωρίτερα, ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είχε αναφέρει στη λαοσύναξη των Αθηνών ότι το θρήσκευμα αναγράφεται από το 1914. Και μάλιστα την παράδοση αυτή τίμησε και το ΕΑΜ στις ταυτότητες που εξέδιδε κατά την κατοχή. Για να μπούνε πάντως τα πράγματα στη θέση τους, θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι ο τότε Αρχιεπίσκοπος είχε συνενοηθεί με τις αρχές του κράτους να εκδίδουν ταυτότητες με το θρήσκευμα με σκοπό την προστασία των Εβραίων πολιτών καταγράφοντάς τους ως “χριστιανούς”. Και η Εβραική κοινότητα το γνωρίζει αυτό και το εκτιμά. Προφανώς, το επιχείρημα περί του πότε θεσπίστηκε για πρώτη φορά η αναγραφή του θρησκεύματος δεν επηρεάζει κανένα λογικό άνθρωπο στην υποχρεωτική, προαιρετική ή απαγορευμένη αναγραφή του σήμερα. Επειδή όμως αναφέρθηκε έντονα στον τύπο, δικαιούνταν απάντησης.

Επιταγές της Ευρωπαικής Ένωσης

  • Ένατον, στην απέλπιδα προσπάθεια των ίδιων κύκλων να πείσουν για το δίκαιό τους, ενέπλεξαν την Ευρωπαική Ένωση στο παιχνίδι τους, και μάλιστα με ψευδέστατο και χυδαίο τρόπο. Διότι, όταν έγινε η σχετική επερώτηση στο Ευρωπαικό Κοινοβούλιο, ο εκπρόσωπος της Ευρωπαικής Επιτροπής απάντησε επί λέξη “από μια προκαταρκτική ανάλυση του θέματος πιστεύουμε ότι απλώς και μόνο η αναγραφή του θρησκεύματος για πληροφοριακούς ή στατιστικούς λόγους, αν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα μέτρα αρνητικής διάκρισης, δεν μπορεί να οδηγήσει σε οποιαδήποτε παραβίαση ευρωπαϊκής αρχής”. Η απάντηση όμως αυτή απεκρύβει (Βήμα 25/6) από τον ελληνικό λαό που συνέχισε να ενημερώνεται για τις περί του αντιθέτου δήθεν επιταγές της ΕΕ. Επίσης, ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Γ. Κρίππας εξηγεί (Απογευματινή 21/5):
    “Στην ισχόυσα σήμερα Συνθήκη της ΕΕ -γνωστή και ως Συνθήκη του Άμστερνταμ- έχει προσαρτηθεί η δήλωση 11 η οποία έχει ως εξής “η ΕΕ σέβεται και δεν προδικάζει το σύμφωνο με το εθνικό δίκαιο καθεστώς των Εκκλησιών και των θρησκευτικών ενώσεων ή κοινοτήτων στα κράτη μέλη“. Συνεπώς, καμία υποχρέωση δεν υπάρχει η οποία να επιβάλει μεταβολή των σχέσεων κράτους εκκλησίας, μεταβολή του καθεστώτος των εκκλησιών ή μεταβλή οιουδήποτε άλλου στοιχείου, θρησκευτικού ή εκκλησιαστικού χαρακτήρος, ως έχει διαμορφωθεί βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας”
    Ο Γ. Κρίππας παραθέτει μερικές αποφάσεις της Ευρωπαικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις οποίες οι εθνικές αρχές δικαιούνταν να απαιτήσουν από έναν πολίτη τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις χωρίς αυτό να αποτελεί παραβίαση ατομικού δικαιώματος. Παρόμοιες αποφάσεις δημοσιεύτηκαν και στο περιοδικό Νέμεσις Ιουνίου και είναι οι εξής
    1. υπόθεση 17187/80 Bernard et autres κατά Λουξεμβούργου της 8/9/1993 στην οποία το δικαστήριο απεφάνθη ότι “είναι απαράδεκτη η προσφυγή ατόμου επικαλούμενου παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων για το γεγονός ότι υποχρεώθηκε να δηλώσει στην αρμόδια κρατική υπηρεσία του Λουξεμβούργου τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις”.
    2. υπόθεση 10616/83 Jean et Bertha Gottesman κατά Ελβετίας της 4/12/1984
    Αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων διαφόρων ευρωπαικών κρατών
    1. Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο 15/12/1983 υπόθεση Bverfge
    2. Το Ομοσπονδιακό Κοινωνικό και Ασφαλιστικό Δικαστήριο της Γερμανίας με την υπ’ αριθ. RAR/97/1993 απόφαση, αναφερόμενο στα αντίστοιχα δημόσια αρχεία, απέρριψε αίτημα Ανατολικογερμανού, διότι αρνήθηκε να δηλώσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Από την έρευνα που έκανε η δικαστική αρχή διαπίστωσε ότι ο συγκεκριμένος πολίτης ήταν καταγεγραμμένος καθολικός. (Ως γνωστόν, στην Γερμανία οι πολίτες πληρώνουν στις ενορίες τους, βάσει των εισοδημάτων τους, εκκλησιαστικό φόρο, τον γνωστό ως “kirchen steyer”, και έχουν ταυτότητα της ενορίας. Εκείνοι που δηλώνουν άθεοι, πληρώνουν φόρο υπέρ του Πολιτισμού στο αντίστοιχο υπουργείο).
    3. Ανάλογη απόφαση υπάρχει και από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Βαυαρίας, με ημερομηνία 1.8.97
    Και σαν επιστέγασμα να σας μεταφέρουμε δήλωση στο Έθνος 26/5 του Ροζάκη, του Έλληνα δικαστή στο Ευρωπαικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο, τέως σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών και που κάθε άλλο παρά στο πλευρό της εκκλησίας ανήκει:
    “Αν Έλληνες πολίτες προσφύγουν στο Ευρωπαικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) υπέρ της προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος, μάλλον θα δικαιωθούν.”
    Και επειδή το επιχείρημα “Ευρώπη” παρότι ψευδέστατο, στόλιζε τη φαρέτρα των “φωταδιστών” ως δήθεν ατράνταχτο και καθηλωτικό προς τους αντιπάλους της, θα ασχοληθούμε λίγο περισσότερο με αυτό. Εκτός λοιπόν από το γεγονός ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία οδηγία, σύσταση, γνώμη ή απλή αναφορά (ούτε ασφαλώς νομοθέτημα) της ΕΕ και του κοινοτικού δικαίου που να αναφέρεται στο θέμα άμεσα ή έμμεσα, το περιοδικό Νέμεσις Ιουλίου δημοσίευσε έγγραφο της ΕΕ σχετικά με τη χρηματοδότηση διαφόρων εκκλησιαστικών φορέων και οργανισμών. Έτσι, για να έχουμε στο νου μας σε ποια ακριβώς “αποθρησκειοποιημένη Ευρώπη” ζούμε. Από το 1996 ως σήμερα 1.1 εκατομύρια ευρώ (400 εκ. δραχμές) έχουν δοθεί σε διάφορες τέτοιες οργανώσεις. Αν ρωτήσετε για την Ορθόδοξη εκκλησία, προφανώς η απάντηση είναι “ούτε δραχμή”. Ας τα δούμε αναλυτικά:
    JECI Διεθνής Καθολική Μαθητική Νεολαία 9.000 ευρώ
    EUJS Ευρωπαϊκή Ένωση Εβραίων Σπουδαστών 7.000 ευρώ
    FIMCAP Διεθνής Ομοσπονδία Καθολικών Ενοριακών Κοινοτήτων Νέων 6.000 ευρώ
    IUSY Διεθνής Ένωση Σοσιαλιστικής Νεότητας 25.000 ευρώ
    MIJARC Διεθνές Κίνημα της Καθολικής Αγροτικής Νεολαίας 17.000 ευρώ
    Pax Christi International Youth Forum 8.000 ευρώ
    Bureau International Catholique de l’ Enfance 5.000 ευρώ
    CIJOC Διεθνής Συντονιστική Επιτροπή της Χριστιανικής Εργατικής Νεότητας 6.000 ευρώ
    EBCO Ευρωπαϊκού Γραφείου Αρνητών Θητείας 4.000 ευρώ
    Διεθνής Χριστιανική Εργατική Νεολαία 20.000 ευρώ
    MIDADE Διεθνής Αποστολική Κίνηση για τα Παιδιά 9.000 ευρώ
    DOR-LE-DOR Association de Generation en Generation (που ασχολείται με “την συνεισφορά του ιουδαϊκού πολιτισμού στην πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία”) (Γαλλία) 25.000 ευρώ
    Ευρωμεσογειακό Κέντρο: Οικονομία και Θρησκεία (Γαλλία) 20.000 ευρώ
    Χριστιανισμός και το Μέλλον της Ευρώπης (Βρετανία) 25.000 ευρώ
    Διάσκεψη των Ευρωπαίων Ραβίνων 20.000 ευρώ
    Confronti 15.000 ευρώ
    Οικουμενική Ένωση Ακαδημιών και Κέντρων Αμύητων στην Ευρώπη (Γερμανία) 300.000 ευρώ
    Espaces (Βέλγιο) 20.000 ευρώ
    Europees Oecumenisch Instituut Voor Theologie en Cultuur Βέλγιο 6.000 ευρώ
    Ινστιτούτο Γνώσης των Θρησκειών της Βίβλου (Γαλλία) 30.000 ευρώ
    Muath Welfrare Trust (Βρετανία) 30.000 ευρώ
    και πάρα πολλά ακόμη με ποσά παρόμοια με τα παραπάνω…

Η δική μας θέση είναι ότι πέρα από τα ασύστολα ψεύδη που προσπάθησαν ορισμένοι κύκλοι να περάσουν στον κόσμο (πχ. για Ευρώπη, για “κατοχικές” ταυτότητες, για φακέλωμα που σταματάει με την απόφαση αυτή κλπ), πέρα από τα προβλήματα εγκυρότητας της απόφασης της αρχής προστασίας, πέρα από το νομικό μέρος (ειδικός νόμος έναντι γενικού), πέρα από την αλαζονική και απαράδεκτα προσβλητική στον εαυτό της, αλλά και στην εκκλησία (κλήρο και λαό), στάση της κυβέρνησης, είμαστε υπέρ της παραπομπής του ζητήματος στην κρίση του λαού. Το επιχείρημα ότι αυτή η απόφαση έχει σκοπό να εξυπηρετήσει τις μειονότητες, άρα δεν υπάρχει λόγος να γίνει δημοψήφισμα είναι άκυρο, επειδή όπως γνωρίζουμε οι πιέσεις για μη αναγραφή, όπως και οι πιέσεις για προαιρετική αναγραφή της ομάδας αίματος προέρχονται από δύο ελάχιστες μειονότητες και εισακούστηκαν, ακόμη και αν στη δεύτερη περίπτωση -της προαιρετικής αναγραφής της ομάδας αίματος- απαιτήθηκε παρέκκλιση από το αυστηρό δόγμα της κυβέρνησης ότι “τα απολύτως απαραίτητα και μόνον αυτά θα αναγράφονται στις ταυτότητες”. Και στο κάτω κάτω της γραφής, οι Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι δεν αισθάνονται αυτή τη στιγμή ότι αποτελούν πλειονότητα, αλλά ελάχιστη μειονότητα στα πλαίσια της Ευρωπαικής Ένωσης. Το μόνο που ζητάμε λοιπόν είναι να εισακουστεί μαζί με το αίτημα των διαφόρων μειονοήτων εν Ελλάδι, και το αίτημα της πλειονότητας, και να αναγράφεται προαιρετικά το θρήσκευμα στις αστυνομικές ταυτότητες. Εξάλλου, δεν μπορείς να εξυπηρετείς τους λίγους θίγοντας τους πολλούς (οι οποίοι καλώς ή κακώς αισθάνονται ότι θίγονται). Δεν είναι δημοκρατία αυτό. Τα περί φακελώματος και θρησκευτικής ελευθερίας απαντήθηκαν με το επιχείρημα της απογραφής. Τέλος, συχνά προβαλλόταν η φράση “Απόδοτε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ”. Συμφωνούμε με τη ρήση με τη διαφορά όμως ότι σε μία αληθινή και γνήσια δημοκρατία, ο “Καίσαρας” είναι ο ίδιος ο λαόςΤα του Καίσαρος τω Καίσαρι λοιπόν και πάραυτα!

Α. Σταλίδης

www.antibaro.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *