Ενάντια σε μια παραπλανητική ορολογία: ας σταματήσουμε να ονομάζουμε «Διαφωτιστές» (όρος με χροιά αντικληρικαλισμού) το μεγάλο πλήθος των Ορθοδόξων λογίων, και μάλιστα των Κληρικών, που έφεραν τον «φωτισμό του Γένους διά της παιδείας»

Εισαγωγικά

 

Δεν νομίζουμε ότι θα βρεθεί καλύτερο παράδειγμα
από τη σειρά «1821» του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ, που να τεκμηριώνει το γεγονός ότι η εποχή της νεωτερικής ιδεολογίας επιβιώνει εξαιτίας
μιας σειράς μύθων, τους οποίους έχει
δημιουργήσει δήθεν για να καταρρίψει άλλους, παλαιότερους μύθους.

 

Λέγοντας
«νεωτερική ιδεολογία», θέλουμε να
αποσαφηνίσουμε ότι αναφερόμαστε στην εποχή που εμμένει αποκλειστικά στην εισαγόμενη
ιδεολογία της Γαλλικής Επανάστασης σε όλο της το εύρος (π.χ. ατομικισμός,
αντικληρικαλισμός, αντιχριστιανισμός, επιστημονισμός), χωρίς καμία προσπάθεια
προσαρμογής στα δικά μας πολιτισμικά φαινόμενα
.

 

Θα θέλαμε να επισημάνουμε μία από τις πλευρές της
νεωτερικής αυτής μυθολογίας, που αφορά τον αντιχριστιανισμό – αντικληρικαλισμό,
ο οποίος στο μυαλό κάποιων, λειτουργεί δυστυχώς με όρους ιστορικού αναχρονισμού:

Οι άνθρωποι αυτοί, ταυτίζονται σαφώς με τα
δυτικά αντικληρικά ‘πιστεύω’ της Γαλλικής Επανάστασης, κατόπιν όμως τα
προβάλλουν σα να αποτελούσαν και στη χώρα μας κυρίαρχο ιδεολογικό σχήμα. Ακολούθως,
όσα φαινόμενα προεπαναστατικά και μεταγενέστερα τους εξυπηρετούν, τα εξηγούν με
σημερινή ερμηνευτική ματιά, χρησιμοποιώντας βαρύγδουπες λέξεις, όπως
«σκοταδισμός», «θρησκοληψία» κ.λπ., δημιουργώντας μια πλαστή πραγματικότητα.

 

Στο σύντομο αυτό κείμενο θα προσπαθήσουμε να δείξουμε πόσο εύκολα μπορεί να διεισδύσει ένα ιδεολογικό
σχήμα στην κοινή γνώμη, με μόνο όχημα την παραπλανητική ορολογία.

 

Η
ορολογία μπορεί να επιτελεί προπαγάνδα και να συντηρεί μύθους

 

Είναι γνωστό, πως οι κύκλοι που καθοδηγούν
επιστημονικά τη σειρά του ΣΚΑΪ, προβάλουν
διαρκώς και σε κάθε ευκαιρία (βιβλία, συνεντεύξεις κ.λπ.) ένα, κατ’ αυτούς, αμετακίνητο
δίπολο:

από τη
μία τοποθετούν πάντα την Εκκλησία, στην οποία βάζουν τις ταμπέλες «σκοταδισμός-συντηρητισμός-θρησκοληψία»,
ενώ από την άλλη τοποθετούν τους «Διαφωτιστές», παρέα με τους τίτλους
«πρόοδος-γνώση-επιστήμη-ελευθερία».

 

Αυτό το
σχήμα όμως, δεν έχει ουδεμία σχέση με τη σύνθετη πραγματικότητα της εποχής του
‘21, και η ορολογία αυτή είναι εξόχως παραπλανητική.

 

Η σκέψη είναι απλή: αν όντως η χώρα βρισκόταν σε
μια τέτοια κατάσταση ώστε να γίνεται αντιληπτός ένας αξιοσημείωτος πόλος «διαφωτιστών»,
όρος που φορτίζεται απαραίτητα με συγκεκριμένο περιεχόμενο από τη Γαλλική
Επανάσταση
, τότε θα είχαμε στον τόπο
ένα πραγματικό κύμα αντιχριστιανισμού και αντικληρικαλισμού
. Όμως, ο αντιχριστιανισμός στην Ελλάδα ήταν
σχεδόν ανύπαρκτος και ο αντικληρικαλισμός δεν έμοιαζε καθόλου με κύμα, αλλά
μάλλον με… φλοίσβο, αφού
:

 

«…στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια γενικότερα, όπου η Ορθοδοξία αποτελούσε το καθοριστικό
στοιχείο της ταυτότητας των λαών απέναντι σε αλλόθρησκους κατακτητές, ο αντικληρικαλισμός υπήρξε σχετικά
περιθωριακό φαινόμενο
»
[1] ενώ, «η
καθ’ αυτό αντικληρικαλική φιλολογία στην προεπαναστατική Ελλάδα καταλαμβάνει
ελάχιστη έκταση στο σύνολο των γραπτών κειμένων και μαρτυριών που διαθέτουμε
», τη στιγμή που «τα κείμενα των λογίων που
υπερασπίζονται την Ορθοδοξία και την Εκκλησία είναι κυριολεκτικά αναρίθμητα
»
[2].

 

Τα αντικληρικά
κείμενα, πράγματι, είναι ελαχιστότατα, μετρημένα στα δάχτυλα
: π.χ. «Ο
Ανώνυμος του 1789
», ο «Ρωσσαγγλογάλος»
(περ. 1805), η «Ελληνική Νομαρχία»
(1806) και κάποια ακόμα. Από που κι ως που λοιπόν, τα λιγοστά αυτά κείμενα
(μερικά εκ των οποίων ήταν απλά σατυρικά στιχουργήματα) έγιναν ξαφνικά «ορόσημα»,
και απέκτησαν θέση δήθεν «εκφραστή» ενός ισχυρού πόλου της «ελληνικής εθνικής
συνείδησης» του 1821; Δηλαδή, τα
χιλιάδες κείμενα της εποχής, υπέρ της Ορθόδοξης Παράδοσης, τι θέση έπρεπε να
έχουν
;

Δυστυχώς, δεν προσέχουν όσο πρέπει τον
απελπισμένο «διαφωτιστή» (ως πολέμιος
του Χριστιανισμού), Χριστόδουλο Παμπλέκη
που θρηνεί εκφράζοντας την πραγματικότητα της εποχής του: «διατί μόνος εγώ είμαι
καλογεροκατήγορος;
»
[3].

 

Ας είμαστε βέβαιοι πως, αν τα λιγοστά αυτά
κείμενα δεν είχαν διαφημιστεί στο έπακρο από την νεωτερική νοοτροπία, η οποία είναι
δυστυχώς «της μόδας» και επικρατεί στα Μ.Μ.Ε., ουδείς θα θεωρούσε ότι εκφράζουν ένα σοβαρό ποσοστό της εθνικής
συνείδησης στα χρόνια που οδήγησαν στην Ελληνική Επανάσταση. Σαφέστατα λοιπόν,
«η επιλεκτική χρήση των αντικληρικαλικών
κειμένων
[…] έχει οδηγήσει σε μια κυριολεκτικά σκανδαλώδη υπερτίμηση αυτών
των κειμένων
και του ειδικού βάρους τους στην πορεία του ‘’φωτισμού του
γένους’’
»
[4].

 

Απόρροια της υπερτίμησης αυτής, είναι και η κυριαρχία
μιας ορολογίας η οποία δεν εκφράζει με ακρίβεια το όλο ζήτημα της παιδείας και
της εισαγωγής της επιστημονικής γνώσης στη χώρα.

Διότι,
με την επικράτηση του όρου «διαφωτιστής»
[5]
για κάθε άνθρωπο που μόχθησε υπέρ της παιδείας και της επιστήμης στον τόπο αυτό,
διαπράττουμε ένα ιστορικό σφάλμα και δίνουμε την ευκαιρία στον λαϊκισμό να
φτιάχνει μύθους για δήθεν αντιθετικούς πόλους, όπως π.χ. «Εκκλησία» εναντίον «μάθησης-γνώσης-επιστήμης»
.

 

Αυτά όμως είναι εντελώς παράδοξα: πώς είναι δυνατόν όλοι οι υπέρμαχοι της
παιδείας να τοποθετούνται από τους νεωτεριστές σε διαφορετική θέση από την
Εκκλησία ή απέναντί της
, και πώς είναι δυνατόν η πλευρά της Εκκλησίας να
αθροίζει μόνο «συντηρητικούς» και «θρησκόληπτους», όταν πάρα πολλοί και σπουδαίοι από τους μεγάλους διδασκάλους του τόπου και
υπέρμαχους της παιδείας και της επιστήμης, ήταν κληρικοί και πιστά μέλη της
Εκκλησίας
;

 

Δεν
είναι άραγε παράλογο, να ονομάζουμε «διαφωτιστές»
(άρα, έμμεσα και αντιχριστιανούς ή αντικληρικαλιστές) Ορθόδοξους Κληρικούς,
όπως ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, ο Άνθιμος
Γαζής
, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Νεόφυτος Βάμβας, οι
οποίοι π.χ. συνεργάστηκαν και εξέδωσαν τον πασίγνωστο «Λόγιο Ερμή» στα 1811-1821;

 

Με τα υπάρχοντα δεδομένα, τα οποία δείχνουν ότι
στο μεγαλύτερο ποσοστό, αυτοί που έφεραν
στον τόπο μας την παιδεία και την επιστήμη ήταν Ορθόδοξοι Κληρικοί (ενώ από
τους λοιπούς, ελάχιστοι ήταν πράγματι αντιχριστιανοί και φορείς του δυτικού δεϊσμούπανθεϊσμού ή αντικληρικαλιστές σε όλο το εύρος του όρου),
ο ορθότερος
όρος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είναι το «φωτιστές του Γένους διά της
παιδείας
» (Βασ. Τατάκης) και όχι
«διαφωτιστές», αφού ο «διαφωτισμός», ερχόμενος από τη Δύση εμπεριέχει απαραίτητα
και το συστατικό του αντιχριστιανισμού και του αντικληρικαλισμού
.

 

Ποιος όμως είναι αυτός που δεν γνωρίζει το
εκπαιδευτικό έργο σημαντικών ορθοδόξων
κληρικών
, που διέπρεψαν ως δάσκαλοι, ως επιστήμονες και ως υποστηρικτές της
παιδείας, ενώ άφησαν σημαντικά έργα στη Φιλολογία, τη Γεωγραφία, τα Μαθηματικά,
τη Γεωμετρία, τη Φυσική κ.λπ.;

Τέτοια πρόσωπα ήταν ο Ευγένιος Βούλγαρης
(επίσκοπος, 1716-1806), ο Άνθιμος Γαζής (πρεσβύτερος,
1758-1828), ο Νικηφόρος Θεοτόκης (επίσκοπος, 1730-1800), ο
Κωνσταντίνος Οικονόμος εξ Οικονόμων
(πρεσβύτερος, 1780-1857), ο Ιγνάτιος
Ουγγροβλαχίας
(επίσκοπος, 1766-1815), ο Νεόφυτος Δούκας (ιερομόναχος,
1760-1845) κ.ά.

Ακόμα και πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σε
αντιδικίες, παρέμειναν με τη θέλησή τους
στον ορθόδοξο κλήρο
. Τέτοιοι ήταν ο Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784-1860,
πρεσβύτερος, και Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου που καταδίκασε τον Θ. Καΐρη),
ο Νεόφυτος
Βάμβας
(πρεσβύτερος, 1770-1855), ο Μεθόδιος Ανθρακίτης (πρεσβύτερος,
1660-1736, ο οποίος, παρά την αρχική καθαίρεσή του και την καταδίκη μέρους των
συγγραμμάτων του, κατόπιν αποκαταστάθηκε από το Πατριαρχείο στα 1725), ο Στέφανος
Δούγκας
(1750-1830, κληρικός και κατόπιν Ηγούμενος σε Βατοπεδινό μετόχι
στη Μολδαβία, του οποίου αν και παρερμηνεύτηκαν κάποια κείμενά του, το
Πατριαρχείο αποδέχτηκε τις εξηγήσεις του).

Ακόμα και ο Βενιαμίν Λέσβιος (πρεσβύτερος,
1762-1824), που, αν και κληρικός, έδειχνε να ξεφεύγει στα ζητήματα της πίστης,
όμως, παρ’ όλο που κατηγορήθηκε γι’ αυτό, η μισή Σύνοδος που εξέτασε την
περίπτωσή του και ο ίδιος ο Πατριάρχης Καλλίνικος
Δ΄
τάχθηκαν υπέρ του και ο ίδιος, ουσιαστικά, ουδέποτε εναντιώθηκε στην
Ορθοδοξία.

 

Η
σημασία της θρησκευτικής πίστης στα χρόνια της Επανάστασης του ‘21

 

Βεβαίως, το γεγονός ότι ο αντιχριστιανισμός και
ο αντικληρικαλισμός είναι μια κατάσταση εισαγόμενου μιμητισμού, αποδεικνύεται
περίτρανα όχι μόνο από τους ορθοδόξους λογίους, αλλά και από τα διοικητικά κείμενα του Αγώνα
του 1821
, από τα οποία, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα πως οι «δυτικόπληκτοι»
της εποχής εκείνης βρίσκονταν
κυριολεκτικά εκτός πραγματικότητας.

Μέσα
στη φλόγα του αμφίρροπου Αγώνα, οι αξίες που ακολουθούν το «ελευθερία ή
θάνατος», τουλάχιστον ως προς την Πίστη και την Εκκλησία, δεν έχουν ουδεμία
σχέση με τις αξίες της Γαλλικής Επανάστασης, αφού:

 

«Ο λαός της Ελλάδος έλαβε τα όπλα, και δεν
ζητεί διά των όπλων, παρά την δόξαν και την λαμπρότητα της ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, η
οποία μετά του ΙΕΡΟΥ ΑΥΤΗΣ ΚΛΗΡΟΥ κατεδιώκετο και κατεφρονείτο
. Ζητεί την τελείαν ανάκτησιν της προγονικής
του γης, η οποία του αφηρέθη βία και δυναστεία, απαιτεί την ελευθερίαν του και
πολιτικήν του ύπαρξιν, την οποίαν στερείται
[…] ο λαός της Ελλάδος, σ’ αυτά και
μόνα βλέπει
[…] με το αίμα του βαμμένας τας πόλεις και τα
χωρία του, έρημον την γην του, χιλιάδας ομογενών συρομένων εις σφαγήν, χιλιάδας
εις αιχμαλωσίαν και ατιμίαν
και
δι’ αυτά και μόνα σταθεράν απόφασιν έχει, να εκλείψη όλος από τον κόσμον
κάλλιον, παρά να πέση άλλην μίαν φοράν υπό τον άτιμον της οθωμανικής τυραννίας
ζυγόν
»
[6]!

 

Και
αλλού:

«[…] οι
ημέτεροι νόμοι τον Έλληνα διαστέλλουσιν από μόνα δύω, να είναι αυτόχθων και να
πιστεύη εις Χριστόν
[…]»
[7]!

 

Και
ακόμα:

«προσέξατε μην τύχη και λάβουν οι άπιστοι
υπεροχήν
[…] θαρρούντες μάχεσθε ανδρείως. Μεταξύ Ιησού
Χριστού και ψευδοπροφήτου Μωάμεθ συμβιβασμός και ειρήνη δεν γίνεται
[…]»
[8]!

 

Στους
21 τόμους των «Αρχείων της Ελληνικής
Παλιγγενεσίας
», είναι πάμπολλες οι αναφορές στον Χριστό, την Πίστη, την
Εκκλησία κ.λπ., τα οποία μνημονεύονται ως σύμβολα και ως αξίες που
διαφοροποιούν τον Έλληνα από τον κατακτητή του.
Μπορεί να μας πει κάποιος τι σχέση έχουν ο Χριστός, η Πίστη και η
Εκκλησία με την Γαλλική Επανάσταση και το σφαγείο των κληρικών στην περίοδο της
«Τρομοκρατίας»
;

 

 Στην
Ελλάδα, ακόμα και όταν Ιεράρχες αποδεικνύονταν ανίκανοι ή φιλοχρήματοι, μόνο
ένας αφελής θα μπορούσε να το θεωρήσει αυτό βάση για ερμηνείες καθολικού
αντικληρικαλισμού! Ο ορθόδοξος, μπορούσε κανονικότατα (όπως και σήμερα) να
διαχωρίσει τον απαράδεκτο και ανίκανο κληρικό, από τους μακραίωνους θεσμούς της
Εκκλησίας. Συχνά βλέπουμε τους Έλληνες
να διαφωνούν, να συγκεντρώνονται και να διαμαρτύρονται για απαράδεκτες
συμπεριφορές κληρικών, δεν επιθυμούν όμως να μην έχουν Πρεσβύτερους, Επισκόπους
ή Πατριάρχες! Απλά, θέλουν ακόμα καλύτερους Πρεσβύτερους, Επισκόπους και
Πατριάρχες
!

 

Άρα, ο αντικληρικαλισμός και η αντιεκκλησιαστική
νοοτροπία της Γαλλικής Επανάστασης ήταν μια ακαταλαβίστικη, δουλική απομίμηση
ιδεών, χωρίς κανένα αντίκρισμα για την δική μας πατρίδα. Εξίσου, ο σημερινός
μηδενιστικός αντικληρικαλισμός και αντιχριστιανισμός, πηγάζει και αντλεί από
αυτή την παραποίηση της ιστορίας, άρα είναι ένα φαινόμενο βασισμένο σε ένα ψέμα.

 

Και πως
θα μπορούσε να είναι διαφορετικά όταν διαβάζουμε:

 

«Έλληνες! […] όσοι σεμνύνεσθε με του Χριστού το όνομα, όσοι έχετε αίμα ελληνικό εις
τας φλέβας σας
, οπλίσατε τους ισχυρούς βραχίονας εναντίον του μισοχρίστου βαρβάρου, εναντίον του ασπόνδου εχθρού του
ελληνικού ονόματος
[…] Ας
δείξωμεν και πάλιν, ότι είμεθα
χριστιανοί,
ότι είμεθα Έλληνες
[…]
προτιμώμεν
να καταβώμεν εις τους τάφους χριστιανοί και ελεύθεροι, παρά να ζήσωμεν σκλάβοι,
ΧΩΡΙΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΝ
, χωρίς πατρίδα,
χωρίς τιμήν
»
[9].

 

Τα παραπάνω μας κάνουν να αντιληφθούμε ότι τα
φερέφωνα του δυτικού αντιχριστιανισμού, δεν εξέφραζαν κυρίαρχο ιδεολογικό
σχήμα, αλλά μάλλον, μια μειοψηφία.

Ο Θεόφιλος Καΐρης (πρεσβύτερος, 1784-1853) ή ο Χριστόδουλος Παμπλέκης (κληρικός, 1733-1793, ο
οποίος μάλιστα, αν και μαθητής του Ευγένιου
Βούλγαρη
, πρωτοστατούσε «στις
εναντίον της
[Αθωνικής] Ακαδημίας
καταγγελίες
»
[10]), ήταν πραγματικοί «διαφωτιστές» διότι δεν ήταν μόνο υπέρμαχοι της
παιδείας, αλλά και πολέμιοι του Χριστιανισμού
.

 

Οι αντιδράσεις που προκάλεσες η συμπεριφορά τους,
δεν μπορεί να ερμηνευτεί με τα σημερινά ευφυολογήματα και τα εύκολα
συμπεράσματα. Οι άνθρωποι αυτοί, επί της ουσίας, πέταξαν στα σκουπίδια σύμβολα που
είχαν τιμήσει με το αίμα τους όσοι έπεσαν στον Αγώνα του ’21 και στα επαναστατικά κινήματα που προηγήθηκαν.

Μάλιστα, ο Καΐρης
ως εκλεγμένος βουλευτής και πολιτειακός αντιπρόσωπος κατά τη διάρκεια της Επανάστασης,
σε αυτές τις αξίες ορκιζόταν και αυτά τα
κείμενα υπέγραφε όχι μόνο με μελάνι, αλλά και με το δικό του αίμα όταν
τραυματιζόταν στις μάχες, και γνώριζε καλά ότι για όλα αυτά πέθαιναν οι
σύντροφοί του!
Επίσης, γνώριζε καλά ότι η ίδια η ελευθερία τους εξαρτιόταν απόλυτα
ΚΑΙ από την ώθηση που έδινε στην
προσπάθειά τους, το γεγονός ότι «μεταξύ Ιησού Χριστού και ψευδοπροφήτου
Μωάμεθ συμβιβασμός και ειρήνη δεν γίνεται
». Δυστυχώς, η συμπεριφορά Καΐρη πλήγωσε βαθιά τον τόπο,
περισσότερο επειδή ήταν ένας αναγνωρισμένος αγωνιστής.

 

Δεν είναι λοιπόν δυνατόν, μέσα σε ένα πλαίσιο
ιστορικού αναχρονισμού, να μιλάνε κάποιοι για «καταπίεση συνειδήσεων»!

Καταρχάς,
για να μην παρανοήσουμε κιόλας, τι δουλειά είχαν οι Καΐρης και Παμπλέκης να μιλούν
για «συνείδηση», όταν παρέμεναν ντυμένοι ορθόδοξοι κληρικοί, δηλαδή, παρέμεναν ουσιαστικά
μεταμφιεσμένοι σε κάτι που απεχθάνονταν;!
Σαφέστατα και είχε δικαίωμα
η Ιεραρχία να τους καλέσει σε απολογία. Εφόσον δεν έβγαζαν το ράσο τους, ήταν
σα να δήλωναν ότι επιθυμούν να ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Και το γεγονός
ότι οι γονείς, τους έστελναν τα παιδιά τους για να τα διδάξουν, οφειλόταν στο
ότι τους θεωρούσαν Ορθοδόξους Κληρικούς. Αν ήταν πράγματι τίμιοι με τη
συνείδησή τους, γιατί δεν έβγαζαν το ιερατικό σχήμα και γιατί δεν έλεγαν ότι
έχουν σκοπό εκτός από επιστήμη, να διδάξουν και τον πανθεϊσμό; Γιατί κρύβονταν
πίσω από προφάσεις, μιλώντας για δήθεν «σκοταδισμούς», υποκρινόμενοι ότι το
πρόβλημα ήταν δήθεν η διδασκαλία της επιστήμης;

 

Υπάρχει
άλλωστε συντριπτική απόδειξη, ότι το πρόβλημα της Εκκλησίας δεν ήταν η επιστήμη
και η παιδεία, αλλά ο προσηλυτισμός στην αθεΐα, και μάλιστα με ύπουλο τρόπο:

Στη σχολή του Καΐρη στην Άνδρο, μέχρι και «εκ
του Πατριαρχείου ΚΠόλεως έσπευδον εις Άνδρον σπουδασταί, επιθυμούντες να
διδαχθώσι παρά του Καΐρου
»
[11]!

 

Που
είναι λοιπόν ο «σκοταδισμός» της Εκκλησίας και η εναντίωσή της στην παιδεία και
την επιστήμη; Το Πατριαρχείο όχι μόνο τιμούσε τον Καΐρη ως αγωνιστή και ως Ορθόδοξο Κληρικό (έτσι νόμιζε δυστυχώς),
αλλά του έστελνε και σπουδαστές για να διδαχθούν:

Γεωμετρία, Γεωγραφία, Θεωρία μηχανών, Φιλοσοφία,
Λογική, Μαθηματικά, Φυσική πειραματική, Χημεία, Φυσική ιστορία, Υδραυλική και
δεκάδες επιλογές από φιλολογικά κείμενα όπως Οδύσσεια και Ιλιάδα, Τίμαιο,
Μάρκος Αυρήλιο, Επίκτητο, Λουκιανό, Ηρόδοτο, Πλούταρχο και πολλά άλλα
[12]!

 

Δυστυχώς
όμως, ο «σκοταδισμός» δεν ήταν από την πλευρά της Εκκλησίας, αλλά από την
πλευρά του Καΐρη, ο οποίος όπως αποκαλύφθηκε,
είχε καταντήσει να δρα σαν κοινός απατεώνας προκειμένου να μπορεί να διδάσκει
κρυφά τη θρησκεία που είχε ιδρύσει, ντυμένος ορθόδοξος κληρικός και κάνοντας
σταυρούς στην Εκκλησία και συμμετέχοντας στα θεία μυστήρια για το θεαθήναι!

 

Πραγματικά
λοιπόν, αν δεν είχαν εμφανιστεί οι μια-δυο ακραίες περιπτώσεις,
που μιμήθηκαν τα δεϊστικά πρότυπα της
Γαλλικής Επανάστασης και έκαναν το λάθος
να αφήσουν τον εαυτό τους όχι μόνο να γίνει φερέφωνο άσχετων με τον γεωγραφικό
μας χώρο ιδεολογημάτων αλλά και να επιχειρήσουν να προσηλυτίσουν σε αυτά,
ουδέποτε θα είχαν δημιουργηθεί συντηρητικές εστίες που θα ήταν καχύποπτες απέναντι
σε κάθε τι που ερχόταν από τη Δύση.

 

Το όλο ζήτημα
ήταν απλώς η απαίτηση τήρησης ενός συμβολαίου υπογεγραμμένου με αίμα
εκατοντάδων χιλιάδων λαϊκών, κληρικών και μοναχών που υπέφεραν κάτω από την
Τουρκική καταπίεση:

Να μην
αλλοιωθεί η Ορθόδοξη πίστη.

Αυτό
ήταν συλλογικό αίτημα των Ελλήνων και όχι κάποιας «εκκλησιαστικής διοίκησης».

 

Ουδέποτε
το πρόβλημα ήταν η πρόοδος των επιστημών, ουδέποτε το πρόβλημα ήταν η
γεωγραφική προέλευση μιας καλής ιδέας:

«[…] θεωρούμεν όλους τους κατοίκους της Ελλάδος
ως αδελφούς όντας εν Χριστώ Ιησού
,
Έλληνας και των αυτών προγόνων απογόνους, γεννηθέντος εκ της αυτής μητρός,
πνέοντας τον αυτόν αέρα, συνδεδεμένους με τον δυνατόν δεσμόν της κοινωνίας, την
συντροφίαν και την συμβίωσιν
[…] Είθε η σύνοικος των σοφών Γάλλων φιλοσοφία
να εντυπώση εις τας ψυχάς όλων των Γραικών τα ανθρώπινα ταύτα φρονήματα με την
ανάληψιν της αγαθοδότηρος Ελευθερίας
»
[13]!

 

Ποιος
θα μιλήσει για «σκοταδισμό» διαβάζοντας όλα τα παραπάνω; Ουδείς είχε πρόβλημα
με τα θετικά φρονήματα «των σοφών Γάλλων», αρκεί να ήταν συμβατά με το γεγονός
ότι εμείς οι Έλληνες είμαστε ενάντια στο αντιεκκλησιαστικό τους φρόνημα και παραμένουμε
αδελφοί

«εν
Χριστώ Ιησού
». Απόδειξη γι’ αυτό είναι οι μεταφράσεις έργων του
«διαφωτισμού» από ορθοδόξους λογίους και μάλιστα κληρικούς.

 

Μέχρι και ο Αθανάσιος ο Πάριος, ο κατεξοχήν
«βαπτισμένος» ως «σκοταδιστής» από τους νεωτεριστές, «ενώ καυτηρίαζε με έντονο τρόπο τις καινοφανείς φιλοσοφικές αντιλήψεις
του
[διαφωτισμού], δε δίστασε να μεταφράσει επιλεκτικά
ορισμένα έργα Ευρωπαίων διαφωτιστών και να τα χρησιμοποιήσει ως σχολικά
εγχειρίδια
»
[14]!

 

Επίλογος

 

Άρα
λοιπόν, τα λεγόμενα «συντηρητικά» ανακλαστικά της Εκκλησίας, ήταν προσπάθεια
προστασίας μιας συλλογικής ταυτότητας που είχε ιστορία αγώνων 1.800 ετών, και
τα ανακλαστικά, αν εξαιρέσουμε μια ολιγάριθμη ελίτ, προέρχονταν από το σύνολο
του λαού.

Ακόμα
και σε αυτά τα ανακλαστικά όμως, οφείλουμε να μην βλέπουμε μόνο αρνητικά
: αν δεν υπήρχε αυτός
ο αμυντικός μηχανισμός των μελών της Εκκλησίας, η χριστιανική πίστη δεν θα είχε
επιβιώσει στους τρεις πρώτους αιώνες των διωγμών, δεν θα είχε επιβιώσει από τις
διώξεις των Αρειανιστών αυτοκρατόρων Κωνσταντίου και Βάλη, δεν θα είχε
επιβιώσει από τις διώξεις του Ιουλιανού, δεν θα είχε επιβιώσει από τις διώξεις
των Εικονομάχων, δεν θα είχε επιβιώσει από τις διώξεις των Λατίνων, δεν θα είχε
επιβιώσει στον 20ο αιώνα, από τις διώξεις στις ανατολικές
δικτατορίες της Ρωσίας ή της Ρουμανίας.

Το
σημαντικότερο, δεν θα είχε επιβιώσει η ορθόδοξη πίστη από τις διώξεις των
μουσουλμάνων της Τουρκοκρατίας. Όμως επιβίωσε, κρατώντας προστατευμένο μέσα της
τον ίδιο τον ελληνισμό, και γι’ αυτό, όσοι έχαναν την πίστη τους, έχαναν μαζί και
την εθνική τους ταυτότητα
.

 

Και είναι
σαφές: μερικά από τα λαμπρότερα πνεύματα της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας, όχι
μόνο προέρχονται από τους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά επιπλέον, η
συντριπτική πλειοψηφία αυτών, ουδέποτε εναντιώθηκαν στη βιβλική και πατερική
διδασκαλία της, ουδέποτε θέλησαν να την εγκαταλείψουν, ουδέποτε θέλησαν να
παύσουν να είναι μέλη της
.

Όλα
αυτά τα λαμπρά πνεύματα δεν μπορούμε να τα αποκαλούμε «διαφωτιστές», αφού έδρασαν μεν ως υπέρμαχοι της παιδείας και της
επιστήμης, όμως ουδέποτε έδρασαν ως αντιχριστιανοί και αντικληρικαλιστές
.

 

Είναι απόλυτη ανάγκη πλέον να σταματήσει η κακή
χρήση του όρου «διαφωτιστές». Ας αφορά πλέον μόνο όσους έφεραν το
αντιεκκλησιαστικό και αντιχριστιανικό φρόνημα, και όχι να έχουμε το παράδοξο να
ονομάζουμε «διαφωτιστές» έναν τεράστιο αριθμό λογίων ορθοδόξων κληρικών! Όσο
χρησιμοποιούμε τον όρο «διαφωτιστές»
για όλα αυτά τα πρόσωπα, τόσο επιτρέπουμε στον νεωτερικό λαϊκισμό να κρύβει
πίσω από τον όρο αυτό έναν πόλεμο ενάντια σε μια από τις συλλογικές μας
ταυτότητες. Ας «αφοπλίσουμε» λοιπόν, με τον καθημερινό μας λόγο, τους
δημιουργούς της ιδεολογικοποιημένης σειράς του ΣΚΑΪ. Μπορεί σήμερα να μην είναι δυνατόν να θεωρούμε
όλους τους Έλληνες μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα
αφήσουμε να χαθεί μια συλλογική ταυτότητα που εκφράζει έναν τεράστιο αριθμό
Ελλήνων.

 

Ο Βασ.
Τατάκης
είχε μιλήσει για τα εκκλησιαστικά πρόσωπα που έφεραν τον «φωτισμό
του Γένους διά της παιδείας
» και θα λέγαμε ότι πράγματι, όσον αφορά τον
τόπο μας, η φράση αυτή περικλείει μέσα της όλη την αλήθεια.

Ένας από τους πρώτους, και σπουδαιότερους άνδρες
της προεπαναστατικής εποχής, που έφεραν τον «φωτισμό του Γένους διά της
παιδείας
», ήταν ο Ευγένιος Βούλγαρης, για τον οποίο, ο Γιάννης Καράς μας μεταφέρει το δέος των λογίων της εποχής του:

«από τους σύγχρονους του θεωρείται ‘’ο
κλεινός’’, ‘’ο μέγας’’, ‘’ο σοφώτατος’’, ‘’η έμβιος βιβλιοθήκη της πολυμάθειας,
ο εγγεγηρακώς τη διδακτική επαγγελία’’, ο ‘’πρώτος εισηγητής των νεωτέρων
φιλοσόφων, που ήνωσε την Ελλάδα με την Ευρώπην κατά την θεωρίαν της
φιλοσοφίας’’, ο ‘’ανακαινιστής της ελληνικής παιδείας εις την Ελλάδα, και πατήρ
της νέας φιλοσοφίας’’, ο λόγιος ο οποίος ‘’εξώρισε την σχολαστικήν ερεσχελίαν
από τα σχολεία της Ελλάδος και εισήγαγεν εις αυτά τας μεταμεθοδεύσεις του
Βάκωνος, του Καρτεσίου, του Λεϊβνιτίου, του Βολφίου’’, ‘’ορθολογιστής, αλλά
θαυμαστής της εμπειρικής μεθόδου στην έρευνα του φυσικού κόσμου’’
»
[15].

 

Ο Ευγένιος Βούλγαρης, όμως, ουδέποτε ήταν «διαφωτιστής».

Ήταν ένας πιστός Ορθόδοξος, ένας υπέρμαχος της
επιστήμης, ένας κληρικός που έφερε στο Γένος του τα φώτα της παιδείας.

 

 

Γιώργος Κων.


[1] Καραμπελιάς Γιώργος, «Κοραής και
Γρηγόριος Ε΄. Κοινωνικές Συγκρούσεις και Διαφωτισμός στην Προεπαναστατική
Σμύρνη (1788-1820)
», Eναλλακτικές Eκδόσεις, Αθήνα 2009, σελ. 82.

[2] Καραμπελιάς Γιώργος, «Κοραής και
Γρηγόριος Ε΄…
», ό.π., σελ. 102.

[3] Κιτρομηλίδης Πασχάλης, «Νεοελληνικός
διαφωτισμός
», 3η έκδ., ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000, σελ. 370.

[4] Καραμπελιάς Γιώργος, «Κοραής και
Γρηγόριος Ε΄…
», ό.π., σελ. 102-103.

[5] Βλ. μια γενικότερη ανάλυση των ζητημάτων ορολογίας, στο άρθρο του Γιώργου
Καραμπελιά, «Ελληνική Αναγέννηση»,
στο περιοδικό «Νέος Ερμής ο Λόγιος»,
έτος 1, τεύχ. 1 (2011).

[6]Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ Γ΄
ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ, Αριθ. 19, εν Επιδαύρω τη 16 Απριλίου 1826.
Στα «Αρχεία
της Ελληνικής Παλιγγενεσίας
»,
τόμ. 3, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1971, σελ. 204-205.

[7] ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΥ, Αριθ. 1777, Εν Άργει, τη ιζ΄ Ιουνίου, αωκβ΄
, στα: «Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», τόμ. 1, Βιβλιοθήκη της Βουλής
των Ελλήνων, Αθήναι 1971, σελ. 290.

[8] ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΤΗΣ
ΕΛΛΑΔΟΣ ΤΟ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΝ ΣΩΜΑ, Αριθ. 564, Προς τους Κρήτας, Τη 21 Δεκεμβρίου
1823, εν Κρανιδίω, στα: «Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας»,
τόμ. 6, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων,
Αθήναι 1972, σελ. 6.

[9]Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ Γ΄
ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ, Αριθ. 18, εν Επιδαύρω τη 16 Απριλίου 1826.
Στα «Αρχεία
της Ελληνικής Παλιγγενεσίας
»,
τόμ. 3, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1971, σελ. 203.

[10] «…η Αθωνική Ακαδημία (Αθωνιάς)[…] θεμελιώθηκε από τον πατριάρχη Κύριλλο Ε΄ το
1750 στη Μονή Βατοπεδίου
[…]
πρωτοστατούσε ο ευπαίδευτος Ευγένιος Βούλγαρης (1753-1759), που σκόπευε να
διδάξει λογική, φυσικές επιστήμες και μεταφυσική κατά τις νεωτερικές θεωρίες
των Λοκ, Λάιμπνιτς και Βολφ, καθώς και ρητορική και θεολογία
[…] [Στα 1759
ο Βούλγαρης παραιτήθηκε, και] στις
εναντίον της Ακαδημίας καταγγελίες προς τον πατριάρχη πρωτοστατούσε, καθώς
φαίνεται, ο Χριστόδουλος Παμπλέκης
» (Podskalsky Gerhard, «Η Ελληνική Θεολογία επί Τουρκοκρατίας
1453-1821
» (μτφρ. Πρωτοπρ. Μεταλληνός Γ.), ΜΙΕΤ, Αθήνα 2005, σελ. 95-96, και
σημ. #46 στη σελ. 96.

[11] Παπαδόπουλος Χρυσόστομος, «Ιστορία
της Εκκλησίας της Ελλάδος
», εν Αθήναις 1920, σελ. 243.

[12] Βλ. κατάλογο μαθημάτων στο φυλλάδιο: «Μέρος
της εκφωνηθείσης ομιλίας υπό Θεοφίλου Καϊρη εις το εν Άνδρω Ορφανοτροφείον κατά
το τέλος της σειράς των υπ’ αυτού διδασκομένων μαθημάτων
», εν Ερμουπόλει
1839, σελ. 25-28.

[13] ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Ο ΕΠΑΡΧΟΣ
ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΤΗΝΟΥ, Αριθ. 200, Ιουνίου 1822, εν τη νήσω Τήνω
, στα: «Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», τόμ. 1, Βιβλιοθήκη της Βουλής
των Ελλήνων, Αθήναι 1971, σελ. 566.

[14] Βαλαής Διονύσιος, «Πτυχές από την πνευματική
κίνηση στον υπόδουλο και τον παροικιακό Ελληνισμό κατά την περίοδο του
18ου-19ου αιώνα
», Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 18.

[15] Καράς Γιάννης, «Οι Θετικές Επιστήμες
στον Ελληνικό Χώρο (15ος-19ος αι.)
», εκδ. Δαίδαλος, Αθήνα 1991, σελ. 94.

.

(1067) αναγνώσεις

One comment

  1. “Βεβαίως, το γεγονός ότι ο αντιχριστιανισμός και ο αντικληρικαλισμός είναι μια κατάσταση εισαγόμενου μιμητισμού”

    Εδώ ταυτίζονται, ορθοδοξολουμπενολαϊκά, οι όροι “αντιχριστιανισμός” και “αντικλιρικαλισμός” για να μπορεί ο συγγραφέας να καταδικάσει στην συλλογική μνήμη καί τους αντιχριστιανούς (οι οποίοι στην πραγματικότητα είναι μή Χριστιανοί) καί τους αντικλιρικαλιστές.
    Δεν γνωρίζω με ποιά λογική ο αρθρογράφος αναζητεί μια πιθανή πλειοψηφία ανάμεσα σε όσους ήτανε εξαρχής αντικλιρικαλιστές αλλά και σε όσους ήρθανε αντιμέτωποι με τον κλήρο, όχι για δογματικά ζητήματα, αλλά λόγω του στενόκαρδου του φαναριώτικου κληρικοαριστοκρατικού συνασπισμού, όταν είναι γνωστή η τύχη μερικών από αυτούς (Βούλγαρης, Φαρμακίδης κ.α.), ούτε με ποιά λογική αναζητεί ικανό αριθμό αντίστοιχων κειμένων, όταν είναι επίσης γνωστή η τύχη τέτοιων κειμένων, όταν έπεφταν στα χέρια των πνευματικών των αντιπάλων.
    Επίσης δεν αντιλαμβάνομαι με ποιά λογική ο αρθρογράφος εξάγει το συμπέρασμα ότι ο λαός δεν έτρεφε αντικλιρικαλιστικά αισθήματα, στηριζόμενος στην ευρεία διάδοση και αποδοχή της Ορθοδοξίας στα λαϊκά στρώματα. Ο μόνος τρόπος ο οποίος του επιτρέπει να κάμει αυτόν τον ταχυδακτυλουργικό συνειρμό είναι η ταύτιση αντικλιρικαλισμού και αντιχριστιανισμού και στον φόντο της νοοτροπίας με την οποία αντιμετωπίστηκε ο Διαφωτισμός από το φανάρι, αυτή η ταυτιση, φαντάζει, ως επιχείρημα, εντελώς κυνικό!
    Είναι γνωστή η αναφορά του Κολοκοτρώνη στο ρόλο του ανώτερου κλήρου, κατά τον λόγο της Πνύκας και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Μακρυγιάννης σήμερα έχει επιβληθεί περίπου να τιμάται και να αναφέρεται σε ίδιο επίπεδο, όσον αφορά την προσφορά στην υπόθεση της Εθνεγερσίας, με τον μέγιστο όλων των οπλαρχηγών, τον Γέρο του Μοριά, αν και ο ρόλος του τελευταίου είναι απείρως σημαντικότερος.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *