Η Ελληνική συνείδηση κατά τους Βυζαντινούς χρόνους

Οι μεταμοντέρνοι εκπρόσωποι του ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού, αντιστρέφοντας και ουσιαστικά διαστρεβλώνοντας το γνωστό σολωμικό αφορισμό (εθνικό για τους Έλληνες πρέπει να είναι το αληθές), θεωρούν ότι αληθές για τους Έλληνες πρέπει οπωσδήποτε να είναι το αντεθνικό και γι’ αυτό επιδίδονται με ιερό ζήλο στην αποδόμηση της έννοιας του ελληνικού έθνους και την εκμηδένιση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού. Μεταξύ άλλων, πασχίζουν να μας πείσουν πως οι Έλληνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, λόγω του βίαιου εκχριστιανισμού και του συστηματικού αφελληνισμού τους, είχαν χάσει τελείως την ελληνική συνείδησή τους, δεν είχαν καμιά σχέση με την Αρχαία Ελλάδα και θεωρούσαν  τους εαυτούς τους απλώς και μόνο χριστιανούς υπηκόους της Aνατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Απάντηση στις ανιστόρητες αυτές θέσεις θα μπορούσε να αποτελέσει το ακόλουθο διάγραμμα, που απεικονίζει πρόχειρα και σχηματικά την αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης στους Βυζαντινούς χρόνους. Χωρίς αμφιβολία, το μόνο που πετυχαίνει μέχρι στιγμής ο ενορχηστρωμένος εθνομηδενισμός είναι το ότι μας υποχρεώνει κάθε φορά να επισημαίνουμε τα αυτονόητα…

Το 146 π.Χ. η Ελλάδα υποτάχτηκε στους Ρωμαίους, αλλά ο πολιτιστικός, τουλάχιστον, βίος της δε σταμάτησε μετά το γεγονός αυτό. Αντίθετα, η Ελλάδα κατέκτησε πολιτιστικά τον άγριο κατακτητή σύμφωνα με τη μαρτυρία του μεγάλου Λατίνου ποιητή Οράτιου και γνώρισε περιόδους πολιτιστικής ανάκαμψης λόγω και της ευνοϊκής στάσης που τήρησαν απέναντί της ορισμένοι φιλέλληνες Ρωμαίοι και πρωτίστως ο αυτοκράτορας Αδριανός. Το 212 μ.Χ. οι Έλληνες γίνονται Ρωμαίοι πολίτες χάρη στην ConstitutioAntoniniana (γνωστή και ως διάταγμα του Καρακάλα), που απένειμε αυτό το δικαίωμα σε όλους τους ελεύθερους πολίτες της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως της εθνολογικής προέλευσής τους. Κατά συνέπεια, οι Έλληνες θα λάβουν, όπως και εκείνοι, την προσωνυμία «Ρωμαίοι». Επιπλέον, ο αναγκαστικός εκχριστιανισμός των Ελλήνων, τον οποίο επέβαλε η κεντρική εξουσία από τον 4. ως και τον 6. μ.Χ. αιώνα (είχε ήδη συντελεστεί το 330 μ.Χ. η μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στο Βυζάντιο, τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη), θα αφαιρέσει από την ονομασία «Έλλην» την πολιτιστική και την εθνική της υποδήλωση και θα την ταυτίσει με την ιδιότητα του μη χριστιανού, του «ειδωλολάτρη». Είναι χαρακτηριστικό το ότι ακόμη και ένας μη ελληνόφωνος Σύρος, εφόσον δεν ήταν χριστιανός, ονομαζόταν από τα συναξάρια «Έλλην»!

Παρ’ όλα αυτά, το πολιτιστικό και το εθνικό παρελθόν των Ελλήνων δεν είχε ξεχαστεί. Απόδειξη το ότι, με αφετηρία τον 6. μ.Χ. αιώνα, οι Έλληνες θα χρησιμοποιήσουν επιπροσθέτως την ονομασία «Γραικοί», σε μια προσπάθεια να υπογραμμίσουν την ιστορική τους προέλευση και να αντιδιασταλούν από τους υπόλοιπους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Παράλληλα, στον ελλαδικό χώρο θα εισδύσουν και θα εγκατασταθούν διάφοροι ξένοι λαοί, που όμως δεν έφερναν συνήθως μαζί τους το σταθερό εκείνο στοιχείο της διατήρησης και της εδραίωσης ενός επείσακτου πολιτισμού, δηλαδή τη γυναίκα, και για το λόγο αυτό αφομοιώθηκαν με χαρακτηριστική ευκολία από τους γηγενείς Έλληνες, των οποίων άλλωστε το πολιτιστικό επίπεδο υπερείχε συντριπτικά. Εξάλλου, το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε και στις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας, όπου, βέβαια, βρισκόταν στο εσωτερικό μιας πανσπερμίας λαών. Ήταν όμως ευρύτατα διαδεδομένη και εκεί η ελληνική γλώσσα, που αποτελούσε τoφορέα μιας υπέρτερης κουλτούρας, το όργανο μεταλαμπάδευσης μιας τεράστιας πολιτιστικής παράδοσης και το μέσο πρόσβασης στον ανεξάντλητο θησαυρό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ο βαθμιαίος μάλιστα διαποτισμός των λαών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, που λειτουργούσε προς πάσα κατεύθυνση ως πηγή φωτός και ως πόλος έλξης, είχε ως αποτέλεσμα να διευρύνει το ελληνικό στοιχείο ακόμη περισσότερο την επικράτησή του και να αναδειχτεί τελικά κυρίαρχο.

Ωστόσο, η «ελληνικότητα» αυτή, ενώ θεμελιωνόταν σε μια πολιτιστική και, σε σημαντικό βαθμό, εθνολογική υποδομή και ενώ ως υπόγειο ρεύμα παραδόσεων, ιδεών, νοοτροπίας και κοσμοαντίληψης συνεχιζόταν περισσότερο ή λιγότερο αδιατάρακτη από την αρχαία εποχή ως τους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους, δεν ισοδυναμούσε πάντοτε με μια διαμορφωμένη ελληνική συνείδηση. Ο μεσαιωνικός ελληνισμός δεν ήταν ο ίδιος με τον αρχαίο ελληνισμό — και δε θα μπορούσε άλλωστε να είναι, αφού κατά τη διαδρομή των αιώνων ανακύπτουν πολλαπλές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές. Ωστόσο, ο μεσαιωνικός ελληνισμός, παρά το χριστιανικό χαρακτήρα του, δεν ήταν και κάτι το διαφορετικό από τον αρχαίο ελληνισμό ή, ακόμη περισσότερο, κάτι το ξένο προς αυτόν. Αντίθετα, επρόκειτο για «μια νέα φάση του ίδιου λαού» (Ν. Σβορώνος). Επομένως, η ελληνική συνείδηση κατά τη βυζαντινή περίοδο, έστω και αν βρισκόταν αρχικά σε μια «δυνάμει» κατάσταση, εξακολουθούσε να είναι κάτι το υπαρκτό Αυτό σημαίνει ότι συγκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις της τελικής διαμόρφωσης και της εμφάνισής της, αλλά δεν υπήρχαν ακόμη οι κατάλληλες εκείνες συνθήκες που θα λειτουργούσαν ως οι απαραίτητοι «ιστορικοί καταλύτες». Όταν αυτό συνέβη, η εθνική συνείδηση των Ελλήνων αφυπνίσθηκε, ενεργοποιήθηκε και εξελίχθηκε σε μια εθνική συνείδηση με επίγνωση του εαυτού της.

Οι ιστορικοί αυτοί καταλύτες που εμφανίστηκαν πραγματικά –όχι, όμως, μονομιάς αλλά σταδιακά– επενήργησσαν σε γενικές γραμμές ως εξής:

1. Η στέψη το Καρολομάγνου ως αυτοκράτορα των Ρωμαίων (Χριστούγεννα του 800 μ.Χ.) και η συνακόλουθη μονοπώληση από το κράτος του της ρωμαϊκής οικουμενικότητας, που άφηνε κατά κάποιο τρόπο «εκτός Ρώμης» τους Βυζαντινούς Έλληνες, η αποψίλωση της αυτοκρατορίας από τους μη ελληνικούς λαούς με αποτέλεσμα τη συρρίκνωσή της σε περιοχές όπου υπερτερούσε συντριπτικά το ελληνικό στοιχείο και, τέλος, η κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας, που από την εποχή του Ηρακλείου (7. μ.Χ. αιώνας) είχε καθιερωθεί ως η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, συνέβαλαν στο να εξελιχθεί τελικά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε «Ελληνική Αυτοκρατορία –ή (Μεσαιωνικό) Ελληνικό κράτος– της χριστιανικής ανατολής».

2. Η αδιαφιλονίκητη επικράτηση και εδραίωση του Χριστιανισμού είχε ως αποτέλεσμα το όνομα «Έλλην» να μη θεωρείται πλέον ανταγωνιστικό ή και επικίνδυνο σε σχέση με την ιδιότητα του χριστιανού και, άρα, να αρχίσει ολοένα και περισσότερο να προσλαμβάνει ξανά την πολιτιστική, αρχικά, και αργότερα την εθνική σημασία του. Παράλληλα. θα παραμεριστεί βαθμιαία η ονομασία  «Ρωμαίοι», που αποτελούσε πλέον λόγο κενό, και θα αντικατασταθεί σταδιακά από την ονομασία «Έλληνες», που απέδιδε εύστοχα την πολιτιστική και την εθνική ταυτότητα των φορέων της

3. Το τελικό σχίσμα μεταξύ των δύο εκκλησιών, της ανατολικής και της δυτικής (το 1054 μ.Χ. επί του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου), η οικονομική και η πολιτική διείσδυση του λατινικού στοιχείου προς ανατολάς, η οποία κορυφώθηκε βίαια με τις στρατιωτικές επιδρομές των Σταυροφόρων και κυρίως με την άλωση της «Βασιλεύουσας» (1204), καθώς και οι τρεις μεγάλες εκστρατείες των Νορμανδών, τον 11. και το 12. αιώνα, έστρεψαν τους Βυζαντινούς Έλληνες –με επικεφαλής την πνευματική ηγεσία και την αστική τάξη– εναντίον της Δύσης και συνέβαλαν αποφασιστικά στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό τους.

 4. Η «απενοχοποίηση» της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, η οποία πολλούς αιώνες πριν από την άλωση του 1453 συγκέντρωνε ήδη το ερευνητικό ενδιαφέρον και το θαυμασμό των Βυζαντινών λογίων, αποτέλεσε διαδικασία πανηγυρικής επανασύνδεσης με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, του οποίου τα μεγάλα επιτεύγματα –η επιστήμη, η ιστοριογραφία, η ποίηση και η φιλοσοφία– παρά τις αρνητικές υποδηλώσεις που τους είχε προσδώσει κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η ταύτιση της ελληνικότητας με την «ειδωλολατρία», εξακολουθούσαν ολοένα και περισσότερο να θεωρούνται ανεκτίμητο παιδευτικό αγαθό. Η διαδικασία της επανασύνδεσης αυτής θα συνεχιστεί αδιάκοπα και θα συνδυαστεί με την άνθηση της τέχνης, σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία η αυτοκρατορία είχε πια παραδοθεί στη ραγδαία παρακμή και αποσύνθεσή της.

Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα να διαμορφωθεί κατά τους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα κατά τον 11. και το 12., μια σαφής ελληνική εθνική συνείδηση, της οποίας όμως οι πρωταρχές ανάγονταν σε πολύ παλαιότερες χρονικές περιόδους, αφού υπήρξε καρπός μιας μακραίωνης διαδικασίας, και της οποίας η περαιτέρω εξέλιξη θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ. Γράφει σχετικά ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος στο έργο του «Το Ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού» (εκδ. «Πόλις», 2004), το οποίο τίναξε κυριολεκτικά στον αέρα τα εθνοαποδομητικά φληναφήματα για το Βυζάντιο:«Η νέα τούτη πορεία του Ελληνισμού αρχίζει να διαγράφεται καθαρά από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, για να διαρκέσει, περνώντας από διάφορα στάδια, ως τις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι η περίοδος που ένας παλαιός λαός, με την προοδευτική του διαμόρφωση σε συντελεσμένο έθνος, ανανεώνεται και αποτελεί μια καινούργια ιστορική οντότητα, τον Νέο Ελληνισμό, δηλαδή το Ελληνικό έθνος». Ακόμη: «Το όνομα Έλλην αρχίζει και ξαναπαίρνει το διπλό πολιτιστικό και εθνολογικό του περιεχόμενο. Έλλην είναι όποιος μετέχει ελληνικής παιδείας και έχει ελληνική καταγωγή. Για άλλη μια φορά οι Βυζαντινοί λόγιοι χωρίζουν τον κόσμο σε Έλληνες και βαρβάρους». Και, τέλος: «Από το τελευταίο, λοιπόν, τέταρτο του 11ου αιώνα ως το 1204, ο Βυζαντινός αρχίζει να συνδέεται με το ιστορικό του παρελθόν και να ξαναβρίσκει σιγά-σιγά τις λαϊκές ρίζες του πολιτισμού του. Αρχαία Ελληνική κληρονομιά και χριστιανική πίστη αρχίζουν να συμβιβάζονται στη συνείδησή του και να γίνονται τα συστατικά της στοιχεία».

Όσοι επικαλούνται το βίαιο εκχριστιανισμό και «αφελληνισμό» των Ελλήνων, στις αρχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με σκοπό να αμφισβητήσουν τη διαχρονικότητα της ελληνικής συνείδησης χρησιμοποιούν ανεπίγνωστα ένα επιχείρημα, που σαν το αυτεπίστροφο όπλο («μπούμερανγκ») επανέρχεται, ακριβώς, εναντίον των θέσεων τις οποίες πασχίζουν να υποστηρίξουν και καταφέρνει εναντίον τους καίριο πλήγμα. Ο λόγος είναι απλός: αν, παρά τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό του ελληνισμού, η συνείδηση ελληνικότητας επέζησε διαμέσου των αιώνων και, όταν ωρίμασαν οι ιστορικές συνθήκες, επανεμφανίστηκε ακμαία ως φυσικό επακόλουθο μακροχρόνιων διεργασιών (και όχι, βέβαια, όπως συνηθίζεται σήμερα, ως «εν ψυχρώ» μεθοδευμένο εγχείρημα για την εξυπηρέτηση ενός τυχοδιωκτικού αλυτρωτισμού, και μάλιστα υπό την αιγίδα και με τη χρηματοδότηση της Νέας Τάξης …), αυτό αποκτά ξεχωριστή σπουδαιότητα. Επιβεβαιώνει, ακριβώς, τη μοναδική αντοχή της ελληνικής συνείδησης στη φθορά του ιστορικού χρόνου και, κατά συνέπεια, την εκπληκτική ικανότητά της να επιβιώνει σε πείσμα των πολλαπλών περιπετειών και αντιξοοτήτων. Επιπλέον, καταδεικνύει περίτρανα τη διαχρονική εμβέλεια του ελληνικού πνεύματος.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

(9074) αναγνώσεις

163 comments

  1. Καλό είναι να υπερασπιζόμαστε την συνέχεια της Ελληνικότητας μας (που είναι μία αλήθεια), όμως για να το επιτύχουμε αυτό, δέον να βασιζόμαστε σε αληθινά στοιχεία (που υπάρχουν άφθονα) και όχι σε ανακρίβειες. Δυστυχώς, το κείμενο περιέχει πολλές ανακρίβειες που βγάζουν μάτι, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ακυρώνουν και τα θετικά του στοιχεία.

    Η πιο καραμπινάτη ανακρίβεια του συντάκτη είναι που αναφέρεται (και δη επανειλημμένα!) σε τάχα μου «αναγκαστικό εκχριστιανισμός των Ελλήνων, τον οποίο επέβαλε η κεντρική εξουσία από τον 4. ως και τον 6. μ.Χ. αιώνα»! Ήμαρτον δηλαδή, κάτι τέτοια είθισται να τα λένε μόνο τελειωμένοι αρχαιόπληκτοι ή φανατικοί αντιχριστιανοί αριστερούληδες που θέλουν να πλήξουν την Πίστη μας.

    Υπάρχουν κι άλλες ανακρίβειες:

    – Το ότι οι Αρχαίοι Ρωμαίοι ήταν, λέει, «άγριοι κατακτητές» (sic)! Ίσως δεν βρίσκονταν ακόμα στο ίδιο επίπεδο πνευματικής εξέλιξης ως κοινωνία αλλά όχι δα και «άγριοι» – κόψε κάτι!

    – Η αναφορά σε «στέψη το Καρολομάγνου ως αυτοκράτορα των Ρωμαίων (Χριστούγεννα του 800 μ.Χ.)» και σε «συνακόλουθη μονοπώληση από το κράτος του της ρωμαϊκής οικουμενικότητας».
    Ενώ είναι γνωστό ότι την στέψη την πέτυχε βάζοντας το μαχαίρι στον λαιμό του, αιχμάλωτου στην ουσία (και ορθόδοξου, ακόμα) πάπα. Και επίσης, ότι δεν υπήρξε ποτέ νομιμοποίηση/αποδοχή της υποτιθέμενης αυτής ιδιότητας του από τον (πραγματικό) Ρωμαίο αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη, κατά τη διάρκεια των επόμενων αιώνων. Άρα για τί μονοπώληση μιλάμε;

    – Στο ίδιο πλαίσιο, άκυρος είναι ο ισχυρισμός του συντάκτη ότι, τάχα μου, η ονομασία «Ρωμαίοι», «αποτελούσε πλέον λόγο κενό».

    – Ακόμα πιο παραπλανητική η αναφορά σε δηθεν «απενοχοποίηση» της αρχαίας ελληνικής γραμματείας». Για να υπάρξει «απενοχοποίηση» θα πρέπει να έχει προηγηθεί «ενοχοποίηση» και τέτοια δεν υπήρξε ποτέ. Όταν ήδη στον 4ο αιώνα μ.Χ. έχουμε τους Τρεις Ιεράρχες, που εντρύφησαν όσο λίγοι στην Αρχαία Γραμματεία, για ποια «ενοχοποίηση» μιλάμε;

    Να προσέχουμε λίγο τί επικαλούμαστε, άν θέλουμε να είμαστε αποτελεσματικοί στον αγώνα μας κατά των εθνομηδενιστών. Την ημιμάθεια ας την μονοπωλούνε αυτοί. Κι εμείς, ας τους λιώσουμε με την Αλήθεια!

  2. Αφού ευχαριστήσω τον «περαστικό» σχολιαστή του άρθρου μου, θα ήθελα, με αφετηρία τις παρατηρήσεις του, να επισημάνω τα εξής:
    1. Το πόσο «καραμπινάτη ανακρίβεια» είναι όσα υπαινίσσομαι στη ρύμη του λόγου σχετικά με τον υποχρεωτικό εκχριστιανισμό των Ελλήνων το διαπιστώνει κανείς αν ρίξει μια απλή ματιά σε κάποια πολύ διαφωτιστικά αποσπάσματα του Ιουστινιάνειου Κώδικα. Αν για κάτι θα μπορούσα να κατηγορηθώ, αυτό είναι ότι αναφέρθηκα στο θέμα πολύ ακροθιγώς…
    2. Αν το επίθετο «άγριοι» για τους Ρωμαίους ενοχλεί, το κρίμα το έχει ο ίδιος ο Οράτιος, του οποίου την άποψη επικαλούμαι. «Graecia capta ferum victorem cepit et artes intulit agresti Latio», γράφει για τους συμπατριώτες του. «Ferus» σημαίνει «άγριος», «θηριώδης». Και «agrestis», στη συνέχεια, ση-μαίνει «άξεστος», «αγροίκος». Τι να τον κάνουμε δηλαδή τον Οράτιο, να τον διορθώσουμε ή να τον μαλώσουμε;
    3. Έγραψα ότι η ονομασία «Ρωμαίοι», που αποτελούσε επί της ουσίας λόγο κενό, θα παραμεριστεί «βαθμιαία» και θα αντικατασταθεί «σταδιακά» από την ονομασία «Έλληνες». Νομίζω ότι αυτές οι διευκρινίσεις είναι αρκετές για ένα σύντομο και σχηματικό διάγραμμα, εφόσον μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι στις ιστορικές μεταβολές δεν υπάρχουν σαφείς και απότομες διαχωριστικές γραμ-μές.
    4. Τη μονοπώληση της ρωμαϊκής οικουμενικότητας από τους Φράγκους δεν την αποδέχτηκαν ασφαλώς οι Βυζαντινοί. Ωστόσο, από τον Πάπα Νικόλαο τον Α΄, στα μέσα του 9. αιώνα, ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης θα ονο-μαστεί «Imperator Graecorum» (και όχι «Romanorum»). Και μεγαλύτερη ση-μασία από την αμφιλεγόμενη νομιμοποίηση των τετελεσμένων που δημιούργησαν οι Φράγκοι έχει κατά τη γνώμη μου η επιστολή που έγραψε ο Αυτο-κράτορας Λουδοβίκος ο Β΄ στον Αυτοκράτορα Βασίλειο τον Α΄, το 871 μ.Χ. Εκεί του τονίζει ουσιαστικά ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είναι στ’ αλήθεια μια Αυτοκρατορία Ελληνική. Ειδικότερα, του λέει ότι πραγματικός Ρωμαίος Αυτοκράτορας είναι όποιος κατέχει την παλαιά Ρώμη. Και ότι οι Γραικοί δεν έχουν το δικαίωμα να εμφανίζονται ως αυτοκράτορες της Ρώμης, γιατί α) Εγκατέλειψαν την παλαιά Ρώμη. β) Αντικατέστησαν τη λατινική γλώσσα με κάποια άλλη (την ελληνική.). γ) Απεμπόλησαν τη ρωμαϊκή εθνικότητα και απέκτησαν μια τελείως διαφορετική (την ελληνική). Και δ) Είναι, βέβαια, κακόδοξοι…
    5. «Απενοχοποίηση» της αρχαίας ελληνικής γραμματείας όχι μόνο υπήρξε, αλλά και προχώρησε μετ’ εμποδίων, γιατί η παλιά χριστιανική δυσπιστία εναντίον της δεν εξαφανίστηκε από τη μια μέρα στην άλλη. Και επειδή ο επικριτής του άρθρου μου φαίνεται άνθρωπος της Εκκλησίας, θα πρέπει να έχει ακούσει για τα «αναθέματα» κατά της Ελληνικής Φιλοσοφίας που διαβάζονταν πάλαι ποτέ την Κυριακή της Ορθοδοξίας και που περιέρχονται στο «Συνοδικό» της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787 μ.Χ.). Παραθέτω ένα από αυτά: «Τοις τα Ελληνικά διεξιούσι μαθήματα, και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις επομένοις, και ως αληθέσι πιστεύουσι (…)ΑΝΑΘΕΜΑ».
    6. Συμπέρασμα: η σχέση του Ελληνισμού με το Χριστιανισμό, ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες, πέρασε από τη σύγκρουση στο συμβιβασμό και από εκεί στη συμφιλίωση. Ελληνισμός και Χριστιανισμός είναι σήμερα δύο θεμελιώ-δεις συνιστώσες της εθνικής μας ιδιοπροσωπίας. Αντί να ανακαλύπτουμε α-νύπαρκτες αντιπαραθέσεις μεταξύ τους, καλό θα ήταν να συνειδητοποιήσουμε ότι ο αληθινός αντίπαλός μας στο χώρο των ιδεών είναι ο εθνομηδενισμός.

  3. Συμφωνώ με τον περαστικό. Δε με πείθει ο Κ. Κατσιμάνης. Υποχρεωτικός στην αρχή και αναγκαστικός μετά εκχριστιανισμός τον 4ο-6ο αιώνα λέει. Πείτε μας κύριε σε τι πίστευαν οι «βιαίως εκχριστιανισθέντες» τον 4ο αιώνα. Σας απασχόλησε αυτό; Ο άνθρωπος δεν αλλαξοπιστεί με ψευδοδιατάγματα, ειδικά ως σύνολο. Ο θρησκεία του είχε ήδη εκφυλιστεί τους προηγούμενους αρκετούς αιώνες. Είχε αδειάσει μεταφυσικά. Κατήντησε να λατρεύει τον καθένα, δηλαδή κανέναν. Με μία πηγή, με ένα βιβλίο, με μία αιτία, είναι αδύνατον κανείς να εξηγήσει τόσο πολύπλοκες και πολυδιάστατες αλλαγές τόσο μεγάλων πληθυσμών. Τα δε περί Καρλομάγνου είναι προϊόντα βιαστικής ανάγνωσης της ιστορίας, όσο κι αν πάει να τα μαζέψει μετά. Όσο για τα αναμασήματα των δωδεκαθεϊστών για τα αναθέματα, ο συγγραφέας αδυνατεί να κάνει συνδυαστική σκέψη των δικών του φράσεων! Απαντάει μόνος του στον εαυτό του όταν προσδιορίζει θρησκευτική έννοια στη λέξη σε άλλο σημείο του κειμένου του. Προς τι λοιπόν η μπαντιέρα στο σημείο 5; Έχει δίκιο ο περαστικός. Η ημιμάθεια είναι σύμμαχος του εθνομηδενισμού.

  4. Λυπούμαι πολύ για το άρθρο του κυρίου Κατσιμάνη, για τους εξής κυρίως λόγους:

    (i) Ένα νέο ρεύμα Ιταλών (και όχι μόνο) επιστημόνων, με έντονη δυναμική, διεκδικεί
    την ιστορία και τον πολιτισμό του λεγομένου “Βυζαντίου”, με το επιχείρημα ότι στην
    ουσία η ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν, εθνικά, μία, από τον 2ο π.Χ. αιώνα μέχρι τον
    15 αιώνα μ.Χ. Σε αυτή την θεώρηση, θεωρείται δεδομένο ότι οι σύγχρονοι Ιταλοί
    είναι οι “απόγονοι των Ρωμαίων” (και ας είναι Φράγκοι/Ενετοί/Γενοβέζοι/Λομβαρδοί
    και άλλα τευτονικά φύλα, που επέβαλλαν την φεουδαρχία στους Ρωμαίους της Δύσης,
    εκφραγκίζοντάς τους από τον 8ο ως τον 11ο μ.Χ. αιώνα).

    (ii) Αποτελεί έκπληξη ότι το παραπάνω επιχείρημα χρησιμοποιείται και από Τούρκους
    επιστήμονες, και μη, για να ενισχυθεί η άποψη ότι στην Πόλη του Κωνσταντίνου
    Παλαιολόγου δεν ζούσαν αρχαίοι Έλληνες/απόγονοι αρχαίων Ελλήνων, αλλά Ρωμαίοι
    υπήκοοι, τα απομεινάρια μιας πάλαι κραταιάς Αυτοκρατορίας (δίγλωσσης και πολυεθνικής).

    Τόσο η άποψη (i), όσο και η (ii), στηρίζονται σε ένα βασικό γεγονός: η ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
    αλώθηκε όντως το 1453 μ.Χ., και οι πολίτες-υπήκοοι που ζούσαν στην Πόλη του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου υπήρξαν γέννημα θρέμμα Ρωμαίοι, και όχι Έλληνες. Όσοι επιμένουν
    να σηκώνουν το μπαϊράκι του “Ελληνισμού”, έχουνε πουλήσει και την ψυχή τους στον
    εξ’ από ‘δω, για να βρούνε ακόμα και ψευδεπίγραφες πηγές: ε βέβαια, πού χρόνος
    για διασταύρωση πηγών, από τους φανατίκλες!

    Το άρθρο του κ. Κατσιμάνη βρίθει από ανακρίβειες και εκκωφαντικά λάθη, σε όλα τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται, και στις τέσσερις ενότητες του κειμένου.

    Θα επανέλθω το Σαββατοκύριακο, με λεπτομερή απάντηση, διότι απαιτείται αρκετός χρόνος για στοιχειοθετημένη απάντηση, από πρωτεύουσες (και όχι δευτερεύουσες, όπως του κ. Κατσιμάνη) πηγές.

    Θα ήθελα απλώς να εκθέσω την άποψή μου για προβληματισμό, μέχρι να επανέλθω με το κείμενο-απάντησή μου, σε αυτό το άθρο με τα επικίνδυνα υπεραπλουστευμένα σχόλια που εκτίθενται: ζούμε ακριβώς στην εποχή που είτε θα κάνουμε το μεγάλο άλμα, και θ’ απαλλαχτούμε από τον βραχνά του φανατισμού και του μη δημιουργικού εθνικισμού, στοιχεία που πηγάζουν από έναν ανεκδιήγητο ναρκισισμό, είτε θα φτάσουμε από εκεί που ξεκινήσαμε: στην Μετακενωτική θεώρηση της υπερχιλιετούς ρωμαϊκής μας ταυτότητας. Μια δεύτερη Μετακένωση θα σημάνει το οριστικό τέλος
    της Ρωμηοσύνης.

    Είπα Ρωμηοσύνη;! Πολλοί, ανόητοι, ανίδεοι, εμπαθείς και ανιστόρητοι (επιεικώς όλα αυτά!), με χαρακτηρίζουν “ρωμανιδικό” (sic), όταν μιλώ για αυτή την όψη της Ιστορίας μας. Και γενικά βάζουν αυτή την στάμπα σε όποιον εκφράσει μια αντίληψη που πηγάζει μέσα από τις ίδιες τις πρωτότυπες πηγές (ρωμαϊκές, φραγκικές, τουρκικές και σλάβικες), αρνούμενος να ακολουθήσει την γραμμή των προβεβλημένον “στοχαστών”, που αναμασούν τα ίδια και τα ίδια, τα τελευταία διακόσια χρόνια. Σε όλους αυτούς λοιπόν, θα ήθελα να επαναλάβω: δεν με/ας αφορούν άμεσα τα κείμενα του σεβαστού π. Ι. Ρωμανίδη, σε τέτοιες συζητήσεις. Είναι πονήματα θεολογικού περιεχομένου, και όποια ιστορική αναφορά γίνεται σε αυτά, αφορά αποκλειστικά την ενίσχυση επιχειρημάτων για τον διάλογο για την ένωση μεταξύ των εκκλησιών. Θεωρώ τον άνθρωπο Ι. Ρωμανίδη πεφωτισμένο, όμως το έργο του δεν έχει σαν στόχο την ανάγνωση της ιστορίας από μιαν άλλη σκοπιά, αλλά την τοποθέτηση του διαλόγου για το Σχίσμα (και φυσικά τον διάλογο για την Ένωση, στον οποίο προϊστατο ο μακαριστός π. Ιωάννης) σε ένα καταλληλότερο πλαίσιο: διότι δεν μπορείς να ξεκινάς να μιλάς για δογματικές διαφορές μεταξύ “Ρωμαιοκαθολικών” και “Ορθοδόξων”, αγνοώντας ότι οι μεν ήταν οι Φράγκοι Χριστιανοί και οι δε οι Ρωμαίοι Χριστιανοί (αναφορά στο σημείο 1. του κ. Κατσιμάνη).

    Αποτελεί γελοιότητα, για να μην γράψω τίποτα βαρύτερο, η προσπάθεια φίμωσης της άλλης άποψης, με τέτοιες στάμπες.

    Τέλος (για την ώρα, όπως είπα: θα επανέλθω δριμύτερος!), θα ήθελα να θέσω προς προβληματισμό: τί στην ευχή σημαίνει “ελληνοχριστιανισμός”; Αυτόν τον χαρακτηρισμό τον ακούω συχνά-πυκνά και από αγαπημένους ανθρώπους, δασκάλους μου (ακόμα και αν δεν τους έχω γνωρίσει από κοντά), όπως είναι ο π. Γεώργιος Μεταλλινός και ο κ. Κ. Χολέβας: τί σημαίνει “ελληνοχριστιανισμός” κύριοι; Ακόμα και τον Χριστιανισμό πήρε σβάρνα ο εθνικισμός και φυλετισμός κάποιων;

    Δεν έχω χρόνο αυτή την στιγμή για τέτοιες συζητήσεις, αλλά θα απαντήσω -σύντομα- αναλυτικά, διότι σε κείμενα σαν και αυτά, του σεβαστού κ. Κυριακού Κατσιμάνη, κρύβεται το αίτιο του αδιεξόδου για το Γένος μας. Μπερδεύεται η βούρτσα με κάτι άλλο. Και αυτό το μπέρδεμα διαιωνίζεται…

  5. Καλή η προσπάθεια, κ. Κατσιμάνη, να επιχειρηματολογήσετε υπέρ της τρισχιλιόχρονης συνέχειας του ελληνικού έθνους, επικαλούμενος έναν ιστορικό του διαμετρήματος του Νίκου Σβορώνου. Το σχήμα όμως που πρότεινε ο Σβορώνος, όση φιλότιμη προσπάθεια και αν έκανε, δεν ξεφεύγει τελικά από το ρομαντικό και υπερβατικό πνεύμα της παλιάς ιστορικής σχολής. Γιατί τι άλλο από ρομαντικό, υπερβατικό και, εν τέλει, επιτηδευμένο είναι ένα σχήμα που υποστηρίζει ότι ο ελληνισμός περίμενε μέχρι την ύστερη βυζαντινή εποχή για να ωριμάσει και να ενηλικιωθεί (από λαός να γίνει έθνος);

    [«τα στοιχεία της αδιάκοπης πολιτιστικής και ως ένα σημείο της εθνολογικής συνέχειας, που, έστω και λανθάνοντα στη συνείδηση του, υπάρχουν και δρουν στην πραγματικότητα (το πιο χειροπιαστό είναι η ελληνική γλώσσα), εμποδίζουν να δούμε στον μεσαιωνικό Ελληνισμό έναν νέο λαό, μια καινούργια εθνότητα, άσχετη, ή με κάποια μόνο μακρινή σχέση με τον αρχαίο Ελληνισμό, αλλά μας κάνουν να βλέπουμε σε αυτόν μια νέα φάση του ίδιου λαού, που με την ενηλικίωση αλλάζει τη φυσιογνωμία του.»
    Ν. Σβορώνος, Το Ελληνικό έθνος, γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού, σ. 59-60].

    Και πως γίνεται να μιλάμε για τον «ίδιο λαό» και για μία «διαχρονική ελληνική συνείδηση» όταν αυτή η συνείδηση, η οποία ήταν ακμαία κατά τους αρχαίους χρόνους, πέφτει σε καταστολή και σε μία «δυνάμει» κατάσταση κατά την κυρίως βυζαντινή περίοδο; Δεν υπάρχουν λαοί σε «χειμερία νάρκη». Εφόσον η συνείδηση κατά τους βυζαντινούς χρόνους πέρασε ξανά από τα στάδια της «διαμόρφωσης» και της «εμφάνισης» (λόγια του Σβορώνου), πρόκειται πλέον για τη συνείδηση ενός εξελιγμένου και καινούργιου λαού.

    Με έκπληξη πάντως διάβασα την τοποθέτησή σας για τον εκχριστιανισμό των Ελλήνων. Δεν περίμενα να γραφτεί κάτι τέτοιο σε ένα άρθρο που δημοσιεύεται από το Αντίβαρο. Αν λάβουμε υπόψη αυτό που έχει γράψει η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ – ότι οι χριστιανοί εξακολουθούσαν να είναι μειοψηφία επί Μεγάλου Κωνσταντίνου – τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι περισσότεροι Έλληνες έγιναν χριστιανοί την εποχή που το ρωμαϊκό κράτος έκανε επίσημη θρησκεία τον χριστιανισμό και θέλησε να εξαφανίσει τις αρχαίες λατρείες.

    Υ.Γ: Μιας και ο κ. Κυριάκος Παπαδόπουλος αναφέρθηκε παραπάνω στη Ρωμιοσύνη, θα ήθελα να του επισημάνω να μην τη βλέπει τόσο στην ουτοπική υπερεθνική της διάσταση (όπως προβάλλεται από κάποιους ορθόδοξους κύκλους) αλλά στην πραγματική εθνική της διάσταση (Νέος Ελληνισμός), όπως την περιγράφουν η λαική παράδοση και σημαντικοί υποστηρικτές της, σαν τον διαφωτιστή Δημήτριο Καταρτζή και τους δημοτικιστές Γ. Ψυχάρη και Α. Εφταλιώτη.

  6. Κύριέ μου Pertinax,

    Σας ευχαριστώ για την επισήμανση, αλλά μάλλον δεν καταλάβατε καλά τί γράφω: γράφω ότι είμαστε Ρωμαίοι γέννημα θρέμμα, και όχι Έλληνες. Δεν φιλοσοφώ, μιλώ με στοιχεία και αποδείξεις. Και δεν ανήκω σε κανέναν ορθόδοξο κύκλο, όπως γράφετε, ούτε είμαι “ρωμανιδικός” (sic), όπως με χαρακτηρίζουν κάποιοι άλλοι ανίδεοι και αδιάβαστοι.

    Δυστυχώς δεν βρήκα ακόμη τον χρόνο να δώσω μια αναλυτική απάντηση στον κ. Κατσιμάνη, αλλά θα το κάνω προσεχώς: γι’ αυτό άλλωστε επανήλθα.

    Από τον 2ο π.Χ. αιώνα μέχρι τον 20ο αιώνα υπάρχουν Ρωμαίοι. Για τους Τούρκους υπάρχουν ακόμη και σήμερα Rum και ρωμαϊκή γλώσσα (Rumca). Αγνοώντας ότι η Θεσσαλία υπήρξε η Μεγάλη Βλαχία, και ότι υπήρχαν λατίνόφωνοι Ρωμαίοι, όσο και ελληνόφωνοι, αγνοούμε (ηθελημένα;) την σύνδεσή μας με τους σημερινούς Romani της Romania, των παραδουνάβιων λατίνων Ορθοδόξων δηλαδή. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι απανταχού Βλάχοι αποκαλούν romani-armani τους εαυτούς τους…

    Διάβαζα σήμερα το πανέμορφο μεσαιωνικό ποίημα “Βέλθανδρος και Χρυσαντζα”. Για ρίξτε
    μια ματιά σε μερικά σημεία του (θα το παραθέσω ολόκληρο σύντομα):

    < ΒΕΛΘΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΧΡΥΣΑΝΤΖΑ> (1n)
    Διήγησις ἐξαίρετος Βελθάνδρου τοῦ Ῥωμαίου· ὅς, διὰ θλίψιν, ἣν (1n)
    εἶχεν ἐκ πατρὸς αὐτοῦ, ἀπεξενώθην, ἔφυγεν ἐκ τῆς γονικῆς του (2n)
    χώρας καὶ πάλιν ἐπανέστρεψεν, ἔλαβε δὲ Χρυσάντζα, θυγατέρα (3n)
    ῥηγὸς τῆς μεγάλης Ἀντιοχείας, πλὴν κρυφίως πατρὸς καὶ μητρὸς (…)
    Δυνάστης ἦτον βασιλεὺς Ῥοδόφιλος ὁκάτις, (25)
    τὸ ὄνομα Ῥωμαϊκόν, χώρων ὑπεραπείρων
    τυραννικῶς αὐθέντευεν ὡς φυσικὸς αὐθέντης
    καὶ τοὺς ἐκεῖσε γύρωθεν ἐδέσποζε τοπάρχας·
    εἶχε καὶ παῖδας εὐειδεῖς, ἠγαπημένους δύο·
    ὁ πρῶτος ὠνομάζετο φίλαρμος {παρὰ} παρὰ πάντων, (30)
    Βέλθανδρος δὲ ὁ δεύτερος τὴν τῶν Ῥωμαίων λέξιν,
    (…)

    Aφήστε τις πολλές φιλοσοφίες, διότι μ’ αυτές, όπως θα πρέπει
    να έχετε ήδη καταλάβει, έχουμε πατώσει.

    Ή θα ανα-στηθούμε σαν Γένος, και θα αναβαπτιστούμε
    στην ρωμαϊκή μας ταυτότητα, ή θα χαθούμε μια και
    καλή, εμμένοντας στον ελληνοκεντρισμό μας (όπως
    μάλιστα τον εννοούμε σήμερα!), ζώντας σε παράλληλο
    σύμπαν.

    Θα επανέλθω…συγνώμη για την προχειρότητα του μηνύματος, αλλά θα
    με δικαιολογήσετε, αν δείτε τί ώρα το γράφω.

    Θερμές Ευχές,

    Κυριακός Π.

  7. Με όλο το σεβασμό κ. Παπαδόπουλε αλλά νομίζω ότι τον χαρακτηρισμό του “ρωμανιδικού” δεν σας τον έδωσαν τυχαία. Γιατί όπως ο αείμνηστος Ι. Ρωμανίδης και ο κύκλος του, έτσι κι εσείς, συγχέετε την ευρύτερη πολιτική έννοια του “Ρωμαίου” με την εθνοτική.

    Η Ρωμιοσύνη δεν εμφανίζεται από τον 2ο αι. π.Χ. αλλά από τον 11ο-12ο αι. μ.Χ. και δεν είναι άλλη από τη νεοελληνική εθνότητα, η οποία ήταν το καταστάλλαγμα του βυζαντινού ελληνόφωνου κόσμου.
    Στο Χρονικό του Μορέως (14ος αι.) οι Ρωμαίοι-Νεοέλληνες διακρίνονται από τους Βλάχους της Θεσσαλίας/Μεγαλοβλαχίας.
    Στο Χρονικό των Τόκων (13ος-14ος αι.) οι Ρωμαίοι διακρίνονται από τα “Αρβανιτζέλια”.
    Η εθνοτική διάκριση που κάνει ο Δούκας τον 15ο αιώνα είναι σαφής: “Ουκ έστιν εν αυτοίς [στους Γενίτσαρους] ούτε Τούρκος, ούτε Άραψ, αλλά πάντων Χριστιανών παίδες, Ρωμαίων, Σέρβων, Αλβανών, Βουλγάρων, Βλάχων και Ούννων”.
    Οι Βλάχοι (Αρωμάνοι) στη δική τους γλώσσα μας έλεγαν όχι Ρωμαίους αλλά Γραικούς. Κι εμείς δεν τους λέγαμε Αρωμάνους (Ρωμαίους) αλλά Βλάχους. Το γεγονός αυτό δείχνει πως οι Ρωμαίοι και οι Αρωμάνοι ήταν διακριτές ομάδες.

    Το πως διαστρεβλώθηκε το πραγματικό νόημα της Ρωμιοσύνης και από αίτημα για περιορισμό του “κλασσικισμού” και ανάδειξη της νεοελληνικής ταυτότητας (βλ. δημοτικιστές) έγινε ουτοπικός οραματισμός ενός ορθόδοξου υπερέθνους (που στην ουσία δεν υπήρξε ποτέ) είναι αλλουνού παπά (Ρωμανίδη, Μεταλληνού κλπ) ευαγγέλιο.

  8. Να με συγχωρείτε κ. Pertinax,

    Αλλά θα επαναλάβω, με _όλον τον σεβασμό (διότι δεν σας γνωρίζω),
    ότι η ερμηνεία σας είναι εντελώς _ρομαντική_. Δεν γράφω
    “λανθασμένη”, διότι δεν έχω το ακαδημαϊκό και ηθικό δικαίωμα να το κάνω.

    Ο προσδιορισμός “Βλάχος” δεν αναφέρεται μόνο στους λατινοφώνους
    Ρωμαίους, αλλά είναι _πολύ ευρύτερος_. Και στα πτωχοπροδρομικά
    θα βρείτε, φερ’ ειπείν, αναφορές, όπου μάλλον εννοείται ο “κτηνοτρόφος”,
    ο “βουνίσιος”.

    Επίσης, η αναφορά σας όπου ο προσδιορισμός Ρωμαίος γίνεται
    αποκλειστικά με “πολιτειακό”/πολιτικό γνώμοντα, είναι πέρα για
    πέρα λανθασμένη. Μπορώ να σας παραθέσω (φαντάζομαι έχετε κι εσείς
    πρόσβαση στο TLG και στις αντίστοιχες πηγές με apparatus criticus)
    _εκατοντάδες_ πηγές όπου αναφέρονται σε _Γένος_ και _Έθνος_ των
    Ρωμαίων.

    Θα επανέλθω όταν “ηρεμίσουν” λίγο τα πράγματα με το πρόγραμμά
    μου, μέσα στον Μάη.

    Θα ήθελα να επιλογήσω, την μικρή παρέμβασή μου, τονίζοντας ότι
    ο φυλετισμός (ένα προς ένα απεικόνιση/αντιστοίχιση γλώσσας
    με φυλή – έθνος) είναι τευτονικής προελεύσεως. Και οι Σλαύοι
    ακολούθησαν αυτή την γραμμή, και αποκαλούσαν την (περιορισμένη
    εδαφικά ήδη από τον 12ο αιώνα) Ρωμανία ως “Γη Γραικών”.

    Το θέμα είναι πώς μας αποκαλούσαν οι Φράγκοι, ή πώς αποκαλούσαμε
    εμείς τους εαυτούς μας;

    Σας ευχαριστώ πάντως για την παρέμβαση, διότι θα την έχω υπόψιν
    μου, όταν απαντώ αναλυτικά στο παραπάνω άρθρο.

  9. Υ.Γ.

    Ένα υστερόγραφο πριν εγκαταλείψω τον Η/Υ: χαίρομαι (κ. Pertinax)
    που δεν αναφέρεστε, όπως πολλοί του “ελληνοχριστιανισμού” στον
    Ιωάννη Γ’ Δούκα (Βατατζη) και στην δήθεν επιστολή του προς τον Πάπα:
    έχει αποδειχθεί ότι το κείμενο είναι δημιούργημα του 18ου αιώνα
    (έχω παρέμβει στο αντίστοιχο άρθρο που δημοσιεύεται εδώ, στο Αντίβαρο,
    και μπορώ να δώσω αναλυτικά στοιχεία).

    Αν θέλουμε να δούμε τα πράγματα στείρα, εντελώς επιστημονικά, θα απογοητευτούμε
    όλοι μας, διότι τα ψευδεπίγραφα κείμενα είναι πάρα πολλά. Προσωπικά, για παράδειγμα,
    ήμουν πάντοτε συναισθηματικά δεμένος με τον Όσιο Ανδρέα τον δια Χριστόν
    Σαλό. Και συνεχίζω να είμαι, για λόγους καθαρά προσωπικούς,
    λόγους Πίστης. Δημιούργημα του Λεοντίου (επισκόπου Κύπρου),
    θεμελιωμένο πάνω στον βίο του Συμεών του δια Χριστόν Σαλού.

    Η γλωσσολογική ανάλυση δεν δίνει περιθώρια…σας αφήνω με
    ένα paper, και υπάρχει βιβλιογραφία εκτενής.

    http://publishing.cdlib.org/ucpressebooks/view?docId=ft6k4007sx&chunk.id=ch1&toc.depth=1&toc.id=0&brand=eschol&query=andreas

    Αυτά τα περί “Ελληνισμού” είναι για μένα η νίκη
    των Φράγκων πάνω στην Ρωμηοσύνη. Έτσι απλά. Θα παραθέσω
    στην απάντησή μου την αλληλογραφία Φράγκων με Ρωμαίους
    βασιλείς.

  10. Διόρθωση: δεν είναι δημιούργημα του Λεοντίου, αλλά δημιούργημα πάνω στο δημιούργημα του Λεοντίου…

  11. Y.Γ. 2

    Eπανέρχομαι, σε διάλειμμα, για ακόμα μια μικρή παρέμβαση:
    τον Ι. Δούκα τον έχω αναφέρει κι εγώ, σε μια μικρή “διαμάχη”,
    πάλι εδώ στο Αντίβαρο. Τον έχω διαβάσει ολόκληρο (πιθανόν
    να μην αναφέρεστε στην πλέον έγκυρη έκδοση, του Grecu,
    αλλά στην παλιά της Βόννης: κάνετε σας παρακαλώ σαφή
    αναφορά, διότι δεν παραθέτετε το γνήσιο κείμενο, αλλά
    δακτυλογραφήσατε εσείς ο ίδιος από το κείμενο). Από
    μνήμης, θυμάμαι τις συγκεκριμένες προτάσεις, όταν αναφέρεται
    στο χαρέμι του Μπαγιαζήτου:
    “…παιδάρια νέα καί τρυφερύ, καί κόραι υπέρ τόν ήλιον λάμπουσαι, τίνων; Ρωμαίων, Σέρβων, Βλάχων, Αλβανίτων, Ούγγρων, Σάξων, Βουλγάρων καί Λατίνων…”
    V. Grecu, Ducas. Istoria Turco-Bizantina (1341-1462) [Scriptores Byzantini 1. Bucharest: Academia Republicae Romanicae, 1958]: 29-435.

    Ίσως όμως η αναφορά σας να γίνεται σε διαφορετικό χωρίο. Δεν
    είναι αυτό το πρόβλημα.

    Δεν μου είναι εύκολο αυτή την στιγμή να καθίσω και να
    δώσω ακριβή αναφορά του χωρίου, αλλά ο λόγος της
    δεύτερης παρέμβασής μου είναι ο ίδιος ο Δούκας: ανθενωτικός,
    ίσως γενοβέζικης καταγωγής: πάντως υπηρέτησε τους Γενοβέζους
    μέχρι το τέλος της ζωής του.

    Έγραψε την Ιστορία του _μετά_ την Άλωση της Πόλης, γι’ αυτό
    και ταξινομείται ως είτε “Οttoman Historian” είτε ως
    “μεταβυζαντινός”. Σε εκείνη την περίοδο η Βλαχία δεν
    ανήκε στην Ρωμανία. Αν και ο ίδιος ο (γνήσιος) Σφραντζής
    κάνει αναφορά στους Βλάχους, σαν να θεωρούσε δεδομένο
    ότι θα έστελναν βοήθεια. Θα αναφέρω και αυτά τα χωρία
    στην απάντησή μου… (δεν είναι σωστό να μιλάμε με
    γενικότητες, γι’ αυτό νιώθω τύψεις που ακόμα δεν
    έχω βρει χρόνο να γράψω).

    Παρόλα αυτά, μπορείτε να μου πείτε πώς γίνεται να χρησιμοποιεί
    τον προσδιορισμό “Ρωμαίος” με πολιτειακή κι όχι εθνοτική έννοια;
    Την στιγμή που δεν υπάρχει Βασίλειο Ρωμαίων πια…

    Οι δε “τουρκο” Πόντιοι, στην σημερινή Τουρκία, εξακολουθούν
    να αποκαλούν Ρωμαίους τους εαυτούς τους…και
    αν θέλετε να είμαστε ακριβείς, μέσα στην Τουρκοκρατία
    ο προσδιορισμός Ρουμ αντιπροσώπευε ότι αντιπροσώπευε
    ανέκαθεν μέσα στην Ρωμανία.

    Και θα μου επιτρέψετε εδώ να αναφέρω ότι η μητέρα μου είναι
    βέρα “Βλάχα”, από μάνα και πατέρα: η μακαριστή η προγιαγιά μου δεν ήξερε
    γρι ελληνικά, και μου μετέφραζαν για να καταλάβω. Η γιαγιά μου
    μου λεγε (είναι εν ζωή, να ‘ναι καλά) για το ξύλο που
    ρίχνανε στα βλαχόπουλα, όταν μιλούσανε την γλώσσα τους δημόσια.
    Στο δε σχολείο τους γυρνούσανε “μαύρους” στο σπίτι. Πολύ
    ρατσισμός…αλλά ας μην ανοίγουμε αυτές τις πληγές, γιατί δεν
    συμφέρει στον ταλαίπωρο τόπο μας.

    Δεν αποκαλούσαν “Βλάχους” τους εαυτούς τους, αλλά Armani.

    Γράφω εδώ και το εξής, για να μην το ξεχάσω όταν απαντήσω
    αναλυτικά: πολλά στοιχεία για τους Ρωμαίους (Ρουμ) της
    εξισλαμισμένης Μέσης Ανατολής και Αφρικής μας έδωσε
    ο π. Ηλίας, Σύριος μοναχός, ο οποίος επί χρόνια εργαζόταν
    στην Οξφόρδη, πάνω στην ταξινόμηση και μετάφραση
    συριακών κειμένων.

    Νομίζω ότι ακόμα η επιστήμη της Ιστορίας “δεν τα έχει
    δει όλα”, και η μετάφραση συριακών κειμένων έρχεται
    να φέρει πολλές εκπλήξεις. Ο ίδιος είναι θερμός
    οπαδός της Ρωμαιοσύνης, κι εξηγεί ότι ο κατακερματισμός
    του Γένους των Ρωμαίων, είτε από τους Σιίτες και τους
    Σουνίτες στην Ανατολή, είτε από τα γερμανικά φύλα
    στην Δύση, δεν υφίσταται, όταν μιλάμε για την πνευματική
    Ρωμανία. Είμαστε όλοι ένα Σώμα. Έχει αυτή την στιγμή
    στο Walsall έναν απίστευτα μεγάλο αριθμό κειμένων,
    που περιμένουν ταξινόμηση και μετάφραση.

    Kαι τέλος, πρέπει να γίνει αναφορά στους
    Γαλάτες και Κέλτες που εκρωμαϊστικαν, πλήρως,
    μέχρι να εκφραγκιστούν στην Δύση ή να εκτουρκιστούν
    στην Ανατολή. Βλέπετε, ο προσδιορισμός Ρωμαίος
    μόνο πολιτειακός δεν είναι…

    Θα επιστρέψω, και να με συγχωρείτε για την ταχύτητα
    και την προχειρότητα.

  12. *** ενωτικός εννοούσα…ο δαίμων του πληκτρολογίου και της ταχύτητας…

  13. Κ. Παπαδόπουλε, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ισχυρίζεστε ότι αρνούμαι την εθνοτική σημασία του ονόματος Ρωμαίοι, πριν και μετά την Άλωση. Αφού αυτό ακριβώς ισχυρίστηκα στην προηγούμενη απάντηση. Μόνο που παρατήρησα ότι το «γένος των Ρωμαίων» ήταν οι ελληνόφωνοι, οι Νεοέλληνες. Και ότι σε ένα δεύτερο επίπεδο (ευρύτερο) συμπεριλάμβανε τους υπόλοιπους ορθόδοξους βαλκανικούς λαούς.

    Σας προτείνω να διαβάσετε το βιβλίο «Βeing Byzantine. Greek Identity before the Ottomans» της Gill Page, όπου αναλύεται η διαφορά μεταξύ της πολιτικής και της εθνοτικής ρωμαϊκής ταυτότητας. Όπως επίσης και την πιο πρόσφατη επιστημονική άποψη επί του θέματος, το άρθρο του Χρήστου Μαλατρά «The making of an ethnic group: the Romaioi in the 12th-13th centuries», το οποίο εξηγεί πώς εμφανίζεται τον 12ο αιώνα η νεοελληνική εθνότητα υπό το όνομα Ρωμαίοι και με εναλλακτικές ονομασίες τα Γραικοί-Έλληνες.
    http://www.eens.org/?page_id=1513

    Επειδή όμως μ’ αρέσει να επιχειρηματογώ παραθέτοντας πηγές, ορίστε κάποιες ακόμα που δείχνουν ότι οι Ρωμαίοι (Νεοέλληνες) διακρίνονταν από τους υπόλοιπους ορθόδοξους:

    – Έψαξα στο ΤLG και βρήκα άλλα δύο ανάλογα απόσπάσματα από τον Δούκα:
    «[…] ως κακείνος εν τη Αδριανού προς Ρωμαίους, Ούννους, Βλάχους, Σέρβους, Βουλγάρους δόρυ κινών» [22, 9, 11-12]
    «οι του Οτμάν […] την Θράκην πάσαν εκράτησαν και την βασιλείαν Ρωμαίων και Σέρβων υποτελή και υπόφορον έδειξαν, αλλά και Βλάχους υπέρ τον Δούναβιν και Ούννους, το μυριάριθμον γένος, Αλβανούς και Βουλγάρους, πάντας […] εταπείνωσαν» [23, 2, 7-11]
    Το απόσπασμα (με το τάγμα των γενίτσαρων) που παρέθεσα στην προηγούμενη απάντηση, βρίσκεται στο 23, 9, 25-27.

    – «Ο τε γαρ ημέτερος χώρος τη των Ρωμαίων προσήκει αρχή, πλεονεκτικώτερον γαρ οι Βούλγαροι τοις πράγμασι χρησάμενοι και του Μελενίκου γεγένηνται εγκρατείς, ημείς δε πάντες και εκ Φιλιππουπόλεως ορμώμεθα καθαροί το γένος Ρωμαίοι»
    [Νικόλαος Μαγκλαβίτης προς τους κατοίκους του Μελένικου, 13ος αι. – Γεώργιος Ακροπολίτης, έκδ. Α. Heisenberg, σ. 76, 28]

    – «Το γένος των Αγαρηνών τον κόσμο θέλει φάγει,
    Ρωμαίους και Σέρβους, Βλάχους τε και Ούγγρους τε και Λατίνους!»
    [Διήγησις του Βελισσαρίου, δημώδες κείμενο του τέλους του 14ου αι., στ. 572-573]

    – «Ημείς γαρ χριστιανοί όντες και μίαν πίστιν έχοντες, όμως βαρβάρους έχομεν και λέγομεν, τους Βουλγάρους, τους Βλάχους, τους Αλβανίτας, τους Ρούσους»
    [Καναβουτζής, 1430 – από το βιβλίο της Ε. Γ. Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σ. 63]

    – Οθωμανικές απογραφές του 15ου αιώνα διακρίνουν τα χωριά του Μωριά σε ρωμαίικα (rumiyan) και αρβανίτικα (arnavudan)
    http://saouarcadian.blogspot.com/2009/12/1461.html
    http://conference.arcadians.gr/index.php?itemid=29&catid=2

    – «Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένοι και Ρωμιοί,
    Αράπηδες και άσπροι, με μιαν κοινήν ορμή»
    [γνωστό απόσπασμα από το Θούριο του Ρήγα]

    – «Σχέδιο της αγωγής των παιδιών Ρωμηών και Βλάχων»
    [σύγγραμα του Δημήτριου Καταρτζή, 18ος αι.]

    – «Αλβανοί, Βλάχοι, Βούλγαροι, Αλλόγλωσσοι, χαρήτε,
    Κ’ ετοιμασθήτε όλοι σας Ρωμαίοι να γενήτε
    […]
    Ξυπνήσατε απο τον βαθύν ύπνον της αμαθείας
    ρωμαίκια γλώσσα μάθετε, μητέρα της Σοφίας.»
    [από τον πρόλογο του τετράγλωσσου λεξικού της απλής Ρωμαϊκής, της εν Μοισία Βλαχικής, της Βουλγαρικής και της Αλβανίτικης του Δανιήλ Μοσχοπολίτη, 1802]

    Η διάκριση αυτή αποτυπωνόταν εύγλωττα και στη γλωσσική διάκριση ανάμεσα στα ρωμαίικα, τα αρβανίτικα, τα βλάχικα και τα βουλγάρικα.

    Υ.Γ. (1) Οι Τουρκοπόντιοι Ρωμαίοι μην ξεχνάτε ότι μιλάνε ακόμα ελληνικά (ρωμαίικα). Ίσως καλύτερο παράδειγμα γι’ αυτό που θέλετε να υποστηρίξετε είναι οι τουρκόφωνοι Ρωμιοί. Και αυτοί όμως προέρχονταν από ελληνόφωνους Ρωμιούς.

    Υ.Γ. (2) Σίγουρα οι Βλάχοι στη γλώσσα τους λέγονταν Armani και όχι Βλάχοι. Γιατί όμως δεν έλεγαν έτσι και τους ελληνόφωνους (αφού ήταν ο ίδιος λαός) παρά τους ονόμαζαν Γκραίκους; Μου είχε κάνει εντύπωση η παρακάτω μαρτυρία, που δείχνει ότι το Ρωμιός ταυτίζεται με το Γραικός και το Arman με το Βλάχος:
    «Θυμάμαι τον Γκραίκο παππού μου, τον μπάρμπα-Τζιόρτζη να με ρωτά, σαν πήγαινα στο χωριό της μητέρας μου στο Ρουμλούκι: “Τι είσαι βρε ‘συ, Ρωμιός για Βλάχος;” Ενώ στη Βέροια, ο Βλάχος παππούς μου, ο λάλα-Στέργιος, με ρωτούσε στα βλάχικα: “Τσε χι τίνι, Αρμούν ια Γκρέκ;” (Τι είσαι εσύ, Αρμούνος ή Γκραίκος;). Και εγώ, μη θέλοντας να τους κακοκαρδίσω, έδινα στον καθένα τους την απάντηση που ήθελε να ακούσει»
    http://www.vlachs.gr/el/home/1-latest/7—
    [σημ: Το Ρουμ-λούκι ήταν χωριό ελληνόφωνων. Τυχαίο;]

  14. Υ.Γ. (3) Πέρα από την παραπάνω διαφωνία μας σχετικά με την ερμηνεία του «Ρωμαίου», μου έκαναν τρομερή εντύπωση τα όσα λέτε για την περίφημη επιστολή του Βατάτζη. Αυτή η επιστολή είναι από τα top επιχειρήματα της «ελληνοχριστιανικής» ιδεολογίας. Θα μπορούσατε να μου δώσετε περισσότερα στοιχεία; Το e-mail μου: pertinax80@hotmail.com

  15. Κύριε “Pertinax”,

    Με το νέο σας σχόλιο έχω μπερδευτεί, διότι δεν έχω καταλάβει
    πού διαφωνούμε, πλην του θέματος της λατινοφωνίας, οπότε
    de facto θεωρώ ότι η διαφωνία μας εστιάζεται στο επιχείρημά
    σας ότι ως Ρωμαίους, από τον 11ο (όπως γράψατε) αιώνα εννοούμε
    τους νεο-Έλληνες. Ως πρόχειρο (διότι δεν μπορώ να απαντήσω
    σχολαστικά και αναλυτικά σε τόσο σύντομο χρόνο) αντεπιχείρημα,
    θα σας παραπέμψω στις αυλικές και θρησκευτικές τελετές, όπως διασώζονται από
    τον Κων. Ζ’ τον Προρφυρογέννητο:

    J.J. Reiske, Constantini Porphyrogeniti imperatoris de cerimoniis aulae Byzantinae libri duo, vol. 1 [Corpus scriptorum historiae Byzantinae. Bonn: Weber, 1829]: 386-807.

    Αν θέλετε να ρίξετε μια πρόχειρη ματιά στο κείμενο
    χωρίς apparatus criticus, επισκεφθείτε το TLG: CONSTANTINUS VII PORPHYROGENITUS Imperator

    Εάν η ταυτότητα ενός Γένους-Έθνους δεν διασώζεται στις
    γιορτές (στα πανηγύρια, να το γράψω στην δημοτική!), τότε
    σίγουρα η προσέγγισή σας είναι εντελώς διαφορετική, και ανήκετε
    σε άλλη Σχολή.

    Το θέμα των Βλαχών είναι τεράστιο. Αδυνατώ να συμμετέχω σε
    μια τέτοια συζήτηση χωρίς κατάλληλη προετοιμασία. Η μητέρα
    μου είναι Βλάχα, οι συγγενείς της λατινόφωνοι Ρωμαίοι (Romani/Armani
    σημαίνει Ρωμαίος). Θα αρκεστώ
    στο να επιμείνω ότι υπάρχουν άνθρωποι, αυτή την στιγμή που
    μιλάμε, που αυτοπροσδιορίζονται Ρωμαίοι (Romani/Armani) στα
    λατινικά και Ρωμαίοι (σε Μέση Ανατολή και Τουρκία) στα ελληνικά,
    τα ρωμέικα όπως γράψατε.

    Για μένα, και για την Σχολή την οποία μελετώ, ο νεο-ελληνισμός
    ξεκινά από τον Πλήθωνα τον Γεμιστό. Οι επιστολές του προς τον
    Μανουήλ ΙΙ τον Παλαιολόγο, και η επιρροή του στο Παλάτι ήταν
    καθοριστικής σημασίας για την οριστική διάλυση της ενότητας
    του κατακερματισμένου Γένους: ενωτικοί, ανθενωτικοί και
    αρχαιολάτρες (οι οποίοι δεν ήταν κατ’ ανάγκη ενωτικοί, όπως
    γνωρίζετε) διαίρεσαν τον ταλαίπωρο λαό, και αυτό συνεχίστηκε
    για πολύ καιρό μετά την Άλωση: δεν είναι τυχαίο ότι αν
    επισκευθείτε την Τραπεζούντα θα δείτε ακόμα και τώρα
    την επιγραφή ΡΩΜΑΙΩΝ ΣΧΟΛΗ
    (από την οποία αποφοίτησε και ο παπούς του πατέρα μου), ενώ
    αντιθέτως οι ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι (Ρήγας Βελεστινλής)
    φορείς του Διαφωτισμού αυτοπροσδιορίζονταν Γραικοί ήδη
    -απ’ ό,τι έχω μελετήσει- αό τον 17ο αιώνα.

    Αν και δυστυχώς δεν έχω απαντήσει στο κείμενο του κ. Κατσιμάνη,
    έχουμε ανοίξει μια πιο ενδιαφέρουσα συζήτηση. Και θα ήθελα
    πολύ να την συνεχίσουμε. Έχοντας κατά νου ωστόσο ότι
    ρωμαϊκή Αυτοκρατορία/Βασίλειο Ρωμαίων υπήρχε μέχρι τον 15ο αιώνα
    με γνώμονα αυτό το σημείο, μπορούμε να προσδιορίσουμε το Γένος
    των Ρωμαίων, όπως διαμορφώθηκε από την πτώση των Πτολεμαίων,
    μέχρι (τουλάχιστον) την Άλωση της Πόλης, το 1453.

    Αν διαφωνούμε στο ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έπεσε το 1453,
    τότε απλά δεν είναι δυνατόν να ανοίξουμε μια τέτοια συζήτηση.

    Με τιμή,

    Κυριακός

    Υ.Γ.
    Θα σας στείλω προσωπικό μήνυμα σύντομα: να με συγχωρείτε
    για τις καθυστερήσεις στις απαντήσεις.

  16. Y.Γ.

    Σπεύδω να υστερογραφήσω ξανά, διότι ξέχασα πάλι
    λόγω βιασύνης να αναφερθώ στην πηγή που παρέθεσα:
    στις τελετές (θρησκευτικές και κοσμικές), όπως
    τις παραθέτει ο Κων. Ζ’ Πορφυρογέννητος,
    όχι μόνον συνυπάρχουν αρμονικά η λατινική με
    την ελληνική γλώσσα, αλλά και “μπερδεύονται”
    τα ρεύματά τους, με την εισροή λατινικών λέξεων
    στην ελληνική: πού πήγανε όλες αυτές οι λέξεις
    κι “εξαφανίστηκαν”; Μήπως δεν χωρούσαν στις
    τρύπες του κόσκινου των καθαρευουσιάνων; Αυτές
    οι λέξεις εμφανίζονται σε σε δημοτικά κείμενα,
    σαν το ποίημα που παρέθεσα στο αρχικό μου
    μήνυμα, παραπάνω.

    Επίσης: το πρόβλημα για το ποιός είναι “Έλλην” (ευτυχώς
    τουλάχιστον το Γραικός του Κοραή δεν επικράτησε του Έλληνα)
    και ποιός “Ρωμαίος”, υπήρχε από την ίδρυση του νεο-ελληνικού
    Κράτους: ακόμα και ο ίδιο ο Κων. Παπαρηγόπουλος
    χαρακτηρίστηκε “Ρωμαίος”, και του στερήσαν το δικαίωμα
    ελληνικού διαβατηρίου. Απ’ όσο ξέρω, το ίδιο πρόβλημα
    αντιμετώπισε, αργότερα, ο Κων. Καραθεοδωρή.

    Θα σας πρότεινα να ανοίξουμε και αυτό το ζήτημα, διότι
    δεν είναι άσχετο με τα παραπάνω.

    Τέλος, η κεντρική μας διαφωνία βρίσκεται στο εξής:
    το 794 ο Καρλομάγνος αποκαλεί το βασίλειο των Ρωμαίων
    ως “Βασίλειο Γραικών”. Η Πόλη απαντά με την “Δωρεά
    του Κωνσταντίνου”, πλαστογραφημένο κείμενο από Ρωμαίους
    της Πόλης (για να ενισχύσουν την θέση τους στο ότι η
    Αυτοκρατορία βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη). Γραικός
    σήμαινε απλά “κακόδοξος” (κάτι παραπάνω από παγανιστής
    δηλαδή), στα χρόνια εκείνα. Ο Μελισσηνός, ως ιερέας στον 16ο αιώνα,
    κάνει εκτενή αναφορά πάνω σ’ αυτό, καγηγορώντας τους
    Φράγκους (στο Chronicon Maius) για αυτόν τον ψευδή
    ισχυρισμό (Contra Errores Graecorum).

    H διαφωνία μας: είναι ξεκάθαρο ότι παίζετε με τις λέξεις: διότι
    εθνοτικά μιλάμε για τον ίδιο λαό, όταν μιλάμε
    για τον Ορθόδοξο κόσμο, και το Κράτος το απροσμάχητον
    είναι η Αυτοκρατορία, είναι το ρωμαϊκό Κράτος.
    Οπότε και πολιτειακά και εθνοτικά το Γένος των
    Ρωμαίων ήταν ενωμένο, μέχρι την φραγκοκρατία
    (που ξεκίνησε από τον 8ο αιώνα στην Δύση). Δεν θα λησμονήσω να σας
    μεταφέρω την άποψη για το θέμα ενός Σύριου
    επιστήμονα και μοναχού, που εργάζεται πάνω
    σε αυτό το θέμα (π. Elia Khalife).

    Επίσης: οι αρχαίοι Θράκες δεν υφίστανται πλέον, ούτε
    η γλώσσα τους, η οποία αίφνης “εξαφανίζεται”
    στα χρόνια της ρωμαϊκής ειρήνης. Ερωτώ: πού
    πήγανε; Ρητορική η ερώτηση, αλλά θα μας χρησιμεύσει
    για την συζήτηση.

  17. Άγρια χαράματα, βρήκα λίγο χρόνο για να σας
    παραθέσω και τον επιτάφιο λόγο του Γεωργίου Ακροπολίτου,
    στον Ιωάννη ΙΙΙ Δούκα, μιας και το έφερε και ο λόγος.

    Θα ήθελα να τονίσω ότι γίνεται αναφορά στο Γένος των Ρωμαίων:
    ολόκληρο το κείμενο είναι ένα παραλήρημα “ρωμαϊσμού”. Μπαίνω
    στον πειρασμό να συνδέσω το κείμενο αυτό και μ’ αυτά που έγραφα
    πιο πριν, παραπάνω. Αν προσέξετε τις τελετές, όπως τις περιγράφει ο Κωνσταντίνος
    Ζ΄ο Πορφυρογέννητος, στην πηγή που παρέθεσα,
    και αν γυρίσετε στα πρώτα χρόνια της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας,
    θα δείτε ότι όντως μιλούμε για έναν ενιαίο ρωμαϊκό πολιτισμό: κράμα
    πολλών πολιτισμών (γι’ αυτό ανέφερα με νόημα την ελληνιστική
    -και όχι απλά ελληνική όπως λέμε σήμερα- επίδραση, τους Κέλτες,
    τους Θράκες κλπ. κλπ.-), υπήρξε κυρίαρχος πολιτισμός
    στην Μεσόγειο, και όχι μόνο, για πολλούς αιώνες. Και
    φυσικά μεταβαλλόταν και εξελισσόταν.

    Θέση μου είναι ότι η ελληνοκεντρική ανάγνωση της Ιστορίας
    οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα, και διασπά την ιστορία
    μας επικίνδυνα: παραπάνω ο φίλτατος τονίζει ότι ούτε οι
    Αλβανίτες ούτε οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι ανήκουν στο ίδιο
    Γένος με εμάς τους ελληνοφώνους: θα ήταν καλό να ψάξουμε
    λίγο αν όντως μιλούσαμε όλοι μας την ελληνική, μέχρι
    τις αρχές του 20ου αιώνα. Η ελληνική επιβλήθηκε στο Κράτος
    μας, για λόγους τους οποίους κατανοώ και αποδέχομαι. Αν
    κρίνουμε την “ελληνικότητα” κατ’ αυτόν τον τρόπο,
    τότε οι Μικρασιάτες, οι Πόντιοι και οι Πολίτες είναι
    πιο “Έλληνες” από τους Αρβανίτες και Βλάχους, που
    πλειοψηφούσαν σε μέρα σαν την Θεσσαλία, την Ήπειρο,
    τηνΡουμ-ελη και τον Μωρηά.

    Το στοίχημα ωστόσο του Έθνους-Κράτους χάθηκε:
    και για να γίνω και επίκαιρος,
    τί έχουμε να αντιτάξουμε στο Δόγμα Ντα(β)ούτογλου,
    και σε παρόμοιες απειλές; Τον “Ελληνισμό” μας; Το
    superiority μας, ως “γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων,
    της Κλασσικής εποχής” που είμαστε;

    Και ο Σφραντζής γράφει για το “κάκιστο και αφελέστατο
    γένος των Αλβανιτών”, και το κάνει με τον ίδιο τρόπο
    που πιθανώς το έκανε και ο Δημοσθένης, χαρακτηρίζοντας
    “βάρβαρους” τους Μακεδόνες. Αν δεν εντάσσετε και τους
    Βλάχους και τους Αλβανίτες στον “νέον Ελληνισμό”, όπως
    τον αποκαλείτε, τότε φθάνουμε σε επίπεδα μηδενισμού
    πια, με τέτοια ανάλυση. Και εάν τους εντάσσετε, τότε
    πώς μπορούμε να μιλάμε για “Ελληνισμό” και όχι για
    Ρωμαιοσύνη;

    Με λίγα λόγια, για σας οι Αμερικανοί που ζούνε
    στις ΗΠΑ είναι Άγγλοι, επειδή υπερίσχυσε στο
    τέλος η αγγλική…

    Θα επανέλθουμε, διότι είναι ενδιαφέρουσα αυτή
    η συζήτηση.

    Απολαύστε τον Ακροπολίτη, σε μια σημαντική μαρτυρία:

    A. Heisenberg, Georgii Acropolitae opera, vol. 2. Leipzig: Teubner, 1903 (repr. 1978 (1st edn. corr. P. Wirth)): 12-29.

    (t.) Τοῦ Ἀκροπολίτου κυροῦ Γεωργίου ἐπιτάφιος
    τῷ ἀοιδίμῳ βασιλεῖ κυρῷ Ἰωάννῃ τῷ Δούκᾳ.
    (1.) Ἰοὺ ἰοὺ καὶ ὁ μέγας τέθνηκε βασιλεύς, ἰοὺ ἰοὺ ὁ περί-
    πυστος Ἰωάννης καὶ κράτιστος, τὸ φοβερὸν καὶ φρικαλέον
    τοῖς ἐχθροῖς ὄνομα, χάριεν δὲ ἡμῖν καὶ ποθούμενον. ἰοὺ
    ἰοὺ τὸ τῶν Ῥωμαίων ἐχυρώτατον καταβέβληται πύργωμα,
    τὸ Σεμιραμείων τειχῶν ἐρυμνότερον, ἐν ᾧ τὰ πάντα περι- (5)
    φράγνυντο καὶ τοῖς ἐναντίοις διετηροῦντο ἀνεπιβόυλευτα.
    ὁ κοσμικὸς στύλος σεσάλευται καὶ κατήρρακται, ὃς εἰς ὕψος
    αἰθέριον τὴν τῶν Ῥωμαίων ἀνῆγεν ἀρχὴν καὶ περιφανεστέραν
    πᾶσιν ἐτίθετο. τὸ κέντρον τοῦ τῶν Αὐσόνων κυκλώματος
    ἐξηφάνισται, ἐξ οὗ γραμμαὶ πρὸς ξυνοχὴν ἀπεπέμποντο, (10)
    τὰ μὲν τῆς σωστικῆς περιφανείας περικρατοῦσαί τε καὶ
    ξυνάγουσαι, μακρὰν δὲ βάλλουσαι τὰ τῶν ἐχθρῶν κεντρία
    τὰ καθ’ ἡμῶν ἐπαλλόμενα. ὁ κλεινὸς καὶ λαμπρὸς ἀπέ-
    σβεσται ἥλιος, δι’ οὗ προσκόμματος λίθους ἡμεῖς ἐφυγγάνομεν,
    δι’ οὗ φαῦσις ἡδεῖα ἡμῖν, δι’ ὃν καὶ ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχη- (15)
    μόνως τὴν βάδισιν ἐποιούμεθα, ἐξ οὗπερ ἀκτῖνες ἀπέρρεον
    χαριτόβλυτοι, πᾶσαν Ῥωμαίων χθόνα περιαυγάζουσαι, ὑφ’ ὧν
    καὶ κατετεφροῦντο τὰ τῶν ἐναντίων φρονήματα, ὃν οὐ
    σελήνης ὑποτρέχειν σῶμα, τὸ αὐτὸ μικρὸν κολούειν ἠδύνατο,
    ἀλλοθρόων ἀναιδῶν κεναυχήματα, οὐδὲ νέφους ἀχλὺς ὑπε- (20)
    σκότιζεν, ἀντιμάχων δολερῶν διαβούλια.
    (2.) Ἰοὺ ἰού, ἀνακτέον γάρ μοι τὸν λόγον εἰς τὸ θρηνῴδημα.
    φεῦ τοσούτου πάθους, ἰαταὶ τῆς τοιαύτης ἡμῖν συμφορᾶς.
    πέπτωκε δένδρον τὸ ὑψιτενὲς καὶ πλατύκομον, ἐν ᾧ τὰ τῶν ὅλων
    ἐψυχαγωγοῦντο περισκεπόμενα, οὐχ ἡλιακαῖς εἰληθερούμενα
    καύσεσιν οὐδὲ ταῖς ἐκ χιόνων πηγυλίσιν ἀποψυχόμενα. ἆρ’ ἄγε, (5)
    ὦ παρόντες Ῥωμαῖοι, ἀληθῶς αὐτοὶ τῷ βίῳ περίεσμεν τοῦ βασι-
    λέως ἐξ ἡμῶν ἀποπτάντος, ὃς ψυχῆς λόγον ἢ ζωῆς τόπον ἐν @1
    ἡμῖν ἀπεξέφερεν; ἢ ζῆν μὲν δοκοῦμεν, τῇ δ’ ἀληθείᾳ τεθνήκα-
    μεν; ἔστι γὰρ καὶ θάνατος ἐν ἀνθρώποις μήπω φαινόμενος,
    ὄντως δὲ ὢν καὶ τοῖς ἐξετάζουσι γινωσκόμενος, αὐτομιᾷ (10)
    δὲ μύθου καὶ λίθον ἐξ ἀνθρώπων ποιεῖ καὶ δακρύειν τοῦτον
    οὐ κατοκνεῖν ἀποφαίνεσθαι. λιθοῖ μὲν γὰρ ὄντως ἀνθρώπου
    φύσιν πάθος ἐπεισφρῆσαν βαρὺ καὶ ἀναίσθητον ἐν τοῖς
    ἄλλοις ἐργάζεται μόνου τοῦ ἄλγους ἐχόμενον καὶ διηνεκῶς
    δακρύειν βουλόμενον. (15)
    (3.) Ἆρ’ οὖν, ὦ Ῥωμαῖοι, ὁ κράτιστος ἐκεῖνος καὶ τῶν πώποτε
    βασιλέων μεγαλουργότατος ὡς εἷς τῶν ἀνθρώπων καὶ αὐτὸς
    τὴν γῆν ὑποδέδυκε καὶ ψυχρὰν περιβέβληται πλάκα, λίθων
    λαμπροτάτων καὶ μαργάρων ταύτην ἀνταλλαξάμενος; ὁ πολὺς
    τὴν ἰσχύν, ὁ τὴν σύνεσιν ἀπαράμιλλος, ὁ πολλαῖς μάχαις (5)
    ἐξετασθεὶς καὶ πλείστας νίκας ἀναδησάμενος, οὗ τὰ τρόπαια
    ὑπὲρ ψάμμον θαλάσσης καὶ ἄστρων πλῆθος μὴ ἀριθμούμενον,
    τὰ μὲν κατὰ χέρσον, τὰ δὲ κατὰ θάλατταν, ὃν ὁ φριμακτίας
    ἔτρεσεν Ἰταλός, ὃν ὁ μάχιμος πέφρικε Πέρσης, ὃν ἐδεδοίκει
    Παίων αἱμοχαρὴς καὶ Μυσὸς καὶ Δαλμάτης ὑπέπτηξαν, οὗ τὸ (10)
    δόρυ καὶ ἐς Γαδείρων ὅρους πεφόβηνται, οὗ τὴν σπάθην καὶ
    οἱ κατὰ πάντων ἀριστεύοντες ἐτετρέμαινον; ἆρ’ οὖν οὕτως ἐκεῖνος
    σὺν τοῖς λοιποῖς Χάρωνος γεγένηται παρανάλωμα καὶ ξίφους
    ἔργον θανατηροῦ; καὶ κατεκαυχήσατο καὶ αὐτοῦ τὸ τοῦ Πλού-
    τωνος βέλεμνον; τίς μοι δοίη φωνὴν Στεντόρειον, τίς πλα- (15)
    τυνεῖ μου τὸ στόμα καὶ εὐρυχανδέστερον θήσειεν, ὡς ἂν
    φωνὴν ἀπερεύξωμαι τοῦ πάθους ἀξίαν καὶ παραμετρουμένην
    τῷ μεγέθει τοῦ δυσπραγήματος; τίς μοι δανείσοι γλῶτταν
    Ὁμήρειον ἢ μοῦσαν τὴν Ἡροδότειον, ὡς ἂν τοῦ μὲν αὐτο-
    κράτορος μικρὸν ἐγγίσω τῷ λόγῳ τοῖς ἀριστεύμασι, τῷ δὲ (20)
    πάθει παρισώσω τὸν ἐκ τῶν λόγων ὀλοφυρμόν; ἀλλὰ ταῦτα
    μὲν μὴ καὶ ἀδύνατα ἂν εἴη μὴ μόνον ἡμῖν τοῖς οὕτω
    χαμαιζήλοις περὶ τοὺς λόγους ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄγαν ὑψηλοῖς
    τὴν διάνοιαν• ἀλλὰ τίς ἄν μοι χρήσαιτο καθ’ Ἱερεμίαν
    θαλάσσας δακρύων καὶ στεναγμάτων ἦχον βαρύβρομον, ὡς (25)
    ἂν θρηνήσαιμι προσηκόντως τὸν αὐτοκράτορα; @1
    (4.) Ἔδει μὲν οὖν ἡμᾶς, ὦ σεμνὴ γερουσία, καὶ πάντας
    Ῥωμαίους μὴ ὀλοφυρμοῖς μόνον τεθνηκότα δεξιοῦσθαι τὸν
    βασιλέα μηδὲ μόνον σπείσασθαι στεναγμοὺς ἢ δρύψασθαι
    παρείας ἢ καταξᾶναι τρίχας ἢ μέγα κωκῦσαι καὶ δακρυό-
    φυρτον ἢ μελανειμονῆσαι πάθους εἰκόνα καὶ σύμβολον• (5)
    οὐχ οὕτως οὖν ἔδει μόνον ἐκείνῳ τὴν ὁσίαν χαρίσασθαι,
    ἀλλ’ εἴπερ ἦν ὅσιον καὶ τὰς ψυχὰς ἀπιόντι συναπερεύξασθαι
    καὶ νεκροὺς σὺν αὐτῷ φανῆναι τοὺς πάλαι ψυχωθέντας καὶ
    ζωωθέντας γε δι’ αὐτοῦ. ἐτεθνήκει μὲν γὰρ ὡς ἀληθῶς
    πρὸ μακροῦ τὰ Ῥωμαίων πράγματα καὶ νενέκρωται, ἀληθῶς (10)
    Ἰταλικῇ τῇ νόσῳ κατασχεθέντα, ἐξ οὗ τὴν βασιλίδα τῶν
    πόλεων, ἣ κεφαλῆς λόγον ἐπεῖχε πάσῃ τῇ Ῥωμαίων ἀρχῇ,
    ἐξ ἐφόδου παρεισπεσόντες τῇ δυναστείᾳ τούτων συμπαρεστή-
    σαντο. ὡς οὖν ἠνδραποδίσαντο τὴν βασίλισσαν καὶ τὴν
    κυρίαν ἠχμαλωτεύσαντο, ἐντεῦθεν ἅπαν ἀπραγμόνως θερα- (15)
    πευτικὸν ὑπηγάγοντο. αὕτη μὲν οὖν ἡ κοινὴ Ῥωμαίοις
    γεγένηται συμφορὰ τοῖς ἀπείροις κρίμασι τοῦ θεοῦ, εἰς ἃ
    μηδὲ Παῦλος παρακύπτειν δεδύνηται, ὁ εἰς τρίτον ἀρθεὶς
    οὐρανὸν κἀκεῖθεν ἀπαχθεὶς εἰς παράδεισον. ἐγένετο γοῦν
    ἐξάπινα ἡ θειοτέρα Ἱερουσαλὴμ εἰς ἐρήμωσιν, καὶ τὸ τοῦ (20)
    προφήτου φάναι ὡς ὀπωροφυλάκιον ἐν σικυηλάτῳ καὶ ὡς
    ἀποβεβληκυῖα τὰ φύλλα ταύτης τερέβινθος. ἀλλ’ ἤγειρεν
    ὁ θεὸς τὸν μέγαν ἐκεῖνον βασιλέα, Θεόδωρον λέγω τὸν
    Λάσκαριν, ὃς τῆς τῶν Ῥωμαίων νηὸς κλυδαζομένης συν-
    επελάβετο καὶ ἐπὶ τῶν οἰάκων κεκάθικε καὶ τὴν ταύτης (25)
    κυβέρνησιν ὑπὸ θεοῦ καὶ τῆς αὐτοῦ δεξιωτάτης φύσεως
    ἀνεδέξατο. πρῶτος οὖν αὐτὸς ταῖς τῶν πολλῶν καὶ μεγάλων
    ἀντεκατέστη*** πολλῷ ἀντεμβολεῖν καὶ τοῖς ἀπαρκτίαις καὶ
    σκαφοδύταις καικίαις ἀνδρικῶς ἐμαχέσατο. οὐ πολὺς ὁ χρόνος,
    κἀκεῖνος οὖν παρείληπται πρὸς τοῦ κρείττονος, τὴν δὲ τῆς (30)
    ὁλκάδας ἡγεμονίαν τῷ δεξιῷ πρὸς ταῦτα καὶ ἐπιστήμονι @1
    καὶ οὗ πεῖραν εἴληφεν ἐκ πολλῶν ἐγκεχείρικεν. ὁ δὲ τὸ
    σκάφος παραλαβὼν σμικρότατον πάνυ καὶ ὅσον οὐχ ἁπλῶς
    κοίλην νῆα ἀλλ’ οὐδὲ δρόμωνα ἢ λέμβος λογίζεσθαί τε καὶ
    φαίνεσθαι, τυννουτοῒ δὲ πλοιάριον καὶ ὂν ὡς ἀληθῶς καὶ (35)
    λεγόμενον, εἰς τοσοῦτον ἤγαγε μέγεθος ὑψώσεώς τε καὶ
    πλατυσμοῦ, ὥστε οὐ τριακοντήρη ἢ τεσσαρακοντήρη, τὰ περι-
    θρύλλητα τοῖς παλαιοῖς ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἀδυνατοῦντα πρὸς
    σύμπηξιν, ἀλλὰ χιλιοντήρη ἢ μυριοντήρη ταύτην κατασκευά-
    σασθαι. (40)
    (5.) Ἀλλὰ τί ἀδολεσχῶ ταῖς μεταφοραῖς καὶ τροπολογῶν
    βαρύνω τὰς ἀκοάς, ἐξὸν τρανῶς διασαφῆσαι τὰ πράγματα
    καὶ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ παραστήσασθαι; ὁ μὲν δὴ βασιλεὺς οὗτος
    ὁ μέγας τὴν ἡγεμονίαν παρὰ τοῦ βασιλέως καὶ κηδεστοῦ
    προσδεξάμενος, κλῆρον δίκαιον καὶ ἀνῆκον ἀγκαλισάμενος (5)
    σχοίνισμα ἀλλ’ οὐχ ἅρπαγμα συλησάμενος, ὃ πολλοῖς ἑτέροις
    ἐπισυμβέβηκε, καὶ ἡγεμονίαν τοσαύτην ὅσην οὐδὲ εἰς ἀρχὴν
    ἀρκοῦσαν εἶναι περίπυστον, μήτοι γε βασιλείαν Ῥωμαίων
    τὴν περιώνυμον, ἣ τῷ πλάτει καὶ τῷ μεγέθει κατὰ πολὺ
    τῶν ἄλλων διέφερε—μικροῖς γὰρ αὕτη καὶ εὐπεριγράπτοις (10)
    τοῖς ὁρίοις περιεσφίγγετο καὶ ἀσθενεστέροις περιεκυκλοῦτο
    θριγγώμασι καὶ τούτοις εἰς τὴν ἑῴαν μόνον, ἐπεὶ τὰ πλείω
    ταύτης ἐκαρποῦτο ὁ Ἰταλός. τοιαύτην δὲ τὴν ἡγεμονίαν
    οὗτος παρειληφὼς καὶ ὑπολογισάμενος καθ’ αὑτὸν, ὡς οὐ
    τρυφῆς ὑπόθεσις γίνεται τὸ βασιλικὸν τοῖς εὖ φρονοῦσιν (15)
    ἀξίωμα οὐδὲ χλιδῆς λόγος οὐδὲ βλακείας παράνυξις, ἀλλ’
    ἀφορμὴ ἀγώνων μακρῶν καὶ περιφρονεστέρων ἔργων αἰτία,
    πολέμων τε καὶ τῶν παρεπομένων τροπαίων, ἃ θεὸς ἐπι-
    βραβεύει τοῖς ἀόκνως μαχομένοις ἐπὶ δικαίοις τοῖς πράγμασι—
    τοιαῦτα δὴ διανοηθεὶς καὶ εἰς ὕψος ἄρας τὸ φρόνημα καὶ (20)
    ἐξογκώσας τὸν λογισμὸν οὐ μικρόν τι καὶ ταπεινὸν οὐδ’
    ἀγεννὲς καὶ τῶν μὴ πάνυ παραδόξων ἐργάζεται, ἀλλὰ νεα-
    νικὸν καὶ γενναῖον καὶ τοῖς κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ μηδ’ εἰς ψιλὴν
    ἀναπολούμενον ἔννοιαν.
    (6.) Τῶν γὰρ Ἰταλῶν ἀμάχων μὲν ὄντων καὶ φύσει, ἐξ
    ὧν δ’ εἰς ἡμᾶς εἰργάσαντο πεφυσιωμένων μακρὰ καὶ μαχι-
    μωτέρων γεγενημένων καὶ τὰ πλείω μὲν τῆς ἑῴας ὡς
    ἔφημεν καρπουμένων—Σκάμανδρος γὰρ αὐτοῖς ὑπετάτ- @1
    τετο συνυπέκυπτέ τε καὶ Ἀδραμύτιον, καὶ Περγάμου (5)
    μέχρις ἐπήγνυντο οἱ σταθμοί, Πηγῶν τε χῶροι καὶ Λεντια-
    νῶν ἐτέλουν ὑπόφορα, ἔξω δὲ τούτων ὑπῆρχεν οὐδὲ Λουπά-
    διον, μικρὸν δέ τις ἐντεῦθεν ὑπερβαλὼν καὶ εἰς Νικομή-
    δους εἶδε καὶ πᾶσαν τὴν πέριξ χώραν σφίσι κατανεμομένην
    ὡς ὑποχείριον—οὕτω γοῦν τῶν ἑῴων διακειμένων, τῶν (10)
    δυτικῶν δὲ ἁπάντων πρὸς σφῶν αὐτῶν καὶ τῶν Βουλγάρων
    καὶ τῶν ἐξοιστρησάντων τῆς δικαίας ζεύγλης Ῥωμαίων καὶ
    τῆς δουλείας ἀπερρηγμένων ἐξηνδραποδισμένων καὶ κατα-
    δεδουλωμένων ὡς ἴσασιν ἅπαντες—τοιούτων δὴ τῶν
    πραγμάτων ὄντων καὶ οὕτω δειλίαν ἐμπαρέχειν δεδυνημένων (15)
    μὴ ὅτι γε τοῖς πολλοστὴν ἔχουσιν οἵαν ἐκεῖνος ἐδέξατο τὴν
    ἀρχήν, ἀλλὰ καὶ τοῖς περιφανέσιν ἔν τε πλούτῳ καὶ πόλεσι
    καὶ στρατεύμασιν, ὁ δὲ οὐκ ἔπαθέ τι ἀνθρώπινον, οὐ συν-
    εστάλη, οὐκ ἔπτηξεν, οὐκ ἔτρεσε τὸ θηριῶδες τοῦ Ἰταλοῦ καὶ
    πρὸς τὰς μάχας ὀξύρροπον καθά γε κάπρου πρὸς ξίφος (20)
    ἐνθορνύοντος, οὐδὲ τὴν κατασχοῦσαν ἐξ αὐτῶν δειλίαν
    Ῥωμαίους ὡς ἐμποδὼν ὑπετόπασεν, ἀλλὰ πάντα περιφρονήσας
    καὶ πᾶσιν ἑαυτὸν ἀντιθεὶς καὶ ἀντὶ πάντων μόνον ἑαυτὸν
    ἀντίσταθμον τοῖς πράγμασιν ἡγησάμενος ἀσπάζεται τὴν
    κατὰ τῶν Ἰταλῶν μάχην καὶ τὴν εἰρήνην ὡς μηδὲν ὀνοῦσαν (25)
    ἐκπέμπεται• μετὰ γὰρ τοῦ δικαίου κρείττων εἰρήνης ὁ πόλε-
    μος. δεινὸν γὰρ ἡγεῖτο καὶ ψυχῆς ἀγεννοῦς φρόνημα τὸ
    τὴν πρῴαν ἀρχὴν καὶ τούτῳ προσήκουσαν ἔκπαλαι ὀφθαλ-
    μοῖς ὁρᾶν γεωργουμένην ὑπ’ ἀλλοτρίων καὶ καρπουμένην,
    καὶ ὡς οἰκεῖον λογίζεσθαι κήπευμα. (30)
    (7.) Τοὐντεῦθεν συρρήγνυσι μάχην τοῖς Ἰταλοῖς, καὶ ὑπερασ-
    πίζει τοῦ δικαίου θεός, καὶ τῆς ἀνδρείας ἐκείνου καὶ
    γενναιότητος ἀναδείκνυνται τὰ προοίμια• ἐξήττηνται γὰρ
    κατὰ κράτος οἱ Ἰταλοὶ καὶ νικῶνται νίκην οἵαν ἰδὼν ὁ ἥλιος
    γέγηθε. βαβαὶ οἷον τὸ ἡλιακὸν φῶς Ῥωμαῖοι τότε τεθέανται, (5)
    ὁποίαν τῆς ἡμέρας τὴν χάριν, οὕτω κατατροπωσάμενοι
    τὸ ἀλλόφυλον καὶ πᾶσαν αὐτῶν τὴν ἀποσκευὴν σκυλευσάμενοι
    αἰχμαλώτους τε ξύμπαντας ἁπαξαπλῶς ἀναγαγόντες καὶ
    σχοίνῳ δουλείας καταδεσμεύσαντες λαφύρων τε ἀπείρων @1
    ἐμπλησθέντες παντοδαπῶν καὶ παντοίας πλησθέντες τῆς (10)
    χαρμονῆς. ὡς γοῦν ταῦτα ξυμβαίη, καὶ ὁ ὑψαύχην κατέ-
    πιπτε καὶ ὁ τὰς ὀφρῦς ἐπαίρων ὑπεχαλᾶτο τοῦ κεναυχήματος,
    καὶ τὸ φύσημα κατεβέβλητο καὶ τὸ φρύαγμα χαῦνόν τε καὶ
    ἀδρανὲς ὑπεφαίνετο.
    (8.) Ἐντεῦθεν τὰ ἐν ἡμῖν ἀνεζωπυρεῖτο καὶ ἐθερμαίνετο,
    ἐκείνων ἀποψυχομένων καὶ νεκρουμένων, καὶ ἀνήγετο κατὰ
    μικρὸν οὐ καταφρονητοῖς τοῖς ὑψώμασιν. ἐξελήλατο γοῦν
    Ἰταλὸς τῶν Ῥωμαϊκῶν χωρίων καὶ ἄστεων, καθ’ ἕκαστον
    τούτων μάχην ὑποστὰς κρατεράν, ἐν χειμώνων ἀκμαῖς, ὁπότε (5)
    ὕει πολλὰ καὶ νιφετοῖς παλύνονται ἄρουραι, ὁπότε ἄγαν
    πήγνυται ὕδωρ καὶ τῷ ἄγαν τοῦ ψύχους καὶ γεωργὸς καὶ
    ποιμὴν παντελῶς ἀργεῖν κατακέκρινται καὶ ὁ μὲν τοῖς
    οἰκήμασι περικέκλεισται, ὁ δὲ σπηλαίοις ἐνδιατέτριφε μηδ’
    ἀτενίσαι τῷ ἀέρι δυνάμενος, καὶ ἐν μέσοις πάλιν τοῖς (10)
    θέρεσιν, ὁπότε ἄνθρωπος πᾶς παρὰ πηγαῖς ἐμφιλοχωρεῖν
    ἐθέλει καὶ τοῖς ἐκ δένδρων σκιάσμασι, τεχνητοῖς ἐκ ῥιπισ-
    μάτων ἀναψυχόμενος πνεύμασιν. ἀλλ’ ὁ ἀκάμας ἐκεῖνος καὶ
    τὰ σῶμα μὲν ἀδαμάντινος καὶ ἀνένδοτος πρὸς τὰς τοῦ ἀέρος
    ἐναντίας ποιότητας, ἄτρεστος δὲ τὴν ψυχὴν πρὸς τὰς τῶν (15)
    ἀντιπάλων κινήσεις καὶ τὰ ὁρμήματα, οὐδέν τι πρὸς τούτων
    ἐμαλθακίζετο οὐδὲ τὸ σύντονον ὑπενεδίδου πρὸς τὸ πολὺ
    τοῦ χρόνου καὶ τὸ τοῦ μόχθου βαρύ. οὐδὲ καιρὸς αὐτῷ
    τὴν μάχην ὡρίζετο, πάντα καιρὸν οἰόμενος ἐπιτήδειον τοῦ
    οἰκείου λάχους προκινδυνεύειν καὶ ὑπεραγωνίζεσθαι τοῦ (20)
    τούτῳ πεπιστευμένου συμφερόντως παρὰ τοῦ κρείττονος, ἀλλ’
    ἦν αὐτοῦ τὸ ὅπερ ἂν ἄλλος ᾠήθη τέλος ἀρχή, καὶ ὅπερ
    ἕτερος ἐξειργασμένος ἀρκεῖν ἂν ἐλογίσατο, αὐτὸς ὡς εἰ μηδὲν
    γέγονεν ὑπελάμβανεν. οὐκ ἔφθασε γὰρ ἐν τῇδε τῇ μάχῃ
    στῆσαι τὸ τρόπαιον, καὶ μάχης ἑτέρας καὶ ἀγώνων ἄλλων (25)
    εἰσήγετο πρόφασις• καὶ ἤχει παραυτίκα τὸ ἐνυάλιον καὶ
    οἱ θώρακες ἔστιλβον καὶ τὰ δόρατα ἔφρισσον καὶ αἱ ἀσπίδες
    προυβέβληντο καὶ ἡ τῆς μάχης σύρρηξις παρευθύς, προ-
    μαχοῦντος ἐκείνου καὶ προκινδυνεύοντος τῶν πολλῶν. καὶ @1
    γὰρ τὰ τῶν ἄλλων τὸ δόρυ τούτου προυλάμβανε, καὶ ὁ (30)
    ἵππος τοὺς τῶν ἑτέρων ὑπερήλλετό τε καὶ ὑπερίπτατο, καὶ
    ὁ πολέμιος ταῖς αὐτοῦ χερσὶν ἐτιτρώσκετο, καὶ πάλιν νίκη
    καὶ πάλιν μέγα τὸ τρόπαιον.
    (9.) Οὕτως αὐτοῦ τὰ τῆς μάχης ἀλληλουχούμενα καὶ οὕτως
    αὐτοῦ τὰ τῆς νίκης περικροτούμενα. τί γοῦν θαυμαστόν,
    εἰ τοσοῦτος ὢν τὴν ἀνδρείαν, τοιοῦτος δέ γε τὴν φρόνησιν,
    κατ’ ἄμφω δὲ τοῖς ξύμπασιν ἀπαράμιλλος, οὕτω δὲ καρτε-
    ρικὸς πρὸς τὰ μάχιμα, ἐς τοσοῦτον πλάτος τὰ τῶν Ῥωμαίων (5)
    ἐμεγέθυνεν ὅρια, ὧν ὁπόσον τὸ μέγεθος καὶ ἡλίκος ὁ δρόμος
    ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἴδε σύμπας τε Ῥωμαῖος καὶ
    ὁ ἐπιχωριάζων ἀλλογενής. ἑῴα μὲν λῆξις ὑπετέθη πᾶσα τῷ
    βασιλεῖ τῆς Ἰταλικῆς ἐλευθερωθεῖσα χειρός, πάντα δὲ τὰ κύκλῳ
    ταύτης ὡς οὐδεπώποτε καθημέρωνται. ὁ γὰρ Πέρσης τὴν (10)
    ἡσυχίαν φιλεῖ ὁ τὰς μάχας ἔχων ἐντρύφημα, ὁ ταχὺς ἐφαλέσθαι
    καὶ σκυλεῦσαι καὶ ἐκφυγεῖν• τούτου καὶ τὸ τόξον κεχάνωται
    καὶ τὸ βέλος οἱ κατέθραυσται καὶ τὸ δόρυ συγκατέτριπται,
    πολλὰ παθόντος ἐν διαφόροις ἐναντιώσεσι καὶ πολλοὺς τῶν
    οἰκείων ἀποβαλόντος καὶ τῶν περιφανεστέρων ὀλέσαντος. (15)
    περαιωθήτω μοι καὶ πρὸς τὰ ἀντίπεραν ὁ λόγος, λέγω δὴ
    τὰ ἑσπέρια. τίνι ἂν κατὰ νοῦν ἐπῄει ποτὲ ὁ τοσοῦτος
    εὐδαιμονισμὸς Ῥωμαίων καὶ τὸ περίδοξον; ποῖος νοῦς
    τοιαῦτα δὴ τἀγαθὰ γενήσεσθαι ἡμῖν ὑπετόπασεν; πᾶσα
    δυσμὴ τοῖς τοῦ βασιλέως πίπτει ποσὶ καὶ γόνυ κλίνει καὶ (20)
    δεσπότην πεφήμικε. Τριβαλλὸς ἡμῖν ὁρίζει τὰ τῆς ἑσπέρας,
    μᾶλλον δὲ οὐκ αὐτός, εἴ γε καὶ δοῦλος λογογραφεῖται καὶ ὡς
    θεράπων ὑποκύπτει τῷ βασιλεῖ καὶ δύναμιν στρατιωτικὴν
    ὡς ὑπόφορος διδόναι καταναγκάζεται. Μυσὸς ἑτέρωθεν
    τάχα περιγράφει τὰ ὅρια, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὸς περιγράφει• τὸ (25)
    γὰρ ἀληθὲς καὶ οὗτος τοῖς ὑπὸ τοῦ βασιλέως συντάττεται.
    μικρὸν περὶ τὴν ἑσπέραν τὸ σπαῖρον ὅπερ οὐκ ἐπεφθάκει
    χειρώσασθαι, τὰ περὶ Πελοπόννησόν φημι καὶ τὸν Εὔριπον
    καὶ ὅσαπερ ἔτι τοῖς Ἰταλοῖς τυραννεῖται καὶ ὑποτέταται.
    (10.) Τοιαῦτα ἐκείνου τὰ ἀγωνίσματα, τοιαῦτα ἐκείνου τὰ @1
    κατορθώματα. ταῦτα Ῥωμαίους πείθει θρηνεῖν, ταῦτα στέ-
    νειν βιάζει καὶ κρουνηδὸν τῶν ὀφθαλμῶν ἐκπέμπειν τὰ
    δάκρυα, τῶν προτέρων μὲν μεμνημένων δυσπραγημάτων
    καὶ ὧν τὴν πεῖραν οὐκ ἄν τις οὕτως ἤλπισεν ἐκφυγεῖν, ἐν (5)
    ὑστέροις δὲ τῶν λαμπρῶν καὶ περιβοήτων ἀριστευμάτων, ἐξ
    ὧν ἡμῖν τὰ τῆς εὐπραγίας καὶ ὁ μέγας οὗτος εὐδαιμονισ-
    μὸς ἐπεισήρρηκε καὶ τὸ ἐν γλώσσῃ ἁπάντων κεῖσθαι ὡς τῶν
    ἄλλων ὑπερκειμένους ἐν πλουτισμοῖς, ἐν εὐετηρίαις, ἐν εὐτυ-
    χήμασι, πάντας δὲ ἐχθραίνοντας πεφοβῆσθαι καὶ συνεστάλ- (10)
    θαι συμβέβηκεν, ἀνδρειοτέρους ἁπάντων ἀνθρώπων ἡγημένους
    εἶναι Ῥωμαίους, ὑπ’ ἐκείνῳ τῷ γενναιοτάτῳ καὶ στρατιώτῃ
    καὶ στρατηγῷ καλῶς ἐκπαιδευθέντας τὰ ἐνυάλια καὶ τὸ μὴ
    τετρεμαίνειν ἐξησκηκότας ἀντίπαλον, κατὰ ξιφῶν δὲ κυβιστᾶν
    εἰ δεήσειεν, οὐχ ὑπὲρ τῆς ἑαυτῶν μόνον μαχομένους εἰ (15)
    τύχοι, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀλλοτρίων ἐφιεμένους τὸ τολμηρότερον.
    (11.) Οὕτω χρέος Ῥωμαίοις τὸν βασιλέα πενθεῖν, οὕτως ὀφειλὴ
    ἀπαραίτητος τὸν σφῶν δεσπότην ἀπολοφύρεσθαι. ἔδει δὲ
    κἀμέ, ὦ παρόντες, πάλαι ῥητορεύειν δεδυνημένον καὶ τὴν
    γλῶτταν ἐν τῷ λέγειν γε τεθηγμένον μὴ τοιούτοις λόγοις
    δεξιοῦσθαι τὸν αὐτοκράτορα μηδὲ τῶν τοσούτων εὐεργετη- (5)
    μάτων οὕτως ἀμείβεσθαι• οὐ λέγω δὴ τὰς κοινὰς ταύτας
    καὶ πανδήμους εὐετηρίας ὧν καὶ κοινὴ ἡ ἀπόλαυσις, πόλεών
    φημι ἀναρρύσεις ἑτέρων τε ἀναστάσεις ἢ ἀνοικοδομήσεις,
    ἐχθρῶν καταπτώσεις, ἐνίων δὲ καὶ καταδουλώσεις, οὐδὲ
    τὴν ἁπάντων Ῥωμαίων ἐλευθερίαν καὶ εὐεξίαν, οἷς ἡ τῆς (10)
    δουλείας νόσος παρὰ τοῖς ἐναντίοις τὸ ἐπονείδιστον, οὐδὲ
    τὴν τοῦ γένους πλάτυνσιν εἴτε ὕψωσιν ἢ ὅπως ἄν τις ἐθέλῃ
    καλεῖν• οὐδὲν ἐκ τούτων φημὶ τῶν κοινῶν, ἀλλ’ ἤδη
    ἕτερόν τι καὶ προσφιλέστερον. ἐξ ἐκείνου γὰρ τοὺς λόγους
    εἰλήφειμεν καὶ ὅπερ νῦν ἐσμεν ἐγεγόνειμεν, τῷ βασιλεῖ (15)
    ἀνατεθραμμένοι καὶ προστάγμασιν ἐκείνου καὶ ἀναλώμασι
    πεπαιδευμένοι τὰ λογικά. ἔδει γοῦν ὡς ἔφην μὴ τοιούτοις
    λόγοις ἀλλ’ ἑτέροις σεμνύνειν αὐτόν, εἴτουν οὐ θρηνητη-
    ρίοις ἀλλ’ ἐπαινετηρίοις, οὐ γοεραῖς ταῖς φωναῖς ἀλλ’ @1
    εὐφημούσαις ταῖς λαλιαῖς, οὐδὲ δεδακρυμένοις προσώποις (20)
    αὐτῷ προσυπαντᾶν, ἀλλὰ φαιδραῖς καὶ γεγανωμέναις ταῖς
    ὄψεσιν. οὕτως ἡμᾶς ἔδει τοὺς λόγους ποιεῖσθαι καὶ οὕτως
    ἐκεῖνον ἀμείβεσθαι. ἀλλὰ τούτους μὲν περιεῖλε τῷ τότε
    μετὰ τῆς συγχύσεως τῶν πραγμάτων καὶ ὁ καιρός• πάλαι
    γάρ μοι ταῦτα τὴν γλῶτταν ἐπέδησεν, ὅπως δὲ καὶ ὅ,του (25)
    χάριν λέγειν οὐκ ἔνεστι• τέως οὖν γε ἐπέδησεν. ἀλλὰ νῦν
    ἡ τοῦ βασιλέως μετάστασις λύει ταύτην κακῶς καὶ διαρρήσσει
    τοὺς δεσμοὺς δυστυχῶς, καὶ ῥήτωρ ἐγὼ δυστυχέστατος ἐπ’
    ἀκροαταῖς ὑμῖν βαρυπενθέσι καὶ μελανείμοσι τὴν ἀπαγγε-
    λίαν ἐπεξεργαζόμενος. (30)
    (12.) Ἀλλ’ ὢ τί πάθω; πῶς ἂν ἐξειπεῖν δυναίμην τοῦ κατα-
    σχόντος πάθους Ῥωμαίους τὸ μέγεθος; πῶς ἂν λόγῳ παραστή-
    σαιμι τὸ συμβάν; εἰ γὰρ ἑνὸς ἀγαθοῦ στρατιώτου πεσόντος
    ἢ στρατηγοῦ τὸ σύμπαν ὀλοφύρεται στράτευμα καὶ ἀπο-
    κλαίεται τὸ δυστύχημα, πῶς τοσούτου βασιλέως καὶ τοιούτου (5)
    τὴν ἀρετὴν τὸ βιοῦν μεταλλάξαντος, οὗ τὰς ἀπείρους νίκας
    καὶ τὰ κατ’ ἐχθρῶν ἀριστεύματα μακραί τινες βίβλοι παρὰ
    σοφῶν συντιθέμεναι δυσχερὲς ἂν ἦν ἐφερμηνεῦσαι πρὸς τὴν
    ἀκρίβειαν—πῶς οὖν τοιούτου συνηντηκότος Ῥωμαίοις τοῦ δυσ-
    πραγήματος οὐ πᾶς τις ἀπλέτοις τοῖς κωκυτοῖς ἀποκλαύσεται (10)
    καὶ βύθιόν τι στενάξει καὶ γοερὸν ἀνοιμώξει καὶ ἐλεεινὸν
    ὀλολύξειε καὶ δρύψει μὲν τοῖς ὄνυξι παρειάς, ἐκτιλεῖ δὲ τρίχας
    τῆς κεφαλῆς, τέφραν δὲ αὐτῆς καταπάσειε, καὶ ἱμάτιον
    σχίσει καὶ σάκκον ἐνδύσεται καὶ σύμπαν πένθιμον ὀλολύξειε;
    παγκοσμίους μὲν γὰρ συμφορὰς καὶ οἰκουμενικὰ παθήματα (15)
    καὶ πάγκοινα ὀλοθρεύματα ταῖς ἱστορίαις προσχόντες κατὰ
    νοῦν ἠρυσάμεθα, σεισμούς τινας γεγενημένους δεινοὺς
    καὶ τμημάτων γῆς μεγίστων κατερειπώσεις θαλάσσης τε
    ἐκβρασμοὺς καὶ ἀνθρώπων καταποντώσεις ἐμπρησμούς τε
    αὖθις σφοδροὺς καὶ ἄστεων μεγίστων ἐκκαύσεις• πολεμεῖ (20)
    γὰρ ἅπαν στοιχεῖον τὸν ἄνθρωπον καὶ πῦρ καὶ ὕδωρ καὶ
    ὁ ἀήρ, τῶν φυσικῶν ὁρίων ἐκστάντα καὶ τῆς συνήθους
    ὑπερβλύσαντα τάξεως• καταδρομαὶ δ’ ἀλλοφύλων ἄλλοις @1
    γεγόνασι, καὶ ἐπισυμβέβηκε τὸ αἰχμάλωτον ἀνδραποδισμοί
    τε ἀνδρῶν, καὶ γυναῖκες σὺν ὑπομαζίοις ἦμαρ εἶδον τὸ (25)
    δούλιον• ὑετῶν δ’ αὖθις ῥαγδαίων καταφοραὶ παρά τισι
    συμβεβήκασιν, ἐξ ὧν τὸ πᾶν κατακλύζεται. δεινὰ μὲν οὖν
    ταῦτα καὶ ὄντως παγχάλεπα καὶ φυσικοῦ θανάτου βαρυαλ-
    γέστερα• τοῦτον μὲν γὰρ οἶδεν ἡ φύσις καὶ οὐ καινὸν τὸ
    γινόμενον, ἐκεῖνα δὲ κίνησις στοιχείων ἔπαιξεν ἄτακτος ἢ (30)
    τύχη δεδραματούργηκεν ἄστατος.
    (13.) Πολλὰ μὲν οὖν ἐπισυμβαίνει διὰ ταῦτα τοῖς ἀνθρώ-
    ποις ἀνιαρά, τὰ μὲν πλατυκώτερον τὰ δὲ ἰδικώτερόν τε καὶ
    μερικώτερον• οὐδὲν δὲ τοιοῦτον ἀλγεινὸν ἐπιγίνεται οἷον
    ἀπολέσθαι ἄνδρα ἡγεμόνα, τὴν ἀρχὴν ἐπιστήμονα, καλὸν τὰ
    πάντα, τὸ εἶδος τὴν ἰσχὺν τὴν ἀνδρείαν τὴν δικαιοσύνην (5)
    τὴν φρόνησιν, πρὸς ἐπὶ τούτοις τὴν καλοκαγαθίαν καὶ
    ἡμερότητα, ἃ πατρὸς λόγον ἐπέχειν τοῖς ὑπὸ χεῖρα τὸν
    κρατοῦντα ποιεῖ. ἀλλὰ τὰ μὲν τῆς ἀνδρείας ἐκείνου γνω-
    ρίσματα τοῦ στερροῦ καὶ καρτερικοῦ καὶ βεβηκότος ὡς τὸ
    τετράγωνον, τοῦ ὀξυτέρου πνεύματος ἢ πυρὸς ὁπότε καιρὸς (10)
    καλοῖ καὶ ἀκμὴ κατεπείγει καιροῦ, κατὰ ταὐτὰ δὲ καὶ τὰ
    τῆς φρονήσεως σύμβολα, ἣ πασῶν τῶν ἀρετῶν ὑπερτέθειται
    ἢ μᾶλλον κρεῖττον εἰπεῖν ἣ τὰς ἀρετὰς εἰδοποίησε καὶ ἀρε-
    τὰς εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι πέπεικε, τούτων δὴ πάντων ὡς
    ἐνὸν ἡμῖν καὶ ὡς ὁ καιρὸς δίδωσιν οἱ χαρακτῆρες καὶ τὰ (15)
    ἰνδάλματα προκεκέντηνται• ἐπεὶ δὲ καὶ καλοκαγαθίας καὶ
    ἡμερότητος ἐμνήσθημεν, ἐνταῦθά μοι τοῦ λόγου τὰ
    δάκρυα προπηδᾷ ἀναλογιζομένῳ τὴν τούτου περὶ τοὺς
    ἐπταικότας συμπάθειαν, οἶμαι δὲ καὶ πάντες ἐν τούτοις
    πλέον θρηνήσετε. ἀναπολέσατε καὶ γὰρ κατὰ νοῦν• τέθνηκέ
    τις καὶ ἐπὶ μεγίσταις αἰτίαις πρὸς τοῦ αὐτοκράτορος ἄνθρω-
    πος; καὶ τοῦτο μὲν ἂν οὖν καὶ ἐπὶ χρόνοις ὀλίγοις τὴν ἀρχὴν
    ἀνύσαντος περιβόητον, ἐπὶ τούτοις δὲ διαπρέψαντος πόσῳ
    θαυμαστὸν καὶ ἐξαίσιον. τίς γὰρ ἔγνω παρ’ ἐκείνου τινὰ
    βιαίως τὴν ψυχὴν ἀπορρήξαντα, οὐ λέγω γοῦν ἐπὶ μετρίοις (25)
    ἢ καὶ μικρὸν μείζοσι πταίσμασιν, ἀλλ’ ἐπὶ μεγίσταις ἄγαν
    ταῖς ὑποθέσεσιν, ἐπὶ χαιρεκάκοις ἄγαν καὶ δολεραῖς ἐπ’ @1
    ἀνταρσίαις; τὸ δὲ τελευταῖον καὶ πρώτιστον τῶν κακῶν ἐπὶ
    τυραννίσιν αὐταῖς—ἅμα τε γὰρ ἥλω ὁ τυραννίδα βουλευσά-
    μενος κατ’ αὐτοῦ—ὦ δίκη καὶ ἀρετή! ὁ κατὰ τίνος τίς!— (30)
    κἂν ὁποῖος ἄρα καὶ ἦν ὁ τοῦτο σκαιωρήσας τὸ δολορρά-
    φημα, εἰ μόνον ἤσθιεν ἄρτου καὶ ὕδατος ἔπινεν καὶ τῶν
    θνητῶν ὠνομάζετο, ἅμα τε γοῦν, ὡς ἔφην, ἥλω καὶ εὐθὺς
    ἠλέηται, ἢ ῥῖνα ἀποτμηθεὶς ἢ χεῖρα ἀποκοπεὶς ἤ, τὸ μέγι-
    στον, ἐξορυχθεὶς ὀφθαλμούς• ὁ πρῶτος ταῦτα τοῦ δρά- (35)
    ματος, πολλοὶ δὲ τῶν συνιστόρων οὐδ’ ἐγίνωσκον τὴν
    ὀργὴν οὐδὲ τὸν χόλον ὑπέμενον, ἀλλ’ εὐθὺς ὑφωρῶντο
    καὶ ἀπελύοντο. ταῦτα δὲ οὐχ ἅπαξ, ἀλλὰ καὶ δὶς καὶ
    πολλάκις ἐπισυνέβησαν. κἀκεῖνος μὲν οὕτως ἀφίει τοὺς
    δεινοὺς καὶ παλαμναίους ἀλάστορας τοὺς περὶ αὐτὸν (40)
    ὀφθέντας κακούς, οὓς εὐηργέτει τὰ μάλιστα καὶ οἷς ἀπει-
    ροπλάσια τὰ δωρήματα, θεὸς δὲ καλῶς τὰς κρίσεις ἐδίκαζεν.
    ὁ μὲν γὰρ βασιλεὺς ἠλέει, ᾔδει γὰρ σκεπόμενος πρὸς τοῦ
    κρείττονος, ὁ δὲ ἐμαστίγου καὶ ἔπληττε τὸν μὲν νόσοις ἀνη-
    κέστοις καὶ μακροχρονίοις ταῖς κατακλίσεσι, τὸν δὲ καὶ (45)
    αἰφνιδίῳ θανάτῳ τὸν πάντα χρόνον ὑγιῶς τοῦ σώματος
    ἔχοντα, ἄλλον πολλοῖς περὶ μάχην συνόντα μόνον ἀπο-
    χωρήσας καὶ οἷα σκοπὸν φλαύρου ἀνδρὸς ὑποθέμενος
    ὀϊστεύματι, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν ἅπαντας ἄρδην τῷ τῆς γῆς
    μυχῷ παραπέπομφεν• οὕτω θεὸς οἶδε διεκδικεῖν τοὺς ἐπ’
    ἐκείνῳ ἐλπίζοντας, καὶ οὗτοι πρὸς καιρὸν τῶν ἐγκλημάτων
    τούτους ἀνήσουσι.
    (14.) Τὰ δ’ ἄλλα τῆς ἱλαρότητος αὐτοῦ καὶ πραότητος ποῖος ἂν
    καυχήσαιτο ἐξυμνήσασθαι; καὶ Δαυὶδ ὁ πραότατος—ἱλήκοι
    δὲ οὑτοσί—ὑπ’ ἐκείνου ἂν οἶμαι μόνου νενίκηται. ἡμάρ-
    τανε γάρ τις, καὶ μέχρι λόγων ἡ κάκωσις ἢ μετρίων πληγῶν,
    τὸ δεινότερον. ὑπέμενε δὲ καὶ λόγους τραχυτέρους ἐκ θρα- (5)
    συστομούντων προφερομένους, ὡς ψόφους εἰς ἀέρα διαλυο-
    μένους οἰόμενος, καὶ πράξεις ἀτακτοτέρους διέφερεν, ἀντι-
    σταθμίζεσθαι γνοὺς ὑπὸ θεοῦ τοῖς ἐλεοῦσι τὸν ἔλεον καὶ τῷ
    φιλανθρώπῳ ἀντιμετρεῖσθαι ἡμῖν τὸ φιλάνθρωπον. ταῦτα
    ἐκείνου καὶ τὰ τῆς πραότητος σύμβολα, ταῦτα τῆς προση- @1 (10)
    νοῦς καρδίας τεκμήρια, οἷς θεὸς ἐπιγάννυται, οἷς ἐπιχαίρει
    σύμπαν ὑπήκοον.
    (15.) Ἔγωγε μὲν, ὦ παρόντες Ῥωμαῖοι οἱ τῷ πάθει συνει-
    λεγμένοι καὶ πρὸς θρηνῳδίας ἑαυτοὺς εὐτρεπίσαντες, ἐκπέ-
    πληγμαι μὲν ὑπὸ τῶν πολλῶν καὶ μεγάλων τοῦ αὐτοκρά-
    τορος ἀγαθῶν καὶ τῆς ἀβύσσου τῶν ἀρετῶν καὶ τοῦ ἀπείρου
    τῶν ἀριστειῶν χεύματος. ἀδυνατῶ δὲ ὅλως πρὸς περιήγησιν, (5)
    καὶ βούλομαι μὲν ἐξειπεῖν τι τῶν ἀριστουργημάτων αὐτοῦ
    καί τι τῆς καλοκαγαθίας συμπλέξασθαι, ἀλλ’ ἀπειρία τυγχάνει
    καὶ ἐν ἀμφοῖν, καὶ ἐν οἷς ἂν ἄλλος εἶχε λέγειν πολλά, ἐν
    τούτοις ἔγωγε πάσχω τὸ ἄναυδον, καὶ τὸ πολὺ τῆς πλημμύρας
    τὸ λειψυδρεῖν προξενεῖ, ὡς ἐν τοῖς τῶν ἀγγείων συστόμοις (10)
    εἴπερ ἄθρουν ὕδωρ ἐπενεχθῇ οὔκουν εὑρίσκει παρείσδυσιν.
    οὕτω δὴ καὶ ἐπί τισι μεγίσταις συμβαίνει τῶν ὑποθέσεων,
    αἳ προσυπαντῶσι ποσῷ τε ἀπλέτῳ καὶ ὑπερφυεῖ μεγέθει
    τοῖς γράφουσι. θαυμάζεται μὲν Τῖτος ὁ καῖσαρ ὅτιπερ ἐν
    καιρῷ αὐχμοῦ παρόντος ἅπαντος τοῦ στρατεύματος ἀποβὰς (15)
    τοῦ ἵππου εἰς οὐρανὸν τὰς χεῖρας ἀνέτεινεν ‘αἰδέσθητι ταύ-
    τας’ λέξας ‘θεέ, αἵτινες οὐκ ἔχυσαν αἷμα ἀνθρώπειον, καὶ
    πέμψον ὑετὸν ἐπὶ γῆς’, καὶ παραυτά φασιν ὗσαι ῥαγδαῖον
    ἐπὶ σφίσιν αὐτοῖς. ἐπαινεῖται καὶ ὁ τοῦ Ἰσραὴλ Ἰωσὴφ σι-
    τοδότης Αἰγύπτου γενόμενος καὶ προϊδὼν τὸν καιρὸν καὶ (20)
    καταπραγματευσάμενος τὸν καιρόν. τοῦ δὲ ἡμετέρου βασι-
    λέως τὰς χεῖρας κρειττόνως ἂν οἶμαι τὸ θεῖον ᾐδέσθη.
    τοῦ γὰρ Τίτου τὴν αὐτοκρατορίαν χρόνος διέγραψε μέτριος,
    αὐτοῦ δὲ τὴν κραταρχίαν αἰὼν ἐγνώρισεν οὐ σμικρός, ἐν
    ᾧπερ ἅπαντι οὐ λύθρου αἴτιος ἀνθρωπίνου γεγένηται οὐδὲ (25)
    βρότον ἔσχεν ἡ γῆ παρὰ τῶν ἐκείνου πεπαλαγμένον χειρῶν.
    τάχα γοῦν οὐχ ὑετὸν μόνον εἴπερ ἐβούλετο καθείλκυσεν ἐκ
    νεφῶν, ἀλλὰ καὶ πέτραν διέρρηξε καὶ ὕδατα εὐθὺς διερ-
    ρύησαν καὶ διὰ θαλάσσης ἔβη ὡς διὰ χέρσου στερρᾶς* τὰ
    Μωσαϊκὰ πληρῶνται στρατεύματα. Ἰωσὴφ δὲ τὴν σιτοδοσίαν (30)
    ἐμιμήσατο μέν, πλὴν οὐχ οὕτως οὐδ’ ἐπ’ αἰσχροκερδέσι τοῖς @1
    λήμμασι• προῖκα γὰρ τὰ πλείω τοῖς δεομένοις ἀπεχαρίζετο,
    οἷς καὶ ἐς ἀεὶ τὸν ἔλεον ἐδαψίλευε.
    (16.) Πᾶσι μὲν οὖν ἦν ὑπανοίγων σπλάγχνα φιλάνθρωπα,
    μάλιστα δὲ τοῖς παρειμένοις τὰ ἄρθρα καὶ λελωβημένοις τὰ
    σώματα, ὧν τὸ δάκρυον λουτρὸν ἂν ἐκείνῳ πάντως ἐγεγόνει
    καθάρσιον καὶ σμῆξις ῥύπου σωματικοῦ. τί τοῦ Νῶε τὸ
    θαυμαστὸν καὶ ἐξαίρετον; οὐ τῆς κιβωτοῦ ἡ διάσωσις ἐν (5)
    παγκοσμίῳ κατακλυσμῷ; τῷδε οὐ κιβωτὸς μείζων καὶ τιμιω-
    τέρα, ἡ πᾶσα Ῥωμαίων χθών, διασεσωσμένη κοσμικοῦ καὶ
    παμφόρου τοῦ κλύδωνος, καὶ καθαρὰ ζῶα τὰ γνήσια ταύτης
    γεννήματα κατὰ πλῆθος ὑπεραραμένη τῶν χαλεπῶν, οὐ
    μὴν ἀλλὰ καὶ ἀκαθάρτων πλήθη τοῖς καθαροῖς συνεισάξασα (10)
    καὶ καταποντισμοῦ μὲν ἐξοίσουσα τοῦ φαινομένου σαρκικοῦ,
    τὸ πλέον δὲ καὶ τοῦ νοητοῦ διασώσουσα; οὐχ ὁρᾶτε τὴν
    ἄπειρον πληθὺν τῶν Σκυθῶν; τούτους καὶ τῆς ἐξ ἐχ-
    θρῶν προσδοκωμένης βλάβης αὐτὸς ἠλευθέρωσε καὶ τῷ
    λουτρῷ τοῦ βαπτίσματος λύμης τῆς ψυχικῆς ἀπεκάθηρε• καὶ (15)
    νῦν εἰσι Χριστοῦ πρόβατα, λύκοι ὄντες τὸ πρίν, ὑπὸ Χριστῷ
    τῷ πρώτῳ ποιμένι καὶ ἀρχιποιμένι πρὸς χλόης τόπον καὶ
    σωτηρίας καθοδηγούμενοι, καὶ κύνες δὲ ἐν καιρῷ τῶν κινου-
    μένων καθυλακτοῦντες κατὰ τῆς τοῦ δεσπότου κληρονομίας
    καὶ τῶν θρεμμάτων αὐτῶν. ἆρ’ οὐκ ἔστι ταῦτα θαύματος (20)
    ἄξια; ἆρ’ οὐκ ἐγγὺς τῶν Μωσαϊκῶν ἐκείνων σημείων τε
    καὶ τεράτων, δι’ ὧν θεὸς ἐδοξάζετο; τὸ δὲ τῶν Ἰουδαίων
    πενθήσει τις; οὓς ἔθνος τοσοῦτον καὶ ἀπρὶξ ἐνταλμάτων
    τῶν παλαιῶν ἀντεχόμενον καὶ τῆς σκιᾶς μεταποιούμενον καὶ
    τοῦ γράμματος οὕτω ῥᾷον καὶ παρ’ ἐλπίδα πᾶσαν πρὸς τὴν (25)
    χάριν θᾶσσον καὶ τὴν ἀλήθειαν μετηγάγετο, λόγοις κατα-
    πείσας τοὺς ἀτεράσμονας καὶ δώροις καταμαλθάξας τοὺς
    σκληρογνώμονας, οὐ τῶν ἐτησίων μόνον φόρων πολλῶν
    ὄντων καταφρονήσας, ἀλλὰ καὶ προσεπιδοὺς πολλαπλασίονας
    δωρεάς. (30)
    (17.) Ταῦτα εἴπερ τις ἐξυμνεῖν κατὰ μέρος ἐβούλετο, δέκα
    ἂν αὐτῷ ἐπήρκεσαν γλῶσσαι, ὅσας ἐπηύξατο πλουτῆσαι ὁ
    ποιητής; ἔγωγε ἂν οἶμαι οὐδ’ ἂν ἑκατὸν ἢ τούτων πλείους @1
    οὖσαι κατὰ τὴν ἀξίαν εὐφήμησαν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν οὕτως,
    εἰ πρὸς ἐγκώμιον ἐχώρησέ τις τὸ δυσκατόρθωτον, τάχα δὲ (5)
    καὶ ἀδύνατον. ἐμοὶ δὲ οὐ λόγος εὐφημίας τὸ προβαλλόμενον,
    θρήνων δὲ πάντως καὶ ὀδυρμῶν• οὐ γὰρ ἐγκωμιάζειν
    ἀφίγμεθα, ἀλλὰ στενάζειν τοῖς λόγοις συνεληλύθαμεν. ναὶ
    γοῦν καὶ θρηνητέον ἡμῖν καὶ δακρυτέον τὸν αὐτοκράτορα
    ἆρ’ οὖν, ὦ Ῥωμαίων πληθύς, πάντη καὶ ἐς ἀεὶ [εἰ]δακρύειν (10)
    θέμις ἡμᾶς καὶ μηδένα χρόνον σχεῖν τοῦ πάθους ἀνακωχήν;
    μὴ λόγον χαρμονῆς ἐπιβαλεῖν τῇ ψυχῇ μηδ’ ἡδονῆς μικράν
    τινα δρόσον τῇ καρδίᾳ σταλάξασθαι, ἢν πάντων μὲν κόρος
    ἐστίν, ὡς τῇ ποιήσει καὶ τῇ ἀληθείᾳ δοκεῖ; καὶ εἰ τῶν ἡδέων,
    πολλῷ γε πλέον τῶν λυπηρῶν. καὶ πῶς ἂν γένοιτο τοῦτο, (15)
    φαίη τις ἄν, ἢ πῶς ἂν πηλίκης συμφορᾶς φανείημεν ἐπι-
    λήσμονες; εἰ πρὸς τοῦτό γε ἀποροίητε, αὐτὸς ἐγὼ προσεπάγω
    τὴν λύσιν. αὐτὸς γὰρ ὑμῖν τὸ πάθος παραμυθήσομαι, αὐτὸς
    τὸ πάθος τῆς συμφορᾶς κουφότερον ἀπεργάσομαι, ψυχαγω-
    γίας πόμα ὑμῖν ἀρτύσας καὶ συγκεράσας πρὸς παρηγόρημα. (20)
    ἔστι τῇ ποιήσει φάρμακον γινωσκόμενον, ὃ πρὸς Αἰγυπτίας
    τινὸς γυναικὸς ἡ Τυνδαρὶς Ἑλένη χάριν ἐδέξατο• ‘τοῦτό’
    φησιν ‘εἰ πιών τις τύχῃ ποτέ, οὐκ ἂν εἰς ἦμαρ ἐκεῖνο λύπης
    κέντρον τὴν καρδίαν αὐτοῦ νύξει, οὐδ’ ἂν πατὴρ ἢ μήτηρ ἢ
    ἀδελφὸς τεθνηκότες κεῖνται πρὸ ὀφθαλμῶν’. ὅ,τι μὲν οὖν τὸ (25)
    τοιοῦτον φάρμακον βούλοιτο, εἰδοίη ἂν Ὅμηρος καὶ οἱ τοῖς
    ποιήμασιν αὐτοῦ βακχευόμενοι. ἔγωγε, ὦ Ῥωμαῖοι, οὕτω
    καταποθέντας πάντας εἰδὼς τῷ πελάγει τοῦ ἐπισυμβάντος
    ὑμῖν ἀνιαροῦ συναντήματος καὶ τῷ τῆς λύπης καταβαπτισ-
    θέντας ἢ καὶ παρασυρέντας ῥεύματι, αὐτὸς ἐξάξαιμι πρὸς (30)
    ἀναψυχὴν καὶ φάρμακον ὑμῖν ἐκκεράσαιμι οὐκ εἰς ἦμαρ
    ἐνδεδυνημένον παύειν τῆς θυμαλγίας κατὰ τὴν ῥαψῳδίαν
    τοὺς πίνοντας, ἀλλὰ καὶ ἐς ἅπαντα χρόνον, ἀλλὰ καὶ ἐς
    αἰῶνας ὅλους τοὺς ταῖς ἑκάστων συμπαραμετρουμένους
    βιώσεσι. (35)
    (18.) Τάχ’ ἂν ζητεῖτε τὸ φάρμακον καὶ ὅ, τι ἂν εἴη τοῦτο
    κατὰ νοῦν ἀναστρέφετε; ἔστι δὲ λόγος. τοῖς λογικοῖς μὲν @1
    λόγοι τὰ φάρμακα ὡς αἱ βοτάναι τοῖς σώμασιν. ἔστι δὲ οὐ
    καινὸς οὗτος οὐδ’ ὑμῖν ἀγνοούμενος, εἰ καὶ τρόπον ῥηθείη
    καινότερον. ὑμεῖς μέν, ὦ Ῥωμαῖοι, τεθνάναι ἡγεῖσθε τὸν (5)
    βασιλέα• ὁ δέ γε οὐκ ἐτεθνήκει, ἀλλὰ καὶ πάλιν μένει βιῶν.
    μῶν ἀπορεῖτε περὶ τοῦ λόγου καὶ ὅπως ἂν πέφυκε τοῦτο
    οὐκ ἔχετε ξυμβαλεῖν; ἀληθῶς ὁ βασιλεὺς ἡμῶν ζῇ. οὐ λέγω
    ζωὴν τὴν τῇ νοερᾷ ψυχῇ σύμφυτον, καθ’ ἣν ἅπαντες τεθνη-
    κότες οὐ θνήσκομεν, ἀλλὰ τὴν ἐνταῦθα λέγω ζωὴν τὴν (10)
    φαινομένην τοῖς ὄμμασιν. ἢ οὐχ ὁρᾶτε τὸν βασιλέα αὐτὸν
    τὸν υἱὸν ἐκείνου θεώμενοι; οὐκ αὐτὸς ἐκεῖνός ἐστιν οὑτοσί;
    οὐ χαρακτῆρσι σωματικοῖς, οὐκ ἰδιώμασι ψυχικοῖς ἐκείνῳ
    ἄντικρυς ἀφωμοίωται; οὐκ ἔμψυχος ἐκείνου εἰκών, οὐ
    φύσεως ἀγαλματούργημα τῆς αὐτῆς; οὐ τῷ πατρὶ συνῆρχεν (15)
    ἐκ γενετῆς, οὐκ ἐπὶ τῶν αὐτῶν οἰάκων συνῆν τῷ τῆς
    ὁλκάδος κυβερνήτῃ τῆς κοσμικῆς, οὐ τῶν ἡνιῶν συναντε-
    λαμβάνετο τοῦ οἰκουμενικοῦ δίφρου καὶ τοὺς ἀγῶνας δι-
    ήνυεν; αὐτὸς οὖν ἐκεῖνος ὁ βασιλεὺς ὁ ἡμέτερος, ὥστε μόνον
    οὐ δέον πενθεῖν, ἀλλὰ καὶ χαίρειν χρεών, τὸ παράδοξον. (20)
    τὸ γὰρ οὑτωσὶ τὰ τῆς ἀρχῆς ἐκεῖνον διευθετίσασθαι καὶ εἰς
    αὔξην τὰ τῶν σφετέρων σχοινισμάτων τοιαύτην ἀπαγαγεῖν
    πλήρη τε γενέσθαι χρηστῶν ἡμερῶν, μὴ βιασθῆναι δὲ τὴν
    διάζευξιν τῆς ψυχῆς, φυσικοῖς λόγοις ὑποχαλασθείσης τῆς
    ἁρμονίας αὐτῶν, τοιούτῳ δὲ υἱῷ παραδοῦναι τὸ κράτος καὶ (25)
    τὴν ἀρχήν, καλῷ μὲν ἰδέσθαι, νοῆσαι δέ γε καλλίονι, καὶ
    ἁπλῶς εἰπεῖν ἀρχικωτάτῳ τὴν ἀρετήν, καὶ οὕτω δὴ συμβῆναι
    τὰ πράγματα, ὡς μηδὲ γνωσθῆναι σχεδὸν τὴν τῆς ἡγεμο-
    νίας τοῖς ὑπηκόοις μετάθεσιν, πῶς οὐκ ἂν μᾶλλον ἡδονῆς
    ἢ λύπης ταῦτα παραίτια γένοιτο; ἄνδρα καὶ γὰρ τεθνηκότα (30)
    ἐπὶ υἱῷ καλῷ τε καὶ ἀγαθῷ καὶ ὁ τοῦ δήμου λόγος οὐκ
    ἀποθανεῖν ἀποφαίνεται.
    (19.) Χαίρετε γοῦν, φῦλα Ῥωμαίων, χαίρετε καὶ τὰς φρένας
    γανύσκεσθε καὶ λόγοις ἡδυτέροις τὰς τῆς καρδίας πτύχας
    εὐφραίνετε. τοιούτου γὰρ ηὐμοιρήκαμεν αὐτοκράτορος—
    θαρρούντως τὸν λόγον ἐρῶ—οἷον οὔποτ’ ἂν τὰ τῶν
    Ῥωμαίων ηὐτύχηκε. νῦν γοῦν εἴπερ ποτὲ τοῖς Ῥωμαίοις @1 (5)
    ἐλπίς, ὡς τὰ τῆς εὐετηρίας ἐπαυξηθῇ καὶ τὰ τῶν εὐφραι-
    νόντων καταπτωθῇ• νῦν παγκόσμιος εὐφροσύνη γενή-
    σεται εἰρήνης βαθείας ἐμφιλοχωρησάσης τῇ γῇ, εἰρήνης ἐξ
    ὀθνείων, εἰρήνης καὶ ἐξ ἰθανῶν, πάντων ἡμέρως ἐμβιο-
    τευόντων καὶ ἀρκουμένων τοῖς ἑαυτῶν• οὐκ ἀδικήσει θάτερα (10)
    ἕτερος, οὐχ ἅρπαγμα ποιήσει τοῦ πλησίον• ἕκαστος γὰρ ὑπὸ
    τὴν πίτυν αὐτοῦ τὸ τῆς προφητείας φάναι ἀναπαυθήσεται,
    οὐ κρίσιν παρακλαπήσεται ἢ παρελκυσθήσεται χρυσίνῳ
    βρίθει τοῦ ἰσορρόπου τῆς δίκης ζυγοῦ. οἶδε γὰρ οὗτος
    λόγους ἀδεκάστους προφέρειν ἐν κρίσεσι, στάθμου γενήσεται (15)
    τῆς εὐθυδικίας ὡς ἀπαρέγκλιτος κανὼν τῆς εὐνομίας, τῇ
    ἀδικίᾳ μὴ ἀντικλώμενος. οὐ πρηκτὴρ καλαμήσεται γεωργούς,
    οὐ γραφαὶ τὰς οἰκίας τῶν πενήτων κενώσουσιν• οἶδε γὰρ
    οὗτος ἑτέρας γραφάς, δι’ ἃς τὸ ὑπὸ χεῖρα σωθήσεται. οὐ
    προστασία χώρων τοῖς θρασυτέροις ἢ ἀβελτήροις δοθήσεται, (20)
    ἀλλὰ τοῖς ἐπιεικεστάτοις, οὐδὲ τοῖς θηριωδεστέροις, ἀλλὰ
    τοῖς φιλανθρωποτάτοις• οὐ γὰρ ἀρχὴν ἁρπακτὴρ καὶ λυμεὼν
    χειρώσεται ἄνθρωπος, τροφὴν ἔχων ἀνθρώπων βλάβην καὶ
    πόμα τούτων τὰ δάκρυα, ὃς τρυφᾷ τοῖς τοῦ πλησίον κακοῖς
    καὶ ἁρπαγαῖς χαίρει καὶ ἐμπαροινεῖ τῇ φύσει τῷ καιρῷ (25)
    καταχρώμενος, ἀλλ’ αἰδοῖος ἀνὴρ ἐπιεικέστατός τε καὶ προσ-
    ηνέστατος καὶ θεοῦ ὄπιν ἔχων τὸ τῆς ποιήσεως προκριθή-
    σεται, ὁ συνέσει κεκοσμημένος, ὁ παιδε

  18. κύριε Παπαδόπουλε, ὀρθώς ὐποθέτω ὂτι, κατὰ τὴν ἄποψή σας, ὁ Βατάτζης ἐνσαρκώνει καλύτερα ἀπὸ κάθε ἄλλον τὴν ἰδέα τῆς Ρωμαιοσύνης ; Ἂν ναί, πῶς ἐπιλέγει, ἂν ὄχι ὁ ἴδιος τὸ περιβάλλον τοῦ βασιλέως, νὰ τὸν νεκρολογήσει ὁ Ἀκροπολίτης στὴν Ἑλληνική καί, μάλιστα, σὲ Ἀττικίζουσα Ἑλληνική ; Μιλᾶμε γιὰ βασιλέα, ὁ ὁποῖος «[δ]ιὰ τῆς πρᾳότητος ἐπεβάλλετο καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐχθροὺς καὶ εἰς τοῦτο μᾶλλον ἀποδοτέα εἶναι ἡ ἐπιτυχία ἐν Θρᾴκῃ καὶ Μακεδονίᾳ, ἀγαπητὸς γενόμενος καὶ εἰς τοὺς Βουλγάρους καὶ Ἀλβανοὺς καὶ εἰς τοὺς Λατίνους, …».

  19. Κύριε Γεώργιε Ιακ. Γ.,

    Θα ήθελα να σας ρωτήσω εγώ: γιατί ο Μπαρακ Ομπαμα
    είναι Πρόεδρος της Αμερικής και ομιλεί την αγγλική;
    Γιατί απευθύνει τους λόγους του στην αγγλική;

    Αν μπείτε στον κόπο και μελετήσετε τις τελετές,
    θρησκευτικές και κοσμικές, τα λατινικά είναι
    δίπλα στα ελληνικά: συνυπάρχουν αρμονικά.

    Επίσης, η λατινική υπήρξε η δικανική και γραφειοκρατική
    γλώσσα στην Αυτοκρατορία, ενώ η ελληνική η γλώσσα
    της πειθούς. Ακόμα και οι Εβραίοι, στα ελληνιστικά
    χρόνια, υπήρξαν μεγάλοι ελληνιστές: γι’ αυτό και ολόκληρη
    η Καινή διαθήκη είναι γραμμένη στα ελληνικά.

    Η γλώσσα της πειθούς στην Αυτοκρατορία ήταν _πάντα_
    η ελληνική, ακόμα και στα π.Χ. ρωμαϊκά χρόνια. Δεν
    είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι Ρωμαίοι ιστορικοί γράψανε
    στην ελληνική.

    Ο εκφραγκισμός του μεγαλύτερου μέρους της Δύσης,
    ο οποίος ξεκίνησε από τον 8ο αιώνα, και ολοκληρώθηκε
    στον 13ο, μας δίνει την ψευδαίσθηση ότι η αυτοκρατορία
    ήταν “ελληνική”, όπως λέμε σήμερα.

    Για έναν προσεκτικό, και όχι ρηχό μελετητή, και για
    έναν άνθρωπο που μελετά και ζει τον Πολιτισμό, την
    Κουλτούρα των λαών στην ευρύτερη περιοχή που ζούνε
    ακόμα και σήμερα Armani/Romani/Rum/Ρωμαίοι, η
    Ρωμαιοσύνη είναι αδιαπραγμάτευτη.

    Μας κοροϊδεύουνε σεβαστέ μου κύριε: μας έχουνε
    πάρει είδηση στο εξωτερικό! Ακόμα και η ιταλική
    Σχολή, αμφισβητεί ανοιχτά πια ότι το “”βυζάντιο””
    ήταν “ελληνικό”. Και οι Τούρκοι λένε “εσείς είσαστε
    Γιουναν/Έλληνες, ενώ στην Πόλη ζούσανε Ρουμ/Ρωμαίοι”
    (αυτό το πρωτοδιάβασα στην Χουριγιετ”.

    Δηλαδή, δεν σας καταλαβαίνω, τί θέλετε ακριβώς
    να αποδείξετε στον εαυτό σας: ότι εμείς, που
    μιλάμε την ελληνική, έχουμε κάτι το ανώτερο
    από τους αδελφούς μας ομοδόξους (αυτούς
    που επιβιώσανε, αυτούς που δεν εκτουρκιστήκανε
    και δεν εκφραγκιστήκανε) λατινοφώνους.

    Και όπως έγραψα και παραπάνω:
    θέση μου είναι ότι η ελληνοκεντρική ανάγνωση της Ιστορίας
    οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα, και διασπά την ιστορία
    μας επικίνδυνα: παραπάνω ο φίλτατος τονίζει ότι ούτε οι
    Αλβανίτες ούτε οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι ανήκουν στο ίδιο
    Γένος με εμάς τους ελληνοφώνους: θα ήταν καλό να ψάξουμε
    λίγο αν όντως μιλούσαμε όλοι μας την ελληνική, μέχρι
    τις αρχές του 20ου αιώνα. Η ελληνική επιβλήθηκε στο Κράτος
    μας, για λόγους τους οποίους κατανοώ και αποδέχομαι. Αν
    κρίνουμε την “ελληνικότητα” κατ’ αυτόν τον τρόπο,
    τότε οι Μικρασιάτες, οι Πόντιοι και οι Πολίτες είναι
    πιο “Έλληνες” από τους Αρβανίτες και Βλάχους, που
    πλειοψηφούσαν σε μέρα σαν την Θεσσαλία, την Ήπειρο,
    την Ρουμ-ελη και τον Μωρηά.

    Το στοίχημα ωστόσο του Έθνους-Κράτους χάθηκε:
    και για να γίνω και επίκαιρος,
    τί έχουμε να αντιτάξουμε στο Δόγμα Ντα(β)ούτογλου,
    και σε παρόμοιες απειλές; Τον “Ελληνισμό” μας; Το
    superiority μας, ως “γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων,
    της Κλασσικής εποχής” που είμαστε;

    Και ο Σφραντζής γράφει για το “κάκιστο και αφελέστατο
    γένος των Αλβανιτών”, και το κάνει με τον ίδιο τρόπο
    που πιθανώς το έκανε και ο Δημοσθένης, χαρακτηρίζοντας
    “βάρβαρους” τους Μακεδόνες. Αν δεν εντάσσετε και τους
    Βλάχους και τους Αλβανίτες στον “νέον Ελληνισμό”, όπως
    τον αποκαλείτε, τότε φθάνουμε σε επίπεδα μηδενισμού
    πια, με τέτοια ανάλυση. Και εάν τους εντάσσετε, τότε
    πώς μπορούμε να μιλάμε για “Ελληνισμό” και όχι για
    Ρωμαιοσύνη;

    Με λίγα λόγια, για σας οι Αμερικανοί που ζούνε
    στις ΗΠΑ είναι Άγγλοι, επειδή υπερίσχυσε στο
    τέλος η αγγλική…

    Θα επανέλθουμε, διότι είναι ενδιαφέρουσα αυτή
    η συζήτηση.

  20. Υ.Γ.

    Αν βέβαια γνωρίζετε…Λατίνοι αποκαλούνται οι Φράγκοι κύριε μου,
    στα χρόνια της Φραγκοκρατίας.

  21. Ἑλληνόφωνη, πάντως, ἦταν ἡ αὐτοκρατορία ἤ, μήπως, οὔτε καὶ αὐτό ;

  22. Kαι ελληνόφωνη. Όπως αγγλόφωνη σαν χώρα
    είναι οι Η.Π.Α.

    Κανείς δεν αμφισβητεί την ισχύ της ελληνικής
    γλώσσας. Αλλά ο -κενός νοήματος- προσδιορισμός “Έλλην”,
    όπως πρωτο-ερμηνεύτηκε από τον Γ. Γεμιστό και όπως
    κατήντησε από τους Διαφωτιστές, μόνο κακό μας
    έκανε.

  23. Κενὸς νοήματος ὀ «Ἕλλην», ἀλλὰ πλήρης νοήματος ὁ «Ρωμαῖος» ; Σᾶς διαβάζω σωστά ;

  24. Mην διαβάζετε εμένα, αλλά τον Ακροπολίτη:

    A. Heisenberg, Georgii Acropolitae opera, vol. 2. Leipzig: Teubner, 1903 (repr. 1978 (1st edn. corr. P. Wirth)): 30-66.

    Georgius Acropolites Hist., Contra Latinos. {3141.010}

    1.
    (t.) Τοῦ μεγάλου λογοθέτου Γεωργίου τοῦ Ἀκροπο-
    λίτου λόγος κατὰ Λατίνων, γραφεὶς αὐτῷ ὅτε
    ἐν τῇ δύσει κατάσχετος ἦν.
    (1.) Ἄνδρες Ῥωμαῖοι, οἱ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης ὁρμώμενοι,
    ἐβουλόμην μὲν καλεῖν ὑμᾶς ἀδελφοὺς ὡς ὁμογνώμονας καὶ
    ὁμόφρονας, ἐπεί τοί γε τοῦτο σκοπὸς τοῦ ὑπὲρ ἡμῶν τὸ
    καθ’ ἡμᾶς προσειληφότος θεοῦ καὶ πάντα τὰ τῆς σαρκὸς
    ἐπιδείξαντος ἐν ἑαυτῷ ἰδιώματα ἄτερ μόνης τῆς ἐφαμάρτου (5)
    ζωῆς• καὶ τοῦτο ἦν τὸ μέγα περὶ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους
    μυστήριον, ἵνα συνάψῃ τὰ πάντα ἐν ἑαυτῷ καὶ εἰς ὁμο-
    φροσύνην συνάξῃ τῆς πίστεως, ὅπερ, κατὰ τὸν μέγαν Παῦλον,
    οὐχ Ἕλλην οὐ βάρβαρος οὐ Σκύθης οὐκ Ἰουδαῖος οὐδ’
    ἄλλο τι τῶν ἐθνικῶν ὀνομάτων παρείληπται, ἀλλὰ μόνον (10)
    καὶ ὅλον Χριστὸς αὐτοῖς τὸ ἐπίσημον. ἐβουλόμην μὲν οὖν
    οὕτω—καὶ γὰρ ἐτυγχάνομεν καὶ πάλαι ἦν ἡμῖν τὸ ὁμόγνω-
    μον καὶ ἀδελφὰ ἐφρονοῦμεν καὶ τοῖς αὐτοῖς κανόσι τῆς
    εὐσεβείας ἢ καὶ στάθμαις ἀπηυθυνόμεθα καὶ τοῖς μέρεσι
    πᾶσιν ἐξισαζόμεθα• ἀλλ’ ὁ τῷ φθόνῳ διαχωρίσας τὸν πρῶ- @1 (15)
    τον ἄνθρωπον ἀπὸ τοῦ θεοῦ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς τὴν κακὴν
    ἔριν ἐπεμβαλὼν εἰς διάσπασιν, ὡς καὶ εἰς φόνον καταλῆξαι
    τὸ ῥᾳδιούργημα—φεῦ τῆς ἡμετέρας ἀσθενείας καὶ τῆς
    τοῦ σατᾶν προσβολῆς—καὶ ἡμᾶς, ὦ φίλοι Ῥωμαῖοι,
    ἡνωμένους ὄντας διέστησε καὶ εἰς ἀδιάσπαστον συγκεκρα- (20)
    μένους διέλυσε. καὶ νῦν ἀποκλαιόμεθα μὲν ἡμεῖς τὸν
    ὑμέτερον χωρισμόν, ἀποκλαίονται δέ, ὡς πείθομαι, τοῦτον
    καὶ ὑμῶν οἱ εὐγνωμονέστεροί τε καὶ συμπαθέστεροι. τί γὰρ
    χρηστότερον ἢ τερπνότερον ἢ ἀδελφοὺς ἐν τῷ αὐτῷ συνοι-
    κεῖν; τί δὲ χαριέστερον ἢ ὀνησιμώτερον ἢ τοὺς αὐτοὺς (25)
    ὁμοφρόνως ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας ἀνταγωνίζεσθαι; τί δὲ
    ἀθλιώτερον ἢ ἐλεεινότερον ἢ ἀπορραγῆναι τοὺς ὁμονοοῦντας
    ἐν Χριστῷ εἰς διχόνοιαν καὶ τοὺς ἡνωμένους ἐν πνεύματι
    εἰς ἀξυμφυῆ τὴν διάστασιν; εἰ δὲ καὶ ὅπου δύο ἢ τρεῖς
    ἐν Χριστῷ συνηγμένοι, ἐν τούτοις μέσος γνωρίζεται, πόσῳ (30)
    μᾶλλον ἐν δυσὶν ἢ τρισὶν ἢ καὶ πλείοσιν ἔθνεσιν ἐν ἑαυτῷ
    συμφρονοῦσιν οὐ παρέσται καὶ πληρώσει τῶν ἀγαθῶν, ὅσα
    τε ἐνταῦθα τῆς εἰρήνης εὑρίσκεται καὶ ὧν ὁ καρπὸς ἡ τῶν
    τελουμένων κάθαρσις ἢ ἀνάβασις, καὶ ὅσα ἐκεῖθεν τῆς
    ὑψηλοτέρας ζωῆς καὶ ἀμείνονος; (35)
    (2.) Διὰ ταῦτα δὴ τῷ ὑμετέρῳ χωρισμῷ σπαραττόμεθα καὶ
    τὸ πάθος οὐ διαφέρομεν, ὅτι μέλη ὄντες Χριστοῦ καὶ πρὸς
    μίαν κεφαλὴν αὐτὸν ἀναγόμενοί τε καὶ συναρμολογούμενοι
    οὐκέτι συμπνέομεν τοῖς αὐτοῖς οὐδ’ εἰς ἓν ἔργον τὸ ἅπαν
    σῶμα κινούμεθα, ἀλλ’ ἀντιφερόμεθα ἑαυτοῖς εἰς ἑτεροίας @1 (5)
    πράξεις καὶ ἐναντιουμένας τὸ πλεῖστον μέρος ἐξ ἀντιθέσεως,
    οὐδ’ εἰς μίαν γωνίαν τὸν ἀκρογωνιαῖον τιθέμεθα, ἀλλ’
    ὥσπερ εἰς ἄλλην καὶ ἄλλην κατηρτισμένοι τὴν οἰκοδόμησιν
    ἄλλα μὲν ἡμεῖς γνωματεύομεν, ἄλλα δὲ ὑμεῖς τερατεύεσθε.
    καὶ τίς ὁ θρηνήσων ἡμᾶς Ἱερεμίας; καὶ πόσων ἂν χρεία (10)
    δακρύων τούτῳ προσγένοιτο• εἰ γὰρ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἁλω-
    θείσης καὶ Ἰουδαίων παραχθέντων αὐτῆς, μιᾶς πόλεως καὶ
    πολλοστοῦ ἔθνους καὶ τὴν φαινομένην πεπονθότων αἰχμα-
    λωσίαν, πηγὰς ἐζήτει καὶ θαλάσσας εἰς δάκρυα, πάσης σχεδὸν
    τῆς οἰκουμένης ἀντιφωνούσης εἰς τὴν εὐσέβειαν καὶ ἀντί- (15)
    φθογγα δογματιζούσης εἰς τὸ κατὰ Χριστὸν κήρυγμα, πόσων
    ἂν ἐκείνῳ χρεία θαλασσῶν ἐγένετο πρὸς τὰ δάκρυα; ἔμοιγε
    οὖν οὐκ ἀνθρώποις οὗτος ἁρμόδιος ὀδυρμὸς οὐδὲ τοῖς τὸ
    θνητὸν τοῦτο φοροῦσιν ἔνδυμα, ἀλλ’ ἀγγέλοις ἢ χερουβὶμ
    καὶ πάσαις ταῖς ὑπεράνω δυνάμεσιν, ἵν’ ἀξίως ἡμᾶς ἀπο- (20)
    κλαύσωνται οὐκ ἐπιγινώσκοντας τὴν ἀλήθειαν οὐδὲ τὸ μυ-
    στήριον τοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐπραγμα-
    τεύσατο, ἀλλὰ κοιλίας ἀπερυγγάνοντας ῥήματα καὶ φιλονει-
    κοῦντας νικῆσαι νίκην πολὺ τῆς ἥττης ἀθλιωτέραν. καὶ
    οὐχ ὑμεῖς τοῦτο, ἡμεῖς δ’ οὔ• ἀλλ’ ὅπερ ἐστίν, ὦ Ῥωμαῖοι, (25)
    οὐκ ἀποκρύψομαι.
    (3.) Ἤρξατο μὲν ἐξ ὑμῶν τὸ πάθος, κατεβοσκήσατο δὲ καὶ
    ἡμᾶς καθάπερ ἔρπης ἢ γάγγραινα, ἐκ φιλαυτίας ἀρξάμενα
    καὶ εἰς αὐθάδειαν καταντήσαντα. ἀλλὰ νῦν δεῦτε δὴ καὶ
    ἀκούσατέ μου, φόβον τοῦ κυρίου διδάξω ὑμᾶς• τοῦτον γὰρ
    ἀρχὴν σοφίας καὶ ἕτερος εἰρήκει θεόσοφος. ἵνα τί οὕτως (5)
    ἐσμὲν εὔκολοι οὐ πρὸς ἅπαντα μόνον λόγον, φυσικόν τέ
    φημι ἢ μαθηματικὸν ἢ λογικὸν ἢ ἀλλοῖον, ἀλλὰ καὶ πρὸς
    θεολογίαν αὐτήν, ἀκρατεῖς καὶ χεῖρα καὶ γλῶσσαν καὶ τὴν
    διάνοιαν; τί μὴ τοῖς οἰκείοις ὅροις περιγραφόμεθα; τί πη-
    δῶμεν ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα; τί μὴ γινώσκομεν ἑαυτοὺς ἀν- (10)
    θρώπους, ἀλλ’ οἰόμεθα μοίρας θειοτέρας εἶναι, φύσεως @1
    ὑπεραρθείσης τῶν οὐρανῶν καὶ ἐμφιλοχωρησάσης θεῷ καὶ
    τὰ κατ’ αὐτὸν ἀρίστως ἐπεγνωκυίας καὶ τοῖς ἄλλοις ἐξαγ-
    γέλλειν δεδυνημένης; μάταιοι ὄντως ἡμεῖς, εἰς οὓς ἐπεγγελῶσι
    μὲν δαίμονες, θρηνοῦσι δὲ ἄγγελοι, καταδικάζει δὲ Χριστός, (15)
    καὶ καταδίκην, ἣν ἐν τοῖς εὐαγγελίοις προώρισε, κλαυθμὸν
    καὶ ὀδόντων βρυγμὸν καὶ τὰ λοιπὰ τῆς κολάσεως. οὐ γὰρ
    ἔχοντες ἔνδυμα γάμου τοῖς ἀμφὶ τὸ δεσποτικὸν δεῖπνον δαι-
    τυμόσι συνανακλίνομεν ἑαυτούς• καὶ τοῦτο οὐ πέρα δεινῶν,
    καίπερ ὂν δεινόν, ἀλλ’ εἰ μὴ τοῖς πρώτοις καὶ ὧν οὐδεὶς (20)
    ὑπερέκεινα συγκαταλέξοιμεν ἑαυτούς, ὡς οὐδὲν λελογίσμεθα.
    ὦ ἡμεῖς δείλειοι• ἀφέντες τὰ ἡμετέρα θεωρεῖν, τὰ τῆς
    ἀνεφίκτου καὶ τοῖς χερουβὶμ ζητοῦμεν φύσεως• ἀφέντες τὰς
    ἐντολὰς τοῦ κυρίου τηρεῖν, δι’ ὧν σωθησόμεθα, θεολογεῖν
    προειλόμεθα• ἀφέντες περὶ φύσεως καὶ σωμάτων φιλοσοφεῖν (25)
    καὶ γνωμολογεῖν περὶ ἤθους, ὧν καὶ τὸ τυγχάνειν κέρδος
    καὶ τὸ ἀποτυγχάνειν οὐ βλαβερόν, πρὸς τὸ θεολογεῖν ἀνιπτά-
    μεθα, οὗ τὸ ἁμαρτῆσαι πτῶμα ψυχῆς τὸ ὀλεθριώτατον, καὶ
    οὗ ἡ ἀνάκλησις ὡς ἀδύνατος• οὗ γὰρ τὸ ἀποτυχεῖν ὡς
    ἀσύγγνωστον, τούτου δυσχερὴς ἡ ἐπάνοδος. ὦ ἡμεῖς μάταιοι, (30)
    τί τὸ περὶ ἡμᾶς τοῦτο τοῦ σατᾶν ἔσχατον δέλεαρ; ὃς ἐπεὶ
    μὴ ἔχει τοῖς ἄλλοις θηρεῦσαι—ἀποκάμνει γὰρ τοῖς σωτη-
    ριώδεσιν ἀντιβαλλόμενος πνεύμασι—τὸ μέγιστον τοῦτο
    καὶ ἐπικινδυνότατον ἐπιβάλλει θήρατρον τοῖς ὀξυτέροις τάχα
    καὶ θερμοτέροις εἰς τὴν εὐσέβειαν, ᾧ πολλὰ πλήθη καὶ τῶν (35)
    περιφανεστέρων ἐν ἄλλοις ἀπώλεσε καὶ τοὺς ὑπερπεπηδηκότας
    τὰ κάτω καὶ μὴ κατὰ βαθμίδας κεχωρηκότας πτῶμα δακρύων
    δέδειχεν ἄξιον.
    (4.) Διὰ τοῦτο πᾶσιν ὀκνητέον εἰς. θεολογίαν ἐλθεῖν, καὶ
    φοβητέον τὸν φόβον, οὗ τὸ φοβεῖσθαι πάνυ γε ἄξιον. τί
    γὰρ καὶ θεολογοῦμεν καινότερον; δέον ἀρκεῖσθαι τοῖς προ-
    τέροις καὶ οἷς ἡμᾶς ἐδίδαξεν ὁ καλῶς γινώσκων τὰ ἑαυτοῦ,
    ἢ καὶ τῶν δευτέρων ἀκούειν, ὧν ἡ πρᾶξις καὶ ὧν ὁ βίος @1 (5)
    ταῖς θείαις ἐμαρτύρησεν ἀποφάσεσιν, ἐπεὶ καὶ οὗτοι οὐ
    ταῖς οἰκείαις περὶ τὸ πρᾶγμα δυνάμεσι κατεχρήσαντο οὐδὲ
    τοῖς λογικοῖς καὶ μόνοις μεθοδεύμασιν ἐγκατέμειναν. ἀνθρώ-
    πινον γὰρ τοῦτο καὶ τῇ φύσει γινώσκεται, καὶ ποῦ τὰ
    μυστήρια τῆς θεότητος; ποῦ δὲ τὰ ὑπὲρ φύσιν ἐκ τῶν (10)
    κατὰ φύσιν καὶ θαυμαζόμενα καὶ τιμώμενα; Χριστὸς ὁ
    πρῶτος θεολόγος θεολογεῖ, καὶ σὺ τὴν ἐκείνου θεολογίαν
    παραποιεῖς; ὁ καλῶς εἰδὼς ἑαυτὸν καὶ τοὺς ἑαυτοῦ, καὶ
    σὺ τολμᾷς καὶ τὸ οἱονοῦν παρ’ αὐτὸν ἀποφαίνεσθαι; ὁ
    Χριστός φησι• ‘τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὁ παρὰ τοῦ πατρὸς (15)
    ἐκπορεύεται’, καὶ τίς ἂν ἄλλος τολμήσειε καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ
    ἀποφήνασθαι; ὥσπερ γὰρ οὗτός φησιν γεγεννῆσθαι ἐκ τοῦ
    πατρός, καὶ οὐκ ἄν τις ἀπαυθαδιάσαιτο πώποτε λέξαι καὶ
    ἐκ τοῦ πνεύματος, οὕτω δὴ καὶ ἐν τούτῳ ἐστί. πέμπειν
    πάλιν αὐτός φησιν τὸν παράκλητον, καὶ στέρξωμεν τὸν (20)
    λόγον καὶ μὴ παραχαράξωμεν τὸ ῥητόν• ἐκκείσθωσαν οὕτως
    αἱ συλλαβαί, ἃς ὁ πρῶτος στοιχειωτὴς ἀπεγράψατο. τί
    συλλογίζῃ ἐπὶ κενῆς καὶ ἐπιφέρεις ἄλλα ἀντ’ ἄλλων ὀνό-
    ματα; τὸ πέμπειν λέγε μοι πέμπειν καὶ ἐκπορεύεσθαί μοι
    τὸ ἐκπορεύεσθαι• κρείττων σοῦ πολὺ ὁ διδάξας αὐτὰ καὶ (25)
    πιστεύειν οὑτωσὶ ἐντειλάμενος. τί γὰρ μὴ ἐκπορεύειν αὐτὸ
    εἰρήκει ἡ αὐτοσοφία καὶ ὁ τῶν μελλόντων προγνώστης, ὃς
    ἀκριβῶς τὰ τοιαῦτα ἐγίνωσκε καὶ τὴν ἐπὶ τούτοις ἀμφιβο-
    λίαν καὶ τὴν διχόνοιαν, ὡς ἂν ἡμᾶς ἀπαλλάξειε πολλῶν
    ῥημάτων καὶ ἀντιθέσεων, ἀλλὰ πέμψειν αὐτὸ εἶπε τοῖς (30)
    μαθηταῖς μετὰ τὴν αὐτοῦ πρὸς τὸν πατέρα ἀνάβασιν; εἰ
    μὴ γὰρ ἄλλο οἶδε τὴν πέμψιν καὶ ἕτερον τὴν ἐκπόρευσιν,
    οὐκ ἂν παρήλλαξε τὰ ὀνόματα, ὥσπερ οὐδ’ ἐπὶ τοῦ πατρὸς
    οὐδ’ ἐπὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ υἱοῦ καὶ τῆς μέσον αὐτῶν
    σχέσεως εἴτουν γεννήσεως• ἀλλὰ ταῦτα φυλάττει καὶ οὐκ (35)
    ἰσοδυναμούσαις, ὡς ἄν τινες φαῖεν, ἐναλλάττει ταῖς λέξεσι.
    θεός ἐστιν ὁ ταῦτα θεολογῶν καὶ περὶ ἑαυτοῦ, καὶ πῶς ἂν
    ἐγὼ ἐς τοσοῦτον ἔλθοιμι τόλμης καὶ ἀναιδείας ὡς ἄλλο τι @1
    παρὰ ταῦτα θεολογεῖν, κόνις ὢν ἀμυδρὰ καὶ χοῦς πρὸς γῆν
    ἰλυσπώμενος, κἂν ἐτιμήθην τῷ πνεύματι; Παῦλος οὐ παρα- (40)
    πεποίηκε τὸ ῥητόν, ὁ εἰς τρίτον ἀρθεὶς οὐρανὸν κἀκεῖθεν
    εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἀκούσας ἀνέκφραστα• εὐαγγελιστὴς
    οὐδεὶς ἀπεγράψατο καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι τὸν
    παράκλητον, καὶ τίς οὕτω θρασὺς τὰς φρένας καὶ τοὺς λόγους
    ἀκάθεκτος, ὡς ἀπερυγγάνειν τοῦτο τοῦ στόματος; (45)
    (5.) Εἰ δὲ τὴν πέμψιν πάλιν λαμβάνεις εἰς τὴν ἀπόδειξιν
    καὶ ἐνσχολάζεις τῷ ῥήματι καὶ ταυτίζεις ὀνόματα καὶ πέμ-
    πειν λέγεις τὸ ἐκπορεύεσθαι, ἄκουε πάλιν τῶν πρὸς ἀντίρ-
    ρησιν. οὐδὲν τῶν ὀνομάτων ἄντικρυς ὡς ταὐτόν• κἂν αὐτὰ
    φέρῃς τὰ πολυώνυμα, εὑρήσεις ἐν τούτοις διαφορὰν οὐ (5)
    σμικράν• πρὸς γὰρ ἄλλην καὶ ἄλλην τοῦ ὑποκειμένου
    τὴν ἔννοιαν ἀπιδόντες οἱ πρώτως θέντες ὀνόματα τὸ ποι-
    κίλον τῶν ὀνομάτων ἐπέθεντο. καὶ γνοίης ἂν ταῦτα καλῶς
    ἐς διδασκάλου ἀφιγμένος γραμματιστῶν τὰς συλλαβὰς ἀνα-
    πτύσσοντος καὶ τὸ κεκρυμμένον τῆς διανοίας ἀνακαλύπτοντος (10)
    —καὶ ταῦτα οὐκ ἂν ἐξ ὑπογυίου ὁ παρατυχὼν ἐπιγνώσαιτο—
    καὶ ἴδοις ἂν καὶ τοὺς ἐπιστήμονας οὐ τοῖς τυχοῦσι τῶν
    ὀνομάτων χρωμένους εἰς ἑρμηνείαν, εἴπερ κυριολεκτεῖν ἐπε-
    βάλλοντο, ἀλλὰ τοῖς προσφυέσι καὶ καταλλήλοις καὶ μὴ
    ἀπᾴδουσιν. εἰ γοῦν ἐπὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς καὶ θνητῶν ἡ τῶν (15)
    ὀνομάτων διαφορὰ πολλὴν ἐπικρύπτει τὴν ἔννοιαν καὶ ὁ
    ἐπιστήμων ἐπέγνωκε καὶ οὐκ ἐᾷ παραχαράττειν τοὺς μὴ
    λόγοις τοῖς τεχνικοῖς ἐμβαθύνοντας, πόσῳ μᾶλλον ἐπὶ τῆς
    ὑπὲρ ἡμᾶς φύσεως, τῆς ὑπερουσίου οὐσίας, τῆς πάντων
    αἰτίας τῶν ὄντων, τῆς μὴ παρά του γινωσκομένης μηδὲ (20)
    τῶν κατ’ αὐτήν τι διδούσης εἰς μικρὰν ἐκείνης κατάληψιν,
    τῆς ὑπεραιρομένης πάσης [ὑπερκειμένης] οὐσίας τε καὶ δυνά-
    μεως, ἐξ ἧς ἅπαν ὂν καὶ ἔστι καὶ ζωοῦται καὶ ἀγαθύνεται
    καὶ διαμένει περικρατούμενον, ἀρρήτῳ δυνάμει τῆς ὀντο- @1
    ποιοῦ συνεχόμενον φύσεως; πόσον γοῦν ἐπὶ τῆς ἀρρήτου (25)
    ταύτης οὐσίας χρεὼν παρατηρεῖν τὰ ὀνόματα, ἅπερ ὁ πρω-
    τουργὸς τῆς τούτων ἀποκαλύψεως ἔθετο, καὶ λέγειν μὲν
    ἐκπορεύεσθαι τὸ πνεῦμα ἐφ’ οἷς εἰρήκει τὸ ἐκπορεύεσθαι,
    καὶ πέμπεσθαι πάλιν ἐφ’ οἷς τὸ πέμπεσθαι ἔλεξε. τίς γὰρ
    οἶδε νοῦν κυρίου; τίς εἰς τὰ βάθη παρέκυψε τὰ τοῦ πνεύ- (30)
    ματος; ἔφη Χριστὸς τὸ πνεῦμα παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεσ-
    θαι, καὶ οὐκ ἄν τις τῶν εὐσεβεῖν ᾑρημένων παραχαράξειε
    τὴν φωνήν. ἔφη πάλιν οὗτος ἐκπέμπειν αὐτό, καὶ μενέτω
    οὕτως τὸ ὄνομα. ἢ τίς ὁ λόγος ἐκεῖνο μὲν φυλάττειν
    ἀπαραποίητον, τοῦτο δὲ ἐπάγειν εἰς ἕτερον; καίτοι γε οὐχ (35)
    ἁπλῶς ὄντος τοῦ πράγματος οὐδὲ τῶν ἀκινδύνων, ἀλλὰ
    καὶ τῶν λίαν ἐπικινδυνοτάτων καὶ πολὺν παρεχομένων τὸν
    ὄλεθρον.
    (6.) Ἐπέλθωμεν καὶ τὰ τῶν θεοφόρων συντάγματα καὶ
    διδάγματα. ὅτι μὲν καὶ οὗτοι περὶ τούτων τοιαύτην ἔσχον τὴν
    ἔννοιαν, ἐκ τῶνδε δῆλον καθέστηκε• τίς γὰρ αὐτῶν ἀπεθρα-
    σύνθη ἐκ τοῦ υἱοῦ ἐρεῖν τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι;
    καὶ μὴν εἶχον εἰπεῖν εἰ τοιοῦτόν τι νενοήκασιν, ἀλλ’ εἰς τὴν (5)
    πέμψιν ἐνέμειναν καὶ τὴν δόσιν καὶ τὴν χορηγίαν, ἔστιν οὗ
    καὶ τὴν πρόεσιν. πρόεσις δὲ οὐ ταὐτὸν τοῖς ἐπηβόλοις τῶν
    λογίων τῇ ἐκπορεύσει γνωρίζεται, εἴ γε φαμὲν καὶ τὸν υἱὸν
    προΐεσθαι τοῦ πατρός, ἀλλ’ ἔστι κοινή τις φωνὴ προσδιο-
    ρισμοῦ τινος δεομένη πρὸς τὴν σαφήνειαν. πρόεισι μὲν γὰρ (10)
    τοῦ πατρὸς ὁ υἱός, ἀλλὰ γεννητῶς• πρόεισιν αὐτοῦ καὶ τὸ
    πνεῦμα, ἀλλ’ ἐκπορευτῶς. ὥστε οὐχ ὅπου πρόεσις, γέννησις
    ἐκεῖ ἢ ἐκπόρευσις. ταύτῃ δὲ τῇ φωνῇ χρησάμενοι ἐπὶ τοῦ
    πνεύματος οἱ τῆς ἐκκλησίας φωστῆρες, καθάπερ ἀμέλει καὶ
    ταῖς προειρημέναις, οὐ προσδιορισμῷ τινι ἐπεσημήναντο (15)
    τοῦτο, ἵνα ἔχοιμεν γνῶναι τὸ νόημα, ὅπερ ἦν δέον, εἰ @1
    νενοήκασι• προϊέναι γὰρ ἐκ τοῦ υἱοῦ ἀλλ’ ἐκπορευτῶς εἶχον
    ἂν εἰπεῖν, εἰ πρὸς τοιοῦτον ἀπένευον τὸν σκοπόν.
    (7.) Λέγε οὖν καὶ σὺ τὰς τοιαύτας φωνὰς ἀμεταποιήτους
    παραφυλάττων εἰς τὴν ἐκφώνησιν. δίδασκε τὸ πνεῦμα παρὰ
    τοῦ λόγου ἐκπέμπεσθαι• ἐδιδάχθης γὰρ τοῦτο παρὰ τοῦ
    κρείττονος. ἑρμήνευε καὶ χορηγεῖσθαι τοῦτο παρ’ αὐτοῦ καὶ
    δίδοσθαι καὶ ἀποστέλλεσθαι καὶ προΐεσθαι• δεδίδαξαι γὰρ (5)
    ταῦτα παρὰ μεγίστων ἐκείνων ἀνδρῶν, ὧν ἡ ἀρετὴ τὸ
    ἐπίσημον καὶ ὧν τὸ θεοφορούμενον ὡς ἐπίδηλον. Βασίλειοι
    ταῦτα θεολογοῦσι καὶ Κύριλλοι καὶ Γρηγόριοι, οἳ οὐδ’
    ὁπωσοῦν τετολμήκασιν ἐπὶ τοῦ υἱοῦ διαγράψασθαι τὴν τοῦ
    πνεύματος ἐκπόρευσιν. καὶ πῶς ἂν ἡμεῖς ἀπερυθριάστως (10)
    οὕτως ἐπιπηδήσωμεν τῷ ὀνόματι καὶ κρεῖττον ἢ ἐκείνους
    ἑαυτοὺς εἰδέναι ἀπισχυρισώμεθα; ποῦ ποτε εὗρες τοῖς τούτων
    συγγράμμασι τὸ πνεῦμα ἐκ τοῦ υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι; ἀλλὰ
    πάλιν ἐπάγονται οἱ ῥᾳδίως εὑρισκόμενοί σοι συλλογισμοὶ καὶ
    τὸ σαθρὸν τοῦτο τοῦ λόγου σχοινίον, δι’ οὗ συνάγεις τὰ (15)
    ἄτοπα, εἰ γε ψευδῆ τοῖς εὖ φρονοῦσι τὰ ἄτοπα. πῶς γὰρ
    οἱ τοσοῦτοί τε καὶ τοιοῦτοι οὐκ ἔγνωσαν τὸ παρά σου συναγό-
    μενον; ἀλλὰ τὰς μὲν προτάσεις ἐγίνωσκον καὶ ἐδίδασκον,
    ἅπερ δὲ ὡς ἑπόμενα φέρεις αὐτὸς εἴτε δὴ συμπεράσματα
    οὐχ ὅλως εἰς νοῦν ἐδέξαντο• ἃ γὰρ οὐ νενοήκασι, πῶς ἂν (20)
    τοῖς διδασκομένοις παρέθεντο; λάβε μοι καὶ αὐτὸς τὰς προ-
    τάσεις ὡς λόγους, εἰ βούλει, καὶ συμπεράσματα, καὶ μὴ δι’
    αὐτῶν συμπέραινε ἕτερα ἀλλότρια τῆς ἀληθείας καὶ ξένα τῆς
    ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
    (8.) Τίς ἡ τῆς θεολογίας τέχνη ἢ ἐπιστήμη, ὡς τοῖς κανόσι
    ταύτης ἑψόμεθα; ἁπλῆ τίς ἐστι διδασκαλία τὸ ἡμέτερον
    κήρυγμα. Χριστὸς γὰρ ταύτην ἐδίδαξεν, ἐπλάτυναν αὐτὴν
    οἱ ἀπόστολοι, ἐκράτυναν οἱ διδάσκαλοι. πάλιν φιλονεικεῖς
    συλλογίζεσθαι, κἀγώ σοι τὸν λόγον ἁπλοῦν ἀντιτίθημι. σὺ (5)
    συμπεραίνεις μοι τὰ ψευδῆ, κἀγώ σοι προτείνω τὰ ἀληθῆ.
    συνάγεις μοι ἐκ τῶν προτάσεων καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ, ἐγώ σοι @1
    τὸ ἐκ τοῦ πατρὸς ἀποφαίνομαι. τοῦτο μὲν Χριστοῦ, ἐκεῖνο
    δ’ οὐκ οἶδα τίνος• τοῦτο τῆς αὐτοσοφίας τὸ δίδαγμα, ἐκεῖνο
    πλάσμα διανοίας οὐχ ὑγιοῦς, τεχναζομένης εἰς τὰ ὑπερέκεινα (10)
    τεχνῶν καὶ ἐπιστημῶν• τοῦτο Χριστὸς διδάσκει, καὶ τῷ λόγῳ
    πεπίστευκα, ἐκεῖνο προφέρεις σύ, καὶ οὐκέτι πειθόμενον
    ἔχεις με. τίς ἡ τοσαύτη καινοτομία τῶν λόγων; τίς ἡ
    τοσαύτη περὶ τοὺς θείους τῶν λόγων ἀδολεσχία, ὡς μὴ
    θέλειν ἐν ἄλλοις ἀσχολεῖσθαι καὶ ἐπιδείκνυσθαι, ἀλλ’ ἐν (15)
    τοῖς θείοις φιλονεικεῖν ἐναβρύνεσθαι; Ἀθηναίων οὐδὲν ἦν
    ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν καινότερον, καὶ τῶν νέων θεολόγων
    μεταποιεῖν τὰ τῆς ἀληθείας διδάγματα.
    (9.) Εἰ δὲ εἰς δουλείαν ἄγεις τὴν ἐκ τῆς πέμψεως πρόοδον
    ἢ τὴν δόσιν ἢ τὴν χορηγίαν ἢ τὴν πρόεσιν καὶ πάλιν θεολογεῖς
    ἢ φιλοσοφεῖς τὸ φύσει ἢ μὴ φύσει καὶ τὸ κατ’ ἐξουσίαν ἢ κατὰ
    τὴν συνάφειαν καὶ ἢ οἴκοθεν ἢ ἔξωθεν καὶ ὅσα τοῦ τεχνυδρίου
    τοῦ ἀνθρωπίνου, ἀδολεσχεῖν σε ἐάσω ταῖς τοιαύταις πλημ- (5)
    μελῶς προσφερομέναις ἐρεσχελίαις καὶ μιᾷ τῇ λύσει ἀνατρέψω
    τὰς ἐντέχνους σοι διαιρέσεις ἢ ὑποδιαιρέσεις ἢ ἐπιδιαιρέσεις
    καὶ τὸ τῶν ἑπομένων ἀναγκαίων ταῖς ἀντιθέσεσιν. ἐπὶ τῆς
    τοῦ θεοῦ φύσεως καὶ τῆς αὐτοῦ διαιρέσεως καὶ ἑνώσεως
    καὶ νοῦς ἀσθενεῖ, ἐν ᾧ τοὺς ὅρους γινώσκομεν, καὶ διάνοια (10)
    ἀπηγόρευκε, δι’ ἧς τὰς ἐπιστήμας εὑρήκαμεν ἢ ἐσχήκαμεν•
    καὶ δόξα πῶς ἂν σχοίη χώραν τῶν πρὸ αὐτῆς ἀμαυρουμένων
    καὶ ἀπηυδηκότων τὴν νόησιν; ἄνθρωποι τὰς τέχνας εὑρή-
    καμεν καὶ τὴν φύσιν κατεξετάσαντες φυσικῶς τοὺς λόγους
    προάγομεν, καὶ τέχνῃ τὰς τῆς φύσεως ἀκολουθίας ἐγνώ- (15)
    καμεν. ἐπὶ δὲ τοῖς ὑπερφυέσι τίς ὁ τεχνικὸς λόγος; ποῖος
    ὁ ἐπιστημονικὸς νοῦς; ἡλίκος ὁ ὑπερέκεινα, ὥστε νοῆσαί τι
    καὶ ἀποφήνασθαι, ὅπου ἐπιμύει τὰ πολυόμματα, ὅπου ἐπι-
    φρίττει τὰ χερουβίμ, ὅπου σιγῶσι δυνάμεις πᾶσαι καὶ ἄγγελοι,
    ἐν μόνον εἰδότες ᾆσμα τοῦ τρισαγίου τὴν αἴνεσιν, ἀπεριέρ- (20)
    γως καὶ ταύτην καὶ τῶν τεχνικῶν λεξειδίων ὑπερανῳκισμένην
    ἐν τῇ ἁπλότητι; ἔδει γὰρ τοῖς ἁπλοῖς ἢ τῷ ἁπλῷ ἢ καὶ @1
    ὑπὲρ αὐτὸ τὸ ἁπλοῦν ἁπλᾶς γενέσθαι καὶ τὰς ᾠδάς. τί
    γοῦν ἡμεῖς οἱ σύνθετοι καὶ πολλοῖς συνεστηκότες τοῖς κρά-
    μασιν οὐ τοὺς ἁπλοῦς ζηλοῦμεν λόγους ταῖς περὶ τὸ θεῖον (25)
    ὑπολήψεσι καὶ κατ’ αὐτὸ τὰς φωνὰς συνάγομεν, ἵνα καὶ
    συναχθῶμεν ὑπὸ τῆς μιᾶς δημιουργικῆς πανταρχίας εἰς ἕν,
    μίαν συμφωνίαν συμπλέξαντες ἀνθρωπίνην, ὡς τῆς ἀγγε-
    λικῆς συμμετάσχοιμεν; ἀρκεσθησόμεθα τοῖς ἐνταῦθα παρὰ
    Χριστοῦ καὶ τῶν τοῦ Χριστοῦ δεδιδαγμένοις ἡμῖν• εἰ δέ (30)
    τι εἴη καὶ κρυφιωδέστερον, ἐκεῖ ταμιεύσωμεν ἑαυτοῖς. ἢ
    τί γὰρ ἂν ἄλλο τῆς ἐκεῖθεν εἶναι δοίημεν βιοτῆς, εἰ πάντα
    ἐνταῦθα τὰ τοῦ θεοῦ γνοίημεν; ἢ πῶς εἰδείημεν ἂν καὶ
    σάρκες ὄντες καὶ ὕλης μετέχοντες, εἰ πάντων τῶν θείων
    ἐφικέσθαι σπουδάσαιμεν; (35)
    (10.) Εἴπερ ἦν ἀληθὲς ἐκπορεύεσθαι καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ τὸ
    πνεῦμα τὸ ἅγιον, οὐκ ὤκνησαν οἱ διδάσκαλοι ταῖς ἑαυτῶν
    συγγραφαῖς ἐνσημήνασθαι• οὐδὲ γὰρ ἔχω λέγειν• ἐφθόνησαν.
    ἀλλ’ ἐκεῖνοι μὲν ἐσιώπησαν, δειλίαν ἐπαινουμένην ἐν
    ἑαυτοῖς δειλιάσαντες, σὺ δὲ οἷος ὢν ἀποθρασύνῃ τὴν προ- (5)
    φοράν; καὶ Χριστὸς μὲν οὐκ εἴρηκεν• οἴομαι γάρ, ὡς οὐκ
    ἦν. πῶς γάρ, ἂν ὄν, οὐκ ἐδίδαξεν, οἷς τὴν πᾶσαν θεο-
    λογίαν ἐτράνωσε; καὶ μετ’ αὐτὸν οὐδεὶς τῶν διδασκάλων
    εἰπεῖν ἀπετόλμησε, σὺ δὲ ὁ ταῦτα λέγων τίς ὢν τυγχάνεις εἰς
    πίστωσιν; οὐκ ἔστιν ἡ πέμψις καὶ ἡ δόσις καὶ ἡ χορηγία (10)
    καὶ ἡ πρόοδος τῇ ἐκπορεύσει ταὐτά• εἰ γὰρ ἦσαν ταὐτά,
    οὐκ ἂν τούτοις χρώμενοι ἐν τοῖς ἁπανταχοῦ λόγοις τὴν
    ἐκπόρευσιν ηὐλαβήθησαν• οὐδὲ γὰρ ἤθελον μὴ συνᾴδειν
    Χριστῷ. ἐμμένειν γοῦν χρεὼν τοῖς ῥήμασι τοῦ Χριστοῦ καὶ
    τοῖς μετὰ τοῦτον διδάγμασιν. ἀλλὰ Παῦλον ἔχεις συνη- (15)
    γοροῦντά σοι, πνεῦμα Χριστοῦ καὶ πνεῦμα τῆς ἀληθείας
    διδάσκοντα. καὶ τίς οὐ λέγει τὸ πνεῦμα εἶναι Χριστοῦ
    εἴτουν υἱοῦ; ἀλλότριος τῆς ἐκκλησίας Χριστοῦ ὁ ταῦτα μὴ @1
    συμφθεγγόμενος. ἐκπορεύεσθαι δὲ καὶ ἐξ υἱοῦ οὔτ’ αὐτὸς
    ὁ υἱὸς ὁ τὰ τοῦ πατρὸς καὶ τὰ ἑαυτοῦ καὶ τὰ τοῦ πνεύ- (20)
    ματος διδάξας ἀριδηλότατα εἴρηκεν, οὔτε μήν τις τῶν διδασ-
    ματος διδάξας ἀριδηλότατα εἴρηκεν, οὔτε μήν τις τῶν διδασ-
    κάλων ἐθέσπισεν, ὅσα ἡμᾶς• εἰδέναι, καὶ ὧν τὰς γραφὰς
    εἰς διδασκαλίαν καὶ ὄνησιν τῶν πολλῶν παρατιθέασιν ἄν-
    θρωποι. ζητεῖς καὶ αὖθις, ὡς οἶμαι, τοὺς λόγους τῆς
    ἀποστολῆς, τῆς χορηγίας, τῆς δόσεως• ‘εἰ παρὰ τὴν ἐκπόρευσιν (25)
    ὄντα, τί γε ἄρα εἰσίν; ἀποστολὴ χορηγία καὶ δόσις ταὐτά
    εἰσι.’ τίς εἶ ὁ ἐξετάζων περὶ θεοῦ; αὐτὸς εἰρήκει περὶ
    ἑαυτοῦ, καὶ κατάμενε τοῖς αὐτοῖς καὶ τοὺς λόγους κατάτριβε
    καὶ αὐτὸς καὶ τὰ ὀνόματα ἔχε μὴ παραβλαπτόμενα παρά
    του τῶν κακῶς παραχαραττόντων καὶ τὴν βασιλικὴν δραχ- (30)
    μήν, ὑπὲρ ἧς ὁ δεσπότης ἐποιήσατο τὴν σπουδήν, ἵνα εὕρῃ
    ταύτην συγκεχωσμένην τοῖς πάθεσι.
    (11.) Πάλιν ἀδολεσχεῖς, καὶ πάλιν θεολογῶ. λέγε τὰς ῥήσεις
    καθὼς ἐλέχθησαν ἢ ἐγράφησαν, καὶ οὐ κινδυνεύσεις περὶ
    ψυχὴν οὐδὲ φιλονεικήσεις μοι πρὸς λόγων τρυφήν, εἴ γε
    τοῖς τοιούτοις τινὲς κακῶς μεμελετήκασιν ἐντρυφᾶν, ἀφορμὴν
    λόγων τὴν θεολογίαν ποιούμενοι, ὡς μὴ ὄντων ἄλλων ἐν (5)
    οἷς ἂν ἐπιδείξαιντο τὸ φιλότιμον. φύσις ἐστίν, ἀριθμοί,
    ποσὰ συνεχῆ, ἁρμονία καὶ λόγων παντοίων ἰδέαι, ψυχῆς
    γνῶσις, νοὸς κάθαρσις, αἰσθήσεως διαφορά, καὶ τῶν ἔξωθεν
    ἐν ἑαυταῖς συστολὴ ἢ ἀναγωγὴ πρὸς τὸν νοῦν. ταῦτα φιλο-
    σοφητέον ἡμῖν, περὶ δὲ θεοῦ πάμπαν εὐλαβητέον. ἀπη- (10)
    ναισχυντήκασι μὲν ἔνιοι τῶν θεολογεῖν βεβουλημένων ἐν
    ἐννοίαις, ἐν λέξεσιν, ἀλλ’ ἐξωστρακίσθησαν, ἀλλ’ ἀπερρίφη-
    σαν, ἀλλ’ ὡς σεσηπότα μέλη τῆς ἐκκλησίας τῆς κεφαλῆς
    ἀπεκόπησαν, καὶ νῦν εἰσιν ἐλεεινοὶ τοῦ θράσους καὶ κατα-
    γελώμενοι καὶ θρηνούμενοι. μὴ τοιαύτης μερίδος φανείημεν (15)
    καὶ ἡμεῖς. ἐγκαρτερήσωμεν τοῖς δεδιδαγμένοις παρὰ Χρι-
    στοῦ, παρὰ τῶν ἀποστόλων, παρὰ τῶν ἐς ὕστερον διδασκά-
    λων, τῶν θεοφόρων ἀνδρῶν• ταῖς λέξεσιν ἐκείνων εἰς τὴν
    ἡμετέραν χρησώμεθα προφοράν, τὰς αὐτὰς ἐννοίας προβά-@1
    λωμεν εἰς διδάγματα, μὴ ἀφορμὴν ἀπωλείας τὴν τῆς σωτη- (20)
    ρίας ἡμῶν ἐλπίδα ὁ κοινὸς προσλάβῃ ἐχθρὸς καί, ὅθεν ἡ-
    μῖν τὸ σώζεσθαι, ἐκεῖθεν γένηται ἡ φθορά. δεινός ἐστιν ὁ
    ἀντίπαλος, καὶ εἰ τοῖς ἀριστεροῖς ἀποκάμοι, ἐπιβάλλει τοῖς
    δεξιοῖς, καὶ τὸν ζῆλον προφέρει καὶ τάχα μεταχειρίζεται τὴν
    ἀλήθειαν. κιρνᾷ κρατῆρα μέλιτος πλήρη, καὶ δηλητηρίου (25)
    μεστὸς τοῖς εὖ φρονοῦσι γινώσκεται• σαίνει τῷ φαινομένῳ
    καὶ δάκνει τῷ κρυπτομένῳ. σφραγὶς ἡμῖν ἐγεγόνει πᾶσι
    τοῖς εἰς Χριστὸν πεπιστευκόσι κοινή. ταύτῃ τῇ σφραγῖδι
    πάντες ἐνσημαινώμεθα, καὶ τάχα παραδράμῃ ἡμᾶς ὁ ὀλο-
    θρεύων διάβολος. ποίμνη ἐσμὲν τοῦ Χριστοῦ, τοῦ καλοῦ (30)
    ποιμένος καὶ ἀρχιποιμένος• φυλάττωμεν ἡμῶν τὴν σφρα-
    γῖδα ἀπαρεγχείρητον, μὴ λάθωμεν τῷ κλέπτῃ σεσυλημένοι
    καὶ τῷ δεσπότη μὴ γινωσκόμενοι. αἱρέσεις οὐκ ὀλίγαι κατὰ
    καιροὺς ἀνεφάνησαν, καθάπερ ζιζάνια τὸν καθαρὸν σῖτον
    μολῦναι θέλουσαι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ λόγοις ἀληθείας ἐξ- (35)
    ερριζώθησαν. οὐδὲν δὲ τὴν σφραγῖδα τοῖς διὰ ταῦτα λόγοις
    παρεποιήσαντο οἱ διδάσκαλοι, ἀλλ’ ἠρκέσθησαν καὶ μόνον
    ἀποβαλεῖν τὸ ἀλλότριον• ἡ δὲ σφραγὶς ἐτηρήθη ὡς ἔσχε
    φύσεως ἐξ ἀρχῆς. ὃ γὰρ ἐκ δευτέρου πολλοῖς κανόσι καὶ
    ἀρίστως ἠκριβωμένοις πεπλήρωται, τούτου τὴν τελείωσιν (40)
    ὡς μηδενὸς προσδεομένην ἐθέσπισαν• ἀλλ’ ὤρθουν μὲν τὸ
    σφαλλόμενον, τὸ δὲ καλῶς ἐγκείμενον ἐτήρουν πάμπαν ἀλώ-
    βητον. εἰ γοῦν θέλεις πρόβατον Χριστοῦ καὶ εἶναι καὶ
    πᾶσι τοῖς ὁρῶσι γινώσκεσθαι, φέρε τὴν σφραγῖδα καθὰ τῷ
    εἴδει τῆς εὐσεβείας μεμόρφωται, καὶ μὴ κίβδηλον ἔχῃς παρα- (45)
    ποιήσας σου πρὸς τὸ βούλημα, μή ποτέ σοι ὁ κύριος ἐν-
    τυχών, ὁ λέγων γινώσκειν τὰ αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τῶν ἐκείνου
    γινώσκεσθαι, ‘οὐκ οἶδά σε’ δικαίως ἐρεῖ.
    (12.) Ἀλλ’ ἐπὶ γλώττης αἱ εἰκόνες καὶ ἐξ ὑπογυίου τὰ παρα-
    δείγματα, ῥίζα καὶ κλάδος καὶ ὁ καρπὸς καὶ ὁ ἥλιος καὶ
    ἀκτὶς καὶ ἀπαύγασμα• τὸ γὰρ τῆς πηγῆς σιωπῶ, ἀξύμφυλον @1
    ὂν εἰς παράληψιν. ἐγώ σου τοὺς λόγους διαλύσω τῶν
    παραδειγμάτων, εἰ μόνον ἐθέλεις ἀφιλονείκως ἐπαΐειν τῶν (5)
    λεγομένων μοι. καρπὸς τὸ πνεῦμα κατὰ τὰς ὑποθέσεις σου
    πέφυκε, καὶ ἐν ἑτέροις πάλιν ἀπαύγασμα. ἀλλ’ ἡ ἑτερότης
    πολλὴ καὶ οὐχ ἁπλοῦν τὸ διάφορον. ἵνα τί γοῦν μὴ τὸν
    καρπὸν ἐκ τοῦ κλάδου καὶ τὸ ἀπαύγασμα ἐξ ἀκτῖνος ὁ
    σοφὸς τὰ πάντα καὶ τὰ ἑαυτοῦ εἰδὼς ἄριστα ἀπεφήνατο, (10)
    ἀλλ’ ἐκ τῆς ῥίζης καὶ ἐξ ἡλίου; μήποτε οὖν καὶ ἄμφω
    κλάδοι καὶ ἄμφω καρποὶ ἢ καὶ ἀκτῖνες καὶ ἀπαυγάσματα
    ἐν ἀλλήλοις ἡνωμένα καὶ ἀνακεκραμένα ἀρρήτοις λόγοις,
    μὴ παραποιοῦντα τὰ ἰδιώματα. πῶς δὲ καὶ ἕξει χώραν ἐν
    ἀσχηματίστοις, ἐν ἀναφέσιν, ἐν πᾶσιν ἀπηλλαγμένοις αἰσθητι- (15)
    κῆς ἀντιλήψεως καὶ ἐμφάσεως τὰ τόπῳ καὶ διαστάσει περι-
    γραφόμενα; βούλομαι καὶ αὐτὸς τρεῖς ταῦτα λέγειν ἡλίους,
    ἐξ ἑνὸς τῶν δύο ἐχόντων τὴν ὕπαρξιν, ἀλλὰ θροεῖ με διο-
    ρισμὸς καὶ περιγραφὴ καὶ τὸ μὴ πάντα ἐν ἀλλήλοις ταῦτα
    γνωρίζεσθαι. θράττει με καὶ ἡ ῥίζα καὶ ὁ κλάδος καὶ ὁ (20)
    καρπός, εἰ ἐν ὑποστάσει μιᾷ μέρη ταὐτά εἰσιν, ἐξ ὧν τὸ
    ὅλον συνέστηκεν. ἀλλὰ καὶ ὁ ἥλιος ἄτομον, καὶ πῶς ἡ
    τρισυπόστατος φύσις ἐν ἑνὶ ἀτόμῳ εἰκονισθήσεται, μέρεσι
    σπαραττομένη καὶ διαιρουμένη, ὧν ἕκαστον τῇ τοῦ ὅλου
    φύσει οὔτε συνέστηκεν οὔτε ὠνόμασται; θεὸς δὲ ὁ πατήρ, (25)
    θεὸς ὁ υἱός, θεὸς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον• ἐξ ἑνὸς τὰ δύο ὡς
    αἰτίου αἰτιατά, τὸ μὲν γεννητῶς, τὸ δ’ ἐκπορευτῶς, καὶ
    ἀλλήλοις συμπεφυκότα καὶ ἀεὶ συνόντα ὡς ὁμοούσια. εἰ
    δ’ ὁμοούσια, πάντως καὶ ὁμοδύναμα, μὴ τῆς τοῦ αἰτίου
    οὐσίας ὁπωσοῦν εἴτουν ἐνεργείας εἴτε δυνάμεως ὑφιέμενα. (30)
    εἰ δ’ ἔστι καὶ ἑτέρα ἰδιότης ἀμφοῖν, ὡς τὸ μὲν ἐξ ἑκατέρου
    δίδοσθαι ἢ ἀποστέλλεσθαι ἢ χορηγεῖσθαι ἢ ὁπωσοῦν ἄλλως
    ἐθέλεις καλεῖν, τὸ τῆς ἐκπορεύσεως μόνον εὐλαβούμενος
    ὄνομα ὡς ἀρχὴν παραδηλοῦν οὐσιώσεως, ἑκάτερον δὲ ἐξ
    ἑκατέρου, οὐκέτι γε καὶ διὰ ταῦτα ἐπιφέρεις μοι σὺ τὴν (35)
    ἐκπόρευσιν ὡς ἐξ ἀνάγκης ἑπομένην, ἵνα συσταλῶσι τὰ
    ἰδιώματα. τίς εἶ ὁ ταῦτα φιλοκρινῶν; εἰ μὲν οἶδας τὸν @1
    τῆς ἐκπορεύσεως λόγον, τίνι τῆς γεννήσεως διενήνοχε, τότε
    ἂν γνοίης τὸν τῆς ἀποστολῆς καὶ τῆς χορηγίας, τίνι δια-
    φέρει τῆς ἐκπορεύσεως• ἀλλὰ μὴν οὐκ ἐκεῖνο, καὶ τοῦτο (40)
    ἄρα οὐδ’ ὅλως. ἔμμενε ταῖς κειμέναις τῶν συλλαβῶν,
    καθὼς πολλάκις σοι εἴρηκα, ἔχου τῶν δεδογμένων ὡς ἀλη-
    θῶν, μή σοι κεραία τῶν λογίων παραθραυσάτω. εἰ γὰρ
    ἐπὶ τῶν ἐνταλμάτων Χριστοῦ εὐφορητὸς ἐν τοῖς τοιούτοις
    ὁ κίνδυνος, ἐπὶ τοῖς θεολογίας ὀνόμασιν ὁπόσον οὗτος (45)
    ὀλεθριωτέρος.
    (13.) Ἐρῶ σοι λόγον οὐ φλαῦρον, μόνον ὑπόθες μοι οὖς καὶ
    μὴ ζυγομαχήσῃς εἰς τὴν ἀλήθειαν. εἰ καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ ἦν
    τὸ πνεῦμα ἐκπορευτόν, οὐκ ἂν τὸ τοιοῦτον σιωπήσας ὁ υἱὸς
    ἐκ τοῦ πατρὸς ἐδογμάτισεν. εἰ γὰρ ἐκ τοῦ υἱοῦ, πάντως
    καὶ ἐκ τοῦ πατρός• ἐκ τοῦ πατρὸς γὰρ ὁ υἱὸς καὶ πάντα (5)
    τὰ τοῦ υἱοῦ• οὐ μήν, εἰ ἐκ τοῦ πατρός, καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ
    ὡς ἐξ ἀνάγκης ἂν εἴη ἑπόμενον. ἔδει γοῦν τὸ πρῶτον
    ἐρεῖν, ἵν’ ἀκολουθήσῃ τὸ δεύτερον• τὸ δὲ δεύτερον εἰρηκὼς
    οὐκέτι φέρει τὸ πρῶτον. ὅτου γοῦν χάριν παρέλειψε τὸ ἀμφί-
    βολον, δεδιδαχὼς τὸ παρὰ πᾶσιν ὁμολογούμενον; ἔμοι γε (10)
    δοκεῖν, ἵνα τοιαύτης ἐννοίας ἀπαλλάξειε τοὺς μέλλοντας τὸ
    κήρυγμα δέχεσθαι, ὡς ἂν ἔχοιεν φρονεῖν καὶ λέγειν ἐκ τοῦ
    πατρὸς τὸ ἅγιον πνεῦμα ἐκπορεύεσθαι, ἐνεῖναι δὲ ἢ συνεῖναι
    υἱῷ καὶ τὴν ἀποστολὴν καὶ τὴν χορηγίαν ἢ καὶ τὴν δόσιν
    λαμβάνειν ἐκ τούτου, τὴν κατ’ εὐδοκίαν λέγω σύμπνοιαν (15)
    καὶ ὁμόνοιαν.
    (14.) Βιάζεις γοῦν με ῥῆσιν εἰπεῖν, ἣν Χριστὸς οὐκ ἐδίδαξεν,
    ἀπόστολος οὐ παρέδωκε, διδάσκαλος οὐ παρέθετο. ὀκνῶ
    τὸν λόγον, μάλιστα δέ γε πεφόβημαι, μὴ θέλων θρασέως
    θεολογεῖν οὐ μόνον φωτὸς ἐκπέσοιμι τοῦ θεοῦ, ἀλλὰ καὶ
    εἰς σκότος ῥιφῶ τὸ ἐξώτερον. οὐ βούλομαι θεολόγος τολ- (5)
    μηρὸς ὀνομάζεσθαι, ἐξὸν δειλίᾳ με σώζεσθαι• οὐ δέχομαι
    κακῶς ἀνδρίζεσθαί με καὶ πίπτειν, ἐξόν με διατηρεῖσθαι @1
    συστολαῖς ἄτρωτον. ἔχε σὺ τὸ θράσος κἀγὼ τὴν δειλίαν•
    καλὸν τοῖς τοιούτοις δειλιᾶν μᾶλλον ἤ γε θρασύνεσθαι.
    Ἴκαρον καὶ μῦθος κηρίνοις τοῖς πτίλοις ἀεροπορῆσαι ἀπο- (10)
    θαρσήσαντα οὐ διέσωσεν, ἀλλ’ εἰς πέλαγος ἔρριψε τοῦ κηρὸς
    τακέντος ἀκτῖσιν ἡλιακαῖς. ἆρ’ οὖν πείθομεν ὑμᾶς τοῖς
    τοιούτοις λόγοις, καὶ πάσχοιτε καὶ ὑμεῖς τὸ τῆς δειλίας
    ταύτης πάθος, ἣν καὶ κρείττους ὑμῶν πολλοὶ δεδειλιάκασιν,
    ἥτις καὶ σώζει καὶ οὐκ ἀπόλλυσι; καὶ γὰρ πραγματεύσασθαι (15)
    τὴν σωτηρίαν ἀκαμάτως ἐξόν, τί τοῖς κινδύνοις αὐθαιρέτως
    ἐμπίπτομεν; δέον συστεφανοῦσθαι τοῖς προαγωνισαμένοις
    ἡμῶν πόνων ἄτερ καὶ λόγων μακρῶν, τί ἀδήλοις πράγμασιν
    ἐπιρρίπτομεν ἑαυτούς; μὴ κόραις ἀκορέστως ἐχούσαις τῶν
    τοῦ ἡλίου ἀμαρυγμάτων ἐπεντρανίσαις αὐτοῖς, μή ποτε τὸ (20)
    τῶν ὀφθαλμῶν ἀποβάλῃς φῶς τῇ τῶν ἀκτίνων λαμπρότητι•
    διὰ παραπετασμάτων ἢ ἐν ἀέρι αὐτὸ καταλάμβανε, καὶ ἔχεις
    μετὰ τῆς ὠφελείας τὴν ἡδονήν. μὴ εἰς πέλαγος ἄπειρον
    κυβιστᾶν ἐθελήσῃς• ἀρκέσθητι ποταμοῖς ἢ καὶ λίμναις
    εὐπεριγράπτοις τὴν τέχνην τοῦ κολυμβᾶν ἐπιδείξασθαι. (25)
    (15.) Δεῦτε οὖν στῶμεν ἅμα εἰς οἶκον κυρίου, καὶ ᾆσμα
    ᾄσωμεν οὐ καινόν—τοῦτο γὰρ παρῳδήσω τῶν τοῦ Δαβίδ• —
    παλαιὸν γάρ, εἰ καὶ τῆς νέας διαθήκης καὶ κρείττονος.
    πάλαι γὰρ τοῦτο παρὰ Χριστοῦ δεδιδαγμένοι οἱ τὴν κρείττω
    σοφίαν μετέωροι τοῖς εὐσεβεῖν ᾑρημένοις παρέθεντο, ἀπαρά- (5)
    θραυστον φυλάττειν ἐγκελευσάμενοι. δεξώμεθα τὴν αὐτῶν
    προσταγὴν ὡς τῆς ψυχῆς φυλακήν, ἀσπασώμεθα τὰ ἐκείνων
    διδάγματα ὡς πρὸς σωτηρίαν συντάγματα, καὶ ᾄσωμεν τοῦτο
    δὴ τὸ ᾆσμα ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνδραμόντες, εἰς μίαν συμφωνίαν
    ἡμᾶς συναγαγόντος τοῦ πνεύματος, τοῦ ἐκπορευομένου μὲν (10)
    παρὰ πατρός, ἀναπαυομένου δὲ ἐν υἱῷ ἢ συνόντος υἱῷ,
    παρ’ αὐτοῦ δὲ καὶ ἀποστελλομένου καὶ διδομένου καὶ ὅσα
    τοιαῦτα, καθὼς τὰ τρία οἴδασι καὶ τὸ ἕν, ὧν τοὺς ἀριδη-
    λοτέρους τῶν λόγων ἀποκεκρύφασι• καὶ ἀλαλάξωμεν ἅπαντες @1
    ἐν μιᾷ φωνῇ τὸ κοινὸν τοῦτο τῆς ἡμετέρας πίστεως σύμ- (15)
    βολον, τὴν καλὴν ἡμῶν παρακαταθήκην τῆς εὐσεβείας, ἣν
    ἀκεραίαν φυλάξαιμεν, καὶ δοξάσαιμεν τὴν μίαν θεότητα καὶ
    βασιλείαν, ᾗ πρέπει δόξα κράτος τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς
    τοὺς αἰῶνας. ἀμήν.
    2.
    (t.) Λόγος δεύτερος περὶ τῆς ἐκ πατρὸς τοῦ ἁγίου
    πνεύματος ἐκπορεύσεως.
    (1.) Ἐπειδὴ τὸν πρῶτον λόγον χάριτι τοῦ πνεύματος ὡς
    δυνατόν γε συνεστησάμεθα, ἐν ᾧπερ οὐκέτι δέον εἶναι λέγειν
    ἐκ τοῦ υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἁπλαῖς ἐν-
    νοίαις παρεστησάμεθα διδασκάλου Χριστοῦ καὶ τῶν πατέρων
    ἑπόμενοι, φέρε δὴ καὶ ἀποδείξεσιν αὐτὸ καθάπερ εἰκὸς (5)
    πιστωσόμεθα• οὐ γὰρ τοῖς ἁπλοῖς τῶν λόγων καὶ ἀπεριέργοις
    ὡς οἶμαι οἱ τῇ προσθήκῃ χαίροντες ἀρκεσθήσονται, ἀλλὰ
    καὶ λόγους ζητήσουσιν ἐκ τῆς κάτω σοφίας καὶ πατουμένης
    καὶ προτάσεις ἀπαιτήσουσι καὶ τὰ ἑπόμενα συμπεράσματα,
    ἐπαγωγάς τε εἰς πίστωσιν καὶ τὰ δι’ ἀδυνάτου πρὸς τὰ (10)
    προκείμενα καὶ ὅσα ἄλλα τῶν ἐντέχνων παιδευμάτων καὶ
    κομψευμάτων, ἃ τὸ καθ’ ἡμᾶς μυστήριον ὑπερέβαλεν ἢ
    ἀπέβαλε. καὶ οὐ τὸ πρῶτον λέγω τὸ ἐν θεότητι, ἀλλὰ καὶ
    τὸ δεύτερον καὶ κάτω τὸ ἐν ἀνθρωπότητι. ἤκουσα καὶ
    τῶν Ἑλλήνων τοὺς θεολόγους μὴ πάντα τὰ τῶν θεῶν αὐτῶν (15)
    παριστῶντας ταῖς ἀποδείξεσι, καίτοι γε πλάσματα ὄντα τού-
    τοις τὰ τῶν θεῶν, ὧν τῆς διανοίας ἀναποχὴ ἡ οὐσία καὶ
    οἷς ἡ λήθη φθορά, ἀλλὰ καὶ θέσεις προάγουσιν ἀμέσους καὶ
    ἀναποδείκτους καὶ θεσπίζουσιν αὐτὰς ὡς ἀληθεῖς παραδέ-
    χεσθαι. ἡμᾶς δὲ τί τὸ εἰς τοσαύτην ἐλάσαν ἀβελτηρίαν— (20)
    ὀκνῶ γὰρ λέγειν μανίαν—, ὡς εἰ μὴ καὶ αὐτὸ ὅτι ἔστι
    θεὸς ἀποδεικτικὸν ἀποφηναίμεθα, οὐκέτι στερκτὸν λογισαί-
    μεθα, δεδοικότες οἷον μὴ λάθοιμεν θεὸν τοῖς λόγοις συνα-
    πολέσαντες ἢ τῷ ἀναποδείκτῳ ζημιωθέντες τὴν πρόνοιαν; @1
    ἐχρῆν μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες Ῥωμαῖοι, ἁπλοῦν οὕτω φυλάττειν (25)
    τὸ κήρυγμα καὶ μὴ ποικίλον ταῖς ἀντιθέσεσιν. ἐπεὶ δ’ ὁ
    τῆς ἁπλότητος ἐξοστρακίσας πάλαι τὸν ἄνθρωπον, ὑπὸ τῆς
    αὐτοῦ διπλόης ἐξαπατήνας καὶ εἰς τὸ τῆς ὕλης καταγαγὼν
    πολύτροπον καὶ πολύμορφον, καὶ τὸ τῆς ἡμετέρας πίστεως
    εἰς πολυσχιδεῖς τινας ἐννοίας διέτεμε κἀντεῦθεν χρεία λόγων (30)
    πολλῶν, εἴ πως τὸ ψεῦδος ἀποκριθείη τοῦ ἀληθοῦς, ἤδη
    καὶ ἡμεῖς τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ θαρρήσαντες τὸν μέγιστον
    ἀγῶνα τοῦτον εἰσέδυμεν, ἐκεῖθεν ἐπηλπικότες ῥοπὴν εἰς τὸ
    λαλῆσαι μετὰ τοῦ πνεύματος τὰ τοῦ πνεύματος, ὅθεν ἅπαν
    καταβαίνει δώρημα τέλειον. (35)
    (2.) Τί γοῦν καινόν, εἰ καὶ ὁ τῆς ὄνου πρότερον ἀνοίξας τὸ
    στόμα, ἵνα προφητεία λεχθείη περὶ Χριστοῦ, καὶ νῦν τοῦ
    ἡμετέρου νοὸς ἀποβαλεῖ τὴν ἀχλὺν καὶ τὴν ἐπιπροσθοῦσαν
    τῷ τῆς ψυχῆς ἡλίῳ σκοτόμαιναν διασκεδάσει ὡς ὅτι γε
    πορρωτάτω, ἵν’ ἐν φωτὶ κατίδωμεν φῶς, ἐν πνεύματι τὰ (5)
    τοῦ πνεύματος; λάλει μοι δὴ πρῶτον αὐτὸς τὰ σαυτοῦ,
    ταῖς σαῖς ἐπίπληξόν με βολαῖς• τὴν ἀσπίδα γὰρ ἤδη τῆς
    ἀληθείας προβέβλημαι• καὶ δέξομαί σου πρότερον τὰς βολάς,
    εἶτά σε ταῖς ἐμαῖς ἀντιπλήξαιμι καὶ ἀποπειράσομαι τῆς
    δυνάμεως. (10)
    (3.) Ἓν μὲν δὴ τοῦτο καὶ μάλα τούτοις ἰσχυρὸν ἀνα-
    φαίνεται, ὅπερ ἐν τοῖς εὐαγγελίοις εἶπε Χριστός• ‘ὅταν
    δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος, ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ
    πατρός, τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπο-
    ρεύεται’. τοῦτο δὴ οἷάπερ διφυὲς βέλος κατὰ τῶν ἀντι- (5)
    λεγόντων ἐκπέμπουσιν, ἔκ τε τοῦ πέμψω καὶ ἐκ τῆς ἀληθείας
    τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ ἐκπορευόμενον ἀπο-
    δεικνύναι πειρώμενοι. ‘εἰ γὰρ τὸ πνεῦμα’, φασί, ‘πέμπεται
    παρὰ τοῦ πατρός, πέμπεται δὲ καὶ παρὰ τοῦ υἱοῦ ταυτο-
    τρόπως, ἐκπορεύεται διὰ ταῦτα δὴ καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ’• κἂν (10)
    γὰρ οὗτος τοῖς διαλεκτικοῖς πολλὴν αὐχῶν τὴν ἰσχύν* ὡς
    τοῖς αὐτοῖς πάντως ἕπεται τὰ αὐτὰ ὥσπερ τῷ ἐναντίῳ τὸ @1
    ἐναντίον καὶ τὸ ἐναντίον τῷ ἐναντίῳ. καὶ μὴν οὔτε τοῦτο
    ἐπὶ πάντων ἠλήθευκεν οὔτ’ ἐκεῖνο τὸ ἀκλόνητον ἔσχηκεν.
    εἰ γὰρ ὕπνῳ ἐγρήγορσις ἠναντίωται, ἕπεται δὲ ταύτῃ τὸ (15)
    ζῆν, τὸ θανεῖν τῷ ὕπνῳ ἐφέψεται, καὶ εἰ τῷ καθημένῳ
    ἐμψύχῳ εἶναι, τῷ ἱσταμένῳ ἀψύχῳ εἶναι. ἀλλ’ οὔτε τοῖς
    αὐτοῖς ἕπεται τὰ αὐτά, εἰ ἐφ’ ἑτέροις ἀτόμοις ταῦτά γε
    τεθεώρηνται. τῷ γὰρ πλουτεῖν ἕπεται μὲν ἔν τινι εὐδοξία,
    ἐν ἄλλῳ δὲ ἀδοξία, καὶ τῷ μὲν πλεύσαντι ὤνησεν, ἑτέρῳ (20)
    δὲ ἕψεται τὸ ναυάγιον. καὶ οὐκ ἄν τις ἄλλως ἔχειν ἀπισ-
    χυρίσαιτο. ταῦτα μὲν εἰρήσθω πρὸς τοὺς διαλεκτικοὺς κα-
    νόνας καὶ τὰ τεχνάσματα. εἰ δὲ προστίθης τῇ πέμψει τὸ
    φύσει—ἀκούω γὰρ καί τινων ὑμῶν τὸ τοιοῦτον λεγόν-
    των—κἀντεῦθεν ὁ δεινὸς καὶ ἄμαχος συμπλέκεταί σοι (25)
    συλλογισμός, ὡς ἡ φύσει πέμψις ἐκπόρευσις, σοφιστεύεις
    πάλιν καὶ οὐ συλλογίζῃ μοι τὴν ἀλήθειαν. ἔστι δὲ ὡς
    οἶμαι παρὰ τὸ ἐν ἀρχῇ αἰτεῖσθαι ὁ παραλογισμὸς οὗτος
    δέον γὰρ δι’ ἄλλου δεῖξαι τὴν φύσει πέμψιν ἐκπόρευσιν, ὡς
    ὁμολογουμένην εἴληφας πρότασιν. ἀλλ’ οὐκ ἔστιν ἡ φύσει (30)
    πέμψις ἐκπόρευσις ὥσπερ οὐδ’ ἡ ἐκπόρευσις πέμψις• ἄλλο
    γὰρ πέμψις καὶ ἄλλο ἐκπόρευσις. τοῦτο δὲ σαφῶς ὁ Χρι-
    στὸς ἑρμηνεύει σοι• τὸ μὲν γὰρ οἰκεῖον πέμψιν ὠνόμακε,
    τὸ δὲ πατρικὸν ἐκπόρευσιν. εἰ γὰρ μὴ ἄλλο καὶ ἄλλο, πῶς
    οὐκ ἐκεῖ τὴν πέμψιν προέφερεν ἢ ἐν αὐτῷ τὴν ἐκπόρευσιν; (35)
    ἐν γὰρ μιᾷ περικοπῇ τὰ ἀμφότερα.
    (4.) Ἐγὼ δὲ καὶ τὸν < χρόνον> ἐνσημηνάμενος, πολλὴν ἐν
    τούτοις εὑρίσκω διαφοράν. τὸ γὰρ πέμψω μέλλοντος χρόνου
    καθέστηκεν, ἐνεστῶτος δέ γε τὸ ἐκπορεύεται. καὶ μὴν εἰ
    ταὐτὸν, ἄλλως ὤφειλε λέξαι ταυτί. ὁ γὰρ πέμψων παρῆν
    καὶ προσωμίλει, καὶ οὐχ ἕτερος ἦν ὁ μέλλων τοῦτο ἐργάσα- (5)
    σθαι• μία γὰρ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἡ ὑπόστασις. καὶ εἰ αἰωνι-
    κῶς πέμπει τὸ πνεῦμα εἴτουν ἐκπορεύει, ἐξεπόρευε καὶ τότε
    αὐτὸ καὶ τὸν λόγον οὕτω προήγαγε, καθὼς καὶ περὶ τοῦ
    πατρὸς τῷ παρατεταμένῳ τοῦ χρόνου παρεσημήνατο. ἆρ’
    οὖν συνίης τῶν λεγομένων μοι; πέμψειν φησὶ τὸ πνεῦμα @1 (10)
    ὁ κύριος, τοῦτο δὲ λέγει παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεσθαι.
    οὐδὲν οὖν τὸ ταὐτὸν τῆς ἐκπορεύσεως καὶ τῆς πέμψεως
    ὥσπερ ἀμέλει οὐδὲ τῶν χρόνων, οἷς τὰ τῶν ῥημάτων κεχα-
    ρακτήρισται. τί δὲ μὴ καὶ σύνδεσμος συνάπτει τὰ ὀνόματα
    εἴτε ῥήματα, εἰ παντάπασιν ἐταυτίζοντο; (15)
    (5.) Οἶμαι δέ σε ζητεῖν αὐτῶν τὸ διάφορον. τοῦτο μόνον μοι
    λάμβανε πίστιν, καὶ τὸν λόγον οἶδε θεὸς ὃς ἐκπορεύει καὶ
    ὃς πέμπει καὶ ὃς ἐκπορεύεται τε καὶ πέμπεται. γενοῦ μοι
    πρῶτον καὶ σὺ θεός, καὶ τότε γνωρίσεις τὰ τοῦ θεοῦ ἀκρι-
    βῶς• ἡ γὰρ φύσις ἑαυτὴν ἐπιγνώσεται. εἰ δὲ τοῦτο ἀδυνα- (5)
    τεῖς, πῶς καὶ ὁ τῶν κάτω μὴ καλῶς εἰδὼς τὰ διάφορα ἐπὶ
    τῆς ἀγνώστου καὶ ἀνεκλαλήτου παντάπασι φύσεως λεπτο-
    λογεῖς τὰ νοήματα;
    (6.) ‘Ἀλλὰ τὸ τῆς ἀληθείας πνεῦμα υἱοῦ• εἰ δὲ υἱοῦ φησιν,
    ἐξ υἱοῦ• πνεῦμα γὰρ τοῦ πατρ

  25. Συνεπῶς, ἡ διαφορά μας ἀπὸ τοὺς κάθε λογῆς ἄλλους ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἂν θεωροῦμε ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται μόνον ἐκ τοῦ Πατρός ἢ ὄχι ;

  26. Αυτό το έγραψα, ήδη στα παραπάνω, κ. Γ., και δεν θέλω να επαναλαμβάνομαι
    γιατί καταντάμε κουραστικοί: υπήρχε ένα έθνος ρωμαϊκό, και μάλιστα
    αν κάνουμε μια σύγκριση (μέσω των πηγών), και δούμε πότε εμφανίζεται
    ελληνικό έθνος, τότε δεν είναι δύσκολο να βγούν συμπεράσματα
    για το ποιό έθνος είναι υπερσύνολο του άλλου (για να χρησιμοποιήσω
    μαθηματική ορολογία). Θέλουμε δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε,
    αυτή θα είναι πάντοτε η ιστορική αλήθεια,
    καταγεγραμμένη στις πηγές, μα και στην σύγχρονη κουλτούρα μας, έστω
    και αν κατακερματίστηκε μέσα στην φθορά του χρόνου.

    Το συγκινητικό με την παραπάνω επιστολή είναι ότι ναι μεν
    ήξερε, ο Γ. Ακροπολίτης, ότι αναφέρεται σε Φράγκους Δυνάστες
    Ρωμαίων, είχε όμως την ελπίδα (όπως θα διαβάσατε) που
    αντλείτο στα λόγια του Παύλου: γελοιοποιημένοι και κατακρεουργημένοι
    οι Ρωμαίοι, στριμωγμένοι στην Νίκαια, έχοντας χάσει την βασιλεύουσα,
    δίνουν την ύστατη μάχη.

    Φευ…που να ήξεραν ότι η Ρωμανία θα έχανε εντέλη από τον Γ. Γεμιστό
    και τους αρχαιολάτρες μαθητές του! Πολλοί υμνούν τον Γεμιστό, διότι
    λέει έφερε τον Πλατωνισμό στην ακινατική Δύση: πραγματικά δεν τους
    καταλαβαίνω. Οι πρόγονοί μας δεν διακρίνανε τους ανθρώπους σε
    φυλές: Πέρσες, Σύριοι, Άραβες, κλπ. στην Ανατολή γίνανε ένα
    με τους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων, Κέλτες, Θράκες, Γαλάτες…
    οι μαθητές του Πλήθωνα είναι όλοι φυλετιστές! Διαβάστε Χαλκοκονδύλη
    για να καταλάβετε τί εννοώ!

    Η συζήτηση είναι τεράστια. Εγώ δεν δύναμαι να δώσω τα
    φώτα σε κανέναν. Ο δρόμος προς φως, προς την Αλήθεια, είναι για τον
    κάθε άνθρωπο χωριστά ένας δικός του Γολγοθάς.

    Δεν είναι δυνατόν να αφομοιώσει κανείς τόσα πολλά πράγματα
    σε λίγα χρόνο, και μάλιστα με επιπόλαια μελέτη (όπου εξαρχής
    υπάρχουν οι απαντήσεις, πριν καν τεθούν ερωτήματα…).

    Είναι σημαντικό να διασταυρώνουμε πηγές, να ρωτάμε τους
    κορυφαίους επιστήμονες, που είναι όλοι προσβάσιμοι (πιστέψτε με!).
    Αλλά είναι σημαντικά να _γνωρίζουμε_ πώς να βρίσκουμε
    τις _σωστές_ πηγές. Θα σας παραθέσω το σχόλιο ενός
    μεγάλου βρετανού ιστορικού (ως απάντησή του προς ερώτησή
    μου, πριν κάμποσα χρόνια, και την έχω αναφέρει ξανά στο Αντίβαρο):

    On the first question, you are quite right to point to an increasingly large danger that comes with the expansion of the internet. I think there are two issues. One is the general one that not everything (or perhaps, very little) that one finds on the internet is reliable or up to date. The general reader, or students searching for information, can easily be misled, unless they are able to evaluate what they find. Secondly, and more specific to the question of ancient or medieval Greek literature, there is little awareness on behalf of the general public, or students, about the way in which our texts of Greek authors have been improved over time through study of the manuscripts, a greater understanding of the language of that period, etc. Thus it makes a huge difference whether one uses a text of the early nineteenth century (like the one you found) or, if one is available, a more modern edition. The two problems reinforce each other because of the fact that old, out of date, editions, are being digitised and made freely available.

    The scholarly community is of course aware of both of these problems. In fact, there is a reliable digital collection of Greek literature, which aims at complete coverage of everything written in Greek, and now goes up to 1453 (though there are still some gaps). This is called the Thesaurus Linguae Graecae, and is based in the University of California. It uses the most up to date editions (and gives full information on which editions it uses for each author or work). One can read or browse, but can also search for terms or combinations of terms, within particular authors or works, within particular periods, or even across the whole corpus.

    Θα επαναλάβω: η μοναδική αντιπρόταση στο δόγμα Νταουτογλου
    είναι η Ρωμαιοσύνη.

  27. Ἐμ τί νὰ γίνει, ὅμως, τώρα ; Θὰ ξανασυστήσουμε τὸ Ρωμαϊκὸ ἔθνος ὅπως ὑπῆρχε πρὸ τοῦ Γεμιστοῦ ; Δὲν εἶναι οὐτοπικὸ αὐτό ; Ὁ Νταβούτογλου, θὰ ἔλεγα, εἶναι κάπως πιὸ φρέσκος. Σὲ κάθε περίπτωση, συγκληρονόμοι αὐτοῦ τοῦ Ρωμαϊκοῦ ἔθνους εἶναι καὶ οἱ σημερινοὶ Τοῦρκοι. Καὶ γιατί πρέπει, σώνει καὶ καλά, νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸν Νταβούτογλου κατὰ μέτωπον ; Μήπως εἶναι ἐπὶ θύραις ἡ ὑλοποίηση τῶν ὀραματισμῶν του; Μακάρι νὰ φανοῦν οἱ Τοῦρκοι ἀντάξιοι τοῦ μέλλοντος ποὺ μπορεῖ νὰ τοὺς ἐπιφυλάξει ἡ σημερινή τους ἐπίδοση. Ἡ ἱστορία, ὅμως, εἶναι γεμάτη ἀπὸ λαμπρὲς ὑποσχέσεις ποὺ ἔμειναν ὑποσχέσεις. Ἄν, ὅμως, πράγματι οἱ Τοῦρκοι πιάσουν τὶς μεγάλες ἐπιδόσεις, νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι κι ἐμεῖς θὰ ὠφεληθοῦμε πολύ.

  28. Σας ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο που αφιερώσατε
    για αυτή την συζήτηση: σέβομαι απολύτως τις απόψεις
    σας, απλώς διαφωνώ με αυτές.

    Οι Τούρκοι δεν είναι κληρονόμοι της Ρωμανίας με τίποτα:
    με αγγίζει ο Ιωάννης ο Κανανος, και η περιγραφή του
    για την απόπειρα Άλωσης της Πόλης, το 1422. Σας
    την παραθέτω στο τέλος. Ο Κανανος δίνει την καλύτερη
    απάντηση σε αυτό, μιας και (όπως θα δείτε) οι
    Τούρκοι (σαν εθνότητα) δεν αλλάξανε ποτέ.

    Η μαγεία της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είναι ότι
    διαφορετικές εθνότητες παντρευτήκανε και γίνανε
    μία εθνότητα: ο Κωνσταντίνος ο Μακεδών ήταν
    Αρμένης τη καταγωγή, αλλά Ρωμαίος γέννημα θρέμμα.
    Όπως Ρωμαίος ήτανε και ο Αββά Ισαάκ ο Σύρος ή
    ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός ή ο Κουκουζέλης. Νομίζω
    τα κείμενα του Ακροπολίτου το αναδεικνύουν αυτό
    με τον καλύτερο τρόπο. Πού να διαβάσετε και
    άλλα, πολλά…θα γλυκαθείτε, απλά δεν θα βρω
    χρόνο τις επόμενες μέρες για να παραθέσω
    κι άλλα. Θα το κάνω με την πρώτη ευκαιρία.

    Η Μακεδονία εποικίστηκε από Αρμενίους: μου διαφεύγει
    το όνομα του Αυτοκράτορα που τους μετέφερε στην
    Μακεδονία, και τους έκανε Ρωμαίους. Οι Αρμένιοι
    που γίνανε Ρωμαίοι, “ξεχάσανε” ότι ήταν Αρμένιοι.
    Αυτοί που ζούσανε στην Περσία όμως, δεν ξεχάσανε
    την ταυτότητά τους ποτέ…πώς το εξηγείτε αυτό;

    Οι Τούρκοι δεν το καταφέρανε αυτό. Μπορεί να
    εξισλαμίσανε πολύ κόσμο και να καταπιέσανε
    τα μιλετια, αλλά ποτέ δεν καταφέρανε να δημιουργήσουνε
    ενιαίο πολιτισμό.

    Γι’ αυτό και θα διαλυθούνε. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό,
    αν μελετήσετε (και είμαι σίγουρος ότι το κάνετε)
    την κατάσταση σε αυτή την χώρα, επιβιώνει, τα τελευταία
    ενενήντα περίπου χρόνια, με μηχανική υποστήριξη.
    Δεν θα κρατήσει για πάντα αυτό, με μαθηματική ακρίβεια
    είναι σίγουρο ότι θα υπάρξουν οι συνθήκες ώστα να
    διασπαστεί.

    Θερμές Ευχές

  29. Και το κείμενο που υποσχέθηκα: καλή ανάγνωση!

    Joannes Cananus Hist., De Constantinopoli oppugnata. {3144.001}

    Διήγησις περὶ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει (t1)
    γεγονότος πολέμου κατὰ τὸ ͵ϛϡλʹ ἔτος, (t2)
    ὅτε ὁ Ἀμουρὰτ Πεὶς παρέπεσε ταύτῃ μετὰ (t3)
    δυνάμεως βαρείας καὶ παρολίγον ταύτην ἐκράτει, (t4)
    εἰ μὴ ἡ ὑπέραγνος Μήτηρ τοῦ Κυρίου ταύτην (t5)
    ἐφύλαξε, συγγραφεῖσα παρὰ κυρίου (t6)
    Ἰωάννου τοῦ Κανανοῦ (t7)

    1. «Μυστήριον βασιλέως κρύπτειν (1)
    καλόν, τὰ δὲ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἀνακη-
    ρύττειν ἔνδοξον»· εἶπε γὰρ ὁ ἄγγελος τῷ Τωβήτ.
    Τοῦτο νῦν καὶ ἐμὲ λίαν ὠθεῖ καὶ θαρρύνει καὶ τολμηρὸν
    ποιεῖ κήρυκα, ὅπως τὸ πανθαύμαστον θαῦμα τῆς Πα- (5)
    ναγίας μου διηγήσομαι. Ἐκκόπτει δ’ ἐμὲ ἡ ἀπειρία τοῦ
    λόγου, ἀντωθεῖ δ’ ἐμὲ πάλιν καὶ ἕλκει τὸ ἴδιον τῆς
    ὀρέξεως, τὸ ἀνθρώπινον πάθος. Καὶ ἥττημαι, καὶ τὴν
    ἧτταν ὁμολογῶ, καὶ ἀπὸ τούτων τὴν ἱστορίαν ἠρξάμην.
    Καὶ δέομαι τοὺς ἀναγινώσκοντας ταύτην καὶ τῶν γραμ- (10)
    μάτων τὴν πεῖραν ἔχοντας, μήτε τὸν κόρον τοῦ λόγου
    ἀκηδιάσωσι μήτε τὴν σολοικοβάρβαρον καταγνώσονται
    φράσιν, ἐπεὶ κἀγὼ τῆς ἀπειρίας μου τῶν γραμμάτων
    ὁμολογῶ τὴν ἀσθένειαν. Ἀλλὰ οὐδὲ διὰ σοφοὺς ἢ λο-
    γίους ἔγραψα ταῦτα, ἀλλὰ διὰ ἰδιώτας καὶ μόνον, ὡς @1 (15)
    καὶ ἐγὼ ἰδιώτης, ἵνα οἱ ἰδιῶται ὡς ἰδιῶται ἀπεριέργως
    καὶ ἀκαταγνώστως ἀναγινώσκουσι ταύτην. Διὰ δὲ δὴ
    ταῦτα πάντα τολμηρὸς ἐγενόμην γραφεύς τε καὶ κῆρυξ,
    καὶ τὸ πολυθρύλητον θαῦμα τῆς Παναγίας καὶ τὴν
    καθ’ ἡμῶν τῶν Ἀγαρηνῶν ἐπιδρομὴν καὶ τὴν πολιορ- (20)
    κίαν τῆς πόλεως ἱστόρησα κατὰ τὴν τοῦ λόγου μου
    δύναμιν, καὶ ἀπὸ τούτων ἠρξάμην.
    2. Ἐν ἔτει τριακοστῷ δευτέρῳ τῆς ἡγεμονίας τῶν
    βασιλέων Μανουὴλ τοῦ Παλαιολόγου καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ

    Ἰωάννου, ἐν τῷ ἑξακισχιλιοστῷ ἐννακοσιοστῷ τριακο- (25)
    στῷ ἔτει, ἰνδικτιῶνος πεντεκαιδεκάτης, δεκάτῃ μηνὸς
    Ἰουνίου, ἡμέρᾳ τρίτῃ, τῆς ἡμέρας ὥρᾳ δευτέρᾳ, κατέ-
    δραμεν αὖθις ἄφνω στρατιὰ καθ’ ἡμῶν Μουσουλμάνων,
    δὶς πέντε τὸν ἀριθμὸν χιλιάδες, ἔχοντες καὶ στρατάρχην
    ἄνδρα μανὸν καὶ αἱματοβόρον, καὶ τὸ ὄνομα τούτου Μι- (30)
    χάλπαις ἐκαλεῖτο, καὶ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν τὴν
    ὑπὸ τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν ἐν μιᾷ καιροῦ ῥοπῇ ὑπὸ
    τὴν ἑαυτῶν ἐποιήσαντο, καὶ ἡμᾶς ἀπεστέρησαν τῆσδε
    τῆς πόλεως πάντα τὰ πλησίον, καὶ ταύτης < τὰ χωρία>
    ἔφθειραν, ἐλεηλάτησαν, ᾐχμαλώτευσαν, καὶ τοὺς μὲν (35)
    τῶν ἀνδρῶν κατέσφαξαν, τοὺς δὲ καὶ πόρρω τοῦ Ἰκο-
    νίου καὶ Ἀρατζάπητας Κύφας διαβιβάσαντες, τὰς δὲ
    γυναῖκας ἀσελγῶς αἰσχρουργήσαντες, τὰ δὲ βρέφη εἰς
    περιτομὴν τῷ Μωάμεθ προσέφερον, καὶ πᾶν ζῶον ὑπό-
    ζυγον καὶ ἀζύγων διέφθειραν καὶ ἠφάνισαν. Τὴν δὲ (40)
    ζημίαν τῶν γεννημάτων καὶ τῶν ἀμπελώνων τὴν λύμην @1
    τίς ἄρα καὶ ποία δυνήσεται γλῶσσα ταύτην ἐξιχνιάσαι;
    Καὶ γὰρ ἐν τῷ καιρῷ τῆς συγκλείσεως ἀπαραπροσδο-
    κήτως κατέδραμον καὶ ἡμᾶς ἀπέκλεισαν, καὶ ὑπὸ τὴν
    δεσποτείαν αὐτῶν πάντα τὰ ἔξω ἐγένοντο. Τὸ δὲ καὶ (45)
    πῶς καὶ πόθεν καὶ δι’ ἥντινα ἡ συμφορὰ καὶ φθορὰ
    καὶ ταῦτα τὰ δεινότατα χαλεπὰ τοῖς δυστυχοῖς καὶ
    ἀθλίοις ἐπέβη Ῥωμαίοις σιωπᾶν ἡμῖν ἄμεινον ἔδοξεν.
    Τῆς δὲ πικροτάτης μάχης ἐκείνης καὶ τοῦ φρικτοτάτου
    πολέμου τὸ πέρας χρὴ διηγήσασθαι. (50)
    3. Τὸ μὲν γὰρ πρῶτον στράτευμα τῶν Μουσουλ-
    μάνων ἐκείνων τῇ δεκάτῃ τοῦ Ἰουνίου κατέδραμε καὶ
    ἡμᾶς ἀπέκλεισεν, ὡς προέφημεν, τῇ δὲ εἰκοστῇ τούτου
    ἑτέρα ἐφάνη στρατιὰ Μουσουλμάνων ὡς νέφος χαλάζης

    πλῆρες καὶ τετρυγὸς ὀλέθριον καὶ πᾶσαν καὶ παντοίαν (55)
    τὴν ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων ἠμαύρωσαν γῆν, καὶ ὡς φλὸξ
    ἀστραπῆς καιομένης πάντα κατέκαυσε καὶ ἐνεπύρισε,
    καὶ πᾶν ξύλον κάρπιμον καὶ δένδρον εὔκαρπον καὶ τὰς
    κουρβούλας τῶν ἀμπελώνων ἐκ ῥίζης ἀπέτεμον, καὶ
    πᾶν ἄλλο δεινὸν καὶ ὀλέθριον καθ’ ἡμῶν ἐποιήσαντο. (60)
    Ὁ δὲ στρατάρχης ὁ μέγας καὶ πάντων ἐκείνων ἀμηρᾶς
    καὶ δεσπότης ἔφθασεν. Ἦλθε μανὸς καὶ ἠγριωμένος,
    ἀλαζὼν ἐπηρμένος, ὑπέρογκος καὶ γαυριώμενος καὶ τὴν
    ὀφρὺν εἰς οὐρανὸν αἴρων, καὶ ὑψηλὸς παρὰ πάντας ἐνό-
    μιζεν εἶναι, καὶ ὑπελάμβανε παρ’ αὑτοῦ διοικεῖσθαι τὰ @1 (65)
    πάντα, καὶ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ ἄγεται ἅπας ὁ
    κόσμος. Ἀλλὰ καὶ πάμπολλα ἄγων μηχανικώτατα καὶ
    μαχιμώτατα ἔργα, προσδοκῶν δι’ αὐτῶν μέρος τοῦ τοί-
    χου χαλάσαι τῆς πόλεως καὶ ἀπὸ τούτου ταύτην κατα-
    κρατῆσαι καὶ τοὺς Ῥωμαίους αἰχμαλωτίσαι καὶ τοῦ (70)
    Χριστοῦ τὸ ὄνομα ἀποσβέσαι. Ἀλλὰ καὶ στρατιὰς στρα-
    τιῶν καὶ γενεὰς γενεῶν καὶ πλήθη πληθῶν, πεζῶν καὶ
    ἱππέων, ἔσχε τοσοῦτον ὥστε ἅπας ὁ κόσμος ἐκεῖνος ἐσκέ-
    πετο ὑπ’ ἐκείνων.
    4. Τότε δὲ αὐτοῦ τῇ κελεύσει τοῦ Μουρὰτ Πείς, τῇ (75)
    κλήσει < τε> τοῦ δεσπότου τῶν Τούρκων, ποιοῦνται πα-
    στίαν μίαν. Ἀλλ’ αὕτη ἡ μία πολλὰς ὑπερέβην μεγί-
    στους· καὶ γὰρ ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον τῆς πόλεως τῆς Χρυσίας
    ἕως τὸ ἕτερον ἄκρον τῆς Ξυλοπόρτης ἐκράτει. Καὶ ἦν
    δὲ ἡ παστία πλησίον τοῦ κάστρου ὅσον τόξου βολήν, (80)
    καὶ οὐ πλέον. Καὶ ἦν δὲ πᾶσα στερεὰ καὶ ὀχυρωτάτη
    ἀπὸ ξύλων μεγίστων καὶ χονδρῶν σανίδων. Καὶ πλοκο-
    τὰς ἀπὸ βέργας ἔθηκαν ἔμπροσθεν τῆς παστίας, ἵνα
    δέχωνται τὰς σαγίττας τῶν τόξων καὶ τῶν τζαγρῶν

    τῶν Ῥωμαίων, καὶ τῶν βουμπάρδων τὰς πέτρας. Ὄπι- (85)
    σθεν δὲ ταύτης ἐθέσπισεν ἵνα ἵστανται στρατιῶται ἐκ
    πασῶν γενεῶν τοῦ στρατεύματος τούτου τολμηροὶ καὶ
    ἀνδρεῖοι, τὸ μέν, ὡς τὸ ἔθος, εἰς προσοχὴν τῆς παστίας,
    τὸ δὲ ἵνα φυλάσσονται δι’ ἐκείνης, οἱ δὲ ἵνα μάχονται
    ἐξ ἐκείνης ὄπισθεν μετὰ τζαγρῶν τε καὶ τόξων καὶ τῶν @1 (90)
    σκευῶν τῶν μεγάλων καὶ τῶν μικρῶν τῶν ἀπείρων ὧν
    ἔφερον διὰ τούτου.
    5. Τὰς δὲ σκευὰς τὰς μεγίστους ἐκείνας, ὁποίας
    εἶχον τὰς ἐλπίδας ὅτι δι’ ἐκείνας τὰ τείχη τῆς πόλεως
    θέλουν χαλάσειν καὶ ἀπὸ τούτου τὴν πόλιν αἰχμαλωτί- (95)
    σαι, ἔστησαν περιέργως εἰς τόπον ἐν ᾧ σοῦδαν οὐκ εἶχεν
    ὁμοίαν σουδῶν τῶν ἑτέρων, ἀλλὰ κεχαλασμένη ὑπῆρχεν,
    καὶ ἔκπαλαι γέμουσαν χῶμαν, καὶ ἄντικρυς ταύτης
    πύργος εὑρέθην ἐκ συμβάσματος λίαν σεσαθρωμένος καὶ
    ἐσκισμένος ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω. Καὶ προσδοκῶντες (100)
    οἱ Τοῦρκοι ὅτι τῶν μεγίστων βουμπάρδων αἱ πέτραι τὸν
    σεσαθρωμένον πύργον ἐκεῖνον θέλουν χαλάσειν, καὶ ἐπεὶ
    ὁ τόπος σοῦδαν οὐκ ἔχει τοὺς Τούρκους νὰ ἐμποδίσῃ,
    ἀκωλύτως εἰς τὸ ἔξω κάστρον θέλουσι φθάσειν, καὶ ἐκ
    τοῦ χαλάσματος τοὺς Ῥωμαίους θέλουν διώξειν, καὶ τὴν (105)
    πόλιν θέλουν δουλώσειν. Πλὴν εἰς κενὸν ἐκατήντησε
    τέλος ἡ τῶν ἀσεβῶν προσδοκία, ἐπεὶ ἑβδομήκοντα βόλια
    τῆς σκευῆς τῆς μεγίστης ἐκείνης τὸν σεσαθρωμένον
    ἐκεῖνον ἔκρουσε πύργον, καὶ οὐδεμίαν βλάβην τοῖς Ῥω-
    μαίοις τοῦτο προὐξένησεν, ἀλλ’ οὐδὲ τοῖς Τούρκοις ὠφέ- (110)
    λειαν. Πλὴν γὰρ ὁ τόπος καὶ σοῦδα καὶ πύργος πλησίον
    ὑπῆρχεν Κυριακῆς τῆς ἁγίας, μέσον Ῥωμανοῦ τοῦ ἁγίου
    καὶ τῆς Χαρσῆς τε τὴν πύλην, καὶ πλησιέστερον τούτων
    εἰς τὸν ποταμὸν τὸν ἐπονομαζόμενον Λύκον. Καὶ ταῦτα

    μὲν περὶ τῶν βουμπάρδων τὴν ἀπραξίαν. @1 (115)
    6. Περὶ δὲ τῶν ἄλλων τῶν κατασκευῶν τῶν μα-
    χίμων, τῶν παντοίων ἐκείνων τῶν κατὰ τῆς πόλεως
    εἰργασμένων εἰς πολιορκίαν ἐκείνης, καὶ ἀφανισμὸν τῶν
    Ῥωμαίων, τίς διηγήσεται ἄρα; πλὴν ἐκ τῶν πολλῶν
    ὀλίγας διηγήσομαι ἄρτι. Πύργους ξυλίνους μεγίστους (120)
    μὲ τροχοὺς σιδηροδεσμουμένους πολλοὺς ἐποιήσαντο τότε,
    ὅσον τὸ ὕψος τῶν πύργων τῆς πόλεως· μᾶλλον καὶ ὑπε-
    ρεῖχον ἐκείνους. Καὶ ζεύγη βοῶν καὶ βουβαλίων ἀπείρων
    εἴχασιν ἐξ ἑτοίμου, ἵνα τοὺς πύργους ταυρίσουν μετὰ
    σχοινίων καὶ πλησίον τῆς σούδας φέρωσιν καὶ ἐξ ἐκεί- (125)
    νων τὸ ἔξω κάστρον πολεμήσωσι καὶ ἀφανίσουν. Ἀλλὰ
    καὶ φαλκούνια ἐποιήσαντο καὶ χελώνας καὶ ἀρκουδά-
    μαξα καὶ ἄλλα πολλὰ ξύλινα καὶ μηχανικώτατα ἔργα,
    καὶ ἑλεπόλεις ἐκατεσκεύασαν καὶ μηχανικὰς ἀγκάλας
    μὲ τροχοὺς μικρούς, καὶ μεγάλας σκεπαστὰς καὶ μεσέας (130)
    ὑπὲρ ἀριθμὸν διεπράξαντο, καὶ κατέναντι τῶν πόρτων
    τῆς πόλεως τεράστια μεγάλα εἰργάσαντο, κάστρη ξύ-
    λινα ὑπερμεγέθη ἐποιήσαντο μὲ τροχοὺς σιδηροδεσμου-
    μένους, ὥστε τοὺς θεωροῦντας ἐκεῖνα καὶ ἀγνοοῦντας
    τῶν κάστρων τοὺς πολέμους, καὶ τὸ ἀχρησίμευτον γὰρ (135)
    ἐκείνων καὶ λίαν ἐξέπληξε καὶ μέγα ἐθρόησεν.
    7. Ἀλλὰ καὶ τὴν γῆν ἄλλοι ἔσκαπτον ἐκ τῆς
    παστίας ὄπισθεν, καὶ εἰς βάθος πολὺ ἐκατέβησαν, ὡς
    ἵνα κάτωθεν ἀπὸ τὴν κάτω ὄψιν τῆς σούδας περάσωσιν
    ἀθεώρητοι τὴν νύκτα ἄνω ἱσταμένων Ῥωμαίων καὶ μα- (140)
    χομένων, καὶ φθάσωσιν εἰς τὰ τείχη τοῦ καθολικοῦ καὶ
    μεγίστου κάστρου τῆς πόλεως, καὶ κόψωσι τοῦτο λα- @1
    θραίως πάντων, καὶ πουντελειάσωσιν κατὰ τὸ ἔθος τῶν
    πολεμούντων, εἶτα πῦρ εἰς τὰ ξύλα τῶν πουντελείων

    ἀνάψωσιν, ὅπως τὴν ξυλίνην κατασκευὴν τὴν κρατοῦ- (145)
    σαν τὸ κάστρον καταφλέξωσιν, καὶ ἄφνω πεσοῦνται τὰ
    τείχη τῆς πόλεως, καὶ ἅμα εὐθὺς τῶν Τούρκων τὰ στρα-
    τεύματα θρασέως κατὰ τῶν Ῥωμαίων εἰσβάλλουσιν καὶ
    ἐκ τοῦ χαλάσματος ἐκείνους διώξουσιν καὶ τὴν πόλιν
    κρατήσουσιν. Ἄλλοι τοὺς ἀγωγοὺς ἀνεγύρευον τοὺς ἔκ- (150)
    παλαι τὸ νερὸν εἰς τὰς στέρνας τῆς πόλεως ἔφερον,
    ὅπως τινὰ ἐξ αὐτῶν ἐπιτύχωσιν, καὶ λαθραίως τῶν
    Ῥωμαίων διὰ τοῦ ἀγωγοῦ ἐντὸς γενήσονται τῆς πό-
    λεως νυκτός, καὶ ἀπαραπροσδοκήτως ταύτην κρατή-
    σουσι καὶ αἰχμαλωτίσουσιν. (155)
    8. Πλὴν καὶ κήρυκας ἐξαπέστειλε πανταχόθεν ὁ
    δεσπότης τῶν Τούρκων, καὶ ἐδιελάλησαν οὕτως, καὶ εἶ-
    πον ἐνόρκως ὅτι τῆς πόλεώς τε τὸν πλοῦτον καὶ τὸν
    λαὸν ἅπαντα ὁ ἀμηρᾶς εἰς διαγουμὰν παραδίδη καὶ
    κοῦρσος τοῖς Μουσουλμάνοις, καὶ φθάσετε εἰς τὸ κέρδος. (160)
    Ταῦτα μὲν εἶπε, μετὰ τεχνάσματος δὲ τοιούτου ὅπως
    νὰ συναχθῶσι τὰ στρατεύματα πάντα τῶν Μουσουλ-
    μάνων, ὁποῖον καὶ ἐγένετο τότε. Ὡς γὰρ ἐξεχύθη ἡ
    φήμη εἰς τὰ ἔθνη τῶν Μουσουλμάνων πῶς ἐπαραδόθην
    ἡ πόλις εἰς διαγουμὰν καὶ αἰχμαλωσίαν, σχεδὸν ἐκ πά- (165)
    σης γῆς καὶ γενεᾶς Μουσουλμάνων ἔφθασαν πρὸς τὸ @1
    κέρδος μὴ μόνον οἱ ἐπιστήμονες εἰς τὰ κούρση καὶ τοὺς
    πολέμους, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀνεπιστήμονες καὶ σαρλίδες, του-
    τέστι πραγματεῦται, καταλλάκται, μυροψοὶ καὶ τζαγκά-
    ροι, ἀλλὰ καὶ Τούρκων πολλοὶ καλογέροι. Ὑπὲρ αἰτίας (170)
    τοιαύτης ἐσυνήχθησαν πάντες, οἱ μὲν στρατιῶται διὰ
    τὸ κοῦρσος, οἱ δὲ σαρλίδες ἵνα ἀγοράσουν τὰ κουρσιμαῖα,
    ἤγουν τοὺς αἰχμαλώτους, καὶ οἱ μὲν τὰς γυναῖκας, ἄλλοι
    τοὺς ἄνδρας, ἄλλοι τὰ βρέφη, καὶ ἄλλοι τὰ ζῶα, καὶ

    ἄλλοι τὰ πράγματα, οἱ δὲ Τουρκοκαλογέροι τὰς καλο- (175)
    γραίας ἡμῶν κέρδος καὶ κοῦρσος εὐεργεσίαν νὰ ἔχουν
    παρὰ τοῦ δεσπότου τῶν Τούρκων. Διὰ γοῦν τὴν προσδο-
    κίαν ταύτην ἐσυνάχθησαν ἐκ πάσης τῆς γῆς Μουσουλ-
    μάνων ἀναρίθμητα πλήθη, ὥστε ἐκατεθαύμαζον πάντες
    οἱ θεωροῦντες τὴν πλησμονὴν τοῦ φωσάτου. (180)
    9. Τότε δὴ καὶ σαγίττας συνῆξαν τοσοῦτον ἀνα-
    ρίθμητον πλῆθος ὥστε ἐδυσπιστοῦμεν τὸ πρῶτον τὴν
    φήμην τοῦ λόγου ἕως τοῦ πολέμου τὴν ὥραν. Ἡ δὲ συ-
    ναγωγὴ τούτων ἐγένετο οὕτως. Πᾶσα οἰκία παντὸς ἀν-
    θρώπου τοῦ εὑρισκομένου εἰς τὴν δεσποτείαν τῶν Τούρ- (185)
    κων ἀνατολῆς καὶ δύσεως πάσης δέδωκε τούτων ἑκάστη
    ἀπὸ δέκα ἕως εἴκοσι σαγίττας τῶν τόξων. Ἀλλὰ καὶ
    πλείονας τούτων ἐδόξευσαν τοῦ πολέμου τὴν ὥραν,
    ὁποίας τὸ ἁρματοφυλάκιον εἶχε τοῦ Τούρκου καὶ τὰ ταρ-
    φάσια τοῦ φωσάτου. Εἶχε καὶ μετ’ αὐτοῦ τότε σιδηρο- (190)
    δεσμουμένους τοὺς ἀποκρισιαρίους τοῦ βασιλέως, ὁποίους @1
    αὐτὸς ᾐτήσατο μᾶλλον ἵνα πέμψῃ περὶ εἰρήνης τε καὶ
    ἀγάπης. Αὐτὸς δὲ ὡς βάρβαρος ὠμὸς καὶ ἀπάνθρωπος
    σίδηρα καὶ φυλακὰς αὐτοὺς κατεδίκασε, καὶ τοὺς ἀναι-
    τίους ὡς ὑπαιτίους ἠπείλει εἰς θάνατον, προβαλλόμενος (195)
    δὲ τάχα καὶ αἰτίαν, ἀλλὰ ψυχράν· ἔλεγε γάρ· «Διότι με
    οἱ Ῥωμαῖοι ἀναισχύντως συνέτυχον, διὰ τοῦτο αὐτοὺς
    εἰς φυλακὴν κατεδίκασα».
    10. Ἀλλὰ καὶ τότε τις τῶν Μουσουλμάνων ὑψη-
    λός τε καὶ μέγας καὶ φοβερὸς παρ’ ἐκείνοις, ὡς ὅτι ἐκ (200)
    σειρᾶς τε καὶ γένους τοῦ Μουχουμὲτ κατήγετο. Τοῦτον
    καὶ ὡς πατριάρχην αὐτὸν ἐτιμοῦσαν, καὶ ὡς προφήτην
    αὐτὸν προσεκύνουν, καὶ ἐσέβοντο τοῦτον ὡς αὐτὸν τὸν
    Μωάμεθ. Τοσοῦτον καὶ τοιοῦτος μέγιστος ἦν οὖν ἐκεῖνος

    ὅτι τὴν θυγατέραν τοῦ ἀμηρᾶ καὶ δεσπότου τῶν Μου- (205)
    σουλμάνων παρθένον οὖσαν ἥρπαξε παρὰ γνώμην ἐκεί-
    νου καὶ ἔφθειρε καὶ ἐκράτησε, καὶ ἔσχεν ἐκείνην ἐν τῷ
    κοιτῶνι καὶ τῷ κλινιδίῳ ἐκείνου, καὶ οὐδεὶς ἐτόλμησεν
    αὐτὸν σκῶψαι ἤ τι εἰπεῖν πρὸς ἐκεῖνον. Ἀλλὰ καὶ μᾶλλον
    ὁ ἀμηρᾶς καὶ ἀδελφὸς ὁ τῆς κόρης εἶπεν· «Ἡγίασε ταύ- (210)
    την ἡ συνουσία τοῦ πατριάρχου τοῦ συγγενοῦς τοῦ Μωά-
    μεθ, καὶ τὸ γεννηθὲν ἐξ ἐκείνης ἅγιον ἔστω ὡς ἐξ αἵμα-
    τος τοῦ Μωάμεθ κατὰ τὸν νόμον καὶ ἁγιασμὸν τοῦ Ῥα-
    σοὺλ Μαχουμέτη». Αὐτὸς δὲ ὁ μέγιστος καὶ πολὺς παρ’
    ἐκείνοις ὁ εὐγενὴς πατριάρχης, ὃν εἶχον προορατικὸν καὶ (215)
    προφήτην, τοὔνομα Μηρσαΐτης τῇ Περσικῇ διαλέκτῳ
    ἀπέστειλεν ἀποκρισιαρίους ἀπὸ τῆς Προύσης ἧς ἐκατοί- @1
    κει πρὸς τὸν δεσπότην τῶν Τούρκων, καὶ εἶπεν· «Ὅρα
    μήπως συνάψῃς πόλεμον μετὰ τῶν Ῥωμαίων καὶ τὸν
    στρατὸν ἀπολέσῃς καὶ τὰ γένη τῶν Μουσουλμάνων, (220)
    ἕως ὅτε ἐγὼ νὰ φθάσω καὶ δηλώσω τὴν ὥραν τῆς συμ-
    πλοκῆς τοῦ πολέμου, ὡς ὁ μέγας ἡμῖν διδάσκει Ῥασοὺλ
    ὁ προφήτης. Καὶ γινώσκω δὲ τοῦτο ὡς προορατικὸς καὶ
    προφήτης». Ταῦτα δὲ ἀκούσας τῶν Τούρκων ὁ δεσπότης
    ἔπραξεν ὡς ὡρίσθην, καὶ ἀνέμενε τὸν ψευδοπροφήτην. (225)
    Καὶ μεθ’ ἡμέρας ὀλίγας ἔφθασεν.
    11. Ἦλθεν ὁ Μηρσαΐτης καὶ πατριάρχης τῶν
    Τούρκων μετὰ πεντακοσίους Τουρκοκαλογέρους, ἐπὶ ἡμιό-
    νου καθήμενος, καὶ τῷ σχήματι σοβαρώτατος καὶ τὸ
    μεγαλεῖον δεινότατος. Τὰ δὲ πλήθη τῶν Μουσουλμάνων (230)
    εἰς ὑπαπαντὴν ἐξέδραμον τὴν ἐκείνου, καὶ ὡς ἄγγελον
    ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάντα τὰ μωροθαύμαστα γένη τῶν
    Τούρκων ὑπεδέξαντο τοῦτον, καὶ μὴ μόνον τοὺς πόδας
    ἐκείνου ἠσπάζοντο καὶ τὰς χεῖρας, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἡμιόνου

    τοὺς χαλινοὺς καὶ τοὺς πόδας οὗ ἐποχεῖτο. Ὁμοίως καὶ (235)
    ὁ δεσπότης τῶν Τούρκων δουλοπρεπῶς ὑπεδέξατο τοῦτον.
    Αὐτὸς δὲ σοβαρὸς καὶ μεγαλουπέροχος ἑωρᾶτο τοῖς πᾶσιν.
    Πλὴν δὲ ἐπηρμένος καὶ γεγαυριωμένος ὡς ὑψηλός τε
    καὶ μέγας καὶ ὡς ἀπόγονος τοῦ Μωάμεθ ἐκατεδέξατο
    μόλις, καὶ ἐφθέγξατο ταῦτα· «Γινώσκετε, Μουσουλμά- (240)
    νοι, καὶ σὺ αὐτὸς ὁ πάντων τούτων δεσπότης. Ἐγὼ
    μὲν ἀπεστάλην παρὰ τοῦ μεγάλου προφήτου Ῥασοὺλ
    Μαχουμέτη, ἵνα ὑμῖν εἴπω τοῦ πολέμου τὴν ὥραν, ὡς @1
    προορατικὸς καὶ προφήτης, ὅπως δουλώσωμεν τοὺς Ῥω-
    μαίους καὶ αἰχμαλωτίσωμεν καὶ τὴν πόλιν. Ἑτοιμά- (245)
    ζεσθε δὲ πρὸς τοῦτο ἕως ὅτου νὰ φθάσει ἡ ὥρα, ὁποίαν
    ἐγὼ γινώσκω». Καὶ ταῦτα εἰπόντος ἀπέβη τοῦ ἡμιόνου
    οὗ ἐποχεῖτο, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν τένταν τὴν ἱσταμένην
    ἀπὸ κεντούκλου, καὶ ἤρξατο ἀναγινώσκειν τὰς βίβλους
    τοῦ Μωάμεθ καὶ τὰ Ῥάμπλια πράττειν. Μετὰ ὑποκρί- (250)
    σεως δὲ ταῦτα ἐποίει, ὡς ἵνα ἀπατῶνται οἱ Τοῦρκοι
    καὶ προσκυνοῦν καὶ δοξάζουν ὡς προφήτην ἐκεῖνον, καθὰ
    καὶ ὁ δεσπότης τῶν Τούρκων καὶ πάντες οἱ Μουσουλ-
    μάνοι ἀληθῆ καὶ βέβαια κρατοῦσιν πάντα τὰ λαληθέντα
    ἐκ τούτου, καὶ πάντες τὴν κέλευσιν ἔμενον τὴν ἐκείνου, (255)
    ἵνα προστάξει τοῦ πολέμου τὴν ὥραν καὶ δράμωσι πάντες
    καὶ κρατήσουν τὴν πόλιν καὶ τοὺς Ῥωμαίους αἰχμα-
    λωτίσωσι πάντας.
    12. Ταύτη δὴ ἡ κενὴ καὶ ματαία ἐλπὶς μέγα
    θράσος καὶ τόλμην καὶ εὐφροσύνην τοῖς Τούρκοις ἐνέ- (260)
    πλησε τότε, καὶ ἀπὸ τούτου ἔχαιρον καὶ ἐσπατάλουν.
    Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἡμέραν καὶ νύκτα τὰς παλάμας
    ἐκρότουν, καὶ τοῦ Μηρσαΐτη τὴν φωνὴν ἀνέμενον ὡς
    ἀγγέλου ἀληθεστάτου, ὡς ἵνα αἰχμαλωτίσουσι τοὺς Ῥω-

    μαίους. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἡμέραν καὶ νύκταν καὶ ὥραν (265)
    τὴν γλῶσσαν αὐτῶν καθ’ ἡμῶν ὡς δίστομον ξίφος ἠκό-
    νισαν καὶ φωνὰς ἀγρίους καὶ ἀνημέρους ἔλεγον ἀναι- @1
    δῶς καὶ ὑβριστικῶς. Μὴ μόνον κατὰ πατριαρχῶν τε καὶ
    βασιλέων αἰσχροτάτας φωνὰς ἀνέπεμπον, ἀλλὰ καὶ κατὰ
    τῆς πίστεως ἡμῶν τολμηρῶς ὀνειδίζοντες καὶ ἀναιδῶς (270)
    βλασφημοῦντες ἔλεγον· «Ποῦ ὁ Θεός σας ὦ σκοτεινοὶ
    Ῥωμαῖοι; ποῦ ὁ Χριστός σας; ποῦ εἶναι οἱ ἅγιοί σας νὰ
    σὰς βοηθήσουν; Αὔριον τὴν πόλιν ἐπέρνομεν, καὶ ἐσᾶς
    αἰχμαλώτους καὶ σκλάβους ἔχομεν, καὶ τὰς γυναῖκάς
    σας καὶ τὰ παιδία σας ἔμπροσθεν ὑμῶν ἀτιμάσομεν, (275)
    καὶ τὰς καλογραίας σας μὲ τοὺς Τουρκοκαλογέρους μας
    νὰ παντρέψομεν. Μὰ τὴν πίστιν μας ἀλήθεια ὁ προ-
    φήτης μας ἔτζη λέγει». Ταῦτα δὲ ὡς βέβαια καὶ ὁμο-
    λογούμενα οἱ ἀσεβεῖς εἴχασι, καὶ διὰ τοῦτο τὸν Θεὸν
    ἡμῶν ὀνείδιζον ἀσεβῶς ταῦτα. (280)
    13. Ὡς δὴ ἔφθασεν ἡ τελεία ἡμέρα τοῦ πολέμου
    τῶν Τούρκων, ὁποίαν παρ’ ἐκείνοις ὁ μέγας προεθέσπισε
    Μηρσαΐτης ὁ προφήτης ἐκείνων, εἶπε πρὸς τὸν στρατάρ-
    χην καὶ δεσπότην τῶν Μουσουλμάνων· «Μὴ βράδυνε
    ἐπὶ πλέον, ἀλλὰ ταχέως τὰς τάξεις τάξον καθοπλισθῆ- (285)
    ναι, καὶ πᾶν μηχανικώτατον καὶ πολεμικώτατον ἔργον
    ἔχοντες ἐξ ἑτοίμου, καὶ σὺν τούτοις γενέσθω τῆς πόλεώς
    τε πλησίον ὅσον τόξου βολὴν εἰς τὸ κάστρον. Καὶ σύν-
    θημα» εἶπε «προστάσσω τοιόνδε. Ὅταν ἐφ’ ἵππου ὑψη-
    λοῦ με καθήμενον θεωρήσητε καὶ ἐν δεξιᾷ τῇ χειρί μου (290)
    σπάθην γεγυμνωμένην θεάσητε καὶ τρὶς τῆς φωνῆς μου
    ἀκούσητε, μετὰ βοῆς καὶ κραυγῆς καὶ ὁρμῆς καὶ κρότων
    καὶ ὀργάνων κατὰ τῶν Ῥωμαίων εἰσβάλετε. Καὶ αὐτο- @1
    μάτως πεσοῦνται τὰ τείχη τῆς πόλεως, καὶ ἀκωλύτως

    γένεσθε ἐντὸς καὶ ταύτην αἰχμαλωτίσατε». Καὶ ταύτας (295)
    μὲν τὰς ληρολογίας ὁ Μηρσαΐτης ὡς βεβαίας ὁμολογῶν
    τοῖς Μουσουλμάνοις δημηγορῶν ἔλεγεν, ὡς ἔχων τὰς
    προφητείας ἐκ τοῦ Μωάμεθ καὶ Ῥασοὺλ Μαχουμέτη τὰς
    βίβλους.
    14. Καὶ αὐτὸς μὲν εἶπε ταῦτα· ὁ δὲ στρατάρχης (300)
    καὶ δεσπότης τῶν Τούρκων τὸ κελευσθὲν ἐκπληρώσας
    καὶ προστάξας τὰς τάξεις ἁπάσας καθοπλισθῆναι, καὶ
    πᾶσαν τὴν παρασκευὴν τοῦ πολέμου φέροντες ἀνὰ χεῖρας,
    εὐθὺς τὰ πλήθη τῶν Μουσουλμάνων καὶ τὰ στρατεύ-
    ματα πάντα τὸ προσταχθὲν ἐκπληροῦσι, καὶ μὲ ὅπλα (305)
    παντοῖα καὶ παρασκευὰς τὰς μεγίστας καὶ τὰ μηχα-
    νικώτατα ἔργα ἐσπάραξαν κατὰ τάξιν. Καὶ οἱ μὲν σκά-
    λας ἔφερον, καὶ σκάλας παντοίας, μικρὰς καὶ μεγάλας,
    ἄλλοι δὲ τζόκους, καὶ ἕτεροι συστάς, καὶ ἄλλοι πῦρ μετὰ
    μαζαλάδων, ἕτεροι δὲ σκλώπους, ἄλλοι δὲ σιδηρᾶ μά- (310)
    χιμα ὅπλα δρεπανηφόρα μετὰ κονταρίων μακρέων τὰ
    ἐπονομαζόμενα φάλκας, ἕτεροι δὲ σκουτάρια στερεὰ καὶ
    μεγάλα, καὶ τὰ πάντα μετὰ σιδήρων, καὶ πλοκοτὰς
    δὲ ἄλλοι, καὶ παβέζια ἄλλοι, ἄλλοι δὲ ἀγγύρας σιδη-
    ρέας, καὶ ἄλλο πᾶν πολεμικὸν ἔργον ἔφερον ἀνὰ χεῖρας. (315)
    Καὶ κατάφρακτοι πάντες μετὰ ἰσχυρᾶς καὶ σιδηρᾶς πα-
    νοπλίας καὶ περικεφαλαίας μεγίστους. Καὶ τοσοῦτον
    ὑπῆρχε τῆς στρατιᾶς ἐκείνης τὸ πλῆθος ὅτι ἀπὸ τὸ ἓν @1
    ἄκρον τῆς πόλεως τῆς Χρυσίας ἄχρι καὶ τὸ ἕτερον τὸ
    ἄκρον τῆς Ξυλοπόρτης ἐκράτει. (320)
    15. Οἱ δὲ στρατηγοὶ τοῦ φωσάτου τὰς συντάξεις
    τῶν Τούρκων ἔστησαν κατὰ τάξιν πλησίον τοῦ κάστρου,
    ὡς ἐθέσπισεν ὁ ψευδοπροφήτης. Τοὺς δὲ τοξότας ἐκείνους
    τοὺς ἀναριθμήτους τῶν Τούρκων ἐκέλευσαν πάντας ὁμοῦ

    τοξεύειν ἐπάνω τοῦ κάστρου καὶ τῶν προμαχιονίων, ὡς (325)
    ἵνα λαβώσουν καὶ φονεύσουν τινὰς τῶν Ῥωμαίων, καὶ
    φοβηθῶσιν οἱ ἄλλοι καὶ φύγωσιν ἐκ τοῦ τείχους, καὶ
    ἀπὸ τούτου ἄδειαν εὕρουν καὶ ἀναβῶσιν οἱ Μουσουλ-
    μάνοι ἐπάνω ἀνεμποδίστως, καὶ κρατήσουν τὴν πόλιν.
    Ὁ δὲ λαὸς τῶν Ῥωμαίων ὁρῶν τὰ πολεμικὰ καὶ μάχιμα (330)
    ἔργα τῶν Τούρκων, καὶ τὴν πλησμονὴν τοῦ φωσάτου
    γενεῶν τῶν ἀπείρων, καὶ τὴν ὁρμὴν τῶν Ταρτάρων καὶ
    τῶν Μουσουλμάνων τὴν τόλμην, καὶ τὰ πρὸ ὀλίγου
    πραχθέντα, ὅτι ἐντὸς εἰς τὰς σούδας ἀπέκτειναν οἱ Τοῦρ-
    κοι Ῥωμαίους καὶ ἄλλους ἔμπροσθεν εἰς τὰς πόρτας, (335)
    ἐδειλίασαν μέγα, καὶ σχεδὸν πρὸς φυγὴν οἱ πλείονες
    ἐθεώρουν. Ὢ ὥρας τῆς πικροτάτης ἐκείνης, ὢ λύπης
    τῆς ἀφορήτου, ὢ ἀπελπισίας μεγίστης.
    16. Τίς οὐκ ἔφριξε τὴν ἡμέραν ἐκείνην; τίς οὐκ
    ἐτρόμαξε τὴν ὥραν ταύτην ὁρῶν τοὺς Ῥωμαίους εἰς (340)
    τοσαύτην δειλίαν καὶ τοὺς Μουσουλμάνους εἰς θράσος
    τοσοῦτον; Καὶ τίς τῶν ἀκαταπλήκτων τότε οὐ κατε-
    πλήγη καὶ τῶν ἀνδρείων οὐκ ἐφοβήθη, οὐχὶ τὸν θάνατον,
    οὐχὶ τὸν θάνατον λέγω, φυσικὸς γὰρ ὑπάρχει, ἀλλὰ τῆς
    μεγαλοπόλεως ταύτης τὴν ἅλωσιν καὶ τὴν αἰχμαλω- @1 (345)
    σίαν τοῦ γένους, τῶν γυναικῶν τὰς ἀτιμίας, τῶν σω-
    φρόνων τὰς αἰσχρουργίας, τὴν περιτομὴν τῶν βρεφῶν,
    τῶν ναῶν τὴν ἀπώλειαν, τῶν ἁγίων εἰκόνων τοὺς ἐμ-
    παιγμούς, τοῦ μεγίστου Θεοῦ τὴν σοφίαν ὑμνητήριον
    τοῦ Μωάμεθ καὶ κατοικητήριον τῶν δαιμόνων καὶ μασγή- (350)
    διον ἀποκαταστῆσαι τοῦ Ῥασοὺλ καὶ Μωάμεθ. Τὸ δὲ
    χεῖρον καὶ βλαβερὸν καὶ μυριοπλάσιον τοῦ κακίστου θα-
    νάτου κάκιστον τῇ μεταθέσει καὶ ἀπωλείᾳ τῆς εὐσεβοῦς
    πίστεως τῶν Χριστιανῶν πρὸς τῶν Μουσουλμάνων τὸ

    σέβας καὶ τὴν περιτομὴν τοῦ Μωάμεθ. Ὢ θρήνου μεγί- (355)
    στου ἄξιος ἡ ὥρα ἐκείνη, ὢ τρικυμίας ἀκατασχέτου.
    Τίς ἡμῶν τὰς οἰμωγὰς οὐ συνεπένθησε τότε; τίς ἀκοὴ
    φέρει τὸ ἄκουσμα, ποία ὄψις τὸ θέαμα; Καὶ γὰρ εἰς τὰς
    τοσαύτας καὶ τοιαύτας καὶ τηλικαύτας ἀνάγκας οὐ-
    δένα βοηθοῦντα ἢ διεγεῖραι ἢ παροτρῦναι ἡμεῖς εἴχομεν, (360)
    ἐπεὶ ὁ μὲν εἷς βασιλεὺς κατατρυχόμενος ὑπῆρχεν ἐκ νό-
    σου καὶ γήρους, καὶ οὐκ ἠδύνατο ὁπλισθῆναι ἢ ἀναβῆναι
    ἐφ’ ἵππου, ἀλλὰ ἐντὸς τοῦ παλατίου εὑρίσκετο καὶ τὸ
    κατὰ δύναμιν ἔπραττεν. Ὁ δ’ ἄλλος ἀνέβη ἐφ’ ἵππου
    καθωπλισμένος ὡς ἔδει, καὶ τὴν πύλην ἐξῆλθε Ῥωμανοῦ (365)
    τοῦ ἁγίου, καὶ ἔστη ἐκεῖσε πλησίον τῆς πόρτης.
    17. Ὡς δὲ ἔφθασεν ἡ ὥρα ὁποία ἣν ὁ ἄθεος ἀνέ-
    μενε Μηρσαΐτης, ἤγουν ἡ μία ἐκάζοθεν ἐκ τὸ μέσον
    ἡμέρας, ἀνέβην ἐφ’ ἵππου ὑψηλοῦ καὶ μεγάλου, καὶ οἱ
    περὶ ἐκεῖνον πεντακόσιοι ἄνδρες τοὺς ἔφερεν Τουρκοκα- (370)
    λογέρους, ὡς ἵνα ἔχωσιν οὗτοι κέρδος καὶ κοῦρσος τὰς @1
    καλογραίας τῆς πόλεως, ἀνεβόησαν ὕμνον τῇ Περσικῇ
    διαλέκτῳ πρὸς τὸν Μωάμεθ καὶ εὐφημίας πρὸς Μηρσαΐ-
    την. Καὶ τρὶς ἐποιήσαντο τοῦτο, ἕως ὅτε αὐτὸς ἔλθη
    πρὸς τὴν μάχην. Πλὴν καὶ σκουτάριον ἐβάσταζον ἔμ- (375)
    προσθεν τούτου μέγιστον παρὰ φύσιν, ὡς ἵνα θαυμά-
    ζουσιν ἀπὸ τούτου τὰ μωροθαύμαστα ἔθνη τῶν Μου-
    σουλμάνων τὸν Μηρσαΐτην ἐκεῖνον. Αὐτὸς δὲ ὅταν πλη-
    σίον ἦλθε πρὸς τὰς συντάξεις τῶν Μουσουλμάνων, ἀνε-
    βόησε μέγα, «Ῥασούλ, Ῥασοὺλ Μαχουμέτη». Καὶ (380)
    γυμνώσας τὸ ξίφος καὶ ὠθήσας τὸν ἵππον, καὶ κράξας
    πρὸς τὰς συντάξεις τὸ «Ἀλὰχ Ταγκρύ, Ῥασοὺλ Μαχου-
    μέτη», συνανεβόησαν ἅμα καὶ τῶν Μουσουλμάνων τὰ
    πλήθη, καὶ μετὰ ὁρμῆς καὶ κραυγῆς καὶ κρότων καὶ ὀρ-

    γάνων καὶ μυρίων ἄλλων ἀλαλαγμάτων τε καὶ σαλπίγ- (385)
    γων ἔφθασαν εἰς τὰ τείχη τοῦ κάστρου ἀπὸ τῆς Ξυλοπόρ-
    της ἕως καὶ τῆς Χρυσίας, τὴν αὐτὴν λέγω καὶ μίαν ὥραν
    τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Καὶ πᾶν πολεμικὸν ὄργανον ἔφερον
    ἀνὰ χεῖρας, καὶ ἠκούμβησαν εἰς τὰ τείχη, ἔθηκαν σκάλας,
    ἀνέβαιναν εἰς τὸ κάστρον, ἐτρυποῦσαν τοὺς πύργους. (390)
    Καὶ οὐδεὶς εὑρέθην ὁ ἐμποδίσας ἐκείνους ἐκ τοῦ μεγίστου
    φόβου καὶ δειλίας ὁποίας ἔλαβον οἱ Ῥωμαῖοι.
    18. Τίς γὰρ οὐκ ἐτρόμαξε τὴν ὥραν ἐκείνην; τίς
    οὐκ ἔφριξε ταύτης τὴν θέαν; τίς ἀκοὴ φέρει τὸ ἄκουσμα,
    ποία ὄψις τὸ θέαμα; Καὶ γὰρ ἐν μιᾷ καιροῦ ῥοπῇ μυ- (395)
    ριάδας βελῶν, τουτέστι σαγίττας, ἐτόξευσαν ἐπάνω τῶν @1
    Ῥωμαίων, καὶ ἔπεσον εἰς τὰ τείχη τῆς πόλεως καὶ
    ἐντός, ὥστε καὶ τὸν αἰθέρα ἐκάλυψαν καὶ αὐτὸ τὸ φῶς
    τοῦ ἡλίου ἐσκέπασαν, καὶ ἡμᾶς πάντας φόβος ἐκράτησε
    καὶ δειλία ἐξέπληξε, καὶ μικρὸν ἀπεκρύβημεν. Ἀλλ’ οὐ (400)
    μακράν, ἀλλ’ ὄπισθεν τῶν προμαχιονίων ἐστάθημεν. Ὡς
    δὲ οἱ Τοῦρκοι γυμνὸν τὸ κάστρον ἀπὸ ἀνθρώπους ἰδόντες
    ὑπέλαβον ἀφυλάκτως εἶναι, καὶ μετὰ θράσους μεγίστου
    καθ’ ἡμῶν εἰσβάλλουσι πάντες. Καὶ οἱ μὲν μετὰ σκαλῶν
    ἀνέβαινον δι’ ᾧ εἰς τὸ κάστρον, οἱ δὲ καὶ μὲ τὰς ἀγγύρας (405)
    καὶ τὰς φάλκας ἐκείνας. Ἄλλοι δὲ ἐτρυποῦσαν μὲ συ-
    στὰς τοὺς πύργους, ἄλλοι ἐχαλοῦσαν μὲ τζόκους τὸ
    κάστρον, ἄλλοι ἔκαψαν τὰς πόρτας τοῦ ἔξω κάστρου,
    καὶ πᾶν τολμηρὸν καὶ ἀνδρεῖον οἱ ἀσεβεῖς ἐποιοῦντο
    πρὸς κατάπληξιν τὴν ἡμετέραν. Ταῦτα ὁρῶντες οἱ δυ- (410)
    στυχεῖς καὶ ἀπελπισμένοι Ῥωμαῖοι εἰς ἑαυτοὺς ἐπανῆλ-
    θον, καὶ περιεργασθέντες πῶς πόθεν, ἀλλαχόθεν χεῖραν
    οὐκ ἔχοντες βοηθείας οὔτε τινὰ πρὸς τὸ διεγεῖραι καὶ
    παροτρῦναι τὸν λαὸν πρὸς τῶν Τούρκων τὴν μάχην τὴν

    παροτρῦναι τὸν λαὸν πρὸς τῶν Τούρκων τὴν μάχην τὴν
    φρικτοτάτην ὥραν ἐκείνην. Καὶ ἐξενεγκόντες οὗτοι ἑαυ- (415)
    τοὺς διεγείρονται πρὸς ἀνδρείαν καὶ τόλμην. Καὶ γὰρ
    οἱ δειλοὶ τὸ πρότερον καὶ φυγοὶ καὶ κατατρυπούμενοι
    ἄφνω τολμηροὶ εὑρέθησαν καὶ γενναῖοι πολεμισταὶ καὶ
    ἀνδρεῖοι καὶ περιφρονηταὶ τῶν πληγῶν καὶ δεινῶν λα-
    βωμάτων καὶ τῶν παντοίων θανάτων. (420)
    19. Καὶ τῆς Παναγίας τῇ βοηθείᾳ τῇ τόλμῃ ῥω-
    σθέντες ὁρμῶσι ξιφήρεις κατὰ τῶν ἀσεβῶν καὶ μὲ λίθους,
    καὶ ὡς καπνοῦ κινήσαντος σμῆνος ἄλλος ἐπ’ ἄλλῳ διε- @1
    γείρεται, καὶ ἀνίσταται γένος ἅπαν καὶ ἡλικία πᾶσα,
    καὶ ἕκαστος μεθ’ ὧν ἠδύνατο ὅπλων, ἕτεροι δὲ καὶ ἄνευ (425)
    τῶν ὅπλων, ἄλλοι μετὰ ξιφῶν τε καὶ κονταρίων. Ἕτεροι
    δὲ οὐδὲ ἐξ αὐτῶν εὐποροῦσαν, ἀλλὰ τὰς ταύλας ὅπου
    ἐτρώγαν καὶ τὰ τυμπάνια τῶν βουτζίων ἔδησαν μὲ σχοι-
    νία, καὶ ἐβάσταζαν ἀντὶ σκουταρίων. Τινὲς δὲ οὐδὲ μετ’
    αὐτῶν εἰς τὸν πόλεμον ἦλθον, ἀλλὰ μὲ λίθους καὶ μόνον (430)
    ἐμάχοντο τολμηρῶς καὶ ἀνδρείως, ὡς κατάφρακτοι μετὰ
    παντοίων τῶν ὅπλων. Καὶ ἕτερος ἔτερον, καὶ ἄλλος
    ἄλλον, καὶ πρὸς ἀλλήλων ἀλλήλοις ἀνδρείως καὶ θαρ-
    σαλέως ἠγωνίζοντο, καὶ ἐπαροτρύναντο πρὸς τὴν σφο-
    δροτάτην μάχην ἐκείνην, λέγων «Ναὶ, ὦ φίλοι, ὦ ἀδελ- (435)
    φοί, ὦ συμπατριῶται, ἀγωνισώμεθα σήμερον, σπουδά-
    σωμεν, προκινδυνεύσωμεν ἑαυτοὺς ὑπὲρ ἐμαυτῶν καὶ γυ-
    ναικῶν καὶ τέκνων καὶ ὑπὲρ ἐλευθερίας τοῦ γένους καὶ
    τῆς πατρίδος ἡμῶν καὶ τῆς μεγαλοπόλεως ταύτης, καὶ
    τὸ μεῖζον, τῆς ἀληθοῦς πίστεως τῶν Χριστιανῶν. Τί (440)
    οὖν, ἐὰν μὴ νῦν ἀποθάνομεν; Οὐ τεθνηξόμεθα πλέον;
    Ποιήσωμεν τὴν ἀνάγκην φιλοτιμίαν, δράμωμεν πρὸς τὸν
    κίνδυνον τοῦ πολέμου ὡς οἱ μάρτυρες πρὸς τὸ στάδιον
    τῶν τυράννων». Ταῦτα διαλεγομένων καὶ παροτρυνο-

    μένων πρὸς ἀλλήλους ἔσπευδον πάντες, καὶ ἠγωνίζοντο (445)
    ὡς κεκραιπαληκοὶ καὶ βεβαπτισμένοι ἐξ οἴνου, καὶ ὡς
    ἐκ συνθήματος ἅμα ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς πόλεως ἄχρι
    καὶ τοῦ ἑτέρου ἐν μιᾷ φωνῇ καὶ ὁρμῇ καὶ κραυγῇ κατὰ @1
    τῶν πολεμίων εἰσβάλλουσι, καὶ σφοδροτάτου συρραγέν-
    τος πολέμου καὶ καρτερωτάτης τῆς μάχης ἐφ’ ἱκανῆς (450)
    τε τῆς ὥρας πολλοὶ ἐκ τῶν δύο μερῶν ἐλαβώθησαν καὶ
    ἀπέθανον.
    20. Τὸ δὲ ἀκατάπληκτον τῶν ἀνδρικωτάτων καὶ
    γενναιοτάτων Ῥωμαίων δειλοὺς καὶ τρεπτοὺς τοὺς Μου-
    σουλμάνους ἀπέδειξεν. Καὶ τοὺς μὲν ἀναβαίνοντας μετὰ (455)
    τῆς φάλκας ἐπάνω τοῦ ἔξω κάστρου τὰς κεφαλὰς ἀπέ-
    τεμον τούτων καὶ πρὸς βασιλέα ἔφερον, τοὺς δὲ Μου-
    σουλμάνους τοὺς ἄλλους τοὺς ἐτρυποῦσαν τὸ κάστρον
    καὶ τοὺς πύργους, ἀπέκτειναν ἐντὸς εἰς τὰς τρύπας.
    Τὰ δὲ πλήθη τὰ ἄλλα τὰ γεγαυριωμένα καὶ ἐπηρμένα (460)
    τῶν Τούρκων ἐλάβωσαν, ἐφόνευσαν, ἐδίωξαν, καὶ τὰ
    πολεμικὰ καὶ μαχιμώτατα τούτων ἔργα ἐπήρασι. Καὶ
    μὴ μόνον οἱ στρατιῶται καὶ οἱ ἐπιστήμονες τοῦ πολέμου
    ἠργάζοντο ταῦτα, ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτείας οἱ ἄρχοντες
    καὶ τῆς χώρας οἱ ἐπιστήμονες καὶ τὸ κοινὸν ἅπαν καὶ (465)
    τῶν ἱερέων καὶ τῶν μοναχῶν τὰ συστήματα καὶ τῶν
    ἀρχιερέων οἱ κρείττονες καὶ πνευματικῶν τῶν ὁσίων οἱ
    ὁσιώτατοι· καὶ τῶν ἔξω χωρῶν οἱ ἄνθρωποι τολμηροὶ
    καὶ γενναῖοι καὶ περιφρονηταὶ τῶν πληγῶν καὶ τραυ-
    μάτων καὶ τῶν θανάτων ἐφάνησαν. (470)
    21. Ἀλλὰ καὶ γυναῖκες πολλαὶ εἰς ἀνδρὸς θράσος
    μεταλλαττόμεναι ἐπὶ τοῦ πολέμου τὴν ὥραν τὴν φρικτο-
    τάτην ἐκείνην οὐκ ἀπεκρύβησαν, οὐδὲ ὡς γυναῖκες ἐδει-
    λίασαν, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον τοῦ πολέμου τὴν ὥραν εἰς τὸ @1

    ἔξω κάστρον ἔφθασαν, καὶ αἱ μὲν πέτρας εἰς τὸ τεῖχος (475)
    ἀνέβαζον πρὸς τοὺς πολεμιστὰς τῶν Ῥωμαίων, καὶ ηὐ-
    δρείωναν αὐτούς, καὶ ὠθοῦσαν αὐτοὺς πρὸς τὴν μάχην
    καὶ τὸν πόλεμον· ἄλλαι δὲ ἐκρατοῦσαν ᾠὰ καὶ στουππιά,
    καὶ τοὺς λαβωμένους ἰάτρευον· ἄλλαι ὕδατα καὶ οἴνους
    ἐπότιζον αὐτοὺς φλεγομένους τῇ δίψῃ ἐκ τοῦ πολέμου· (480)
    ἄλλαι δὲ τοὺς γνησίους αὐτῶν ἀδελφοὺς καὶ τέκνα καὶ
    τοὺς ὁμοζύγους κατεμπόδιζον μὴ καταβῆναι ἀπὸ τοῦ
    τείχους τοῦ κάστρου καὶ τοῦ πολέμου σχολάσαι, ἀλλὰ
    ἀφόβως καὶ ἀκλονήτως καὶ θαρσαλέως πολεμίζειν τοῖς
    Τούρκοις ἔλεγον. Ἀλλὰ καὶ μετὰ προσοχῆς καὶ στρα- (485)
    τιᾶς ἐκεῖναι περιεπάτουν ἐκεῖσε. Ἐστρατεύοντο δὲ καὶ
    πρὸς ἀλλήλας, μία τὴν ἄλλην ἐνουθέτει, καὶ ἔλεγεν·
    «Βλέπε μὴ πλησιάσῃς τὸ κάστρον τὸ μέγα, ὅτι τῶν
    Τούρκων αἱ σαγίτται κρόνουν ἐκεῖσε καὶ εἰς τὸ μέρος
    ἐκεῖνο, ἀλλὰ περιπατεῖτε πλησίον εἰς τὸ μέρος τοῦ ἔξω (490)
    κάστρου, ἵνα σκέπεσθε ὑπὸ τούτου». Πλὴν ἐλαβώθησαν
    καί τινες μὲ σαγίττας. Καὶ οὐδὲ αὐτὸ τὰς ἄλλας ἐθρόη-
    σεν, ἵνα εἰσέλθουσιν ἐντὸς τοῦ κάστρου τῆς πόλεως, ἀλλὰ
    ἐσπούδαξαν καὶ ἐκεῖναι τὸ δυνατὸν αὐτῶν εἰς τὴν μάχην
    μέχρι τὸ πέρας ἴδωσι τοῦ πολέμου. (495)
    22. Ἐπεὶ δὲ καὶ πρὸς δυσμὰς ἐξέκλινε τὸ φῶς
    τοῦ ἡλίου, καὶ οἱ Ῥωμαῖοι ἀκλονήτως ἵσταντο πρὸς
    τὴν μάχην τὴν φρικτοτάτην τῶν Τούρκων, καὶ ἠγωνί-
    ζοντο καὶ ἀνδρείως, οἱ ἀσεβεῖς ἀπὸ τούτων καὶ ἄπρακτοι
    εὑρεθέντες καὶ ᾐσχυμμένοι καὶ ἡττημένοι ἀναιδῶς στρα- @1 (500)
    φέντες ἔφευγον. Καὶ δῆλον ὅτι τὰ πολεμικὰ καὶ μάχιμα
    τούτων ὅπλα τὰ μὲν πλησίον τοῦ κάστρου τοῖς Ῥω-
    μαίοις ἄκοντες καταλείψαντες, τὰ δὲ μακρότερα ἑκόντες
    τῷ πυρὶ παρέδωκαν. Καὶ τέρας ἔδοξε τοῦτο καὶ ἐξαίσιον

    ἔργον, πῶς οἱ ἐπηρμένοι καὶ γαυριώμενοι τὸ πρότερον (505)
    ἄφνω κατηφεῖς εὑρέθησαν καὶ ἀχρεῖοι, καὶ πῶς οἱ πρό-
    τερον ἐπεθύμουν τὸν πόλεμον τῶν Ῥωμαίων, ἀπαραπρο-
    σδοκήτως τὸ λοιπὸν ἔφυγον ἀπὸ τούτων. Καὶ γὰρ ἀλη-
    θῶς τοῦτο ἔργον ἀοράτως ἐπέμφθη ἐκ δυνάμεως θείας.
    Καὶ οἱ Ῥωμαῖοι τοῦτο ἰδόντες ἐξεπλήττοντο μὲν τὸ (510)
    θαῦμα, ἔχαιρον δὲ τὴν φυγήν τε τῶν πολεμίων ἐκείνων,
    καὶ χαίροντες ἔλεγον· «Ὢ γλυκύτητα ἡμέρας ταύτης
    καὶ ὥρας, ὢ μεταλλαγῆς θαυμασίας καὶ ἐναλλαγῆς
    ἀνελπίστου, ὢ ἀπαραπροσδοκήτου ἐλευθερίας καὶ εὐφρο-
    σύνης, ὢ εὐθυμίας ἀνεκλαλήτου καὶ ἡδονῆς ἀνεκφρά- (515)
    στου».
    23. Καὶ γὰρ ταῦτα τῶν πολυάθλων Ῥωμαίων λε-
    γόντων ἔχαιρον ἅμα καὶ σκιρτῶντες εὐθύμουν, τὰς πα-
    λάμας ἐκρότουν, καὶ τρανῶς τὸν Θεὸν εὐχαρίστουν, καὶ
    τὴν Παναγίαν ἀνέπεμπον ὕμνους, καὶ ἐκ ψυχῆς δοξά- (520)
    ζοντες ἔλεγον· «Τοῦτο τὸ πολυύμνητον καὶ πολυθρύ-
    λητον καὶ ἐξαίσιον καὶ ἐξαίρετον καὶ θαυμάσιον καὶ
    θαύματος ἄξιον θαῦμα τῆς Παναγίας ἀληθῶς καὶ ἀναμ-
    φιβόλως ὑπῆρχεν, ὡς καὶ τὰς μαρτυρίας ἔχομεν παρὰ
    μαρτύρων ἀπαραγράπτων κατὰ τοὺς φιλευσεβεῖς νόμους. (525)
    Φάσκοντες γὰρ αἱ παρὰ τῶν ἐχθρῶν μαρτυρίαι ἀξιο- @1
    πιστότεραί εἰσιν. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἐχθροὶ καὶ πολέμιοι ἡμῶν
    δέδωκαν μαρτυρίαν τοιαύτην, πάνυ ἐστὶν ἀληθέστατον
    τὸ θαῦμα τῆς Παναγίας. Ἔλεγεν γὰρ Μηρσαΐτης καὶ
    πατριάρχης τῶν Τούρκων, ὅτι ἡ πόλις ἐπρόκειτο παρ’ (530)
    ἡμῶν αἰχμαλωτισθῆναι, ὡς οἱ σοφοὶ τῆς Περσίας εἰς
    τὸν καιρὸν τοῦ Μωάμεθ ἐψηφοφόρησαν περὶ τούτου, καὶ
    εὗρον ὅτι εἰς τὸ ἔτος καὶ τὸν μῆνα καὶ τὴν ἡμέραν
    ταύτης τῆς ὥρας ἡ πόλις παρ’ ἡμῶν πρόκειται κρατη-

    θῆναι. Καὶ ἔμελλε τοῦτο γενέσθαι κατὰ τὴν δύναμιν (535)
    τῶν ἀστέρων καὶ τὴν τέχνην τῶν ἀστρονόμων».
    24. Ἀμὴ ἡ γυναῖκα ἐκείνη ἡ ὀξέα φοροῦσα καὶ
    περιπατοῦσα τοῦ κάστρου καὶ τῶν προμαχιονίων ἐπάνω
    ἀφόβως τοῦ πολέμου τὴν ὥραν, ἐκείνη ἀντέπραξε τὰς
    δυνάμεις τῶν ἄστρων καὶ τὴν τέχνην τῶν ἀστρολόγων. (540)
    Πλὴν οὐκ ἀπὸ γῆς οὐδὲ ἐξ ἀνθρώπων τὴν δύναμιν εἶχεν,
    ἀλλ’ ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἀοράτου δυνάμεως. Ὁμοίως καὶ τὰ
    στρατεύματα πάντα τῶν Τούρκων ἐσυνεμαρτύρουν ἐνόρ-
    κως τὸν Μηρσαΐτην ἐκεῖνον, καὶ ἐδιηγοῦντο πρὸς πάντας
    ὅτι τοῦ πολέμου τὴν ὥραν, ὅταν μὲ θράσους καὶ ὁρμῆς (545)
    ἀκρατήτου ἔφθασαν εἰς τὰ τείχη τοῦ κάστρου, ἵνα ἀνα-
    βῶσιν ἐπάνω καὶ διώξωσι τοὺς Ῥωμαίους καὶ τὴν πόλιν
    αἰχμαλωτίσουν, τότε εἶδον γυναῖκαν ὀξέα ῥοῦκα φοροῦ-
    σαν καὶ περιπατοῦσαν ἐπάνω τῶν προμαχιονίων τοῦ ἔξω
    κάστρου. Καὶ ταύτην ἰδόντες, σκότος καὶ ζάλη καὶ τρό- (550)
    μος καὶ φόβος ἄφνω εἰς τὰς ψυχὰς εἰσῆλθε τῶν πάντων, @1
    καὶ πρὸς φυγὴν ἔβλεψαν, καὶ εἰς πόλεμον οὐδὲ ὅλως, καὶ
    ἀπὸ δυνάμεώς τε καὶ τέχνης τῆς γυναικὸς γὰρ ἐκείνης
    ἔλαβον τὴν δειλίαν, καὶ ἠλευθερώθη ἡ πόλις.

    25. Ἐγένοντο δὲ ταῦτα κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ ἑξα- (555)
    κισχιλιοστοῦ ἐννακοσιοστοῦ τριακοστοῦ ἔτους, μηνὸς Αὐ-
    γούστου κδʹ, ἡμέρᾳ δευτέρᾳ, ὥρᾳ τῆς ἡμέρας ἑβδόμῃ.
    Καὶ παρὰ μὲν τῶν Τούρκων ἐλαβώθησαν καὶ ἀπέθανον
    ἐπέκεινα μιᾶς χιλιάδος, ἐκ δὲ τῶν ἡμετέρων μετὰ ἀλη-
    θείας ἐλαβώθησαν μὲν ἐλάττονες ἀπὸ ἑκατόν, ἀπέθανον (560)
    δὲ οὐ πλείονες τῶν τριάκοντα. Καὶ χαίρετε, ὦ φίλοι,
    χαίρετε τὸ μὲν τὴν ἐλευθερίαν τῆς πόλεως, τὸ δὲ τῶν
    Ῥωμαίων τὸ γενναῖον καὶ ἀκατάπληκτον, τὸ δὲ τὸ παν-
    θαύμαστον θαῦμα τῆς Παναγίας, καὶ ταύτην ὑμνήσατε,
    δοξολογήσατε, καὶ ὕμνους εὐχαριστηρίους ἀναπέμψατε (565)
    εἰς τὸ μέγιστον ἔργον τῆς ἐλευθερίας, ἧς εὐεργετήθημεν
    παρὰ τῆς ἐνδόξου καὶ ἀειπαρθένου Μητρὸς τοῦ Κυρίου,
    καὶ Θεοῦ, καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτῷ ἡ
    δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν. @1

    Πηγή: TLG, E. Pinto, Giovanni Cananos. L’assedio di Costantinopoli. Messina: Edizioni Dr. Antonino Sfameni, 1977: 53-75.

  30. Ἂν δεχθοῦμε, ὅμως, ὅτι κι ἐμεῖς δὲν ἀλλάξαμε, οὔτε θὰ ἀλλάξουμε, αὐτό, πιθανῶς συνεπάγεται ὂτι εἴτε θὰ εἴμεθα ἐς ἀεὶ δοῦλοί τους, εἴτε ὅτι ὁ μόνος τρόπος νὰ άπαλλαγοῦμε ἀπ` αὐτοὺς εἶναι νὰ τοὺς ἐξολοθρεύσουμε. Τεχνικῶς, τὸ τελευταῖο εἶναι ἐφικτὸν μόνον μὲ ὅπλα μαζικῆς καταστροφῆς. Κάτι ἄλλο, ἀσφαλῶς ἐννοεῖτε, ἀλλὰ δὲν τὸ κατανοῶ. Θὰ μπορούσατε νὰ τὸ θέσετε σαφέστερον ;
    Σᾶς εὐχαριστῶ.

  31. Όχι, η πρότασή μου είναι αποκλειστικά
    πρόταση πολιτισμού. Ας συνοψίσω λοιπόν:

    (…) κἀντεῦθεν ἵνα μὴ τοῖς ἐθνικοῖς
    τούτοις ὀνόμασι περιγράφωνται, τῇ πρεσβυτέρᾳ Ῥώμη ἑτέρα (20)
    νέα ἀντῳκοδόμηται, ἵνα ἐξ οὕτω μεγίστων πόλεων κοινὸν
    ἐχουσῶν τοὔνομα Ῥωμαῖοι πάντες κατονομάζοιντο καὶ ὡς τὸ
    τῆς πίστεως κοινὸν οὕτως ἔχοιεν καὶ τὸ τῆς κλήσεως. καὶ
    ὡς ἐκ Χριστοῦ ταὐτὸ τὸ τιμιώτατον ἔλαχον ὄνομα, οὕτω καὶ
    τὸ ἐθνικὸν αὐτοῖς ἐπηγάγοντο. καὶ πάντα δὲ τὰ ἄλλα (25)
    ὑπῆρχε τούτοις κοινά, ἀρχαὶ νόμοι λόγοι βουλαὶ δικαστήρια,
    αὐτὴ ἡ εὐσέβεια, οὐδὲν ὅτι μὴ κοινὸν Ῥωμαίοις τοῖς πα-
    λαιοτέροις καὶ νεωτέροις. (…)

    A.Heisenberg, Georgii Acropolitae opera, vol. 2. Leipzig: Teubner, 1903 (repr. 1978 (1st edn. corr. P. Wirth)): 30-66.

    Για μένα τα λόγια αυτά του μεγάλου λογοθέτου,
    του Γ. Ακροπολίτη (Βασίλειον της Νίκαιας, επί
    Φραγκοκρατίας) είναι μαγικά. Είναι μια βόμβα
    μεγατόνων, ένα υπερόπλο-απάντηση στο
    < <Στρατηγικό Βάθος>> του Ντα(β)ούτογλου.
    Δεν θα το αναλύσω σήμερα αυτό, αλλά
    τα κείμενα μιλούν από μόνα τους. Οι
    Οθωμανοί κακομεταχειρίστηκαν τα μιλετια,
    στην “χρυσή” τους εποχή. Εξισλαμίσανε,
    καταπιέσανε, μακελέψανε. Δεν κατάφεραν
    ποτέ όμως να τα ενώσουνε μεταξύ τους.
    Κάτι που πάντα πετύχαινε η Ρωμανία:
    δεν είναι τυχαίο ότι η Μακεδονία εποικίστηκε
    από Αρμενίους (ο Βασίλειος ο Μακεδών ήταν
    αρμένης τη καταγωγή!), οι οποίοι γίνανε
    Ρωμαίοι, μια για πάντα: αφομοιώθηκαν.
    Αυτό ΔΕΝ συνέβει ΠΟΤΕ όπου κυριάρχησαν
    Τούρκοι.

    Γι’ αυτό και το < <Δόγμα Ντα(β)ούτογλου>>
    δεν στηρίζεται σε αληθινά γεγονότα, αλλά
    σε μια εικονική πραγματικότητα. Ένα
    όμως όραμα Ρωμανίας, είναι, όπως ανέφερα
    και παραπάνω, βόμβα νετρωνίου…

    Σωτηρία θα ‘ναι να μάθει ο κόσμος,
    και ειδικά οι νέες γενεές, ότι δεν υπήρξε ποτέ
    “βυζαντινή” αυτοκρατορία. Ότι υπήρξε
    Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, μέχρι το 1453.
    Ότι μέχρι και ο Κωνσταντίνος XI Παλαιολόγος υπέγραφε:

    Κωνσταντῖνος ἐν Χριστῷ τῷ θεῷ πιστὸς βασιλεὺς καὶ αὐτο-
    κράτωρ Ῥωμαίων ὁ Παλαιολόγος.

    Να μάθουνε οι νέες γενεές ότι ο προσδιορισμός
    “Ρωμαίος” δεν υποδηλώνει δουλεία, αλλά
    ελευθερία, ανδρεία, περηφάνεια.

    Να μάθουνε οι νεοέλληνες
    ότι οι άνθρωποι τότε δεν ήτανε θρησκόληπτοι
    (όχι πιο θρησκόληπτοι τουλάχιστον από τους
    εθνικούς, από τον αρχαίο κόσμο, που ζούσε
    μέσα στον φόβο και στις προκαταλήψεις), και ότι
    οι νέοι ερωτεύονταν και τότε. Και οι ποιητές
    εξυμνούσανε τον έρωτα στα ποιήματά τους:

    ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ (1t)
    ΕΡΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΗ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΟΥ (2t)
    ΘΑΥΜΑΣΤΟΥ ΚΑΙ ΚΟΡΗΣ (3t)
    ΜΑΡΓΑΡΩΝΗΣ (4t)

    Καὶ πῶς νὰ γράψω τὴν ἀρχήν, πῶς νὰ τὴν τελειώσω; (3)
    ἀφήγησιν πανέμορφην, ἐρωτικήν, μεγάλην·

    (…)

    ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ ΕΡΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΗ ΦΛΩΡΙΟΥ ΤΟΥ (1t)
    ΠΑΝΕΥΤΥΧΟΥΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗΣ ΠΛΑΤΖΙΑ ΦΛΩΡΑΣ (2t)

    Εἷς καβελλάρης εὐγενὴς ὁρμώμενος ἐκ Ρώμης (1)
    ἀνδρεῖος, καλοπρόσωπος, ἐν παλαιοῖς τοῖς χρόνοις
    ἔσχε παρθένον σύζυγον, πλὴν ἐξ αὐτῆς τῆς κόρης
    τέκνον οὐδὲν ἐποίησεν κ’ ἐτρώθηκεν τῇ λύπῃ.
    Ὑπῆρχε γὰρ εὐγενική, τὸ εἶδος κρυσταλλόχροια, (5)
    ἐξαίρετος εἰς ἡλικιάν, πλὴν ἦτον ὡραιωμένη.
    Εἰς ἡλικιὰν κυπάρισσος, σελήνη εἰς τὴν ὄψιν,
    ὁ κύκλος τοῦ προσώπου της τὸν ἥλιον ἀντηύγει·
    τὸ κάλλος της τὸ ἔμορφον φλόγα νὰ παρασταίνῃ.

    (…)

    < ΒΕΛΘΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΧΡΥΣΑΝΤΖΑ> (1t)
    Διήγησις ἐξαίρετος Βελθάνδρου τοῦ Ῥωμαίου· ὅς, διὰ θλίψιν, ἣν (1n)
    εἶχεν ἐκ πατρὸς αὐτοῦ, ἀπεξενώθην, ἔφυγεν ἐκ τῆς γονικῆς του (2n)
    χώρας καὶ πάλιν ἐπανέστρεψεν, ἔλαβε δὲ Χρυσάντζα, θυγατέρα (3n)
    ῥηγὸς τῆς μεγάλης Ἀντιοχείας, πλὴν κρυφίως πατρὸς καὶ μητρὸς (4n)
    αὐτῆς. (5n)

    Δεῦτε, προσκαρτερήσατε μικρόν, ὡραῖοι πάντες, (1)
    θέλω σᾶς ἀφηγήσασθαι λόγους ὡραιοτάτους,
    ὑπόθεσιν παράξενην, πολλὰ παρηλ< λ>αγμένην·
    ὅστις γὰρ θέλει ἐξ αὐτῆς θλιβῆν τε καὶ χαρῆναι,
    καὶ να θαυμάσῃ{ς} ὑπόθεσιν τῆς τόλμης καὶ ἀνδρείας.

    (…)

    Όταν καταλάβουμε ότι είμαστε και (Ορθόδοξοι-) Λατίνοι,
    και Αρμένιοι, και Πέρσες, και Αιγύπτιοι, και Έλληνες,
    και Σκύθες…και ρέει και αλβανιτικό αίμα στις φλέβες
    μας, και βλαχικό, και σλαυικό, διότι

    καὶ τοῦτο ἦν τὸ μέγα περὶ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους
    μυστήριον, ἵνα συνάψῃ τὰ πάντα ἐν ἑαυτῷ καὶ εἰς ὁμο-
    φροσύνην συνάξῃ τῆς πίστεως, ὅπερ, κατὰ τὸν μέγαν Παῦλον,
    οὐχ Ἕλλην οὐ βάρβαρος οὐ Σκύθης οὐκ Ἰουδαῖος οὐδ’
    ἄλλο τι τῶν ἐθνικῶν ὀνομάτων παρείληπται, ἀλλὰ μόνον (10)
    καὶ ὅλον Χριστὸς αὐτοῖς τὸ ἐπίσημον

    διότι είμαστε Ρωμαίοι…εδώ και αιώνες…διότι…έτσι
    το διάλεξαν οι πρόγονοί μας.

    Μόνο εκείνη την στιγμή, όταν έρθει και αν έρθει
    ποτέ, θα έχουμε μια πρόταση πολιτισμού. Μόνον
    αν δηλαδή συνεχίσουμε απ’ εκεί που σταματήσαμε,
    κάπου στο ’22, όπου ξεριζωθήκανε και οι τελευταίες
    εστίες Ρωμαιοσύνης (έμεινε μόνο η επιγραφή
    ΡΩΜΑΙΩΝ ΣΧΟΛΗ, στην Τραπεζούντα, να θυμίζει
    ότι εκείνο το σχολείο έβγαλε ο προπαπούς μου, όχι
    κάποια “σχολή γραικών”…).

    Για κάποιους αυτά όλα ακούγονται γραφικά:
    αν έχουνε να προτείνουνε άλλη λύση, είμαστε
    όλοι αυτιά…διότι προς το παρόν οι “διανοούμενοι”,
    που εμφανίζονται συχνά-πυκνά σε μπλογκ με
    δημοσιεύσεις, πλέκουνε το εγκώμιο του “Ελληνισμού”,
    και ναρκισσεύονται ως γνήσιοι απόγονοι του
    Περικλή…

    ~~~

    Η λύση που προτείνω είναι μια αναβάπτιση
    στην Ρωμαιοσύνη. Θα είμαστε ακατανίκητοι εκείνη
    την ημέρα που θα αποκτήσουμε Παιδεία
    ρωμέικη. Δεν σας κάνει αίσθηση ότι
    οι κρατούντες (πολιτικοί, μιντια κλπ)
    προβάλλουνε τον Κοραή και τον ευρωπαϊκό
    Διαφωτισμό ως το φως εκ φωτών, ενώ
    την Ρωμηοσύνη ως το απόλυτο σκοτάδι;!

    Χωρίς να χρειαζόμαστε ισχυρούς
    στρατούς, μπορούμε να αναγεννηθούμε…δεν
    βλέπετε τους απανταχού Εβραίους;
    Την δύναμή τους; Ξεχάστε το σύγχρονο
    Κράτος του Ισραήλ. Δείτε τις εβραϊκές
    κοινότητες…κάποτε έτσι ήμαστε κι εμείς,
    μέσα στην τουρκοκρατία, και ήμαστε περήφανοι,
    και πιο ελεύθεροι απ’ ότι είμαστε τώρα.
    Να μην παρεξηγηθώ: με τίποτα δεν εννοώ
    ότι ήταν καλά που ‘μασταν κάτω από
    οθωμανική κυριαρχία. Αλλά το σύχρονο
    Κράτος μας μας έχει εγκλωβίσει, βρισκόμαστε
    σε ένα τρομερό αδιέξοδο ως “Έλληνες” (για
    εσωτερική κατανάλωση), ως Γραικοί (για τον
    ανεπτυγμένο κόσμο!).

    Θερμές Ευχές, -να με συγχωρείτε για την προχειρότητα
    του μηνύματος, αλλά σας απαντώ άγρια χαράματα,
    μετά από εξαντλητική μέρα!-

  32. Εμ, ἅμα εἶναι πολιτιστικὸ τὸ ὄραμα, γιατὶ νὰ ἐξαιρέσουμε τοὺς Τούρκους ; Βιολογικῶς, γενετικῶς εἶναι οἱ ἴδιοι πληθυσμοὶ τῆς παλαιᾶς Ρωμανίας. Ἐγκυκλοπαιδικῶς, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ στρατὸς τοῦ Μωάμεθ τοῦ Πορθητοῦ ἦταν κατὰ πλειοψηφίαν χριστιανικός ; Καὶ ὂτι οἱ διοικητὲς τῆς φρουρᾶς τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὴν Ἅλωση ἦταν ὅλοι, πλὴν ἑνὸς, Λατῖνοι ;

  33. Έχω σχηματίσει την εντύπωσιν ότι η όλη συζήτησις είναι σχεδόν άνευ αντικειμένου. Ο κ. Κυριάκος Παπαδόπουλος έχει αναρτήσει γιγαντιαία άρθρα, βασιζόμενος κυρίως εις τον Ακροπολίτην, προκειμένου να μας πείσει ότι είμεθα Ρωμαίοι, και καταλήγει εις μίαν επιγραφικήν πρότασιν: “Πρότασις Πολιτισμού”. Ήγουν, τουτέστιν, δηλαδή, με άλλους λόγους, ήτοι; Τι ΑΚΡΙΒΩΣ σημαίνει αυτό; Θα αλλάξωμεν το όνομα της χώρας; Θα αποφασίσωμεν ότι δεν είμεθα Έλληνες αλλά πολυφυλετικόν συνοθύλλευμα, αγνώστου ταυτότητος υπό χριστιανικήν σημαίαν; Προσωπικώς δεν αισθάνομαι καθόλου εγκλωβισμένος και εις αδιέξοδον ως Έλλην, απ’ εναντίας, έχω καθίσει ΥΠΕΡΗΦΑΝΩΣ εις διεθνείς συσκέψεις, με πινακίδιον έμπροσθέν μου επί ου αναγράφεται “HELLAS”, και έκανα το παν προκειμένου να ανταποκριθώ επαξίως εις την τιμήν την οποίαν μου επεριποίησε η χώρα μου, η ΕΛΛΑΣ, να την εκπροσωπήσω.
    Ο ρωμαίος, ουχί Έλλην, αυτοκράτωρ Καρακάλλας, εξέδωσε, το 212, το έδικτον Cοnstitutio Antoniniana, διά φορολογικούς και επιστρατευτικούς λόγους, ονομάζων όλους του ελευθέρους κατοίκους των περιοχών υπό ρωμαϊκήν δικαιοδοσίαν, “ρωμαίους πολίτας”, ουχί Ρωμαίους. Ο Καρκάλλας, ων έξυπνος άνθρωπος, εγνώριζε ότι δύναται τις να απονείμη δι’ εδίκτου μόνον πολιτικήν ιδότητα και ουχί εθνικήν. Ως παρουσιάζετε τα πράγματα, οι Έλληνες, μετά το σχετικόν έδικτον, απεφάσισαν να αυτοκαταργηθούν ως έθνος, ενεστερνίσθησαν την ρωμαϊκήν ταυτότητα, απεμπόλησαν τα μέχρι τότε ήθη και έθιμά των και τα αντικατέστησαν με ρωμαϊκά. Μήπως είσθε εις θέσιν να με παραπέμψετε εις υιοθέτησιν ρωμαϊκών εθίμων εν Ελλάδι μετά το 212; Ασφαλώς αναφέρομαι προ της επικρατήσεως του Χριστιανισμού. Μήπως πιστεύετε ότι η μεταστροφή των Ελλήνων εις τον Χριστιανισμόν κατέλυσε την εθνικήν των ταυτότητα και την αντικατέστησε διά της ρωμαϊκής; Υπό αυτήν την έννοιαν οι Κινέζοι ότε μετεστράφησαν εις τον Βουδδισμόν έπαυσαν να είναι Κινέζοι; Ακόμη και αργότερον, ότε η Κίνα απέκτησε μογγολικήν δυναστείαν οι Κινέζοι έπαυσαν να είναι Κινέζοι; Το αυτόν και υπό κομμουνιστικόν καθεστώς; Κάθε νέα θρησκεία προκειμένου να επικρατήση πρέπει να εξαλείψη προϋπάρχοντα στοιχεία που την αντιστρατεύονται. Ο Χριστιανισμός, εν αρχή, ήτο θρησκεία υιοθετηθείσα υπό των λαϊκοτέρων στρωμάτων του πληθυσμού της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και εξέφραζε εν πολλοίς αντιρωμαϊκόν αίσθημα. Εν συνεχεία, ο Χριστιανισμός, εξελιχθείς εις απολύτως δογματικήν θρησκείαν λόγω της Εβραϊκής καταγωγής του, αλλά και λόγω των αυτοκρατορικών αναγκών (Μέγας Κων/νος, συμπαγείς θρησκευτικώς στρατοί) αντελήφθη ότι ο μείζων αντίπαλος του ήτο ο ελληνικός τρόπος του σκέπτεσθαι και εντεύθεν τα βέλη κατά των “Ελλήνων”, των τελευταίων νοουμένων ως ειδωλολατρών, και ουχί ως εχόντων την σχετικήν καταγωγήν. Ειρήσθω εν παρόδω, ο Χριστιανισμός ήτο εξαιρετικώς τυχηρός καθότι υιοθετήθη υπό των Ελλήνων, άλλως θα είχε μείνει απλή υποπαράγραφος εις τα βιβλία θρησκευτικής ιστορίας. Δηλονότι ο Χριστιανσιμός είναι αυτός όστις προσηρμόσθη εις τας ελληνικάς πεποιθήσεις (Άγιοι, ως κληρονόμοι του πολυθεϊσμού κτλ) παρά το αντίθετον. Η αλλαγή της θρησκευτικής πίστεως δεν εντέλεται την αλλαγήν της εθνικής ταυτότητος. Εξαίρεσιν αποτελεί το Ισλάμ το οποίον δεν είναι απλώς θρησκεία αλλά και πολτική επιταγή. Ο Χριστιανισμός δεν επέφερε αλλαγήν εις την πολιτικήν κατάστασιν της αυτοκρατορίας. Αναμφισβητήτως ο Ακροπολίτης, τα μένεα πνέων κατά των Λατίνων (ο διαχωρισμός Φράγκων και Λατίνων είναι άλλο θέμα προς εξέτασιν) διά την άλωσιν του 1204 εστερείτο των αναγκαίων γνώσεων προς διάγνωσιν της εθνικής του ταυτότητος. Απλώς προσπαθεί να διαχωρίση την θέσιν των ορθοδόξων, κατ’ αυτόν, Ρωμαίων, από τους Λατίνους.
    Έστω και ταχεία ανάγνωσις της Ιστορίας καταδεικνύει ότι το “όμαιμον” της κλασικής Ελλάδος εν τινι μέτρω εξηφανίσθη κατά την Ελληνιστικήν εποχήν λόγω της διασποράς των Ελλήνων και των επιγαμιών. Το αυτόν ισχύει εν πολλοίς και δι’ όλους τους λαούς οίτινες κατώκησαν, και ουχί επέδραμον (π.χ. Μογγόλοι), εις τον κόσμον. Είναι αστείον να ομιλούμεν περί απολύτου φυλετικής καθαρότητος, αυτά ανήκουν εις την σφαίραν του γνωστού Αδόλφου μετά του ομοίως γελοίου ψηκτροειδούς μύστακος.
    Τι απομένει; Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ενός εκάστου να μετέχει εις την εθνικήν ταυτότητα της επιλογής του.
    Δεν αντιλαμβάνομαι διατί εάν μετονωμασθώμεν εις Ρωμαίους θα αντικρούσομεν τον κ. Νταβούτογλου. Ο εν λόγω ενυπνιάζεται ανασύστασιν της Οθωμανικής αυτοκρατορίας υπό την σημαίαν του Τουρκισμού, όπερ οξύμωρον. Επιδίδεται δε εις προσπάθειαν προστασίας των ομοδόξων του εις τα Βαλκάνια-αν όχι παγκοσμίως-υπό της Τουρκίας κατά κακήν απομίμησιν των Γάλλων και των Ρώσσων ως προς τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

  34. Ρωμαιολατρία και στο βάθος «φακιόλιον»

    Μετά τη σφοδρή επίθεση που εξαπέλυσε ο κ. Κυριάκος Παπαδόπουλος την 3/5/2011 εναντίον του άρθρου μου και, εμμέσως, εναντίον εμού προσωπικά, περίμενα κάμποσα Σαββατοκύριακα με κομμένη ανάσα την απάντησή του που επιτέλους θα με έβαζε στη θέση μου. Μια «στοιχειοθετημένη απάντηση», κατά τα λεγόμενά του, «από πρωτεύουσες (και όχι δευτερεύουσες […] ) πηγές», η οποία επιτέλους θα διόρθωνε τις «ανακρίβειες και τα εκκωφαντικά λάθη, σε όλα τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται, και στις τέσσερις ενότητες του κειμένου» μου. Και η οποία θα αναδείκνυε «τα επικίνδυνα υπεραπλουστευμένα σχόλια» που περιέχονται σ’ αυτό. Δυστυχώς, η απάντηση αργούσε και εγώ κουράστηκα να περιμένω. Έχουμε, λοιπόν, και λέμε.
    Η επιτυχία και η πρωτοτυπία του κ. Κ.Π. είναι ότι, με έναν απλό ελιγμό, καταλήγει εκεί, όπου κάποιοι άλλοι, ξεκινώντας από διαφορετική αφετηρία, τρέχουν και δε φτάνουν. Για σκεφτείτε λίγο. Τα «ορφανά του Φαλμεράγιερ» να έχουν βρει έναν στοργικό θετό πατερούλη που ξοδεύει τα μαλλιά της κεφαλής του για το ξαναγράψιμο της ιστορίας των βαλκανικών λαών «αλα σκοπιανο-τούρκα». Και, κατά τρόπο μα-γικό, αυτά όλα να πηγαίνουν στράφι με μια κίνηση «ματ» στην ιστοριογραφική σκακιέρα. Αντί να εκδίδουμε βιβλία και να περιμένουμε να οργανωθούν εκπομπές παραχάραξης της ιστορικής μνήμης των Ελλήνων, οι οποίες τελικά εξαγριώνουν τους τη-λεθεατές και τους συσπειρώνουν εναντίον των εμπνευστών του εγχειρήματος, μήπως θα ήταν προτιμότερο να χρυσώσουμε το χάπι στους ανύποπτους Έλληνες γεμίζοντάς τους ανέξοδα το κεφάλι με εθνική μεγαλομανία; Μήπως θα ήταν περισσότερο πρακτικό να τους κάναμε πλύση εγκεφάλου ότι τάχα είναι συνεχιστές του Μάρκου Πόρκιου Κάτωνα, των Σκιπιώνων, του Ιούλιου Καίσαρα, του Κικέρωνα, και του Μάρκου Αυρηλίου; Μήπως, τελικά, να τους φέρουμε στο σημείο να πιστέψουν πως η ταυτότητά τους είναι σαφώς ρωμαϊκή και δεν έχει τίποτα το ελληνικό; Ιδού ο ιδιοφυής ελιγμός. Αυτό, ναι, θα ήταν μια αποτελεσματική «τελική λύση».
    Μα, θα μου πείτε, η λατινική ήταν σχεδόν ακατανόητη στη Βυζαντινή ανατολή από την εποχή κιόλας των «Νεαρών» (6. αιώνας μ.Χ). Ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του Βυζαντινού Μεσαίωνα η Ελλάδα και οι Έλληνες ονομάζονταν, αντίστοιχα, σε Βορρά, Νότο, Ανατολή και Δύση, «Γραικία» (Graecia=Ελλάδα) και «Γραικοί» (Graeci=΄Ελληνες) — και τέρμα οι ανάξιες διαψεύσεως κουτοπονηρίες με τις δήθεν «δογματικές» και όχι εθνολογικές υποδηλώσεις των όρων αυτών, γιατί ο «ρωμανιδισμός» περιμένει στη γωνία…. Ότι η «ρωμαϊκότητα» ήταν απλώς μια μακρινή πολιτειακή ανάμνηση χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα, δηλαδή χωρίς γλωσσικό, γραμματειακό και πολιτιστικό περιεχόμενο. Ότι αυτά όλα, επιπλέον, ίσχυαν σε μια εδαφικά συρρικνωμένη αυτοκρατορία, η οποία διαρκώς περιοριζόταν στις προαιώνιες ελληνι-κές εστίες. Kαι ότι στις εστίες αυτές τον τόνο τον έδιναν κατά καιρούς, ο Λέων ο Μαθηματικός, ο Μιχαήλ Ψελλός, η Άννα η Κομνηνή, ο Νικήτας Χωνιάτης, ο Νικόλαος Καβάσιλας, ο Νικηφόρος Βλεμμύδης, ο Ιωάννης Δούκας Βατάτζης, ο Θεόδωρος Λάσκαρης, ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων, ο Ιωάννης Αργυρόπουλος και πολλοί άλλοι, όλοι σημαιοφόροι –ανάθεμά τους!– της ελληνικής συνείδησης, που ολοένα και περισσότερο κυριαρχούσε.
    Αυτά όλα είναι κραυγαλέες αλήθειες, όπως αλήθεια κραυγαλέα είναι και ο κίνδυνος της «γραφικότητας», που ελλοχεύει για τους όψιμους ρωμαιολάτρες. Τότε, προς τι η επιμονή τους; Cui prodest? – ΠΟΙΟΝ ΣΥΜΦΕΡΕΙ, όπως θα έλεγε ο «πρόγονός» τους ο Σενέκας, να απεμπολήσουμε ως λαός την ελληνική μας ταυτότητα; ΠΟΙΟΝ ΣΥΜΦΕΡΕΙ χωρίς ιστορικές ρίζες, χωρίς εθνολογικό έρμα, χωρίς πολιτιστικά ερείσματα και χωρίς ιδιοπροσωπία να προσκολληθούμε εμείς οι Έλληνες (συγγνώμη, εμείς οι «Ρωμαίοι»!) σε «ένα πουκάμισο αδειανό», δηλαδή στην κατά φαντασίαν ρωμαϊκή μας ιδιότητα, και μέσα στην κοσμοχαλασιά της παγκοσμιοποίησης να το ανεμίζουμε σε ανατολή και δύση προς γενική θυμηδία; Εκτός αν πιστεύουν σοβαρά οι ρωμαιολάτρες μας ότι έτσι θα υποχρεώσουμε τον «Αγαρηνό» να αποσυρθεί ως την «Κόκκινη Μηλιά» και να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη. Προσωπικά, το βρίσκω μάλλον «χλωμό».
    Εκείνο που εντυπωσιάζει από την πρώτη στιγμή είναι το ότι ο κ. Κ.Π. ευθυγραμμίζεται απολύτως με «τις ίδιες τις πρωτότυπες πηγές (ρωμαϊκές, φραγκικές, τουρκικές και σλάβικες)». Και, βέβαια, με τους «ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ». Εδώ, ασφαλώς, θα αναρωτηθεί κανείς: Και ο J. B. Bury, ο Ostrogorsky, ο Diehl, οι N. H. Baynes – H.St.L.B. Moss, ο Karl Roth, ο St. Runciman, , ο Sture Linner, ο Douglas Dakin, η Αρβελέρ, ο Σβορώνος και τόσοι άλλοι, που επιβεβαιώνουν και δι-ακηρύσσουν «εν χορώ» την ελληνικότητα του Βυζαντίου; Τι γίνεται με όλους αυτούς; Αυτοί όλοι, θα μας πουν οι ρωμαιολάτρες, είναι για πέταμα. Όσοι τους εμπιστεύονται, όπως η ταπεινότητά μου, είναι «φανατίκλες» (sic), που «έχουνε πουλήσει και την ψυχή τους στον εξ’ από ‘δω, για να βρούνε ακόμα και ψευδεπίγραφες πηγές» (sic). Ενώ οι «πρωτότυπες πηγές» του κ. Κ.Π. –-α, όλα κι όλα!– είναι υπεράνω πάσης υποψίας… Αλήθεια, ποιος θα μπορούσε να είναι περισσότερο αντικειμενικός, περισσότερο απροκατάληπτος, περισσότερο αμερόληπτος και, τελικά. περισσότερο αξιόπιστος από τους «ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ» σε θέματα ελληνικότητας του Βυζα-ντίου, ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού και επανασύνδεσης της νεοελληνικής συνείδησης με την κλασική αρχαιότητα; Κανένας απολύτως!
    Έτσι φτάνουμε στο κέντρο του προβλήματος. Δεδομένου ότι: α) Ο «de facto» (και συγκεκριμένα με τη βία των όπλων) «διάδοχος» της (κενής περιεχομένου) ρωμαϊκής πολιτειακής παράδοσης είναι ο Τούρκος πορθητής και β) το κράτος που κατα-λύθηκε ήταν στην ουσία ελληνικό και αυτοί που κατακτήθηκαν ήταν -–γλωσσικά, πολιτιστικά και συνειδησιακά— Έλληνες, τότε το να ισχυριζόμαστε ότι εμείς δεν είμαστε Έλληνες αλλά Ρωμαίοι δε σημαίνει ασφαλώς ότι αποκτούμε αυτομάτως κάτι από το κύρος, τη μεγαλοπρέπεια και την «αρχοντιά» των αρχαίων συγκλητικών. «Μάταιες ελπίδες τέτοιες μη καταδεχτείς», που λέει και ο ποιητής. Σημαίνει, απλούστατα, ότι: α) Εξυπηρετούμε την τουρκική προπαγάνδα που με τους «ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ της» προωθεί την «άποψη ότι στην Πόλη του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου δεν ζούσαν αρχαίοι Έλληνες/απόγονοι αρχαίων Ελλήνων, αλλά Ρωμαίοι υπήκοοι, τα α-πομεινάρια μιας πάλαι (ποτέ) κραταιάς Αυτοκρατορίας», όπως λέει και ο κ. Κ.Π., β) ομολογούμε προς άφατη αγαλλίαση των εχθρών μας πως η ελληνικότητά μας ως λαού είναι μια ιδεολογική, διπλωματική και πολιτειακή κατασκευή, μια λαθροχειρία βασισμένη σε πλαστογράφηση της ιστορικής αλήθειας και τίποτα περισσότερο και γ) δεχόμαστε μοιρολατρικά ότι σε εμάς, τα ιστορικώς μετέωρα, πλέον, ρωμαϊκά «απομεινάρια», σε εμάς τους αυτοπροσδιοριζόμενους ως «Ρωμαίους», για τους οποίους, όμως, η «Παλαιά Ρώμη» είναι ανύπαρκτη και η «Νέα Ρώμη» χαμένη, δεν απομένει παρά ένα και μόνο: να απεμπολήσουμε αργά ή γρήγορα την ψευδεπίγραφη κρατική μας οντότητα και να ενσωματωθούμε στη θετή μας –-μετά την Άλωση– «Μητέρα Τουρκία», που έχει ανοίξει τη στοργική αγκαλιά της και μας περιμένει ανυπόμονα. Το CUI PRODEST ? (ποιον συμφέρει;) παίρνει επιτέλους τη σωστή απάντηση…
    Γνώρισα και θαύμασα τους Ρωμαίους, αυτούς τους λαμπρούς μαθητές των Ελλήνων, μέσα από τη γραμματεία τους. Και δε θα ξεχάσω ποτέ τη φράση του Κικέρωνα «Graeca leguntur in omnibus fere gentibus» (σε ελεύθερη απόδοση: τα ελληνικά γράμματα διαβάζονται από όλους σχεδόν τους λαούς). Αν σήμερα ο Κικέρων μάς άκουγε να συζητούμε στα σοβαρά την απεμπόληση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς μας, την οποία οι πάντες εξυμνούν και εξαιτίας της οποίας οι πάντες μας ζηλεύουν (το πόσο η κληρονομιά μας αυτή ενοχλεί τους φίλους μας τους Τούρκους δε λέ-γεται!), θα μας απέδιδε για μια ακόμη φορά και με βαθιά περιφρόνηση την προσωνυ-μία «Graeculi», δηλαδή Γραικύλοι. Εξάλλου, δεν μπορεί κανείς να ξεχάσει τη φράση του Ευσεβίου, του επισκόπου Καισαρείας επί Μεγάλου Κωνσταντίνου: «Μόνη γαρ η Ελλάς αψευδώς ανθρωπογονεί ‘φυτόν ουράνιον’ και βλάστημα θείον ηκριβωμένον, λογισμόν αποτίκτουσα οικειούμενον επιστήμηι» («Ευαγγελική Προπαρασκευή», βιβλ. 8, κεφ. 14, παράγρ. 66, στ. 6-8). Κυρίως, όμως, δεν ξεχνάμε ποτέ τη χιλιετή μεσαιωνική ιστορία μας, από την οποία εκπηγάζει η ελληνορθόδοξη ταυτότητά μας και μέσα από την οποία μπορούμε να αναχθούμε ως την προχριστιανική ελληνική μας αρχαιότητα. Αυτή η διαχρονική Ελλάδα ΖΕΙ ΔΙΑΡΚΩΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΤΗ ΧΑΡΙΖΟΥΜΕ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ.
    Το συμπέρασμα είναι απλό: αν σε κείμενα σαν το δικό μου, τα οποία, επικαλούμενα την ιστορική αλήθεια, εναντιώνονται σθεναρά στην προοπτική να δούμε μια μέρα στην Ακρόπολη «φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων», κατά την έκφραση του Λουκά Νοταρά, «κρύβεται το αίτιο του αδιεξόδου για το Γένος μας», όπως μου καταμαρτυρεί ο κ. Κ.Π., τότε όχι μόνο αποδέχομαι την κατηγορία, αλλά και τη θεωρώ εξαιρετικά τιμητική. Αντίθετα, ο κ. Κ.Π. και οι ομοϊδεάτες του, που διατείνονται πως «ή θα αναστηθούμε σαν Γένος και θα αναβαπτιστούμε στην ρωμαϊκή μας ταυτότητα, ή θα χαθούμε μια και καλή», ας προσέξουν πολύ, γιατί με τη σχεδόν αυτιστική ρωμαιολατρία τους κουβαλούν άφθονο νερό στο μύλο του οθωμανικού επεκτατισμού. Ακούσια και ανεπίγνωστα, θέλω να πιστεύω…
    ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

  35. Κύριε Κατσιμάνη,

    Επώνυμα σας έγραψα, και καταλήγω εντέλη ότι δεν
    άξιζε να αφιερώσω από τον πολύτιμο χρόνο μου,
    για να σχολιάσω στο ανεπίπεδο και πολύ φτωχό
    σε στοιχεία άρθρο σας. Είστε εμπαθής, ανήκετε
    σε μια παλιά Σχολή, με ιδεολογήματα που έχουνε
    σκουριάσει, και θα τα εξαφανήσει ο χρόνος.

    Κάποιοι φίλοι μου μ’ ένημέρωσαν ότι “υπήρξε
    επιθετική απάντηση του κ. Κατσιμάνη, που με
    αναφέρει”, και μόλις την διάβασα.

    Μόλις πάτησα τα 30, κι επειδή γνωρίζω κάποια
    πράγματα για εσάς και για την γενεά σας, θα
    σας γράψω χωρίς να μασάω τα λόγια μου:

    ΕΣΕΙΣ μας καταστρέψατε.

    ΕΣΕΙΣ τα παλιά και κολλημένα μυαλά.

    Αυτή την στιγμή ζω και εργάζομαι στο
    εξωτερικό, και ομολογώ πως θεωρείται
    ντροπή να λέγεσαι “Greek”…

    Με αποκαλέσατε, άμεσα, νεο-οθωμανό.

    Είστε για κλάματα…

    Να την χαίρεστε την “διαχρονική”
    “Ελλάδα σας”.

    Να παραμείνετε γραικύλος. Αν και
    ακόμα δεν μας έχετε αποδείξει γιατί
    από τον 2ο αιώνα π.Χ., μέχρι τα χρόνια
    της Άλωσης, διαμορφώνεται το Γένος
    των Ρωμαίων, όπου δέχεται στις αγκάλες
    του ένα σωρό λαούς…για ποιό “Ελληνισμό”
    μας μιλάτε, την στιγμή όπου η Μακεδονία
    επικοίστηκε από Αρμένους, και Αρμένιος
    υπήρξε και ο Βασίλειος ο Μακεδών, και τόσοι
    άλλοι αυτοκράτορες…μέχρι και αυτοκράτορες
    χαζαρικής καταγωγής είχαμε…

    Ποιός είστε εσείς που θα μας επιβάλλετε
    την Καρλομάγνεια, την Πληθωνική και Κοραϊκή
    Γραικοσύνη σας; Και μάλιστα με το ζόρι…

    Θα είστε πάντα μόνος: απομονωμένος
    από την ίδια την Ιστορία, από τις
    ίδιες τις πηγές, από τα ίδια τα
    μνημεία, που έχουνε απομείνει, από
    την γνήσια παράδοσή μας.

    Γράψατε πως αναφέρθηκα μόνο στο
    Ακροπολίτη…φαίνεται η ηλικία σας
    σας, και το σέβομαι, σας κάνει να
    ξεχνάτε αυτά που διαβάζετε: αναφέρθηκα
    στην Νίκαια, διότι κάποια τοποθετούν
    εκεί την “απαρχή του νεο-ελληνισμού”,
    κι εξήγησα ότι αυτό το ρεύμα ξεκινά
    στα χρόνια της Άλωσης, από τους
    μαθητές του Γ. Γεμιστού. Όμως αναφέρθηκα
    και σε πολλούς άλλους, από τον 11ο αιώνα
    και μετά, διότι κάποιος φίλος (παραπάνω)
    αναφέρθηκε ότι απ’ εκείνον τον αιώνα
    “εξελληνίζεται” αυτοκρατορία.

    Επειδή είστε πραγματικά αξιοθρήνητος
    (ερείπιο μιας γενεάς που πέταξε στην
    γέενα και αχρήστεψε την δικιά μας γενεά…)
    σταματώ εδώ.

    Θα ξεχαστείτε γρήγορα, θα σας θάψει
    η ίδια η Ιστορία.

    Εμείς όπου να ‘ναι θα την κάνουμε
    την επανάστασή μας: θα δείτε ότι
    σε λίγα χρόνια θα καταργείται ο
    όρος “βυζάντιο” από την ακαδημαϊκή
    ζωή, και την θέση του θα παίρνει
    η Ρωμανία.

    Δεν έχετε ούτε τις στοιχειώδες γνώσεις για να
    τοποθετήστε επί του θέματος. Είμαι βέβαιος ότι
    η τελευταία φορά που πήγατε (αν πήγατε ποτέ…)
    σε συνέδριο ήταν στα νειάτα σας, και η τελευταία
    φορά που διασταυρώσατε πηγές ήταν πριν δεκαετίας…

    Θα σας στενοχωρήσω πολύ, αλλά οι μυθοπλασίες
    σας δεν περνούν πια: πλαστό το Chronicon Maius
    (που το ανέφερα παραπάνω) του (ψευδο-)Σφραντζή,
    πλαστός ο < <τελευταίος λόγος>> του Κων. Παλαιολόγου,
    πλαστό το κείμενο του Ι. Γ’ Δούκα, πλαστά και
    πολλά άλλα κείμενα του Μεσαίωνα…έχετε χάσει
    πάρα πολλές φάσεις.

    Είστε αξιοθρήνητος…θα σας έδινα πηγές, αλλά
    δεν αξίζει να χάσω παραπάνω χρόνο: θα σας επικολλήσω
    παρακάτω μόνο μερικές, μήπως και νικήσετε τον εγωισμό
    σας, και ξυπνήσετε από τον λήθαργό σας (θεωρώ
    δεδομένο ότι δεν έχετε πρόσβαση στο TLG):

    [1] V. Grecu, Georgios Sphrantzes. Memorii 1401-1477 [Scriptores
    Byzantini 5. Bucharest: Academia Republicae Romanicae, 1966]: 272-278,
    448-454.
    [2] V. Grecu, Georgios Sphrantzes. Memorii 1401-1477 [Scriptores
    Byzantini 5. Bucharest: Academia Republicae Romanicae, 1966]: 2-146.
    (*)
    Research on the sixteenth-century forgery that turned Sphrantzes’
    authentic work, the Chronicon Minus,
    into the celebrated but inauthentic Chronicon Maius through the hand
    of Makarios Melissourgos-
    Melissenos has achieved Homeric proportions. On scholarly efforts to
    find a way through a labyrinth of
    primary, forged, and elaborated sources, see, among others, Jean B.
    Falier-Papadopoulos, “Phrantzès est-il
    réellement l’auteur de la grande chronique qui porte son nom?,” in
    Aktes du IVe Congrès international des
    études byzantines, Bulletin de l’Institut Archéologique Bulgare 19
    (1935): 177-89. Franz Dölger, “Ein
    literarischer und diplomatischer Fälscher des 16. Jahrhunderts:
    Metropolit Makarios von Monembasia,” in
    Otto Glaunig zum 60. Geburtstag, Festangabe aus Wissenschaft und
    Bibliothek (Leipzig, 1936), 25-36, and
    repr. in idem, Byzantinische Diplomatik: 20 Aufsätze zum Urkundenwesen
    der Byzantiner (Ettal, 1956),
    371-83; Raymond-Joseph Loenertz, “Autour du Chronicon Maius attribué à
    Georges Phrantzès,” in
    Miscellanea G. Mercati, Studi e Testi 123 (Vatican City, 1946),
    273-311; Nikolaos B. Tomadakis, Peri;
    JAlwvsew” th'” Kwnstantinoupovlew” (1453) (Athens, 1953; repr. 1993),
    137-66; Vasile Grecu, “Das
    Memoirenwerk des Georgios Sphrantzes,” Actes du XIIe Congrès
    international d’études byzantines 1
    (Belgrade, 1963): 327-41; idem, “Georgios Sphrantzes. Leben und Werk.
    Makarios Melissenos und sein
    Werk. Die Ausgaben,” BS 26 (1965), 62-73; Ioannes K. Khasiotes,
    Makavrio”, Qeovdwro” kai; Nikhfovro”
    oiJ Melisshnoi; (Melissourgoiv) (16o”-17o” aij.) (Thessalonica, 1966);
    Marios Philippides, “The Fall of
    Constantinople: Bishop Leonard and the Greek Accounts,” Greek, Roman
    and Byzantine Studies 22 (1981):
    287-300; idem, “Suvgcrone” [Ereune sta; Keivmena tou’ Sfrantzh`,”
    Parnassov 25 (1983): 94-99; idem,
    “An ‘Unknown’ Source for Book III of the Chronicon Maius by Pseudo-
    Sphrantzes,” BSEB 10 (1983):
    174-83; idem, “Patriarchal Chronicles of the Sixteenth Century,”
    Greek, Roman and Byzantine Studies 25
    (1984): 87-94; E. D. Dzhagatspanian, “Mirovozzrenie Vizantijskogo
    Istorika XÚ v. Georgiq
    Sfrandzi,” Kavkaz i Vizantiq 3 3 (1982): 45-63. In addition, see now
    R. Maisano, “Il manoscritto
    Napoletano II. E. 25 e la storia della tradizione dello pseudo-
    Sfranze,” jItaloellhnika:v Rivista di cultura
    greco-moderna 2 (1989): 103-21; Thierry Ganchou, “Le Mésazon Démétrius
    Paléologue Cantacuzéne a-t-il
    figuré parmi les Défenseurs du Siège de Constantinople (29 Mai
    1453)?,” REB 52 (1994): 245-72, esp.
    245-58; and idem, “Sur quelques Erreurs relatives aux derniers
    Défenseurs grecs de Constantinople en
    1453,” QhsaurivsmataÚ Periodiko;n tou` JEllhnikou` jInstitouvtou
    Buzantinw`n kai; Metabuzantinw`n
    Spoudw`n th`ı Benetivaı 25 (1995): 61-82.
    1. The Fall of the Byzantine Empire: A Chronicle by George Sphrantzes,
    1401-1477. The University of
    Massachusetts Press, Amherst, 1980.
    2. Byzantium, Europe, and the Early Ottoman Sultans: An Anonymous
    Greek Chronicle of the Seventeenth Century
    (Codex Barberinus Graecus 111) [= Late Byzantine and Ottoman Studies
    4]. Translation and Commentary. Aristide D.
    Caratzas Publisher, New Rochelle, 1990.
    3. Emperors, Patriarchs, and Sultans of Constantinople: An Anonymous
    Greek Chronicle of the Sixteenth Century
    (The [Ekqesi” Cronikhv) [= The Archbishop Iakovos Library of
    Ecclesiastical Sources 13]. Greek Text, Translation,
    and Commentary. The Hellenic College Press, Brookline, MA, 1991;
    hardbound and paperback.
    4. Nestor-Iskander, The Tale of Constantinople (of its Origin and
    Capture in the Year 1453): The Troitse-Sergieva
    Lavra Ms. No. 773. Co-author: Walter K. Hanak. New edition of the Old
    Slavonic Text, translation, and commentary.
    Melissa Publishers. Athens, New York, and Moscow, 1998.
    5. Mehmed II the Conqueror and the Fall of the Franco-Byzantine Levant
    to the Ottoman Turks: Some Western Views
    and Testimonies. Arizona University Press: Arizona Studies in the
    Middle Ages and the Renaissance 22. Tempe and
    Brepols, 2007.
    6. Editor. Abstracts of Papers: Fifteenth Annual Byzantine Studies
    Conference (Amherst, MA, 1989).
    7. Constantine XI Dragas-Palaeologus: A Biography of the Last Greek
    Emperor. Forthcoming: Melissa Publishers.
    Athens, New York, and Moscow. Forthcoming.
    8. The Pen and the Sword: Historiographical, Topographical, and
    Military Studies on the Siege and Fall of
    Constantinople (1453). Co-author: Walter K. Hanak. A two volume study
    of Constantinopolitan topography, siege,
    legends, and prosopography. Ashgate Press. Forthcoming.
    9. The Fall of Constantinople 1453: The Serbian Hilandar Slavic MS.
    28,0 Folia 257r-289v. Co-author: Walter K.
    Hanak. Accepted by the Serbian Academy of Sciences. Forthcoming.
    10. In progress: Mission Impossible: Cardinal Isidore and the Fall of
    Constantinople in1453. A Biography of Cardinal
    ISidore, the metropolitan of Kiev and All Russias, papal legate to the
    Greek court, and a relative of the last Greek
    emperor: a prelate, a soldier, and a theologian.
    Articles by M. Philippides
    Philippides, M. “Chronicle of the Turkish Sultans.” In Historians of
    the Ottoman Empire. Eds. C.
    Kafadar, H. Karateke, and C. Fleischer. Harvard University, Center for
    Middle Eastern
    Studies. Cambridge, MA, 2008. Electronic article, 6 pp.
    ———. Constantine XI Dragas Palaeologus (1405-1453): A Biography of the
    Last Greek
    Emperor. Forthcoming.
    ———. “Damaskenos the Stoudite.” In Historians of the Ottoman Empire.
    Eds. C. Kafadar, H.
    Karateke, and C. Fleischer. Harvard University, Center for Middle
    Eastern Studies.
    Cambridge, MA, 2008. Electronic article, 6 pp.
    ———. “Early Post-Byzantine Historiography.” In The Classics in the
    Middle Ages. Medieval and
    Renaissance Texts and Studies 69. Bernardo, A. S., and S. Levin, eds.
    Binghamton, 1990. Pp.
    253-265.
    ———. “The Fall of Constantinople: Bishop Leonard and the Greek
    Accounts,” Greek, Roman and
    Byzantine Studies 22 (1981), pp. 287-300.
    ———. “The Fall of Constantinople 1453: Bishop Leonardo Giustiniani and
    His Italian
    Followers,” Viator: Medieval and Renaissance Studies 29 (1998), pp.
    189-227.
    ———. “The Fall of Constantinople 1453: Classical Comparisons and the
    Circle of Cardinal
    Isidore,” Viator: Medieval and Renaissance Studies 38 (2007), pp.
    349-383.
    ———. “Giovanni Guglielmo Longo Giustiniani, the Genose Condottiere of
    Constantinople in
    1453,” Byzantine Studies/Etudes byzantines, n. s., 3 (1998), pp.
    13-54.
    ———. “The Historical Value of Nestor-Iskander’s Povest’ o Tsar’grade.
    In Abstracts of Papers,
    12th Annual Byzantines Studies Conference. Bryn Mawr, 1986. Pp. 13-15.
    ———. “History Repeats Itself: Ancient Troy and Renaissance Istanbul.”
    In ‹stanbul Üniversitesi
    550. Y› l Uluslararas› Bizans ve Osmanl› Semposyumu (XV. Yüzy› l)
    30-31 May› s 2003.
    550th Anniversary of the Istanbul University. International Byzantine
    and Ottoman Symposium
    (XVth Century) 30-31 May 2003. Ed. Sümer Atasoy. Istanbul, 2004. Pp.
    41-68.
    ———. “Makarios Melissourgos-Melissenos.” In Historians of the Ottoman
    Empire. Eds. C.
    Kafadar, H. Karateke, and C. Fleischer. Harvard University, Center for
    Middle Eastern
    Studies. Cambridge, MA, 2008. Electronic article, 7 pp.
    ———. “The Name Sphrantzes in Ubertino Pusculo,” jOnovmata: Revue
    Onomastique 13
    (1989/1990), pp. 208-211.
    ———. “Patriarchal Chronicles of the Sixteenth Century,” Greek, Roman,
    and Byzantine Studies
    25 (1984), pp. 87-94.
    ———. “Santa Theodosia or Gül Camii? The Controversy Surrounding a
    Famous Structure.” In
    Thirtieth Annual Byzantine Studies Conference, Abstracts of Papers.
    Baltimore, 2004. Pp. 91-
    92.
    ———. “Some Prosopographical Considerations in Nestor-Iskander’s Text,”
    Macedonian Studies
    6 (1989), pp. 35-50.
    ———. “Suvgcroneı [Ereuneı sta; Keivmena tou` Sfrantzh`,” Parnasso;ı 25
    (1983), pp. 94-99.
    ———. “An ‘Unknown’ Source for Book III of the Chronicon Maius by
    Pseudo-Sphrantzes,”
    Byzantine Studies/Etudes byzantines 10 (1984), pp. 174-183.
    ———. “Urban’s Bombard(s), Gunpowder, and the Fall of Constantinople
    (1453),” Byzantine
    Studies/Etudes byzantines, n.s. 4 (1999), pp. 1-67.
    ———. “Urbs Capta: Early ‘Sources’ on the Fall of Constantinople
    (1453).” In Peace and War in
    Byzantium: Essays in Honor of George T. Dennis, S.J. T. S. Miller, and
    J. Nesbitt, eds.
    Washington, 1995. Pp. 209-225.
    Research on the sixteenth-century forgery that turned Sphrantzes’
    authentic work, the Chronicon Minus,
    into the celebrated but inauthentic Chronicon Maius through the hand
    of Makarios Melissourgos-
    Melissenos has achieved Homeric proportions. On scholarly efforts to
    find a way through a labyrinth of
    primary, forged, and elaborated sources, see, among others, Jean B.
    Falier-Papadopoulos, “Phrantzès est-il
    réellement l’auteur de la grande chronique qui porte son nom?,” in
    Aktes du IVe Congrès international des
    études byzantines, Bulletin de l’Institut Archéologique Bulgare 19
    (1935): 177-89. Franz Dölger, “Ein
    literarischer und diplomatischer Fälscher des 16. Jahrhunderts:
    Metropolit Makarios von Monembasia,” in
    Otto Glaunig zum 60. Geburtstag, Festangabe aus Wissenschaft und
    Bibliothek (Leipzig, 1936), 25-36, and
    repr. in idem, Byzantinische Diplomatik: 20 Aufsätze zum Urkundenwesen
    der Byzantiner (Ettal, 1956),
    371-83; Raymond-Joseph Loenertz, “Autour du Chronicon Maius attribué à
    Georges Phrantzès,” in
    Miscellanea G. Mercati, Studi e Testi 123 (Vatican City, 1946),
    273-311; Nikolaos B. Tomadakis, Peri;
    JAlwvsew” th'” Kwnstantinoupovlew” (1453) (Athens, 1953; repr. 1993),
    137-66; Vasile Grecu, “Das
    Memoirenwerk des Georgios Sphrantzes,” Actes du XIIe Congrès
    international d’études byzantines 1
    (Belgrade, 1963): 327-41; idem, “Georgios Sphrantzes. Leben und Werk.
    Makarios Melissenos und sein
    Werk. Die Ausgaben,” BS 26 (1965), 62-73; Ioannes K. Khasiotes,
    Makavrio”, Qeovdwro” kai; Nikhfovro”
    oiJ Melisshnoi; (Melissourgoiv) (16o”-17o” aij.) (Thessalonica, 1966);
    Marios Philippides, “The Fall of
    Constantinople: Bishop Leonard and the Greek Accounts,” Greek, Roman
    and Byzantine Studies 22 (1981):
    287-300; idem, “Suvgcrone” [Ereune sta; Keivmena tou’ Sfrantzh`,”
    Parnassov 25 (1983): 94-99; idem,
    “An ‘Unknown’ Source for Book III of the Chronicon Maius by Pseudo-
    Sphrantzes,” BSEB 10 (1983):
    174-83; idem, “Patriarchal Chronicles of the Sixteenth Century,”
    Greek, Roman and Byzantine Studies 25
    (1984): 87-94; E. D. Dzhagatspanian, “Mirovozzrenie Vizantijskogo
    Istorika XÚ v. Georgiq
    Sfrandzi,” Kavkaz i Vizantiq 3 3 (1982): 45-63. In addition, see now
    R. Maisano, “Il manoscritto
    Napoletano II. E. 25 e la storia della tradizione dello pseudo-
    Sfranze,” jItaloellhnika:v Rivista di cultura
    greco-moderna 2 (1989): 103-21; Thierry Ganchou, “Le Mésazon Démétrius
    Paléologue Cantacuzéne a-t-il
    figuré parmi les Défenseurs du Siège de Constantinople (29 Mai
    1453)?,” REB 52 (1994): 245-72, esp.
    245-58; and idem, “Sur quelques Erreurs relatives aux derniers
    Défenseurs grecs de Constantinople en
    1453,” QhsaurivsmataÚ Periodiko;n tou` JEllhnikou` jInstitouvtou
    Buzantinw`n kai; Metabuzantinw`n
    Spoudw`n th`ı Benetivaı 25 (1995): 61-82.
    Philippides, M. “Chronicle of the Turkish Sultans.” In Historians of
    the Ottoman Empire. Eds. C.
    Kafadar, H. Karateke, and C. Fleischer. Harvard University, Center for
    Middle Eastern
    Studies. Cambridge, MA, 2008. Electronic article, 6 pp.
    ———. “Damaskenos the Stoudite.” In Historians of the Ottoman Empire.
    Eds. C. Kafadar, H.
    Karateke, and C. Fleischer. Harvard University, Center for Middle
    Eastern Studies.
    Cambridge, MA, 2008. Electronic article, 6 pp.
    It is perhaps no accident that the surviving manuscripts of the Maius
    were copied in
    Naples where Pseudo-Sphrantzes had been very active and, in addition,
    the copyists were
    known associates of Pseudo-Sphrantzes. The manuscripts in question
    include the Ambros.
    P 123 sup (gr. 641) which was copied by none other than John
    Santamaura, a wellknown
    associate of Pseudo-Sphrantzes; on Friday, January 3, in the sixth
    year of the
    reign of Pope Gregory XIII [1578] (trivth/ jIanouarivou mhnovı, e{kth/
    hJmevra/ th`ı
    eJbdomavdoı… tw`/ e{ktw/ e[tei th`ı ajrcierateivaı tou` panagiwtavtou
    ejn Cristw/` patro;ı
    kai; kurivou hJmw`n Grhgorivou) Santamaura even copied (if not
    actually composed) and
    illustrated a text (for which he provided a parallel Latin
    translation) entitled “Spiritual
    Infirmary” (Pneumatiko;n jIatrei`on), that he dedicated to Pseudo-
    Sphrantzes himself1:
    Tw`/ ejklamprotavtw/ kai; aijdeshmotavtw/ [sic] kurivw/ Makarivw/
    Melisshnw`/,
    mhtropolivth/ Monembasivaı, uJpertivmw/ kai; ejxavrcw/ pavshı
    Peloponnhvsou… jIwavnnhı JAgiomauvraı Kuvprioı, caivrein.
    Greetings from John Santamaura, the Cypriot, to the most illustrious,
    most
    reverend, Lord Makarios Melissenos [= Pseudo-Sphrantzes], the
    metropolitan of Monembasia, the highly esteemed exarch of the entire
    Peloponnese.
    1 The text and illustration are contained in the Greek codex II-C,
    fols. 36v-37r; it was first noticed by S. P.
    Lampros, “Perigrafh; Kwvdikoı Neapovlewı II-C. 35 (Cyrillus 36),” NH
    19 (1925): 38. For this
    manuscript and for a black-and-white photograph of the miniature by
    Santamaura (an activity for which he
    is not otherwise known, even though the miniature in question implies
    some experience in this sector), cf. I.
    K. Khasiotes, “ {Ena jIdiovtupo Eijkonografhmevno Keivmeno tou`
    jIwavnnou JAgiomauvra (1578),” Hellenika
    19 (1966): 108-113. On Santamaura, cf. H. Omont, “Le dernier des
    copistes grecs en Italie: Jean de Sainte-
    Maure (1572-1612),” Revue des études Grecques 1 (1888): 177-191. A
    catalogue of the codices that he
    copied is included in M. Vogel and V. Garthausen, Die griechichen
    Schreiber des Mittelalters und der
    Renaissance (Leipzig, 1909), pp. 193-198; and C. G. Patrinelis,
    “ {Ellhneı Kwdikogravfoi tw`n Crovnwn th`”
    jAnagennhvsw”,” jEpethri;” tou` Mesaiwnikou` jArceivou 8-9
    (1958/1959): 63-124, esp. 106-107. Does the
    fact that Santamaura presented a bilingual codex (Greek facing Latin)
    to Pseudo-Sphrantzes mean that
    Pseudo-Sphrantzes was fluent in Latin? Or does it imply that Pseudo-
    Sphrantzes was learning Latin and
    Santamaura was helping him in his efforts with a bilingual text? An
    answer to these questions may assist in
    deciding the troubling questions concerning Pseudo-Sphrantzes’ fluency
    in Latin: was he working directly
    from the Latin text of Leonardo or from a contemporary translation of
    Leonardo into Italian (or even into
    Greek)?
    Santamaura himself copied the codex Hierosol. S. Cruc. 38 (olim),
    which may have
    served as his model for the Ambros. P 123 sup. (gr. 641).2 A second
    manuscript of the
    Maius, the Taurin. B II 20 (gr. 102 bis), had been copied by the
    circle of Andreas
    Darmarios, another associate of Pseudo-Sphrantzes.3 Further, in 1578,
    Darmarios himself
    copied the codex Ambros. P 24 (sup. gr. 613), which found its way,
    early on, to the
    library of the cardinal of Burgos and Toledo.4 Moreover, there is the
    codex Monac. gr.
    329 (olim 203), which has a certain Neapolitan origin, as well as the
    codex Neapol. II E
    25.5 All of these monuments, the earliest codices of the Maius have a
    definite association
    with Pseudo-Sphrantzes himself, with his close associates, or with the
    area where
    Pseudo-Sphrantzes put the final touches on his elaboration.6
    As it will become more clear below, it is not certain that Pseudo-
    Sphrantzes and
    the anonymous author of the Barberini Chronicle worked directly from a
    Latin text of
    Leonardo’s letter. In every passage cited below, there are hints of an
    intermediate Greek
    version of Leonardo’s letter, as linguistic parallels in phraseology
    between Pseudo-
    Sphrantzes and the Barberini Chronicle without echoes in Languschi-
    Dolfin or
    Sansovino, indicate. That the vocabulary of the two Greek authors is
    similar, especially in
    cases where the text of Leonardo has not been followed faithfully,
    strongly points to a
    common Greek version of the archbishop’s letter that the Greek authors
    may have
    consulted.
    Regardless of the immediate source actually consulted, it becomes
    abundantly
    clear that some form of Leonardo’s letter lurks behind the siege
    section of the Maius.
    Thus, Pseudo-Sphrantzes’ “forgery” is not a totally fictional account
    purporting to be
    history, even though Pseudo-Sphrantzes was quite an accomplished
    counterfeiter to attain
    his objectives.7 Its author seems to have taken great care to
    incorporate material that had
    been reported by at least one eyewitness to the siege, whose account
    he has evidently
    enriched by providing details in topography; these particulars must
    derive from his own
    familiarity with the surviving monuments of Constantinople. The parts
    of the Maius that
    fall under grave suspicion and qualify as forgeries are those that
    deal directly with the
    family of the Melissenoi in the fifteenth century: for it is certain
    that Pseudo-Sphrantzes,
    2 Maisano, Georgii Sphrantze Chronicon, p. 127. Also cf. the seminal
    work on this codex by J. B. [Falier]
    Papadopulos [Papadopoulos], “Bemerkungen zu dem cod. Hierosol. 38,” BZ
    38 (1938): 68-70.
    3 J. B. [Falier] Papadopoulos, “Le Manuscript B II 20 de la
    Bibliothèque Nationale de Turin contenant la
    Chronique de Phrantzès,” Atti della R. Academia della Scienze di
    Torino 66 (1931): 436-440. On
    Darmarios and Pseudo-Sphrantzes, cf. Tomadakes, Peri; JAlwvsewı th`ı
    Kwnstantinoupovlewı, pp. 148 ff.
    4 Maisano, Georgii Sphrantze Chronicon, p. 127.
    5 For a recent assessment of the Neapol. II E 25, cf. Maisano, Georgii
    Sphrantze Chronicon, esp. pp. 132-
    133.
    6 The numerous codices of the seventeenth and eighteenth centuries
    will not concern us, as they are not
    directly concerned with Pseudo-Sphrantzes and his accomplices; a list,
    with some evaluation of each
    manuscript, can be found in Maisano, Georgii Sphrantze Chronicon, pp.
    127-129.
    7 Cf., e.g., his activities in forging Palaiologan imperial
    chrysobulls: S. Binon, “L’histoire et la légende de
    deux chrysobulles d’Andronic II en fateur de Monembasie: Macaire ou
    Phrantzès?,” Echos d’Orient 37
    (1938): 274-311.
    whose actual family name was Melissourgos,8 was at great pains to
    identify himself, his
    brother Theodoros, and his relatives in general, with the old
    illustrious family of the
    Melissenoi-Komnenoi. Pseudo-Sphrantzes’ nephew, the cleric and an
    industrious forger
    himself Nikephoros Melisourgos-Melissenos, went so far as to invent a
    coat of arms for
    his family, which recalls the arms of the Komnenoi.9
    It has been claimed that the narrative of Pseudo-Sphrantzes in Book 3
    of the
    Maius, especially in regard to the siege, should not be trusted by
    historians, unless its
    information is duplicated by Sphrantzes’ Minus.10 Perhaps this view
    should be emended:
    the Maius is not to be trusted unless it reproduces information found
    in the Minus and in
    Leonardo’s letter, excepting of course the invented parts in the Latin
    account, such as the
    last assembly of the imperial court and the long speech of the emperor
    to his subjects,
    ministers, and Italian allies.11 Thus the ultimate source of Book 3 of
    the Maius,
    Leonardo’s letter, comes to occupy a significant place in the history
    of Greek literature
    and in the survival of medieval Greek historiography. There is no
    question of
    “plagiarism” on the part of Pseudo-Sphrantzes. The fact that he and
    the anonymous
    author of the Barberini Chronicle used a Latin source, or perhaps an
    Italian or even a
    Greek version of this Latin letter, should not be thought remarkable,
    as there is good
    evidence to show that in the last centuries of the medieval Greek
    empire many
    Constantinopolitan intellectuals were turning their attention to the
    west; consequently,
    Greek translations of Latin works began to appear.12 Thus the
    dependence of Pseudo-
    Sphrantzes on Leonardo may be regarded as a natural step in Greek
    recognition of
    historical works written in Latin, as the transition towards an
    appreciation of western
    literature had already occurred before the fall of Constantinople.
    8 Khasiotes, Makavrio”, pp. 17 ff., has shown that the original
    signatures in documents that bear the name
    “Melissourgos” were later changed to “Melissenos.” This project of
    identifying the Melissourgoi with the
    Melissenoi was continued by the descendants of Theodoros and Makarios
    in the following century.
    9 This invented coat of arms is illustrated by Khasiotes, Makavrio”,
    p. 182 (without tincture); this coat of
    arms was described by C. De Lellis, Supplimento a Napoli Sacra di D.
    Cesare d’Engenio Caracciolo
    (Naples, 1654); on the invention of this coat of arms, cf. Khasiotes,
    Makavrio”, p. 65, n. 4.
    10 For a clear expression of this view and the problems concerned with
    the Maius and the Minus, cf. Barker,
    Manuel II Palaiologus, p. xliii.
    11 Needless to say, Pseudo-Sphrantzes reports the purported speech of
    the emperor, which he has based, in a
    an amplified form, on the text of Leonardo. The anonymous Barberini
    Chronicle, Languschi-Dolfin, and
    Sansovino remain faithful to the Latin text of Leonardo which they
    have translated without amplification or
    elaboration.
    12 A clear example of western influence in the culture of the
    Palaiologan era can be seen in the Greek
    chivalric romances, some of which imply definite familiarity with
    their western counterparts; cf. Beck.
    Even in earlier periods Greek translations of Caesar, Cicero, Ovid,
    Boethius, Augustine, Anselm, and
    Thomas Acquinas had appeared. Thus a translation of Leonardo’s letter
    into Greek, or the fact that a Latin
    letter was used as a source by Greek authors, should not come as a
    surprise. For the intellectual climate in
    the late period, cf. K.-P. Matschke and F. Tinnefeld, Die Gesellschaft
    im späten Byzanz: Gruppen,
    Strukturen und Lebensformen (Cologne, Weimar, Vienna, and Böhlau,
    2001).

  36. Υ.Γ.

    http://www.youtube.com/watch?v=VAULHO_sTxc

    Στο λεπτό 1:15, ο Ρωμαίος του Πόντου απαντά
    στην χυμώδη γλώσσα του, τα “ρωμαϊκά”, δηλαδή
    “στην των Ρωμαίων γλώσσα”, όπως γράφανε και οι
    γραμματικοί της Αυτοκρατορίας.

    Ρωμαίος ήταν και ο προπαπούς μου, από την
    Τραπεζούντα: εδώ ο κ. Κατσιμάνης αγνοεί,
    πέραν από τις ίδιες τις πηγές, και τους δεσμούς
    αίματος που έχουμε με την Ρωμαιοσύνη.

    Αλλά αν θεωρείτε “Τούρκο” τον παραπάνω Ρωμαίο
    εξισλαμισμένο ομογενή, δείτε τί λέει η κ. Αρβελερ:
    http://www.youtube.com/watch?v=2IYwMTijDIc

    Η οποία, αν και ανήκει σε παλιά Σχολή, έχει
    φρέσκο λόγο, και όσο και να προσπαθεί να εξισορροπήσει
    τα πράγματα, και να μην σοκάρει τον ακροατή,
    λέει τα πράγματα με τρόπο παληκαρίσιο…

    Ο Αυτωρειανός, ο Πατριάρχης των Ρωμαίων στην
    Νίκαια, έστειλε εγκύκλιο στο υπόδουλο, από τους
    Φράγκους, ποίμνιο, λέγοντας “Εσμεν Ρωμαίοι, αυτό
    γαρ αρκεί”.

    Θάψατε, Ελλαδίτες, την πραγματική μας ταυτότητα,
    προσπαθήσατε να την μακελέψετε: δεν θα τα καταφέρετε
    ποτέ.

    Kύριέ μου, αφήστε τις υπεκφυγές: κάθε λέξη, στα
    κείμενα που παρέθεσα, είναι βαρύνουσα. Εκτίθεστε…
    Διαβάστε το παρακάτω (ακολουθεί σχολιασμός):

    (t.) ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
    ΕΝ ΧΡΙΣΤΩΙ ΒΑΣΙΛΕΙ ΑΙΩΝΙΩΙ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΡΩΜΑΙΩΝ
    ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΔΙΟΝ ΥΙΟΝ ΡΩΜΑΝΟΝ
    ΤΟΝ ΘΕΟΣΤΕΦΗ ΚΑΙ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ
    (p.) < Προοίμιον.> (1t)
    Υἱὸς σοφὸς εὐφραίνει πατέρα, καὶ πατὴρ φιλόστοργος ἐπὶ υἱῷ (2)
    τέρπεται φρονίμῳ. Κύριος γὰρ δίδωσι νοῦν, ἡνίκα δεῖ εἰπεῖν, καὶ προστί-
    θησιν οὖς τοῦ ἀκούειν· παρ’ αὐτῷ θησαυρὸς σοφίας, καὶ ἐξ αὐτοῦ δίδοται
    πᾶν δώρημα τέλειον· καθιστᾷ βασιλεῖς ἐπὶ θρόνου καὶ κυρίαν τοῦ (5)
    παντὸς δίδωσιν αὐτοῖς. Νῦν οὖν ἄκουσόν μου, υἱέ, καὶ τήνδε μεμαθηκὼς
    τὴν διδαχὴν ἔσῃ σοφὸς παρὰ φρονίμοις, καὶ φρόνιμος παρὰ σοφοῖς
    λογισθήσῃ· εὐλογήσουσί σε οἱ λαοί, καὶ μακαριοῦσί σε πλήθη ἐθνῶν.
    Διδάχθητι, ἃ χρή σε πρὸ πάντων εἰδέναι, καὶ νουνεχῶς τῶν τῆς βασι-
    λείας οἰάκων ἀντιλαβοῦ. Περὶ τῶν ἐνεστώτων μελέτησον, καὶ περὶ τῶν (10)
    μελλόντων διδάχθητι, ἵνα πεῖραν μετ’ εὐβουλίας ἀθροίσῃς, καὶ μεγαλε-
    πήβολος ἔσῃ περὶ τὰ πράγματα. Ἰδοὺ ἐκτίθημί σοι διδασκαλίαν,
    ὥστε τῇ ἐκ ταύτης πείρᾳ καὶ γνώσει συνετισθέντα περὶ τὰς βελτίστας
    βουλὰς καὶ {τῷ} τὸ κοινῇ συμφέρον μὴ διαμαρτάνειν· πρῶτα μὲν ποῖον
    ἔθνος κατὰ τί μὲν ὠφελῆσαι δύναται Ῥωμαίους, κατὰ τί δὲ βλάψαι, (15)
    {καὶ ποῖον} καὶ πῶς ἕκαστον τούτων καὶ παρὰ ποίου δύναται ἔθνους
    καὶ πολεμεῖσθαι καὶ ὑποτάσσεσθαι, ἔπειτα περὶ τῆς ἀπλήστου καὶ
    ἀκορέστου αὐτῶν γνώμης, καὶ ὧν παραλόγως ἐξαιτοῦνται λαμβάνειν,
    εἶθ’ οὕτως καὶ περὶ διαφορᾶς ἑτέρων ἐθνῶν, γενεαλογίας τε < αὐτῶν> @1
    καὶ ἐθῶν καὶ βίου διαγωγῆς καὶ θέσεως καὶ κράσεως τῆς κατοικουμένης (20)
    παρ’ αὐτῶν γῆς καὶ περιηγήσεως αὐτῆς καὶ σταδιασμοῦ, πρὸς τούτοις
    καὶ περὶ τῶν ἔν τινι καιρῷ μεταξὺ Ῥωμαίων καὶ διαφόρων ἐθνῶν
    συμβεβηκότων, καὶ μετὰ τοῦτα, ὅσα ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς πολιτείᾳ, ἀλλὰ καὶ
    ἐν πάσῃ τῇ Ῥωμαίων ἀρχῇ κατά τινας χρόνους ἐκαινοτομήθη. Ταῦτα
    ἐσοφισάμην κατ’ ἐμαυτόν, καὶ εἶπα γνωστά σοι ποιῆσαι, τῷ ἠγαπημένῳ (25)
    μου υἱῷ, ἵν’ ἔχῃς εἰδέναι τὴν ἑκάστου τούτων διαφοράν, καὶ πῶς ἢ
    μεταχειρίζεσθαι ταῦτα καὶ οἰκειοῦσθαι ἢ πολεμεῖν καὶ ἀντιτάσσεσθαι.

    Ο Αυτοκράτως αναφέρεται σε Γένος Ρωμαίων, όπως και άλλοι _χιλιάδες_
    συγγραφείς, από τον 2ο π.Χ. αιώνα, ως τα…σήμερα (δείτε το παραπάνω
    βιντεο, αν δεν πιστεύετε τους Ρωμαίους παπούδες μας, από τον Πόντο).

    Δείτε κείμενο που αναφέρεται σε τελετές (πανηγύρια!), και
    παρατηρήστε την συνύπαρξη λατινικών και ελληνικών (των
    κυρίων γλωσσών της αυτοκρατορίας: της λατινικής, της γραφειοκρατικής
    και δικανικής γλώσσας, και της ελληνικής, της κοινής γλώσσας
    του πολιτισμένου κόσμου, από τα χρόνια των Πτολεμαίων…):

    Ἐκ τῶν τοῦ Μαγίστρου Πέτρου. Ὅσα δεῖ παραφυλάττειν ἐπὶ (24t)
    προαγωγῇ κόμητος ἀδμινσιόνων καὶ κόμητος σχολῆς καὶ (25t)
    κωροπαλάτου. (26t)
    Ὁ κόμης τῶν ἀδμηνσιόνων ἐπὶ σιλεντίου γίνεται, καὶ κα- (27)
    θημένου τοῦ βασιλέως ἐν κονσιστωρίῳ· πολλάκις δὲ καὶ εἰς
    ἱππικὸν ἀνιὼν, ποιεῖ αὐτὸν ἐν τῷ μεγάλῳ τρικλίνῳ, ἐν ᾧ τό- @1
    (387.) πῳ δέχεται τοὺς ἄρχοντας. γίνεται δὲ οὕτως· μετὰ τὸ κι-
    τεῦσαι τὸν μάγιστρον καὶ εἰσελθεῖν τὸν μάγιστρον καὶ πάν-
    τας τοὺς ἄρχοντας ἐπιτρέπει τῷ κόμητι τῶν ἀδμηνσιόνων τῷ
    μέλλοντι παύεσθαι ἐνεγκεῖν τὸν πρῶτον δικουρίωνα, λέγων
    αὐτῷ, ὡς ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀρχόντων, τὸ ὄνομα αὐτοῦ. ὁ δὲ (5)
    ἀπελθὼν φέρει αὐτὸν, καὶ ἐπιδίδωσιν αὐτῷ ὁ βασιλεὺς τὰ
    κωδικέλλια τοῦ κόμητος τῶν ἀδμηνσιόνων [ἐπιτρέπει ἐνεγ-
    κεῖν], καὶ λαβὼν φιλεῖ τοὺς πόδας αὐτοῦ, καὶ ἵσταται ἔμ-
    προσθεν αὐτοῦ. αὐτῷ οὖν τῷ δεξαμένῳ τὰ κωδικέλλια τοῦ
    κόμητος τῶν ἀδμηνσιόνων ἐπιτρέπει ἐνεγκεῖν τὸν παυόμενον, (10)
    τουτέστιν τὸν ἀπὸ κομήτων ἀδμηνσιόνων, καὶ λαβὼν αὐτὸν
    ὁ γενόμενος κόμης προσάγει αὐτῷ, καὶ ἐπιδίδωσιν αὐτῷ ὁ
    βασιλεὺς κωδικέλλιν ἰλλουστρίου, καὶ δεξάμενος αὐτὸς φιλεῖ
    τοὺς πόδας αὐτοῦ κάτω. καὶ λαβὼν αὐτὸν ὁ κόμης τῶν ἀδ-
    μηνσιόνων ἀπάγει καὶ ἵστησιν αὐτὸν ἐν τῷ τόπῳ αὐτοῦ μετὰ (15)
    τοὺς ἀγέντες πρὸ πάντων τῶν ὀνοραρίων ἰλλουστρίων. τοῦτο
    γὰρ τὸ προνόμιον δίδωσιν αὐτοῖς, ὡς εἴρηται, ἡ διάταξις.
    τοὺς δὲ κόμητας σχολῶν ἢ κουροπαλάτας ἐὰν βουληθῇ ἐν
    κονσιστωρίῳ προαγαγεῖν, ὡς ἐπὶ τῶν ἄλλων προαγωγῶν καὶ
    τούτους ποιεῖ. ὡς ἐπὶ πολὺ δὲ κατέσχεν ἔθος ἰδίᾳ ἐν τῷ (20)
    κουβουκλείῳ γίνεσθαι αὐτοὺς καὶ πρὸ ἀρίστου καὶ δείλης,
    ὡς ἂν δόξῃ τῷ βασιλεῖ. @1
    (388.) ΚΕΦ. πεʹ. (1t)
    Τοῦ αὐτοῦ Πέτρου. Ὅσα δεῖ παραφυλάττειν, ὅτε γένηται (2t)

    (…)

    Περὶ διαφορᾶς στρατειῶν, καὶ πόθεν αὗται δίδονται, καὶ (2t)
    τί ἁρμόζει ἑκάστῳ σκρινίῳ, ὅσα εὑρεῖν ἠδυνήθημεν. (3t)
    Ὁ γινόμενος σιλεντιάριος εἰσάγεται διὰ τοῦ πραιποσίτου (4)
    πρὸς τὸν δεσπότην, φορῶν ἀτραβατικὸν χλανίδιν, καὶ ἐπιδί- (5)
    δωσιν ὁ ὀστιάριος τῷ δεσπότῃ τὸ χρυσέον βεργήν. καὶ ὁ
    βασιλεὺς ἐπιδίδωσιν αὐτὸ τῷ γινομένῳ σιλεντιαρίῳ, καὶ τοῦ-
    τό ἐστιν ἡ στρατεία αὐτοῦ· λαμβάνει δὲ τὸ καλούμενον νι-
    ρεγιάτον, ἤγουν Ῥωμαϊστὶ νηβενσιατὸν, τουτέστιν καθ’ ἡμᾶς
    τύπον γινόμενον ἐν τῷ σκρινίῳ τοῦ βενεφικίου τοῦ …

    (…)

    έρχεται πρὸς τὸν βασιλέα ὁ μάγιστρος, καὶ ἀναφέρει αὐτῷ
    τὰ περὶ τῶν ξενίων, ἐπιδίδωσι δὲ αὐτῷ καὶ τὴν γνῶσιν. ὁ
    δὲ πρέσβης ἀναμένει ἐν τῇ σχολῇ τοῦ μαγίστρου. καὶ μεθὸ
    δεχθῶσιν οἱ ἄρχοντες καὶ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ κονσιστώριον,
    δεῖ τὸν ἀδμισσιονάλιον καὶ τοὺς χαρτουλαρίους τῶν βαρβά- (15)
    ρων καὶ τοὺς ἑρμηνευτὰς ἀναγαγεῖν τὸν πρέσβην, καὶ κα-
    θίσαι αὐτὸν ἐν τῷ ἀντικονσιστωρίῳ, δοῦναι δὲ τοὺς χαρτου-
    λαρίους καὶ ἑρμηνευτὰς κιτατώριν τοῦ μαγίστρου τοῖς ἀδμισ-
    σιοναλίοις, καὶ τὰ ἄλλα γίνονται ὡς ἐν σιλεντίῳ. χρὴ δὲ τὸν @1
    (405.) μάγιστρον ἑτοιμάσαι κανδιδάτους APMATUS καὶ πούερας εὐ-
    σχήμους τοὺς ἀκουλουθοῦντας αὐτοῖς. καὶ ἐξέρχεται ὁ βα-
    σιλεὺς ἐκ τοῦ κουβουκλείου, δηριγευόμενος ὑπὸ τοῦ πατρι-
    κίου, καὶ κάθηται εἰς τὸ μέγα κονσιστώριον, καὶ οἱ ἄρχον-

    κλπ. κλπ.

    Πού πήγε η γλώσσα μας;! Ποιοί την καθαρίσανε;!

    Δόξα τω θεώ που υπάρχουνε ακόμα Ρωμαίοι στον Πόντο,
    για να σας διαψεύδουνε…

    …τραγικές φιγούρες ενός παρελθόντος και παρόντος
    που μας διέλυσε!

  37. Υ.Γ. 2

    Είστε άσχετος, παντελώς. Εκτίθεστε.

  38. Επιτέλους, δύο απαντήσεις με καίρια επιχειρηματολογία και τεκμηρίωση, ιδίως εκ μέρους του κυρίου αρθρογράφου.
    Προφανώς υπάρχει κρίση ταυτότητας σήμερα στη χώρα μας και μάλιστα έντονη, αυτήν δε θεωρώ κύριο αίτιο και αφετηρία όποιας άλλης κρίσης μας μαστίζει, πολιτικής, πολιτιστικής, εθνικής, οικονομικής.
    Διαθέτουμε κατάστημα «γωνία», με κρεμασμένη παλιά πινακίδα απ’ έξω ξεχασμένη και ξεχαρβαλωμένη που γράφει ΕΛΛΑΣ, αλλά χωρίς εμπόρευμα, στα ράφια αράχνες. Καρέκλα έξω, κομπολόι και ένα πάγκος να πουλάει τσολιαδάκια, αρχαιοελληνικά αγαλματίδια και λοιπά εθνικά «ενθύμια» MADE IN CHINA. Κάποιον υπερβόρειο «λάτρη του ελληνικού πολιτισμού» θα πετύχουμε και έτσι θα βγεί και το γεύμα στο απέναντι fast food αμερικανικής αλυσίδας. Αυτοί που δεν έχουν «εκσυγχρονισθεί» ακόμη θα επιμείνουν «ελληνοπρεπώς» στην άμετρη κατανάλωση εισαγωμένων σφαγίων στην ψησταριά του μπάρμπα-Μήτσου. Σημειωτέον ότι και στις δύο περιπτώσεις ταιριάζει η Coca-Cola που ως γνωστόν πάει με όλα! Άμα βαριέσαι να συρθείς ως εκεί, κινητά έχεις δυό-τρία, σου κάνουν και delivery! Στομάχου πληρωθέντος, απαιτείται ψυχαγωγία-πολιτισμός. Οι επιλογές πολλές! Αν πάμε σπίτι θα δούμε αμερικάνικη ταινία σε TV ή DVD, ή «ελληνικές» εκδόσεις αμερικάνικων κυρίως reality show και αν πάμε έξω παίζει απίστευτη γκάμα, από «ελληνοπρέπεια» σκυλάδικου έως τσιφτετελο-ροκ και βλαχο-ποπ για «ευρωπαϊστές».
    Μου περνάει η σκέψη ότι χειρότερο από το να αμφιβάλλουμε για το ποιοί είμαστε είναι να νομίζουμε ότι κάτι είμαστε, χωρίς να αντιπροσωπεύουμε τίποτα.
    Φοράμε στο κούτελο την ταμπέλα ΕΛΛΗΝΑΣ, κομπορημονούμε και για αυτό και ξεχνάμε οτιδήποτε ελληνικό! Κυρίως, τον ελληνικό τρόπο του σκέπτεσθαι και πράττειν!
    Στην μεγάλη μας πλειοψηφία έχουμε μεταβληθεί σε ένα λαό που καταναλώνει άκριτα ότι του βάζουν στη μούρη, χωρίς να παράγει τίποτα και πιθηκίζει σε όποια «ιδεολογία» ή «τέχνη» του πασάρουν, από ινδικούς αμανέδες και γκουρού έως και την αλματωδώς επικρατούσα πλέον αγγλοσαξωνική κουλτούρα της αβάσταχτης ελαφρότητος ως προς το «είναι» αλλά και της αδίστακτης αντίληψης ως προς το πράττειν, εκμεταλλεύεσθαι και εξουσιάζειν! Εξευτελίζοντας ταυτόχρονα και τη δική του πολιτιστική κληρονομιά! Έχοντας χάσει πιά αυτό το διαχρονικό ελληνικό φίλτρο κατανόησης και δημιουργικής αφομοίωσης πολιτιστικών επιρροών από τους άλλους λαούς!
    Για να εξηγούμαι!
    Όχι απλώς δεν έχω αδιέξοδο με την Ελληνική μου ταυτότητα, αλλά είμαι υπερήφανος για αυτήν. Και σ’ αυτήν επενδύω. Αυτό όμως που με πληγώνει με πολλούς συμπατριώτες μου και με τα τεκταινόμενα στην πατρίδα μου, είναι ότι κατάντησε «ταμπέλλα» κενή περιεχομένου!
    Θα συμφωνήσω απολύτως με τις θέσεις του κ. Κατσιμάνη και όλων όσων υπερασπίζονται την ιστορική ταυτότητα μας, την ελληνικότητά μας! Θα επαυξήσω μάλιστα λέγοντας ότι ακόμα και αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να την «εφεύρουμε». Για τον απλούστατο λόγο ότι κάθε άνθρωπος, συνεπώς και κοινωνία, δικαιούται και να διαλέξει το δρόμο που θα βαδίσει! Και εάν ο ελληνιστικός κόσμος πρώτα, οι Άραβες, οι Ευρώπη μετά και η οικουμένη σήμερα βάδισαν σε ελληνικούς δρόμους σκέψης και πράξης και εξ’ αυτού μεγαλούργησαν δεν μπορώ να διανοηθώ εμάς να προσβλέπουμε σε κάτι άλλο!
    Αυτό που θα επιθυμούσα όμως σαν απλός πολίτης -με τελείως γενικές γνώσεις ιστορίας – σαν «χρήστης» αυτής, για κατανόηση του παρελθόντος και προσδιορισμό πορείας μέλλοντος, από όλους όσους ασχολούνται με την ιστορική αναδίφηση και τεκμηρίωση είναι να δίνεται μεγαλύτερη έκταση και έμφαση στο επόμενο βήμα της «εξιστόρησης», δηλαδή της φιλοσοφικής και πολιτικής ανάλυσης με προβολή στο σήμερα και το αύριο, ώστε η ιστορία να αποτελεί πραγματικό διδακτικό εργαλείο λαϊκής κατανόησης και αποδοχής και εθνικής ανασυγκρότησης.
    Για να μην εξευτελίζεται η αφοσίωση, σοβαρότητα και θάρρος των προγόνων μας σε προγονολατρία χωρίς αυτονόητο δικό μας καθήκον, ούτε τα δικά τους κατορθώματα / επιτεύγματα να αποτελούν «μαγκιές» από άτομα με κρανίο κενό περιεχομένου. (Εννοώ δηλαδή αυτό που ο κ. Κατσιμάνης κάνει με το σχόλιο του στο τέλος συσχετίζοντας το κυρίως με τη σημερινή εξωτερική πολιτική στα «ελληνοτουρκικά».
    Έλληνας συνεπώς, σήμερα, δεν μπορεί να νοείται ο εκ καταγωγής. Δοσίλογοι και μαυραγορίτες της κατοχής πιθανότατα είχαν ελληνικότατη καταγωγή. (Για να μην αναφερθώ στο σήμερα και χαρακτηρισθώ πολιτικά εμπαθής!). Οφείλει να γίνει κοινώς κατανοητό και με αυστηρότητα αποδεκτό ότι Ελληνικότητα σημαίνει ελληνική αντίληψη, ελληνική σκέψη και πράξη που έχει αφετηρία τις απαρχές της ιστορικής μας παρουσίας και διαμορφώνεται σε όλη την ιστορική μας διαδρομή, στις λαμπρότερες στιγμές της σαν διδαχή και στις σκοτεινότερες για παραδειγματισμό! Επίσης, για να γίνεται λαϊκά πιο κατανοητή, να τίθεται η ελληνικότητα σε αντιδιαστολή με ασύμβατες αντιλήψεις, νοοτροπίες και πρακτικές
    Για παράδειγμα, στην δική μου αντίληψη ως μέσου πολίτη ο όρος «Ελληνισμός» συμβολοποιείται σε έννοιες διαμορφωθείσες κατά την αρχαιότητα., όπως κάλλος και τέχνη σε όλα τα επίπεδα, από το απενοχοποιημένο ανθρώπινο σώμα ως τα λαμπρά οικοδομήματα, αγώνας ευγενής για ένα κότινο ελαίας/αξίες, ελεύθερος και ανήσυχος νούς/φιλοσοφία, έρευνα και λογική/επιστήμη, «αστικού» τύπου οικονομία / λαϊκή ευημερία, δικαίωμα, ευθύνη και καθήκον/πολίτης – δημοκρατία! Η διαμόρφωση των οποίων ξεκίνησε αιώνες πριν την Αθηναϊκή δημοκρατία! (Πως τον λέγαν αυτόν που έβγαλε «γλώσσα» στον Αγαμέμνονα χωρίς να φοβάται το κεφάλι του, τι ζόρι τράβηξε ο Οιδίπους από το λαό για το «κρίμα» του! Ας τολμούσαν και στην Περσία, την Βαβυλωνία ή την Αίγυπτο!)
    Αντιστρόφως, για να υπεισέλθω και στη διαμάχη που προκάλεσε το άρθρο, η «Ρωμιοσύνη» (όπως και κάθε αυτοκρατορία) στο δικό μου υποσυνείδητο έχει υπεισέλθει με έννοιες όπως σεμνοτυφία με ενοχοποίηση του ανθρωπίνου σώματος, αγώνες σε αρένες με έπαθλο … τη ζωή σου(!) ή στοιχήματα, επιστήμη και τέχνη κυρίως στο βαθμό που εξυπηρετεί την εξουσία (πολιτική-θρησκευτική) και δοξάζει το μεγαλείο της, δογματισμός (θρησκευτικός άρα ακυρωτικός της φιλοσοφίας), φεουδαρχία λίγων αφεντάδων με το λαό οικονομικά υπόδουλο και υπήκοο στον πολιτικό απολυταρχισμό με την παλατιανή καμαρίλα, που για τη διαφθορά και τα αδιανόητα ανοσιουργήματα του ήταν αδιανόητο να λογοδοτήσει! Αυτά θα ονειρευτούμε, αυτά τα πρότυπα ή έστω συμβολισμούς θα υιοθετήσουμε; Δεν τα’ αφήνουμε καλύτερα στον κ. Νταβούτογλου που ως γνήσιο οθωμανικό τέκνο μόνο από τέτοια ξέρει; Που την δημοκρατία στην Τουρκία την μαθαίνουν τώρα μαζί με τις ξένες γλώσσες;
    Και όμως, έχω την εντύπωση ότι στο περιθώριο της εξουσιαστικής «Ρωμιοσύνης» και του Οθωμανισμού μετέπειτα, ο λαός μας, όσο ήταν δυνατόν, κράτησε αρχέγονες αντιλήψεις και πρακτικές. Που μας συνδέουν με το απώτατό μας παρελθόν. Που εξέλιξε και δημιούργησε νέες αλλά ελληνοπρεπείς. Η λαϊκή παράδοση έχει πολλά να διηγηθεί επ’ αυτού. Για παράδειγμα, στο βαθμό που παρέμεινε αυτοδιοίκητος, κράτησε σχεδόν παντού αρχέγονες δημοκρατικές παραδόσεις. Αυτό το κομμάτι, της λαϊκής Ρωμιοσύνης είναι που σίγουρα όλοι αγαπάμε!
    Δεν ξέρω αν και κατά πόσον κάνω λάθος στα ανωτέρω, αλλά αυτό ενισχύει την επισήμανση και έκκλησή μου, υποδηλώνει το έλλειμμα της παιδείας μας, επισημαίνει την μη συμπαγώς και σφαιρικώς συγκροτημένη ταυτότητά μας!
    Η κρίση ταυτότητος δεν είναι λοιπόν θέμα τεκμηρίωσης καταγωγής. Ούτε καν κατά τη γνώμη μου πολιτιστικής συνέχειας! Διότι ενώ αυτή ήταν δεδομένη, κινδυνεύει να διακοπεί ΣΗΜΕΡΑ! Είναι κρίση ιδεολογικής ταυτότητος, φιλοσοφικής θεώρησης και στάσης έναντι όσων μας περιβάλλουν, είναι ο τρόπος του νοείν και πράττειν!
    Ο όρος του «νεοέλληνα» με θλίβει! Για όλα όσα σηματοδοτεί! Δεν είναι τυχαίο ότι είναι σχετικά πρόσφατος και χρησιμοποιείται όλο και με αυξανόμενη συχνότητα! Όπως τον προσλαμβάνω εγώ σηματοδοτεί τη μετάλλαξή μας σε λαό άβουλο, χωρίς καλλιέργεια και διάθεση δημιουργίας, τυχοδιωκτικό και εφήμερο και επειδή αποδεχόμενος και ενήμερος όλων αυτών, αποτινάσσει το μόνο άχθος που τον βαραίνει! Την ιστορική του κληρονομιά!
    Διαπιστώνω μετά λύπης ότι οι άνθρωποι των γραμμάτων, της τέχνης, της επιστήμης ενώ ξέρουν και μπορούν, δεν έχουν συνειδητοποιήσει επαρκώς το πρόβλημα για να συστρατευθούν προς εθνική ανασυγκρότηση. Βολεμένοι ίσως κι αυτοί; Αυτό που βιώνει σήμερα η πατρίδα μας δεν είναι απλά μια κρίση οικονομική. Αυτές έρχονται και παρέρχονται! Είναι κρίση ιδεολογική, είναι κρίση αξιών, είναι κρίση που έχει την ρίζα της στην ΚΡΙΣΗ της ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ! Και η θεραπεία ξεκινά από εκεί!
    Υ.Γ.
    Για να ελαφρύνουμε και λίγο το κλίμα!
    Δεν θέλω να αντιπαρατεθώ ευθέως στον κ. Κ.Π., διότι το επιχείρησα σε άλλη τοποθεσία του ιδίου ιστοχώρου αφήνοντάς μου περίεργα συναισθήματα! Εν ολίγοις, ενώ απλά απόψεις αντιπαραθέτουμε, απάντησε σε κάπως επιθετικό ύφος που με ξένισε! Και από τα παραπάνω σχόλια ιδίως διακρίνω αρκετή δόση υπεροψίας και φανατισμού, στοιχεία καθόλου καλά για διάλογο! (Αναγωγή σε αυτοκρατορική αυταρέσκεια και θρησκευτικό δογματισμό σύμφωνα με αυτά που έλεγα παραπάνω;)
    Δεν αντιστέκομαι όμως στον πειρασμό να παρατηρήσω ότι, όσες σελίδες κειμένων και να προσαρτήσει, ακόμα και εγώ αντιλαμβάνομαι ότι άλλο πράγμα ο κατέχων την ιστορική επιστήμη και άλλο ο «κολλημένος» ιστοριοδιφών. Κάνατε παλιά παρέα με Κνίτες;
    Μου μπαίνουν όμως και κάποια αναπάντητα ερωτήματα από τοποθετήσεις του είδους:
    Στην περίπτωση που υιοθετήσουμε τις προτάσεις τους, στο εξωτερικό εγώ πως θα αποκαλώ τη χώρα μου; ROMANIA; Όχι, όχι με Βουκουρέστι, με Αθήνα!
    Όταν επισκεφθώ τη Ρώμη και με ρωτήσουν τι είμαι, να απαντήσω Romano αλλά όχι από Roma, από Romania; Να διακινδυνεύσω να με υποψιαστούν για πορτοφολά;
    Μήπως Romeo με αυτοκίνητο και γκόμενα Giulietta?
    Και αν πάω στη Romania δεν θα τσαντιστούν που ως ομοεθνής δεν μιλάω ρουμάνικα;
    Πάντως, έχοντας σπουδάσει στο εξωτερικό, δηλώνω ότι ο προσδιορισμός μου ως Έλληνας, σεβασμό προκαλούσε καθιστώντας με εκ προοιμίου αποδεκτό -ακόμα και πόρτες μου άνοιγε- τουλάχιστον στους καλλιεργημένους κύκλους, εξ’ αιτίας αυτής της κληρονομιάς που κουβαλούσα, πράγμα που όχι απλώς δεν υποψιάζομαι να επαναλαμβάνεται δηλώνοντας και επεξηγώντας τι σημαίνει Ρωμαίος, αλλά φοβάμαι ότι θα προκαλέσει και τη γενική θυμηδία!

  39. < <Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,
    κανένας δεν εβρέθηκεν για να την-ι-ξηλείψη,
    κανένας, γιατί σιέπει την που τάψη ο Θεός μου.
    Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη.>>

    (Ρωμαίος εκ Κύπρου – γνωρίζετε την ετυμολογία
    της λέξης Κύπρος;!-)

    < >

    (Ρωμαίος του Πόντου)

    Παραπάνω εκθέσαμε και διασταυρώσαμε πάρα πολλές απόψεις, παραθέτοντας
    κείμενα αυτοκρατόρων, αυλικών, απλών ανθρώπων (Κανανός),
    χρονικογράφων, μέχρι και αποσπάσματα από ερωτικά του
    μεσαίωνα (π.χ. Ιμπέριος και Μαργαρώνη).

    Μέσα στα εκατοντάδες σωζόμενα κείμενα, τις επιγραφές,
    τα αρχαιολογικά ευρήματα, αλλά και στην προφορική Παράδοση
    των λαών που δεν δηλητηριάστηκαν από τα μετακενωτικά παραλληρήματα των
    Κοραήδων, διασώζεται η συνέχεια της Ρωμαιοσύνης. Είναι
    τυχαίο οι λαοί που ζήσανε, και συνεχίζουνε να ζούνε,
    μακριά από το ελλαδικό Κράτος αυτοπροσδιορίζονταν ως
    Ρωμαίοι; Τόσο στα ελληνικά και στα λατινικά… βλέπετε
    τους σημερινούς Romani (Ρουμ-άνους), που ψάλλουνε με
    τον ανατολίτικο τρόπο, και ακούνε < <Οικουμενικό Πατριαρχείο>>
    και δακρύζουνε. Ακούνε Θεόδωρο Βασιλικό και Θρασύβουλο
    Στανίτσα μετά μανίας…είναι τυχαίο;

    Ο αυστηρός τόνος και η ειρωνία περισσεύει στα κείμενα
    του κ. Κατσιμάνη: ήδη, αν διαβάσει κανείς την συζήτηση από
    την αρχή, θα δει πόσο άκομψα < <υπερασπίστηκε>> το άρθρο του,
    στο πρώτο σχόλιο αναγνώστη. Αυτή η αναγκαιότητα < <υπεράσπισης>>,
    του εντελώς εμπαθούς και ανιστόριτου άρθρου του, φωτίζει
    τους στόχους και τα κίνητρα, τα οποία σπρώχνουν κάποιους
    < <εθνοσωτήρες>> να < <διασώσουνε>> το έθνος από τους < <εχθρούς>>.
    Μα ποιός σας ακούει κύριοι…νομίζετε ότι κάποιος σας ακούει;
    Ειλικρινά, το πιστεύετε αυτό…

    Έγραψα ότι δεν έχω χρόνο μέσα στον Μάιο να δώσω μια αναλυτική
    απάντηση, αναφερόμενος και σε λατινικές πηγές. Ήδη όμως, από
    τον διάλογο, αναφέρθηκα σε πολλά σημεία του κειμένου του κ. Κατσιμάνη,
    τα οποία απέφυγε να σχολιάσει. Μπορεί να μην βρήκα τον χρόνο
    να δώσω μια επίσημη απάντηση (σαν ακαδημαϊκός δάσκαλος θα
    έπρεπε να δείχνει κατανόηση, διότι καταλαβαίνει τί εννοώ
    όταν αναφέρομαι σε επίσημη απάντηση…αλλά με επλήσσει
    η συμπεριφορά του στυλ < <με θίξατε κύριε>>, που δεν αρμόζει
    σε έναν Δάσαλο), με την φροντίδα που γράφεται
    ένα επιστημονικό κείμενο (άλλωστε αν έμπαινε στον κόπο, θα
    έβλεπε ότι γράφω άγρια μεσάνυχτα, καλή ώρα όπως και τώρα,
    λόγω βαρυτάτου προγράμματος αυτή την εποχή). Αφιέρωσα
    αρκετό χρόνο, και θα είμαι συνεπής: θα γράψω αυτή την
    απάντηση (κ. Κατσιμάνη, υπομονή…). Θα ήθελα όμως
    να σχολιάσω ένα σημείο: η εμμονή σας για μερικά πράγματα
    δείχνει ότι η γνώση σας δεν εξελίσσεται. Η εμμονή και η διαρκής
    αναφορά στο έδικτο του Καρακαλλα (είμαστε σοβαροί;!
    έχετε καταλάβει ακριβώς τί γράφετε, και σε ποιούς
    αναφέρεται ο Νόμος; Κατά τα άλλα έχετε βγάλει και Σορβώνη…),
    στην Σχολή του Πλήθωνα, αλλά και σε κείμενα που έχουν χαρακτηριστεί
    πλαστογραφημένα (γι’ αυτό
    και ο προσδιορισμός pseudo-, στην βιβλιογραφία κ. Κατσιμάνη!),
    αναδεικνύει μια εξαιρετικά ρηχή ανάγνωση της ιστορίας: σκόπιμα,
    βεβαίως, διότι μόνο με στερεότυπα μπορεί να θεμελιωθεί ένα
    ιδεολόγημα. Και θα επαναλάβω: δεν έχετε πηγές! Έχετε πεπαλαιομένες
    πηγές κ. Κατσιμάνη! Σαν ακαδημαϊκός δάσκαλος, θα έπρεπε να φροντίσετε
    ώστε το άρθρο σας να συνοδεύεται από βιβλιογραφία.

    Προσπαθείτε να βρείτε αναφορά σε < <Έλληνες>>, μέσα σε δεκαεπτά,
    σχεδόν, αιώνες ρωμαϊκού Κράτους και δυο χιλιετιών ρωμαϊκού
    Έθνους. Αγνοώντας (;) τί σήμαινε < <Έλλην>> ήδη από τα
    πρωτοχριστιανικά χρόνια;! Στην καλύτερη περίπτωση, ειδικά
    με την επέλαση των Φράγκων, < <Έλλεν>> σήμαινε τον ελληνόφωνα.
    Όπως δηλαδή σήμερα ένας αμερικανός μιλάει την αγγλική…χωρίς
    να μπορεί να υποστηρίξει ότι είναι απόγονος του Henry VIII…
    ιδιαίτερη εντύπωση μου κάνει ωστόσο η ελληνοκεντρική
    ανάγνωση της ιστορίας της Αυτοκρατορίας, την στιγμή
    που η επιβίωσή της οφείλεται κυρίως στο ότι ο πολιτισμός
    των Ρωμαίων καταργούσε τον φυλετισμό. Διότι ρωμαϊκός
    (και όχι < <βυζαντινιακός>> είναι ο πολιτισμός που εκπροσωπούσε
    ο Ιωάννης ο Κουκουζέλης ή ο Ρωμανός ο Μελωδός ή ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός ή ο
    Μανουήλ ο Πανσέληνος…για να αναφέρω μερικούς γίγαντες…

    Εντονώτερη εντύπωση μου προκαλεί και η έλλειψη στοιχειωδών
    γνώσεων, από την μεριά σας, όπως του ότι ο εθνικός
    Ήρως των Ρωμαίων υπήρξε ο Διγενής ο Ακρίτας. Γνωρίζετε,
    κ. Κατσιμάνη, τί εστι Δι-γενής; …αν ναι, γιατί το αποσιωπείτε;

    Αναφέρατε την κ. Αρβελερ. Ήδη έγραψα ότι ανήκει σε παλιά
    Σχολή, αλλά έχει την γνώμη < <δέκα ανδρών>>. Δεν μασάει
    τα λόγια της. Από την άλλη, κρατάει ίσες αποστάσεις: είναι
    εξαιρετική διπλωμάτης, και την ζηλεύω, σαν νεότερός της,
    και την έχω σαν πρότυπο. Είναι αυτή που ξεκαθαρίζει, ακόμα
    και στο βιβλίο της < <Γιατί το Βυζάντιο>>, ότι η ρωμαϊκή
    Αυτοκρατορία έπεσε στα 1453. Και μάλιστα αναφέρει ότι
    όσο υπερβολικό και να ακούγεται αυτό, ας βρεθεί κάποιος
    που να μπορεί να το διαψεύσει! Αναφέρατε τον Ρανσιμαν:
    είναι γίγαντας, για την εποχή του. Το βιβλίο του The
    Fall of Constantinople 1453 έχει πολλά λάθη σε αναφορές,
    και στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις περιγραφές του ψευδο-Σφραντζή
    (σας έχω δώσει παραπάνω αναλυτική βιβλιογραφία: ο Μ. Philippides
    έχει κάνει σημαντικές μελέτες πάνω στο τρίτο βιβλίο
    του Maius, και αναφέρεται και στον Ρανσιμαν). Στο εξωτερικό
    θεωρείται ξεπερασμένος. Σημαντικότατος για την εξέλιξη
    της επιστήμης της Ιστορίας, αλλά υπάρχουν και πιο
    σύγχρονες πηγές.

    Θα επαναλάβω: κάνετε ζημιά. Είστε εσείς που αφήνετε
    να περνάει απαρατήρητο το πρωτόκολλο του Λονδίνου,
    και όλο το χρονικό ώστε να καταλήξει η Επανάσταση
    των Χριστιανών, στα Βαλκάνια, σε “γραικική Επανάσταση”.

    Βαπτίζεται “ρωμανιδικούς” αυτούς που έχουν αντίθετη
    άποψη από τα δικά σας τα κολλήματα, και ξεμπερδεύετε…

    Δεν θα σας περάσει όμως. Ο αναγνώστης που θα διαβάσει
    το άρθρο σας, και όλες τις απόψεις που γραφτήκαν
    παραπάνω, έστω και πρόχειρα και με την πίεση του
    χρόνου, θα βγάλει αρκετά συμπεράσματα. Ειδιά στο
    σημείο όπου μου καταλογίζεται ευθυγράμμιση με τον
    νεο-Οθωμανισμό. Εκεί διαφαίνεται καθαρά το πόσο
    εμπαθής είστε.

    Λυπάμαι που διδάξατε σε πανεπιστήμιο. Εσείς, η
    γενιά σας, μας έφερε στο αδιέξοδο που βρισκόμαστε
    σήμερα. Διότι πριν την οικονομική κρίση, υπήρξε
    παρακμή…

    Σας χρωστώ μια επίσημη απάντηση, με τις αναφορές
    της και τα επιχειρήματά της. Θα την έχετε σύντομα.
    Αν και γνωρίζω ότι θα είναι χάσιμο χρόνου…

    Ειλικρινά, το πιστεύω ότι είναι χάσιμο χρόνου,
    διότι έχω χάσει ήδη χρόνο να παρακολουθώ ομιλίες,
    όταν εργαζόμουν στην Ελλάδα, στα στέκια σας,
    ξέρετε…εκεί που μαζεύονται υπερφλύαροι ηλικιωμένοι
    που χτυπούν το χέρι στην έδρα, όταν μιλούν,
    με ένα ύφος Πάπα…ομιλίες όπου όλοι πλέκουν
    το εγκώμιο του έθνους (εξ ιδίων κρίνεται τα
    αλλότρια…), με διθυράμβους και τα καθέκαστα…

  40. Κύριε Papado σας ανακαλώ στην τάξη. Δεν έχω ούτε το επιστημονικό υπόβαθρο ούτε τις γνώσεις να μετάσχω στη συζήτησή σας. Κι αν έχω κάποιες απόψεις για τα όσα σημειώνετε θα τις κρατήσω για τον εαυτό μου.

    Ωστόσο πρέπει να σας πω ότι ότι το ύφος σας δεν αρμόζει καθόλου στη συζήτηση αυτή. Κι αν παρεμβαίνω είναι επειδή γνωρίζω προσωπικώς τον κ. Κατσιμάνη και – χωρίς πολλά λόγια – θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό γι’ αυτό. Σας παρακαλώ, συζητείστε όσο θέλετε αλλά σταματήστε αυτού του είδους τις επιθέσεις. Σας παρακαλώ θερμά.

    Με εκτίμηση,
    Γιάννης Μικρός.

  41. Φίλτατοι συνομιλητές, δεν έχω την τιμή να γνωρίζω προσωπικά τον συντάκτη του κειμένου, τον Κ.Π. ή κάποιον άλλον. Παρακολουθούσα με πολύ ενδιαφέρον τον διάλογο, ώσπου ατυχώς η συζήτηση παρεκτράπη. θέλησα να παρέμβω κατόπιν της δήλωσης – πρόβλεψης του Κ.Π. για τα συμπεράσματα των αναγνωστών του υπό σχολιασμό άρθρου και των ανωτέρω απόψεων, έστω και υπό την πίεση του χρόνου. Ανήκοντας εξ ανάγκης σε αυτήν την κατηγορία, θα ήθελα να επισημάνω στον Κ.Π. ότι η ουσία των θέσεών του χάνει σημαντικό μέρος της βαρύτητας και επιρροής της, καθόσον συνοδεύεται από χαρακτηρισμούς οξείς και ύφος ανοίκειο. Δικαιολογημένη η περηφάνεια για την συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια. Φαντάζομαι, όμως, ότι εκεί δεν είναι άπαντες σύμφωνοι, ούτε καταλήγουν οπωσδήποτε σε αντεγκλήσεις και προσβολές. Μας ενώνει η κοινή μας καταγωγή και το ενδιαφέρον για τις ρίζες μας. Προς χάριν των προγόνων μας, τους οποίους άπαντες τιμούμε, έχουμε καθήκον να οπλιστούμε με ψυχραιμία και να αποφύγουμε τις προσβολές επί προσωπικού. Ευχαριστώ εκ των προτέρων.

  42. Λυπάμαι να το αναφέρω, αλλά έχω και εγώ την εντύπωση ότι κάτι δεν πάει καλά στον διημειφθέντα διάλογο.
    Έκανα και εγώ την όποια παρέμβασή μου, με το όποιο μυαλό και γνώση μου, έχοντας κυρίως κατά νου να τηρήσω ευπρέπεια, σεβασμό και ευγένεια τουλάχιστον αντίστοιχη των συμμετεχόντων, εκθέτοντας τις όποιες απόψεις μου με διαλλακτικότητα και φειδώ ως προς το απόλυτον της ισχύος των.
    Θαυμάζω την νεανική ορμή και ανατρεπτικότητα μόνον μέχρι το σημείο που δεν μετατρέπεται σε θράσος, αναίδεια και αμετροέπεια!
    Άσχετα με την ουσία των θέσεων και ποιός είναι ορθότερος, διακρίνω ισχυρή εκτροπή από τις ανωτέρω αρετές με τις οποίες πρέπει να οπλίζεται ο κάθε διαλεγόμενος πολύ πριν διανοηθεί να εκθέσει άποψη!
    Διακρίνω ισχυρές δόσεις ΤΑΛΙΜΠΑΝΙΣΜΟΥ, (δεν χρειάζεται να αναφέρω από πόυ!) που προσωπικώς απεχθάνομαι και αποφεύγω ακόμα και αν μου αποδεικνύει ότι οι θέσεις του επαληθεύονται. Γιατί στη ζωή, πέρα από το τι ασπάζεσαι και τι θέλεις να κάνεις, έχει εξ’ ίσου σημασία πως κοινωνείς και πως το κάνεις!
    Οι Ταλιμπάν κατέστρεψαν τα αγάλματα του Βούδα των προγόνων τους! Για να σβήσει οριστικά από την ιστορική συνείδηση κάθε δεσμός με το παρελθόν που δεν εντάσσεται στην απολυτότητα της σημερινής τους κοσμοαντίληψης με την οποία οραματίζονται να κτίσουν το δικό τους αύριο!
    Είθε να μη γνωρίσω κι άλλη καταστροφή της διανόησης και των δημιουργημάτων των δικών μου προγόνων!

  43. Εξακολουθώ διαπορών επί του πρακτέου εν ή περιπτώσει το του Κυρ Κυριάκου Παπαδοπούλου δόγμα δει επικρατήσαι, διά να εκφρασθώ κάπως εις την γλώσσαν τής οποίας την απώλειαν θρηνωδεί ο ίδιος. Βεβαίως η απάντησις, τουλάχιστον εις αυτό, είναι ευχερής, ουδαμού μετέβη, εξηλίχθη. Μετεχόμενοι (αττική διαλέκτω, μετέχοντες) δε ελληνικής παιδείας, ουχ ήττον ρωμαϊκής, ως τινές ονομάζουσιν, δει διατηρήσασθαι την της ευμορφίας λέξιν. Επιτρέψατε μου την σημείωσιν ότι η δυνατότης πάντων να αναγνώσωμεν-και να καταλάβωμεν-τα παρατεθέντα κείμενα αποτελεί μείζονα θρίαμβον της παιδείας ήν μας παρέσχε το, υπό κατηγορίαν-και διά μερικούς υπό κατ’ ευχήν κατάργησιν-νεοελληνικόν κράτος. Αυτό δεν συμβαίνει εις Εσπερίαν, δοθέντος αγγλικού μεσαιωνικού κειμένου εις νυν κάτοικον της Ιγγλετέρας προς ανάγνωσιν, ούτος θα αντιληφθή ότι και εγώ αναγιγνώσκων δηλώσεις (απο)κομμάτων της νεοελληνικής πολιτικής σκηνής. Φοβούμαι όμως ότι η δυνατότης αυτή περιορίζεται εις τους συνηλικιώτας μου καθότι τα ανοσιουργήματα της δημοτικιάς και του μονοτονικού στερούν τους νεωτέρους της δυνατότητος αυτής. Ασφαλώς δεν είμεθα αθώοι του αίματος τούτου, και εις αυτό πιθανώς να βασίζεται επαπειλούμενος πόλεμος γενεών υπό του κ. Παπαδοπούλου. Δεν κατέστη σαφές εάν μετά την επικράτησιν της κυοφορουμένης Ρωμέϊκης επαναστάσεως θα τεθή εν ισχύει η γλώσσα εις την οποίαν απεπειράθην να γράψω. Όσον αφορά τον μειωτικόν χαρκτηρισμόν “Ελλαδίται” και “Ελλαδικόν κράτος”, όστις έχει καταστεί του συρμού εσχάτως, θα καλούσα τους χρήστας του όρου να ενθυμηθούν ότι κατά την Βυζαντινήν, συγνώμην Ρωμαϊκήν, Αυτοκρατορίαν, η Ελλάς ήτο το Ελλαδικόν Θέμα. Επιθυμείτε να συμφωνήσωμεν ότι το Ελλαδικόν Θέμα απηλευθερώθη διά της Επαναστάσεως του 1821 και δια των μετέπειτα αγώνων προσήρτησε και μερικά ακόμη Θέματα, ως, π.χ. το των Καραβησιωτών δια να ενθυμηθώμεν την κα. Αρβελέρ; Εξόχως! Διατί σας ενοχλεί ότι το κράτος αυτό ωνομάσθη Ελλάς; Πιστεύετε ότι πρόκειται περί κλοπής της Ιστορίας, ως, π.χ. το πρόβλημα της FYROM; Διερωτώμαι που βρήκατε 17 αιώνας ρωμαϊκου Κράτους και 20 αιώνας Ρωμαϊκού Έθνους εις την Ελλάδα. Τουθ’ όπερ έστι μεθερμηνευόμενον ότι η Ελλάς ήτο Ρωμαϊκόν κράτος από τον 1ον μ.Χ. αιώνα και από του 2ου ΠΡΟ Χριστού μετείχε του Ρωμαϊκού έθνους. Φυσικά εκκινώ την αρίθμησιν από τον 19ον αιώνα οπότε συνεστήθη το Ελληνικόν Κράτος. Ακόμη και εάν σας προσέφερα τα διαρρεύσαντα διακόσια έτη θα έπρεπε να θεωρήσωμεν ότι η Ελλάς μετείχε του ρωμαϊκού έθνους από την γέννησιν περίπου του Ιησού. Το μένος σας κατά της Ελλάδος προέρχεται από το γεγονός ότι οι Έλληνες εθεώρησαν εαυτούς κληρονόμους της Αυτοκρατορίας διά μίαν πλειάδα λόγων τους οποίους επιχειρείτε να καταρρίψετε, εστιάζων σχεδόν αποκλειστικώς εις την αυτοαπόκλησιν και παραβλέπων το καταφανές. Επιπροσθέτως διαπράττετε σοβαρά ιστορικά λάθη θεωρών ότι αι επαναστάσεις του 19ου αιώνος ήταν αποκλειστικώς χριστιανικαί παρορών το γεγεονός ότι κατά την τουρκοκρατίαν ηυξήθη η προϋπάρχουσα εθνική συνείδησις των υποδούλων εθνών. Συνελλόντι ειπείν μας λέτε ότι οι Βούλγαροι επανεστάτησαν ως χριστιανοί αποκλειστικώς και ουχί ως Βούλγαροι και χριστιανοί. Ενυπνιάζεσθε δε την ανασύστασιν της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αυτοκαταργουμέων πάντων των κρατών εις την Βαλκανικήν. Συνάγω ότι αυτό θα τελεσθή αναλώμασι του Ελλαδικού Θέματος, εν τω μεταξύ παραιτηθέντος της ελληνικής ταυτότητος υπολαβέν την ρωμαϊκήν.
    Ουδείς σοβαρός άνθρωπος θεωρεί εαυτόν απ’ ευθείας απόγονον ανθρώπων οίτινες έζησαν προ χιλιετηρίδων. Δύναται όμως να θεωρή εαυτόν απόγονον του πολιτισμού εκείνου. Άλλοι ακίζονται ως λεγεωνάριοι.
    Τελευταίον, αλλά όχι ελάχιστον: Κατά τας πολλάς μεταβάσεις μου εις το εξωτερικόν ουδείς απετόλμησε ούτε καν να υποτονθορίση, τι περί της εθνικότητός μου. Άλλως, εάν είχε επιζήσει της καταισχύνης, θα έδινε συμβουλάς εις τα δισέγγονά του. Σας προτείνω να με ακολουθήσετε εις αυτό.

  44. -Απάντηση στο Άρθρο του κ. Κατσιμάνη, ΜΕΡΟΣ Α’-
    Κύριε Κατσιμάνη,
    Εδώ θα σας απαντήσω στις ανακρίβειέ σας, αναλυτικότερα και συστηματικότερα απ’ ό,τι στα προηγούμενα μηνύματα, που γραφτήκαν υπό ασφυκτική πίεση χρόνου. Ομολογώ ότι ο χρόνος δεν αρκεί ποτέ, γι’ αυτό και θα χωρίσω την απάντησή μου σε τμήματα. Εδώ σας αποστέλλω το πρώτο μέρος.
    Η εμπάθειά σας, που εκτίθεται στον γραπτό σας λόγο, αποκαλύπτεται από την επιλεκτική χρήση ιστορικών όρων και προσδιορισμών. Από την μια χρησιμοποιείτε τον προσδιορισμό Βυζάντιο, για την ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – Ρωμανία, και από την άλλη ταυτίζετε τους προσδιορισμούς Έλλην και Ελληνιστής. Ένα άρθρο, σαν και το κείμενό σας που δημοσιεύθηκε στο Αντίβαρο, θα απορριπτόταν εξ αρχής, αν κάνατε τον κόπο και το στέλνατε προς δημοσίευση σε ένα σοβαρό έντυπο του εξωτερικού (δεν κάνω καν λόγο για επιστημονικό περιοδικό!). Κάνετε αδέσποτες αναφορές στο Έδικτο του Καρακάλλα και στον Ιουστινιάνειο Κώδικα, αγνοώντας τον πολιτισμό, την κουλτούρα που δέσποζε, και εξελισσόταν μέσα στους αιώνες, στην αυτοκρατορία, από την ίδρυσή της μέχρι την τελική της πτώση. Σε αυτή την απάντησή μου θα δώσω έμφαση στα σημεία όπου συκοφαντείτε την ιστορία της Ρωμηοσύνης , και προβάλλετε επιλεκτικά στοιχεία του Ελληνισμού (σας), όπως τα εξέλαβε η γενιά σας, μια γενιά η οποία εγκατέλειψε και τις τελευταίες εστίες ρωμηοσύνης στην Πόλη, την Ίμβρο και την Τένεδο, δίνοντας χάρη στο τουρκικό Κράτος για τις γενοκτονίες που διέπραξε σε βάρος των προγόνων μας. Είναι γνωστό πόσο κακομεταχειρίστηκε τους πρόσφυγες η φασιστική κυβέρνηση Μεταξά, και τί θέματα απασχολούσαν τον εν Ελλάδι Τύπο κατά την διάρκεια του πογκρομ, στην Κωνσταντινούπολη, το ’55. Δεν με ξενίζει το γραπτό σας κείμενο: έχετε γεννηθεί στο Άστρος Κυνουρίας, στην Πελοπόννησο, και πιστεύω ότι η διάσταση της αντίληψή σας για τα πράγματα, με ανθρώπους που ήρθανε από την Ανατολή και αφήσανε τα κόκκαλά τους στην Ελλάδα, πεταμένοι στην κυριολεξία στα σκουπίδια (φερ’ ειπείν σε βαλτότοπους στην Βόρεια Ελλάδα), είναι φυσική. Εσείς γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στο κοραϊκό Κράτος της Ελλάδας, με τα βαυαρικά θεμέλια (για εσωτερική κατανάλωση χρησιμοποιούμε τον προσδιορισμό Ελλάς, μιας και ως Γραικία γνωρίζει το Κράτος μας η Δύση!) , ενώ οι πρόγονοί μας ζούσανε σε μέρη αυτόνομα, μέσα στην Τουρκοκρατία. Δεν μπορεί να συγκριθεί ο κοσμοπολιτισμός των Τραπεζουντίων, φερ’ ειπείν, που γνωρίζανε πλην τα ρωμέικα και τα αγγλικά, και τα γαλλικά τους, και τα τούρκικά τους, με τον επαρχιωτισμό (ή μάλλον την επαρχιωτίλα!) των Ελλαδιτών προ της Μικρασιατικής καταστροφής. Ας αφήσουμε αυτό το θέμα, διότι αν επεκταθούμε και άλλο θα χάσουμε τον στόχο της κριτικής μας στο κείμενό σας. Πριν ξεκινήσουμε όμως τον σχολιασμό, θα σας συνηστούσα να δώσετε σημασία στο επιλογικό σχόλιο του Clifton R. Fox, στην εργασία του «What, if Anything, is a Byzantine» ([3]).
    The names by which things are called are important in shaping our interpretation of reality. People are often surprised to discover that historical labels which define the past are inventions of later scholarship and ideology, not parts of the past itself. Men and women of the Middle Ages did not know that they lived in the Middle Ages: people who lived in Classical Athens or Renaissance Italy suffered the same disability. The people of the “Byzantine Empire” had no idea that they were Byzantine. They regarded themselves as the authentic continuators of the Roman world: the Romans living in Romania.
    Ας ξεκινήσουμε λοιπόν τον σχολιασμό μερικών θέσεών σας. Καταρχάς, αναφέρεστε στον αρχαίο λατινόφωνα Ρωμαίο ποιητή Οράτιο (Quintus Horatius Flaccus, 65-8 π.Χ.), και στην περίφημη ρήση ([4]) του για τον ελληνιστικό-ελληνόφωνα κόσμο:
    Fabula, qua Paridis propter narratur amorem
    Graecia barbariae lento conlisa duello,
    stultorum regum et populorum continet aestum.
    που σίγουρα θα την θυμάστε από τα χρόνια του δημοτικού, όπου δινόταν έμφαση στο ότι «αυτοί μας κατέκτησαν με τα όπλα, κι εμείς με τον πολιτισμό μας». Το πρόβλημα ωστόσο αυτού του ιδεολογήματος, το οποίο στηρίζεται σε μια ρήση ενός αρχαίου λατίνου, και χρησιμοποιείται από εσάς και τους ομοίους σας για να κατακριθεί η υπερχιλιετής πορεία μιας Αυτοκρατορίας, είναι ότι αγνοεί ότι υπάρχουν και άλλες τέτοιες πολλές «αντιφάσεις» στον αρχαίο κόσμο. Θα γνωρίζετε, για παράδειγμα, την παρακάτω ρήση του Δημοσθένους, για τους Μακεδόνες ([1]):
    31.) ἐποίει, οὐκ ἐνεῖναι λέγειν. εἰ δέ γε δοῦλος ἢ ὑποβολι-
    μαῖος τὰ μὴ προσήκοντ’ ἀπώλλυε καὶ ἐλυμαίνετο, Ἡράκλεις
    ὅσῳ μᾶλλον δεινὸν καὶ ὀργῆς ἄξιον πάντες ἂν ἔφησαν εἶναι.
    ἀλλ’ οὐχ ὑπὲρ Φιλίππου καὶ ὧν ἐκεῖνος πράττει νῦν, οὐχ
    οὕτως ἔχουσιν, οὐ μόνον οὐχ Ἕλληνος ὄντος οὐδὲ προσή- (5)
    κοντος οὐδὲν τοῖς Ἕλλησιν, ἀλλ’ οὐδὲ βαρβάρου ἐντεῦθεν
    ὅθεν καλὸν εἰπεῖν, ἀλλ’ ὀλέθρου Μακεδόνος, ὅθεν οὐδ’
    ἀνδράποδον σπουδαῖον οὐδὲν ἦν πρότερον πρίασθαι

    Ή τα λόγια του Αριστόξενου για τον Πλάτωνα ([2]):
    Ἀριστόξενος δ’ ἐν τοῖς ἱστορικοῖς ὑπομνήμασί [fr. 83 FHG II 290] φησι Πλά-
    τωνα θελῆσαι συμφλέξαι τὰ Δημοκρίτου συγγράμματα, ὁπόσα ἐδυνήθη συναγαγεῖν. @1
    Ἀμύκλαν δὲ καὶ Κλεινίαν τοὺς Πυθαγορικοὺς [c. 54, 2] κωλῦσαι αὐτόν, ὡς οὐδὲν
    ὄφελος• παρὰ πολλοῖς γὰρ εἶναι ἤδη τὰ βιβλία. καὶ δῆλον δέ• πάντων γὰρ σχεδὸν (60)
    τῶν ἀρχαίων μεμνημένος ὁ Πλάτων οὐδαμοῦ Δημοκρίτου διαμνημονεύει,
    ἀλλ’ οὐδ’ ἔνθα
    ἀντειπεῖν τι αὐτῶι δέοι, δῆλον < ὅτι> εἰδὼς ὡς πρὸς τὸν ἄριστον αὐτῶι τῶν φιλοσό-
    φων < ὁ ἀγὼν> ἔσοιτο• ὅν γε καὶ Τίμων τοῦτον ἐπαινέσας τὸν τρόπον ἔχει [fr. 46 D.]•
    οἷον Δημόκριτόν τε περίφρονα, ποιμένα μύθων,
    ἀμφίνοον λεσχῆνα μετὰ πρώτοισιν ἀνέγνων. (65)

    Αν κρίνουμε λοιπόν με το σκεπτικό σας, μπορούμε άνετα να χρησιμοποιήσουμε το ιδεολόγημά σας περί «βαρβάρων αρχαίων Ρωμαίων» τόσο για τους Μακεδόνες, όσο και για τους Πλατωνιστές. Και φυσικά τότε δεν θα έπρεπε να εξαιρεθεί ο Πλήθωνας, και όλοι οι νεο-πλατωνιστές μαθητές του (κάποιους εκ των οποίων αναφέρατε, κ. Κατσιμάνη).
    Ένα δεύτερο σημείο, το οποίο θα ήθελα να επικρίνω, είναι εκεί που αναφέρεστε στην «βαθμιαία» εγκατάληψη του προσδιορισμού «Ρωμαίος», και στην «επαναφορά» του προσδιορισμού «Έλλην». Αυτό και αν είναι ιδεολόγημα! Έχοντας κατά νου ότι ακόμα και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι στα Βαλκάνια που αυτοπροσδιορίζονται Ρωμαίοι, παρά τις εθνοκαθάρσεις, με αποκορύφωση τα χρόνια μεταξύ της πτώσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα πογκρομ σε Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο, κι έχοντας επίσης κατά νου ότι και μέσα στην Τουρκοκρατία ο λαός χρησιμοποιούσε τον προσδιορισμό «Ρωμαίος», «Ρωμηός», «Ρωμαίγικο», μέχρι την Επανάσταση του ’21, αναρωτιέται κανείς, προς τί η εμπάθειά σας για αυτόν τον προσδιορισμό. Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης γράφει στα Απομνημονεύματά του «σιχάθηκα το Ρωμαίικο, οτ’ είμαστε ανθρωποφάγοι». Ίσως λοιπόν να έπρεπε να σταθούμε πρώτα απ’ όλα σε αυτό το σημείο: ποιοί είστε εσείς, και οι όμοιοί σας, που με πάθος, σαν να βρισκόμαστε στην περίοδο Μεταξά, μας υποδεικνύετε ή μάλλον μας επιβάλλεται την δική σας εκδοχή για την Ιστορία του Γένους μας.
    -Θα ακολουθήσει αύριο το δεύτερο μέρος της απάντησής μου,με αναφορές στον Κοραή, τον Διαφωτισμό, οδεύοντας προς τα πίσω, φθάνοντας στην σχολή του Γ. Γεμισοτύ. Η απάντηση θα είναι μακροσκελής, και θα την χωρίσω σε κομμάτια, στέλνοντας από ένα όταν ευκαιρώ: ευελπιστώ να έχω τελειώσει το γράψιμο σε μια βδομάδα. Και αυτό το κάνω διότι βολεύει στο πρόγραμμά μου, αλλά και για να κάνω την ανάγνωση ευκολότερη. Μετά την Σχολή του Γεμιστού θα αναφερθούμε στα Παλαιολόγεια χρόνια, φθάνοντας στα χρόνια της φραγκο-Κρατίας, στην Νίκαια. Εκεί θα σταθούμε, και θα συνεχίσουμε την πορεία μας, μέχρι να φθάσουμε στο συγκλονιστικό, για την Ρωμηοσύνη, έτος 794 μ.Χ. Ακολουθώντας αντίθετη πορεία, θα εξετάσουμε ποιός ήταν ο Κωνσταντίνος ο Μέγας, και γιατί μετέφερε την Βασιλεύουσα του ρωμαϊκού Κράτους στην Νέα Ρώμη. Στόχος είναι να φθάσουμε στα πρωτοχριστιανικά χρόνια, όπου τότε ξεκίνησε η δημιουργία ενός ενιαίου ρωμαϊκού έθνους, στην Μεσόγειο.-

    [1] S.H. Butcher, Demosthenis orationes, vol. 1. Oxford: Clarendon Press, 1903 (repr. 1966): [110-130].
    [2] H. Diels and W. Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, vol. 2, 6th edn. Berlin: Weidmann, 1952 (repr. 1966): 81-129.
    [3] Clifton R. Fox, What, if Anything, is Byzantine, Celator, vol. 10, Number 3, March 1996.
    [4] Quintus Horatius Flaccus, Epistulae, Liber I, Epistula II

  45. (Σχόλιο προς αυτούς που έθιξα: ο κ. Κατσιμάνης
    με κατέταξε στους υμνητές του νεο-Οθωμανισμού,
    την στιγμή που έχω χάσει προγόνους στην Μικρασιατική
    καταστροφή. Τον καλώ δημόσια να ανακαλέσει, διότι
    αν δεν αρμόζει η επιθετικότητά μου σε έναν νέο,
    απευθυνόμενο στον κ. Κατσιμάνη ή μάλλον
    στα συκοφαντικά λόγια του,
    δεν αρμόζει εκατό φορές σε έναν ακαδημαϊκό δάσκαλο
    να συκοφαντεί. Πουθενά στο κείμενό μου δεν υπάρχει
    η παραμικρή φιλοτουρκική στάση ή θετική νύξη
    για το τουρκικό Κράτος.-

    -Απάντηση στο Άρθρο του κ. Κατσιμάνη, ΜΕΡΟΣ Α’-
    Κύριε Κατσιμάνη,
    Εδώ θα σας απαντήσω στις ανακρίβειέ σας, αναλυτικότερα και συστηματικότερα απ’ ό,τι στα προηγούμενα μηνύματα, που γραφτήκαν υπό ασφυκτική πίεση χρόνου. Ομολογώ ότι ο χρόνος δεν αρκεί ποτέ, γι’ αυτό και θα χωρίσω την απάντησή μου σε τμήματα. Εδώ σας αποστέλλω το πρώτο μέρος.
    Η εμπάθειά σας, που εκτίθεται στον γραπτό σας λόγο, αποκαλύπτεται από την επιλεκτική χρήση ιστορικών όρων και προσδιορισμών. Από την μια χρησιμοποιείτε τον προσδιορισμό Βυζάντιο, για την ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – Ρωμανία, και από την άλλη ταυτίζετε τους προσδιορισμούς Έλλην και Ελληνιστής. Ένα άρθρο, σαν και το κείμενό σας που δημοσιεύθηκε στο Αντίβαρο, θα απορριπτόταν εξ αρχής, αν κάνατε τον κόπο και το στέλνατε προς δημοσίευση σε ένα σοβαρό έντυπο του εξωτερικού (δεν κάνω καν λόγο για επιστημονικό περιοδικό!). Κάνετε αδέσποτες αναφορές στο Έδικτο του Καρακάλλα και στον Ιουστινιάνειο Κώδικα, αγνοώντας τον πολιτισμό, την κουλτούρα που δέσποζε, και εξελισσόταν μέσα στους αιώνες, στην αυτοκρατορία, από την ίδρυσή της μέχρι την τελική της πτώση. Σε αυτή την απάντησή μου θα δώσω έμφαση στα σημεία όπου συκοφαντείτε την ιστορία της Ρωμηοσύνης , και προβάλλετε επιλεκτικά στοιχεία του Ελληνισμού (σας), όπως τα εξέλαβε η γενιά σας, μια γενιά η οποία εγκατέλειψε και τις τελευταίες εστίες ρωμηοσύνης στην Πόλη, την Ίμβρο και την Τένεδο, δίνοντας χάρη στο τουρκικό Κράτος για τις γενοκτονίες που διέπραξε σε βάρος των προγόνων μας. Είναι γνωστό πόσο κακομεταχειρίστηκε τους πρόσφυγες η φασιστική κυβέρνηση Μεταξά, και τί θέματα απασχολούσαν τον εν Ελλάδι Τύπο κατά την διάρκεια του πογκρομ, στην Κωνσταντινούπολη, το ’55. Δεν με ξενίζει το γραπτό σας κείμενο: έχετε γεννηθεί στο Άστρος Κυνουρίας, στην Πελοπόννησο, και πιστεύω ότι η διάσταση της αντίληψή σας για τα πράγματα, με ανθρώπους που ήρθανε από την Ανατολή και αφήσανε τα κόκκαλά τους στην Ελλάδα, πεταμένοι στην κυριολεξία στα σκουπίδια (φερ’ ειπείν σε βαλτότοπους στην Βόρεια Ελλάδα), είναι φυσική. Εσείς γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στο κοραϊκό Κράτος της Ελλάδας, με τα βαυαρικά θεμέλια (για εσωτερική κατανάλωση χρησιμοποιούμε τον προσδιορισμό Ελλάς, μιας και ως Γραικία γνωρίζει το Κράτος μας η Δύση!) , ενώ οι πρόγονοί μας ζούσανε σε μέρη αυτόνομα, μέσα στην Τουρκοκρατία. Δεν μπορεί να συγκριθεί ο κοσμοπολιτισμός των Τραπεζουντίων, φερ’ ειπείν, που γνωρίζανε πλην τα ρωμέικα και τα αγγλικά, και τα γαλλικά τους, και τα τούρκικά τους, με τον επαρχιωτισμό (ή μάλλον την επαρχιωτίλα!) των Ελλαδιτών προ της Μικρασιατικής καταστροφής. Ας αφήσουμε αυτό το θέμα, διότι αν επεκταθούμε και άλλο θα χάσουμε τον στόχο της κριτικής μας στο κείμενό σας. Πριν ξεκινήσουμε όμως τον σχολιασμό, θα σας συνηστούσα να δώσετε σημασία στο επιλογικό σχόλιο του Clifton R. Fox, στην εργασία του «What, if Anything, is a Byzantine» ([3]).
    The names by which things are called are important in shaping our interpretation of reality. People are often surprised to discover that historical labels which define the past are inventions of later scholarship and ideology, not parts of the past itself. Men and women of the Middle Ages did not know that they lived in the Middle Ages: people who lived in Classical Athens or Renaissance Italy suffered the same disability. The people of the “Byzantine Empire” had no idea that they were Byzantine. They regarded themselves as the authentic continuators of the Roman world: the Romans living in Romania.
    Ας ξεκινήσουμε λοιπόν τον σχολιασμό μερικών θέσεών σας. Καταρχάς, αναφέρεστε στον αρχαίο λατινόφωνα Ρωμαίο ποιητή Οράτιο (Quintus Horatius Flaccus, 65-8 π.Χ.), και στην περίφημη ρήση ([4]) του για τον ελληνιστικό-ελληνόφωνα κόσμο:
    Fabula, qua Paridis propter narratur amorem
    Graecia barbariae lento conlisa duello,
    stultorum regum et populorum continet aestum.
    που σίγουρα θα την θυμάστε από τα χρόνια του δημοτικού, όπου δινόταν έμφαση στο ότι «αυτοί μας κατέκτησαν με τα όπλα, κι εμείς με τον πολιτισμό μας». Το πρόβλημα ωστόσο αυτού του ιδεολογήματος, το οποίο στηρίζεται σε μια ρήση ενός αρχαίου λατίνου, και χρησιμοποιείται από εσάς και τους ομοίους σας για να κατακριθεί η υπερχιλιετής πορεία μιας Αυτοκρατορίας, είναι ότι αγνοεί ότι υπάρχουν και άλλες τέτοιες πολλές «αντιφάσεις» στον αρχαίο κόσμο. Θα γνωρίζετε, για παράδειγμα, την παρακάτω ρήση του Δημοσθένους, για τους Μακεδόνες ([1]):
    31.) ἐποίει, οὐκ ἐνεῖναι λέγειν. εἰ δέ γε δοῦλος ἢ ὑποβολι-
    μαῖος τὰ μὴ προσήκοντ’ ἀπώλλυε καὶ ἐλυμαίνετο, Ἡράκλεις
    ὅσῳ μᾶλλον δεινὸν καὶ ὀργῆς ἄξιον πάντες ἂν ἔφησαν εἶναι.
    ἀλλ’ οὐχ ὑπὲρ Φιλίππου καὶ ὧν ἐκεῖνος πράττει νῦν, οὐχ
    οὕτως ἔχουσιν, οὐ μόνον οὐχ Ἕλληνος ὄντος οὐδὲ προσή- (5)
    κοντος οὐδὲν τοῖς Ἕλλησιν, ἀλλ’ οὐδὲ βαρβάρου ἐντεῦθεν
    ὅθεν καλὸν εἰπεῖν, ἀλλ’ ὀλέθρου Μακεδόνος, ὅθεν οὐδ’
    ἀνδράποδον σπουδαῖον οὐδὲν ἦν πρότερον πρίασθαι

    Ή τα λόγια του Αριστόξενου για τον Πλάτωνα ([2]):
    Ἀριστόξενος δ’ ἐν τοῖς ἱστορικοῖς ὑπομνήμασί [fr. 83 FHG II 290] φησι Πλά-
    τωνα θελῆσαι συμφλέξαι τὰ Δημοκρίτου συγγράμματα, ὁπόσα ἐδυνήθη συναγαγεῖν. @1
    Ἀμύκλαν δὲ καὶ Κλεινίαν τοὺς Πυθαγορικοὺς [c. 54, 2] κωλῦσαι αὐτόν, ὡς οὐδὲν
    ὄφελος• παρὰ πολλοῖς γὰρ εἶναι ἤδη τὰ βιβλία. καὶ δῆλον δέ• πάντων γὰρ σχεδὸν (60)
    τῶν ἀρχαίων μεμνημένος ὁ Πλάτων οὐδαμοῦ Δημοκρίτου διαμνημονεύει,
    ἀλλ’ οὐδ’ ἔνθα
    ἀντειπεῖν τι αὐτῶι δέοι, δῆλον < ὅτι> εἰδὼς ὡς πρὸς τὸν ἄριστον αὐτῶι τῶν φιλοσό-
    φων < ὁ ἀγὼν> ἔσοιτο• ὅν γε καὶ Τίμων τοῦτον ἐπαινέσας τὸν τρόπον ἔχει [fr. 46 D.]•
    οἷον Δημόκριτόν τε περίφρονα, ποιμένα μύθων,
    ἀμφίνοον λεσχῆνα μετὰ πρώτοισιν ἀνέγνων. (65)

    Αν κρίνουμε λοιπόν με το σκεπτικό σας, μπορούμε άνετα να χρησιμοποιήσουμε το ιδεολόγημά σας περί «βαρβάρων αρχαίων Ρωμαίων» τόσο για τους Μακεδόνες, όσο και για τους Πλατωνιστές. Και φυσικά τότε δεν θα έπρεπε να εξαιρεθεί ο Πλήθωνας, και όλοι οι νεο-πλατωνιστές μαθητές του (κάποιους εκ των οποίων αναφέρατε, κ. Κατσιμάνη).
    Ένα δεύτερο σημείο, το οποίο θα ήθελα να επικρίνω, είναι εκεί που αναφέρεστε στην «βαθμιαία» εγκατάληψη του προσδιορισμού «Ρωμαίος», και στην «επαναφορά» του προσδιορισμού «Έλλην». Αυτό και αν είναι ιδεολόγημα! Έχοντας κατά νου ότι ακόμα και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι στα Βαλκάνια που αυτοπροσδιορίζονται Ρωμαίοι, παρά τις εθνοκαθάρσεις, με αποκορύφωση τα χρόνια μεταξύ της πτώσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα πογκρομ σε Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο, κι έχοντας επίσης κατά νου ότι και μέσα στην Τουρκοκρατία ο λαός χρησιμοποιούσε τον προσδιορισμό «Ρωμαίος», «Ρωμηός», «Ρωμαίγικο», μέχρι την Επανάσταση του ’21, αναρωτιέται κανείς, προς τί η εμπάθειά σας για αυτόν τον προσδιορισμό. Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης γράφει στα Απομνημονεύματά του «σιχάθηκα το Ρωμαίικο, οτ’ είμαστε ανθρωποφάγοι». Ίσως λοιπόν να έπρεπε να σταθούμε πρώτα απ’ όλα σε αυτό το σημείο: ποιοί είστε εσείς, και οι όμοιοί σας, που με πάθος, σαν να βρισκόμαστε στην περίοδο Μεταξά, μας υποδεικνύετε ή μάλλον μας επιβάλλεται την δική σας εκδοχή για την Ιστορία του Γένους μας.
    -Θα ακολουθήσει αύριο το δεύτερο μέρος της απάντησής μου,με αναφορές στον Κοραή, τον Διαφωτισμό, οδεύοντας προς τα πίσω, φθάνοντας στην σχολή του Γ. Γεμισοτύ. Η απάντηση θα είναι μακροσκελής, και θα την χωρίσω σε κομμάτια, στέλνοντας από ένα όταν ευκαιρώ: ευελπιστώ να έχω τελειώσει το γράψιμο σε μια βδομάδα. Και αυτό το κάνω διότι βολεύει στο πρόγραμμά μου, αλλά και για να κάνω την ανάγνωση ευκολότερη. Μετά την Σχολή του Γεμιστού θα αναφερθούμε στα Παλαιολόγεια χρόνια, φθάνοντας στα χρόνια της φραγκο-Κρατίας, στην Νίκαια. Εκεί θα σταθούμε, και θα συνεχίσουμε την πορεία μας, μέχρι να φθάσουμε στο συγκλονιστικό, για την Ρωμηοσύνη, έτος 794 μ.Χ. Ακολουθώντας αντίθετη πορεία, θα εξετάσουμε ποιός ήταν ο Κωνσταντίνος ο Μέγας, και γιατί μετέφερε την Βασιλεύουσα του ρωμαϊκού Κράτους στην Νέα Ρώμη. Στόχος είναι να φθάσουμε στα πρωτοχριστιανικά χρόνια, όπου τότε ξεκίνησε η δημιουργία ενός ενιαίου ρωμαϊκού έθνους, στην Μεσόγειο.-

    [1] S.H. Butcher, Demosthenis orationes, vol. 1. Oxford: Clarendon Press, 1903 (repr. 1966): [110-130].
    [2] H. Diels and W. Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, vol. 2, 6th edn. Berlin: Weidmann, 1952 (repr. 1966): 81-129.
    [3] Clifton R. Fox, What, if Anything, is Byzantine, Celator, vol. 10, Number 3, March 1996.
    [4] Quintus Horatius Flaccus, Epistulae, Liber I, Epistula II

  46. Ειλικρινά χαίρομαι που πρυτάνευσε η νηφαλιότητα. Ως χρονικά πιεσμένος αναγνώστης, θεωρώ ότι αποτελεί ύψιστη τιμή για τον παρόντα ιστοχώρο το γεγονός ότι έγκριτοι επιστήμονες αφιερώνουν σημαντικό μέρος του πολύτιμου χρόνου τους σε γόνιμη ανταλλαγή απόψεων. Επιχειρώντας να συμβάλω στην εξέλιξη του διαλόγου, σε συνέχεια της εύστοχης παρατήρησης του κου Κατσαρού και αποφεύγοντας ενσυνειδήτως τα σημεία τριβής, θέτω υπ’ όψιν σας την κάτωθι απορία μου : κατά την περίοδο γέννησης του Ρωμαϊκού γένους (πρώτοι μεταχριστιανικοί αιώνες) υφίσταντο αναμφισβήτητα κυρίως στην Βαλκανική και στην Μικρά Ασία συμπαγείς πληθυσμοί που αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες, είτε διότι όντως κατάγονταν από τους αρχαίους προγόνους μας (π.χ. Ίωνες) είτε διότι είχαν εξελληνισθεί στην αμέσως προηγούμενη Ελληνιστική περίοδο (π.χ. Κάρες, Λυδοί κλπ.). Στην συνέχεια, για μία μακραίωνη περίοδο, οι απόγονοί τους αυτοαποκαλούντο Ρωμαίοι, ήταν πιστοί υπήκοοι της Ρωμανίας και ομιλούσαν την Ελληνική σε διάφορες μορφές. Αυτοί οι Ρωμαίοι τι ιστορική συνείδηση είχαν για το παρελθόν τους; Μήπως θεωρούσαν ότι είναι φυσικοί απόγονοι και κληρονόμοι του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού, τον οποίο είχαν χρέος να διαφυλάξουν, μαζί με την ορθοδοξία και την Ρωμανία; Ενοχλεί εάν και κάποιοι με διαφορετική γλώσσα και καταγωγή θεωρούσαν προνόμιο να ενταχθούν στο Ρωμαϊκό γένος, υιοθετούσαν την ίδια αντίληψη και θυσιάζονταν για τα ίδια ιδανικά; Ας εντοπίσουμε πρώτα τις κοινές μας παραδοχές και θα μπορέσουμε πιο εύκολα να ξεπεράσουμε τις όποιες διαφορετικές προσεγγίσεις.

  47. Κε. Φιλανθρωπηνέ, πολύ φοβούμαι ότι η νηφαλιότης εις την τρέχουσαν συζήτησιν είναι προσχηματική. Εις τα κείμενα του κ. Κυριάκου Παπαδοπούλου γίνονται σαφείς αιχμαί, προσωπικαί και γενικαί, πόρρω απέχουσαι των ορίων του χιούμορ. Παρά το γενικώς υψηλόν επίπεδον της όλης συζητήσεως, προσεκτική ανάγνωσις των αναρτήσεων αποκαλύπτει ότι όπισθεν της υποτιθεμένης επιστημονικής διερευνήσεως του θέματος υποκρύπτονται προσωπικά βιώματα, “ρεβανσισμοί”, έως και απροκάλυπτος εκδικητικότης. Πολύ φοβούμαι ότι υπό το φώς αυτό ευρισκόμεθα προ “στρατευμένης”, και συνεπώς μόνον επιστημονικοφανούς-όχι επιστημονικής, αναλύσεως στερουμένης βαρύτητος κατά Weber. Ών γενικώς αισιόδοξος, ήλπιζα ότι οι νέοι άνθρωποι, ως ο μόλις τριακονταετής κος. Παπαδόπουλος, θα είχαν αντιληφθεί ότι η αναμάσησις εθνικών τραγωδιών και ήκιστα προσφέρει εις την πατρίδα και τον λαόν. Έχων δε αναγνώσει ενδελεχώς τας αναρτήσεις διερωτώμαι κατά πόσον ο κ. Παπαδόπουλος και εγώ έχωμεν την αυτήν πατρίδα και προερχόμεθα από τον αυτόν λαόν. Η διερώτησις μου αυτή διατυπούται άνευ ίχνους ειρωνίας και/ή ψόγου. Διαρρήδην, είμαι Έλλην, η πατρίς μου λέγεται Ελλάς και η μεσαιωνική της Ιστορία λέγεται Βυζαντινή. Εις την εθνικήν και πολιτιστικήν μου ταυτότητα δεν χωρούν τοπικισμοί και προελεύσεις. ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΩΣ, είμαι εξαιρετικώς υπερήφανος δι’ όλα τα ανωτέρω, εκ παραλλήλου αναγνωρίζω τα πάμπολλα λάθη άτινα διεπράχθησαν εις το παρελθόν και τα αντιμετωπίζω ως οδοδείκτας αποφυγής επαναλήψεως ουχί ως εφαλτήριον εκδικητικότητος.

    Υ.Γ. (1) Το καταφανές είναι ότι οι Έλληνες, μετά την ενοχοποίησιν του πολιτισμού και του ονόματός των εκ μέρους του Χριστιανισμού, εστράφησαν εις την πολιτειακήν ταυτότητα του ρωμαίου. Η στροφή αύτη εγένετο κατά περιπτώσεις οικεία βουλήσει ή διά της βίας. Το περίφημον “cuius regio eius religio”, (εν ελευθέρα μεταφράσει: Εις την επικράτειαν του ηγεμόνος, η θρησκεία του ηγεμόνος), της Ειρήνης (ή Ρυθμίσεως) του Αουξμπούργκ (1555), εφηρμόσθη εις την Αυτοκρατορίαν, a manu militari, πολύ προ της διατυπώσεώς του. Ειρήσθω εν παρόδω, ο εκχριστιανισμός της δυτικής Ευρώπης εγένετο ομοίως, εν πολλοίς, διά του ξίφους, σαφές παράδειγμα είναι η λεγομένη “Σφαγή του Βερντέν”, ο αποκεφαλισμός 4,500 Σαξόνων ευγενών υπό του Καρολομάγνου, οίτινες δεν επεθύμουν την εν Χριστώ σωτηρίαν αλλά τον Βόταν και τους πατρογονικούς θεούς των.

    (2) Αναμφιβόλως το Ρωμαϊκόν imperium ήσκησε ακατανίκητον, ως απεδείχθη, γοητείαν εις όλα τα Γοτθικά, Φραγκικά, Βανδαλικά, Αλαμανικά και λοιπά φύλα τα οποία επέδραμον κατά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καθότι διά πρώτην φοράν ευρέθησαν ενώπιον συντεταγμένου κράτους. Αψευδής απόδειξις, η Gaule Romaine και η εναγώνιος προσπάθεια διαφόρων ηγετών, ως ο Καρολομάγνος και ο Όθων Α’, να αναδειχθούν εις αυτοκράτορας και Καίσαρας. Συνάγω ότι ο τίτλος Kaiser είναι τουλάχιστον ενδεικτικός. Εν τη δύσει, μετά τον Καρολομάγνο, η “Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία” ανεσυστήθη το 962 υπό του Όθωνος Α’, πράγμα το οποίον δεν φαίνεται να ηνώχλησε και πολύ τους Βυζαντινούς καθότι ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Τσιμισκής, καίτοι ο Όθων Α’ ηττήθη υπ’ αυτών (των Βυζαντινών) εις νότιον Ιταλίαν (966-972), ανεγνώρισε τον τίτλον του Όθωνος και έδωσε εις γάμον την ανεψιάν του, Θεοφανώ Σκλήραινα, εις τον διάδοχον, μετέπειτα Όθωνα Β’. Η μοίρα αυτής της “Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας” υπήρξε περιπετειώδης και μάλλον άνευ σοβαράς σημασίας, απεκλήθη “Ιερά” επί Φρειδερίκου Α’ Μπαρμπαρόσα (1155), υπέλαβε το συμπλήρωμα, “Του Γερμανικού Έθνους” το 1512 εις την Δίαιταν της Κολωνίας, και κατελύθη οριστικώς το 1806 με την Συνθήκην του Πρέσμπουργκ (σημ. Μπρατισλάβα), παραιτηθέντος του κατόχου του τίτλου, Φραγκίσκου Α’ των Αψβούργων, μετά την ιστορικώς δεινήν ήτταν ήτινα υπέστη υπό του Ναπολέοντος εις το Αούστερλιτζ. Εις τα αυτά πλαίσια εκινήθησαν και οι Δάκες, σημερινοί Ρουμάνοι.

  48. Μια γενική παρατήρηση «ανιστόριτου» ακόμη.
    Αποφεύγω συστηματικά όπως προσέξατε να «γράφω» ιστορία καθ’ όσον ούτε την ιστορική επιστήμη κατέχω αλλά ούτε καν ερασιτέχνης ιστορικός αναδιφητής δύναμαι να είμαι. Επιθυμώ να παραμένω απλός «χρήστης»της ιστορίας την οποία επιμελούνται ειδικότεροι και πλέον αφοσιωμένοι εμού για λογαριασμό μου (μας). Μόνος μου στόχος, ως απλός πολίτης, παραμένει η κατανόηση της διαδρομής της ανθρωπότητας προσβλέποντας στην εξαγωγή συμπερασμάτων για προσανατολισμό προς το μέλλον. Οι λεπτομέρειες και «τεκμηριώσεις» της ιστορίας ουδαμώς με ενδιαφέρουν εάν δεν πληρούν τον άνω στόχο, πλήθος δε ιστορικών πληροφοριών παραμένουν για με (όπως και για τους περισσότερους) αυτό που κοινώς αποκαλείται «άχρηστη πληροφορία».
    Υπ’ αυτό το πρίσμα, επιχειρώ μια αποστασιοποιημένη θεώρηση συνολικών ιστορικών διαδρομών για να αναρωτηθώ:
    – Τι αισθήματα προκαλεί στους κατοίκους των χωρών αυτών πρώτα αλλά και σε όλους τους υπόλοιπους να παρατηρούν ως συντελεσμένο γεγονός ότι ο σύγχρονος Αιγύπτιος ουδεμία σχέση έχει πλέον, έχοντας αποκοπεί πλήρως, από τον αρχαίο πολιτισμό που αναπτύχθηκε στην χώρα του ή ο σύγρονος Ιρακινός, Πέρσης (Ιρανός πλέον) και πάει λέγοντας;
    – Τι απέγιναν οι Φοίνικες, οι Ασσύριοι, οι Χετταίοι, οι Κέλτες οι Ίνκας και τόσοι άλλοι αρχαίοι λαοί και πολιτισμοί;
    – Τι τραγικό τέλος είχε – για να αναφερθώ και στα καθ’ημάς – ο Μικρασιατικός πολιτισμός που με αφετηρία τους Ίωνες και τους Αιολείς διέγραψε μια πορεία χιλιετηρίδων για να χαθεί οριστικά μόλις στους δικούς μας καιρούς;
    – Δεν δημιουργεί ένα αίσθημα θλίψης σε όλους, να αποτελούν απλά κεφάλαια, υποπαραγράφους της παγκόσμιας ιστορίας;
    – Δεν είναι κρίμα να έχουν χαθεί ακόμα και από την ιστορική μνήμη λαοί και πολιτισμοί αιώνων στα ίδια τα χώματα που γεννήθηκαν;
    Τα ανωτέρω βεβαίως αποτελούν συντελεσμένα ιστορικά γεγονότα μη αναστρέψιμα από κάθε αίσθημα θλίψης ή νοσταλγίας
    Εάν επιχειρήσω όμως να εξάγω κάποια δικά μου συμπεράσματα θα παρατηρήσω τα εξής:
    Η εξαφάνιση όλων σχεδόν των αρχαίων πολιτισμών και η ομογενοποίηση των λαών σε έναν, προήλθε αποκλειστικά από επεκτατικές ενέργειες λαών την έγερση των οποίων πάντοτε υπεδαύλισαν ΗΓΕΤΕΣ (εκ της άρχουσας τάξης οπωσδήποτε!), για ικανοποίηση πρωτίστως προσωπικών τους άμετρων φιλοδοξιών για πλούτο και εξουσία, εκμεταλλευόμενοι την πάγια ανάγκη παντός για καλύτερη ζωή. Ακολουθούσε πολιτικό μόρφωμα διατήρησης των κεκτημένων (άλλως μιλάμε για επιδρομές) το οποίο συν το χρόνω τελειοποιήθηκε λαμβάνοντας την γνωστή μορφή της ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ!
    Έτσι ξεκίνησαν και επεκτάθηκαν όλες! Από τον Ναβουχοδονόσωρα μέχρι τους Δαρείους και τον Τζεγγίς Χαν, από τον δικό μας Μεγαλέξανδρο ως τους Καίσαρες και τον Καρλομάγνο.
    Η οικονομική εκμετάλλευση (αρπαγή στην φάση της κατάκτησης) και η διαιώνιση της εξουσίας για να είναι συνεχής, απαιτούσε «πολτοποίηση» των κατακτημένων λαών στα χαρακτηριστικά όμως του κυρίαρχου, δια μέσου της διάσπασης της ιστορικής και πολιτιστικής τους συνέχειας. Πράγμα δύσκολο! Και όπου δεν εφαρμόσθηκε με συνέπεια, επιμονή και βία το μόρφωμα δεν άντεχε στο χρόνο! Τελειοποιήθηκε όμως το πολίτευμα της αυτοκρατορίας ανακαλύπτοντας ένα πολύ αποτελεσματικό εργαλείο. Τη ΘΡΗΣΚΕΙΑ. (Και εδώ η πολιτική διορατικότητα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εκπληρούμενη από Ιουστινιανό, Λέοντα κλπ.!) Αυτή θα ήταν ο συνεκτικός ιστός, αυτή το πρώτιστο κοινό στοιχείο κάθε υπηκόου. Κατά σαρωτικό και απόλυτο τρόπο! Κύριο στοιχείο πολιτικής και πολιτιστικής ταυτότητας!
    Η θνήσκουσα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έλαβε φιλί ζωής για άλλα χίλια χρόνια και πλέον. Με κύριους αναδυόμενους αντίπαλους τις (επί ιδίων αρχών) μουσουλμανικές των Αράβων και των Οθωμανών. Στον Καθολικισμό χτίζει αυτοκρατορία ο Καρλομάγνος. Επιχειρούνται μέχρι και Σταυροφορίες! Στις ίδιες βάσεις χτίζονται όλες οι Ευρωπαϊκές Αυτοκρατορίες μέχρι πρόσφατα. Όποιος επιμένει σε ιστορική – πολιτιστική ιδιοπροσωπεία αποτελεί υπήκοο τελευταίας κατηγορίας με σκοτεινό μέλλον ή κεφαλή σε προσωρινή θέση.. Η θρησκεία αποτέλεσε και το μοναδικό κριτήριο, με διάσπαση ομογενών πληθυσμών (Πόντιοι, Καππαδόκες κλπ.), για τη δημιουργία του Νεοτουρκικού κράτους.
    Γιατί επαναλαμβάνω αυτά τα γνωστά και τετριμμένα; Μα για υπενθύμιση, γιατί τα ξεχνάμε ή κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε!
    Για να στοχαστούν λίγο όσοι θαμπώνονται από αυτοκρατορικά μεγαλεία και κλέη και ψάχνουν την χαμένη τους ταυτότητα στα γέννη «υβρίδια» των παλατιανών σκοπιμοτήτων! Και μετά κλαίνε για χαμένες πατρίδες και για διχασμό του γέννους τους! Γιατί «ατυχώς» άλλη αυτοκρατορία μετά είχε τις δικές της σκοπιμότητες, κάνοντάς τους σκορποχώρι στη δημιουργία του δικού της υβριδίου! Κατά τα άλλα, θα δηλώσουν και πολέμιοι της παγκοσμιοποίησης και Νέας Τάξης Πραγμάτων! (Λες και οι αυτοκρατορίες δεν ήταν προσπάθειες παγκοσμιοποίησης κάθε ισχυρού της εποχής, λες και η Pax Romana δεν ήταν Παλιά Τάξη Πραγμάτων!)
    Για να δούν σφαιρικότερα και με περισσότερη ψυχραιμία το θέμα «ποια η ιστορία μου και ο πολιτισμός μου» και να υποψιαστούν πως προκύπτει το ιστορικό σημείο τομής και επανεκκίνησης και τι σηματοδοτεί. Η επιλεκτική απότμηση μέρους της ιστορίας προς υιοθέτηση και εξ’ αυτού ταύτιση, είναι σαν να ονειρευόμαστε από το αγαπημένο μας παραμύθι, μου θυμίζει όταν πιτσιρικάς διάβαζα Μικρό Κάου-μπόϋ και ονειρευόμουνα να γίνω σερίφης!
    Αλλά και να αντιληφθούν ότι την ταυτότητα σου την κληρονομείς αφ’ ενός, έχοντας όμως χρέος και να την προσανατολίσεις στο μέλλον βάσει επιλογών! Επιλογές που γίνονται και δια της ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ της ιστορίας, όχι ονειρευόμενος επανάληψη ή στατική συνέχιση και μάλιστα επί συζητήσιμων προτύπων!
    Στους θαυμαστές των Imperium, αλλά χαμένων εξ’ αυτών, να αντιπαραβάλλουμε το ελληνικό πολιτικό πρότυπο της πόλης – κράτους που παραπέμπει σε αυτοδιάθεση – αυτοδιοίκηση με δημοκρατικούς θεσμούς; (Όχι εισαγωγής από Ευρώπη ή USA!). Δεν σας φαίνεται πιο συζητήσιμο και ελκυστικό προς επεξεργασία; Και πιο «φιλικό» προς την ιστορική-πολιτιστική ιδιομορφία; Το Φαναριώτικης προέλευσης (Βαυαρικής, Αγγλικής, Αμερικανικής κλπ. τελειοποίησης – παρεπιμπτόντως όλες αυτοκρατορικές) πολιτικό μας σύστημα δεν θα το αναλύσετε, δεν θα το σχολιάσετε βάσει ιστορικής εμβρίθειας; Που είναι η Ελλάδα σήμερα και που πάει, τα γιατί και την πυξίδα, θα ανεύρουμε σε «αξιόπιστες» μεσαιωνικές πηγές τεκμηρίωσης του filioque; Δεν αξίζει σχολιασμό και συσχετισμό η διεθνής κατάσταση βάσει ιστορικής εμπειρίας; Ή αυτά δεν μας αφορούν, γιατί έχουμε μεγάλη έγνοια πως μας αποκαλεί ο κάθε Ακροπολίτης ή Σφραντζής (μάρκας ή ιμιτασιόν) και όποιος βυζαντινοκαλόγερος αγνώστου προελεύσεως που όφειλε όχι απλά υποταγή, αλλά και γλύψιμο στην εξουσία! Η ιστορία τι είναι, παραμύθι για να ονειρευόμαστε γλυκά;
    Ο «ανιστόρητος» αυτός πολίτης αποτολμά την εξής σύσταση σε ιστοριολάτρες και ιστοριοδιφούντας. «Προσοχή, γιατί ψάχνοντας το δένδρο χάνουμε το δάσος!» Άλλος τις, θα τολμούσε να τους χαρακτηρίσει «βυζαντινολογούντες». Εγώ φείδομαι ολίγον!
    Συνηθίζουμε να λέμε ότι μέχρι σήμερα τρείς είναι οι αρχαιότεροι πολιτισμοί που επιβιώνουν. Ο Κινεζικός, ο Εβραϊκός και ο Ελληνικός. Οι δύο πρώτοι αδιαμφισβήτητα και αταλάντευτα, ο δε Ελληνικός, άνευ ανάγκης νέας εισβολής δια το μοιραίον, τυγχάνει κάκιστης και προς το χειρότερον υγείας, τον σκοτώνουμε σιγά – σιγά εμείς οι ίδιοι! Διότι δεν μου φαίνεται να συγκεντρώνει αρκετή ομοψυχία αληθούς αποδοχής και στήριξης ούτε καν στη χώρα που γεννήθηκε και από τους φυσικούς του φορείς!

  49. Ρωμανία λοιπόν και Ρωμαίοι για όσους λατρεύουν το μουσουλμανικό ιστορικό πρότυπο φερ’ ειπείν, με πανομοιότυπες Τζαμαχιρίες από Ατλαντικό μέχρι Ινδικό και με κατοίκους ταυτοποιούμενους ως “Άραβες” γιατί “όλοι μουσουλμάνοι είμαστε βρε αδελφέ!”
    Ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, την ισοπέδωση λαών και πολιτισμών, ενάντια στον εθνομηδενισμό!

  50. Έλα όμως που αποδεικνύεται ότι δεν αρκεί για να τους αδελφοποιήσει ούτε το “Άραβες” ούτε το μουσουλμάνοι και γίνονται μαλλιά – κουβάρια μεταξύ τους!
    Μόνο αυτοκρατορικού τύπου στρατιωτική βία είναι ικανή για κάτι τέτοιο!

  51. Κε. Χονδρογιάννη, καταφανέστατα δεν είσθε ανιστόρητος, ο όρος αναφέρεται εις ανθρώπους οίτινες δεν έχουν κατανοήσει το νόημα της Ιστορίας, και, εκ των γραφομένων σας, το έχετε κατανοήσει πλήρως και, επιτρέψατέ μου, να προσυπογράψω. Θλίβομαι όμως διότι διαπιστώνω, από την όλην συζήτησιν, ότι διακατεχόμεθα από τα ίδια καταστροφικά μειονεκτήματα άτινα μας χαρακτηρίζουν από της αρχαιότητος μέχρι τούδε. Πιστεύω ότι ο κ. Κ. Παπαδόπουλος δεν στερείται γνώσεων και νοημοσύνης πράγμα, ατυχώς, σπάνιον εν Ελλάδι σήμερον. Η οξύτης, την οποίαν παρουσιάζει, θα ηδύνατο να αποδωθεί εις το νεαρόν της ηλικίας. Θα ήλπιζα όμως να έχει κατορθώσει να υπερκεράση οικογενειακάς τραγωδίας και να επιστρατεύση τα προτερήματά του προς το κοινόν καλόν. Αναγνωρίζω την δυσκολίαν λόγω συναισθηματικών δεσμών, αλλά ταυτοχρόνως, ο κ. Παπαδόπουλος οφείλει να αντιληφθεί ότι πρόκειται περί μονοδρόμου άλλως θα ευρεθή είτε συντασσόμενος εις μίαν σκιώδη ταυτότητα είτε άπατρις. Αυτό θα είναι δυτύχημα δι’ όλους. Ελπίζω ότι ο κ. Παπαδόπουλος αντιλαμβάνεται ότι δεν πρόκειται περί εκβιασμού αλλά περί παραινέσεως. Η χώρα μας διεξάγει πολυμέτωπον αγώνα και ουδείς περισσεύει.

  52. Νὰ σημειώσω, μόνον, ὅτι οἱ αὐτοκρατορίες δὲν ἱδρύθηκαν οὔτε κρατήθηκαν μὲ στρατιωτικὴ βία. Ὅταν ἐπεχειρήθη αὐτὸ σοβαρά, μεταξὺ 1914 καὶ 1918, εἴδαμε πόσο ζυγίζει ἡ στρατιωτικὴ βία …

  53. Δεν σας αντελήφθην!
    Πως ιδρύθηκαν και κρατήθηκαν; Με δημοψηφίσματα; Ή με λαϊκές συνελεύσεις; Οι κατακτημένοι λαοί προσεχώρησαν οικειοθελώς εις αυτές και με ποιό τρόπο; Κάποιο παράδειγμα για να εννοήσω;

  54. -Απάντηση στο Άρθρο του κ. Κατσιμάνη, ΜΕΡΟΣ Β’-
    Κύριε Κατσιμάνη,
    Επιστρέφουμε για την συνέχιση του σχολιασμού μας στο άρθρο σας. Ίσως να μην ακολουθήσουμε αυστηρά την σειρά του πλάνου που κάναμε στο ΜΕΡΟΣ Α’, αλλά να θεωρήσετε βέβαιο ότι θα σχολιαστούν και θα διευκρινιστούν όλες οι ανακρίβειες που βρίσκονται στο κείμενό σας. Θα παραθέτουμε, στο τέλος, και τα προηγούμενα μέρη της απάντησής μας, ώστε στο τέλος-τέλος να την παραθέσουμε ολοκληρωμένη και διορθωμένη.
    Καταρχάς, θα ήθελα να ξεκινήσω αναφερόμενος στον Στηβεν Ρανσιμαν, που τον αναφέρατε παραπάνω, ο οποίος στην τελευταία του συνέντευξη (στην Πεμπτουσία, στο 4ο τεύχος) ανέφερε ότι προσωπικά πιστεύει ότι υπάρχουν «βυζαντινά» ψηφιδωτά, τα οποία είναι ανώτερα από όλα τα αρχαία αγάλματα της κλασσικής εποχής. Αξίζει να σημειώσουμε ότι αυτή η τέχνη δεν ανήκε σε «Έλληνες», δεν ήταν «ελληνική-ελληνιστική» αποκλειστικότητα, αλλά ήταν η τέχνη των Ρωμαίων. Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Διότι ψηφιδωτά υψηλής αισθητικής συναντούμε από τον Άγιο Βιτάλλιο, στην Ραβέννα, ως την Αγία Αικατερίνη, του Σινά και την Δαμασκό της Συρίας. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σας ανακοινώσω ότι θα μου γράψει σύντομα, Σύριος ιστορικός γνωστός μου, απαντώντας μου σε κάποιες ερωτήσεις. Θα σας παραθέσω την απάντηση, όταν την λάβω. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι μοναχός, κι έχει εργαστεί στην Οξφόρδη. Είναι δε Ρωμαίος, γέννημα θρέμμα. Τονίζει πάντα ότι οι Χριστιανοί στην Συρία είναι υπερήφανοι που είναι Ρουμ. Θα γνωρίζετε ότι χάρη σε αυτούς που ζούνε στην Τουρκία, τα σχολεία της Ρωμέικης Κοινότητας, στην Πόλη, έχουνε ακόμη ζωή, έσω και λίγη…
    Στο σημερινό τμήμα της απάντησης μου, θα ήθελα να εστιάσω στην τοποθέτησή σας ότι ο προσδιορισμός Ρωμαίος αποτελούσε «λόγο κενό», και θα παραμεριστεί «βαθμιαία» και θα αντικατασταθεί «σταδιακά» από τον προσδιορισμό «Έλληνες» (sic). Δεν μπορώ, ειλικρινά, να καταλάβω ποιός είναι ο απώτερος σκοπός τέτοιων ανακριβειών. Όπως ανέφερα και στο ΜΕΡΟΣ Α’, υπάρχουν και σήμερα άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται Ρουμ (Ρωμαίοι), στην Ανατολή. Πιο συγκεκριμένα, στην Τουρκία, η γλώσσα των Ρωμαίων αποκαλείται Ρουμτσα (ρωμαϊκά δηλαδή), ενώ οι Ορθόδοξοι Λατίνοι, κάτοικοι τις σημερινής Ρουμανίας, αυτοπροσδιορίζονται Romani, και αποκαλούν την χώρα τους Romania. Υπάρχουν δε πολλοί Ορθόδοξοι Λατίνοι, στα Βαλκάνια, που τους συναντούμε επίσης με τον προσδιορισμό Romani/Armani. Επί δε Τουρκοκρατίας, οι Τούρκοι δεν αποκαλούσαν «Έλληνες», αλλά «Ρωμαίους», τους Ορθοδόξους υποδούλους τους. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αποκαλείται ακόμα και σήμερα Πατριάρχης Ρωμαίων. Όσο λοιπόν και αν προσπαθείτε να βρείτε ιδεολογήματα, που να δικαιολογούν την χρήση του όρου Ρωμαίος, στην Τουρκοκρατρία, αντί του όρου Έλλην, και μόνο αυτό το γεγονός καταρρίπτει τον ισχυρισμό σας ότι ο όρος Ρωμαίος «εγκαταλείφθηκε σταδιακά». Εδώ, κ. Κατσιμάνη, η ιστορική σας ανακρίβεια βγάζει μάτι. Διότι η πραγματικότητα, μέσα από τις πηγές, δείχνει ότι το Κίνημα του Γεωργίου Γεμιστού προσπάθησε να επιβάλλει, σχεδόν πραξικοπηματικά, την χρήση του προσδιορισμού Έλλην. Όχι μόνον σταδιακά δεν ήρθε, αλλά στανικά. Και αυτοί που εντέλη επέβαλλαν τον προσδιορισμό ήταν, αργότερα, οι Διαφωτιστές. Σε αυτούς αποφάσισα να αναφερθώ λίγο αργότερα, σε άλλο τμήμα της απάντησής μου.
    Αν σήμερα αποκαλούσε κανείς τους (νεο-)Έλληνες, δημόσια, «Ρωμαίους», θα ξάφνιαζε πολύ κόσμο, και ίσως προκαλούσε και άφθονο γέλιο. Το ανίστροφο συνέβαινε στην Ρωμανία, μέχρι και την Άλωσή της από τους Τούρκους: ήταν αδιανόητο για κάποιον να αποκαλέσει κανείς δημόσια τον λαό «ελληνικό». Γι’ αυτό και ο Πλήθωνας γράφει πολύ προσεκτικά τον επικήδειο λόγο για τον Μανουήλ ΙΙ τον Παλαιολόγο ([5]), αναφέροντας, μεταξύ άλλων:
    Εἶτ’ ἐπὶ τὸν κοινὸν τοῦ βαρβάρου πόλεμον
    μετεληλυθώς, καὶ ὡς πολλῶν μὲν Χριστιανῶν συμφοραῖς, πολλῶν δ’
    ἄλλων βαρβάρων ἐνευτυχηκότος χαλεπῶς ἐντεῦθεν τὰ Ῥωμαίων
    πράγματα ἔσχε, μνησθεὶς καὶ προσέτι τοῦ γε ἑαυτοῦ διὰ ταῦτα (50)
    ἀπόπλου τε καὶ ἀποδημίας τῆς εἰς τὰ Ἑσπέρια, ἔπειτα τὰ τούτῳ ἐν
    ἐκείνοις τοῖς καιροῖς πεπραγμένα διέξεισι•

    Μα δεν είναι μόνο ο Γεώργιος Γεμιστός, που αν και νεο-πλατωνιστής και μεγάλος ελληνιστής –και ίσως παγανιστής- αποκαλεί Ρωμαίους τους ανθρώπους της Ρωμανίας. Το ίδιο κάνει και ο Πάπας Νικόλαος ο Πέμπτος, όταν απευθύνεται στον Κωνσταντίνο ΧΙ Παλαιολόγο ([6]):
    ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ
    ΡΩΜΗΣ ΑΡΧΙΕΡΕΩΣ ΜΕΓΙΣΤΟΥ
    πρὸς Κωνσταντῖνον βασιλέα Ῥωμαίων
    ἐκ τῆς Λατίνης μεθερμηνευθεῖσα φωνῆς
    ὑπὸ Θεοδώρου τοῦ Γαζῆ. (5)
    (49.) Νικόλαος ἐπίσκοπος δοῦλος τῶν δούλων τοῦ θεοῦ τῷ προσ-
    φιλεστάτῳ ἐν Χριστῷ υἱῷ Κωνσταντίνῳ Παλαιολόγῳ αὐτοκράτορι
    ἐπιφανεστάτῳ Ῥωμαίων χαίρειν καὶ ἀποστολικῆς ἀπολαύειν
    εὐλογίας.

    Όπως βλέπετε, κ. Κατσιμάνη, όχι μόνο δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ ο προσδιορισμός Ρωμαίος, αλλά ακόμα και οι αρχαιολάτρες, ακόμα και οι ίδιοι οι Φράγκοι, ο ίδιος ο Πάπας της Ρώμης, αποκαλούσε τον λαό της Ρωμανίας «Ρωμαίους», όταν απευθυνότανε σ’ αυτούς. Διότι θα τους έπαιρναν με τις πέτρες (κυριολεκτικά) αν τους αποκαλούσε Γραικούς. Εννοείται ότι στην λατινική για τους Φράγκους οι Ρωμαίοι ήταν «Γραικοί» (κακόδοξοι δηλαδή, για να αναφερθούμε στον Καρλομάγνο, με τον οποίο θα ασχοληθούμε στο ΜΕΡΟΣ Γ’, προσεχώς), και για τους νεο-Πλατωνιστές η γλώσσα ήταν αυτή που μετρούσε, και όχι η εθνότητα. Γράφει λοιπόν, ο Πλήθωνας, στον Μανουήλ ΙΙ, τα εξής ([7]):

    Πρῶτον μὲν δὴ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς χώρας, ὡς περὶ πλείστου (10)
    ποιητέα ὑμῖν ἐστι, βραχέ’ ἄττα μοι εἰρήσεται, οὐχ ὅτι μὴ καὶ
    αὐτοὺς ὑμᾶς περὶ τὴν ταύτης ἐπιμέλειαν ἐσπουδακότας ὁρῶ, ἀλλ’
    αὐτοῦ γέ τοι τοῦ λόγου ἕνεκα ὡς διὰ τῶν δεόντων δὴ χωροίη.
    Ἐσμὲν γὰρ οὖν ὧν ἡγεῖσθέ τε καὶ βασιλεύετε Ἕλληνες τὸ γένος,
    ὡς ἥ τε φωνὴ καὶ ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ• Ἕλλησι δὲ οὐκ (15)
    ἔστιν εὑρεῖν ἥτις ἄλλη οἰκειοτέρα χώρα οὐδὲν μᾶλλον προσήκουσα.

    Η παραπάνω παράγραφος είναι και η πλέον παρεξηγημένη βέβαια, από τους νεο-Έλληνες που θεωρούν την Ρωμανία ως το «σκοταδιστικό Βυζάντιο» (μέχρι και ο γίγαντας της φιλοσοφίας, ο Κορνήλιος Καστοριάδης, τον οποίο λατρεύω, έπεσε σε αυτή την παγίδα), και τον Γ. Γεμιστό ως τον «τελευταίο αρχαίο Έλληνα». Στο κείμενο αυτό ο Πλήθωνας δασκαλεύει τον «αδελφό» του, όπως τον αποκαλεί στον επικήδειο που του έγραψε, Μανουήλ ΙΙ. Του εξηγεί ότι είναι βασιλέας Ελλήνων, και ότι αυτό το αποδεικνύει η παιδεία και η γλώσσα. Όπως βλέπετε, δεν αναφέρεται καν στο όμαιμον, που πολλοί εθνικιστές θεωρούν εξαιρετικά σημαντική την ταύτιση και στο DNA…αλλά αυτό είναι πραγματικά θέμα για πολλές συζητήσεις, και θα ξεφύγουμε μακριά από τον στόχο μας. Τί είναι λοιπόν ο Έλληνας για τον Πλήθωνα; Διότι και πολλοί Εβραίοι, στα χρόνια του Χριστού, υπήρξαν ελληνόφωνοι, και μετείχαν της Παιδείας, όπως αυτή διασώθηκε και εξελίχθηκε στα χρόνια των Πτολεμαίων. Έλληνας είναι ο Ελληνιστής, έτσι όπως ορίζεται από τον Πλήθωνα. Και εδώ πρέπει να είμαστε προσεκτικοί: γιατί τον ενοχλεί λοιπόν ο προσδιορισμός Ρωμαίος, εφόσον, όπως υποστηρίζετε κ. Κατσιμάνη είναι ταυτισμένος με τον «Ελληνισμό», στα χρόνια στα οποία αναφερόμαστε. Μήπως η αλήθεια είναι μακριά από εκεί που την ψάχνουμε; Μήπως έχει να κάνει με την ιδιαίτερη μεταχείρηση και περιποιήσεις που απόλαυσε ο Πλήθωνας στην Ιταλία; Ξέρετε ποιός ήταν προστάτης του και ποιός τον συντηρούσε; Ο Κοσμάς ο Μέδικος: για τα σημερινά δεδομένα ήταν, θα λέγαμε, ένας από τους μεγαλυτέρους τραπεζίτες της εποχής του ή, καλύτερα, ένας Μπιλ Γκειτς… Τόσο ο Πλήθωνας, όσο και οι περισσότεροι μαθητές του, έλαβαν πολλά από την φραγκική Δύση, και τιμήθηκαν δεόντως. Αδυνατώ να πιστέψω ότι αυτοί οι άνθρωποι υπηρετούσαν το συμφέρον του τόπου τους. Ο Βησσαρίωνας είναι η πλέον ωμή εκδοχή αυτής της υποψίας μας. Αφήστε που και η γλώσσα που χρησιμοποιούνε, οι Πληθωνικοί, είναι αρχαϊζουσα, και απέχει πολύ από την χυμώδη ρωμέικη λαλιά των συγγραφέων της εποχής. Ο Παπαδιαμάντης αναφέρεται σ’ αυτό το ατόπημα του Πλήθωνα, στο μυθιστόρημά του «Η Γυφτοπούλα». Σας συνιστώ ανεπιφύλακτα να (ξανα-)μελετήσετε το κεφάλαιο «κατόπιν εορτής», όπου ο συγγραφέας αναρωτιέται για το ποιά η ανάγκη, μετά από αιώνες, να επανέλθει ο παγανισμός. Μήπως θα έπρεπε να αναζητήσουμε τους «Ταλιμπαν» στους καμικάζι του νεο-Πλατωνισμού, στις απαρχές της δυτικής Αναγέννησης;

    Κύριε Κατσιμάνη, θα σταματήσω εδώ για σήμερα, διότι είναι ήδη άγρια χαράματα: αυτό το ημίωρο μπορώ να διαθέσω, και ας με κατηγοράτε ότι «διστάζω» να απαντήσω. Θα έχετε λάβει ολοκληρωμένη απάντηση, εφόσον γράψω ό,τι έχω στο μυαλό μου, ως απάντηση στο άρθρο σας. Δεν πρόκειται να με εμποδίσει καμία προσβολή.

    Θα επανέλθουμε σύντομα, με το τρίτο μέρος.

    Με τιμή,
    ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

    -Απάντηση στο Άρθρο του κ. Κατσιμάνη, ΜΕΡΟΣ Α’-
    Κύριε Κατσιμάνη,
    Εδώ θα σας απαντήσω στις ανακρίβειές σας, αναλυτικότερα και συστηματικότερα απ’ ό,τι στα προηγούμενα μηνύματα, που γραφτήκαν υπό ασφυκτική πίεση χρόνου. Ομολογώ ότι ο χρόνος δεν αρκεί ποτέ, γι’ αυτό και θα χωρίσω την απάντησή μου σε τμήματα. Εδώ σας αποστέλλω το πρώτο μέρος.
    Η εμπάθειά σας, που εκτίθεται στον γραπτό σας λόγο, αποκαλύπτεται από την επιλεκτική χρήση ιστορικών όρων και προσδιορισμών. Από την μια χρησιμοποιείτε τον προσδιορισμό Βυζάντιο, για την ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – Ρωμανία, και από την άλλη ταυτίζετε τους προσδιορισμούς Έλλην και Ελληνιστής. Ένα άρθρο, σαν και το κείμενό σας που δημοσιεύθηκε στο Αντίβαρο, θα απορριπτόταν εξ αρχής, αν κάνατε τον κόπο και το στέλνατε προς δημοσίευση σε ένα σοβαρό έντυπο του εξωτερικού (δεν κάνω καν λόγο για επιστημονικό περιοδικό!). Κάνετε αδέσποτες αναφορές στο Έδικτο του Καρακάλλα και στον Ιουστινιάνειο Κώδικα, αγνοώντας τον πολιτισμό, την κουλτούρα που δέσποζε, και εξελισσόταν μέσα στους αιώνες, στην αυτοκρατορία, από την ίδρυσή της μέχρι την τελική της πτώση. Σε αυτή την απάντησή μου θα δώσω έμφαση στα σημεία όπου συκοφαντείτε την ιστορία της Ρωμηοσύνης , και προβάλλετε επιλεκτικά στοιχεία του Ελληνισμού (σας), όπως τα εξέλαβε η γενιά σας, μια γενιά η οποία εγκατέλειψε και τις τελευταίες εστίες Ρωμηοσύνης στην Πόλη, την Ίμβρο και την Τένεδο, δίνοντας χάρη στο τουρκικό Κράτος για τις γενοκτονίες που διέπραξε σε βάρος των προγόνων μας. Είναι γνωστό πόσο κακομεταχειρίστηκε τους πρόσφυγες η φασιστική κυβέρνηση Μεταξά, και τί θέματα απασχολούσαν τον εν Ελλάδι Τύπο κατά την διάρκεια του πογκρομ, στην Κωνσταντινούπολη, το ’55. Δεν με ξενίζει το γραπτό σας κείμενο: έχετε γεννηθεί στο Άστρος Κυνουρίας, στην Πελοπόννησο, και πιστεύω ότι η διάσταση στην αντίληψή σας για τα πράγματα, με την αντίληψη ανθρώπους που ήρθανε από την Ανατολή και αφήσανε τα κόκκαλά τους στην Ελλάδα, πεταμένοι στην κυριολεξία στα σκουπίδια (φερ’ ειπείν σε βαλτότοπους στην Βόρεια Ελλάδα), είναι φυσική. Εσείς γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στο κοραϊκό Κράτος της Ελλάδας, με τα βαυαρικά θεμέλια (για εσωτερική κατανάλωση χρησιμοποιούμε τον προσδιορισμό Ελλάς, μιας και ως Γραικία γνωρίζει το Κράτος μας η Δύση!) , ενώ οι πρόγονοί μας ζούσανε σε μέρη αυτόνομα, μέσα στην Τουρκοκρατία. Δεν μπορεί να συγκριθεί ο κοσμοπολιτισμός των Τραπεζουντίων, φερ’ ειπείν, που γνωρίζανε πλην τα ρωμέικα και τα αγγλικά τους, και τα γαλλικά τους, και τα τούρκικά τους, με τον επαρχιωτισμό (ή μάλλον την επαρχιωτίλα!) των Ελλαδιτών προ της Μικρασιατικής καταστροφής. Ας αφήσουμε αυτό το θέμα, διότι αν επεκταθούμε και άλλο θα χάσουμε τον στόχο της κριτικής μας στο κείμενό σας. Πριν ξεκινήσουμε όμως τον σχολιασμό, θα σας συνιστούσα να δώσετε σημασία στο επιλογικό σχόλιο του Clifton R. Fox, στην εργασία του «What, if Anything, is a Byzantine» ([3]).
    The names by which things are called are important in shaping our interpretation of reality. People are often surprised to discover that historical labels which define the past are inventions of later scholarship and ideology, not parts of the past itself. Men and women of the Middle Ages did not know that they lived in the Middle Ages: people who lived in Classical Athens or Renaissance Italy suffered the same disability. The people of the “Byzantine Empire” had no idea that they were Byzantine. They regarded themselves as the authentic continuators of the Roman world: the Romans living in Romania.
    Ας ξεκινήσουμε λοιπόν τον σχολιασμό μερικών θέσεών σας. Καταρχάς, αναφέρεστε στον αρχαίο λατινόφωνα Ρωμαίο ποιητή Οράτιο (Quintus Horatius Flaccus, 65-8 π.Χ.), και στην περίφημη ρήση ([4]) του για τον ελληνιστικό-ελληνόφωνα κόσμο:
    Fabula, qua Paridis propter narratur amorem
    Graecia barbariae lento conlisa duello,
    stultorum regum et populorum continet aestum.
    που σίγουρα θα την θυμάστε από τα χρόνια του δημοτικού, όπου δινόταν έμφαση από τον δάσκαλο, στο ότι «αυτοί μας κατέκτησαν με τα όπλα, κι εμείς με τον πολιτισμό μας». Το πρόβλημα ωστόσο αυτού του ιδεολογήματος, το οποίο στηρίζεται σε μια ρήση ενός αρχαίου λατίνου, και χρησιμοποιείται από εσάς και τους ομοίους σας για να κατακριθεί η υπερχιλιετής πορεία μιας Αυτοκρατορίας, είναι ότι αγνοεί ότι υπάρχουν και άλλες τέτοιες πολλές «αντιφάσεις» στον αρχαίο κόσμο. Θα γνωρίζετε, για παράδειγμα, την παρακάτω ρήση του Δημοσθένους, για τους Μακεδόνες ([1]):
    31.) ἐποίει, οὐκ ἐνεῖναι λέγειν. εἰ δέ γε δοῦλος ἢ ὑποβολι-
    μαῖος τὰ μὴ προσήκοντ’ ἀπώλλυε καὶ ἐλυμαίνετο, Ἡράκλεις
    ὅσῳ μᾶλλον δεινὸν καὶ ὀργῆς ἄξιον πάντες ἂν ἔφησαν εἶναι.
    ἀλλ’ οὐχ ὑπὲρ Φιλίππου καὶ ὧν ἐκεῖνος πράττει νῦν, οὐχ
    οὕτως ἔχουσιν, οὐ μόνον οὐχ Ἕλληνος ὄντος οὐδὲ προσή- (5)
    κοντος οὐδὲν τοῖς Ἕλλησιν, ἀλλ’ οὐδὲ βαρβάρου ἐντεῦθεν
    ὅθεν καλὸν εἰπεῖν, ἀλλ’ ὀλέθρου Μακεδόνος, ὅθεν οὐδ’
    ἀνδράποδον σπουδαῖον οὐδὲν ἦν πρότερον πρίασθαι

    Ή τα λόγια του Αριστόξενου για τον Πλάτωνα ([2]):
    Ἀριστόξενος δ’ ἐν τοῖς ἱστορικοῖς ὑπομνήμασί [fr. 83 FHG II 290] φησι Πλά-
    τωνα θελῆσαι συμφλέξαι τὰ Δημοκρίτου συγγράμματα, ὁπόσα ἐδυνήθη συναγαγεῖν. @1
    Ἀμύκλαν δὲ καὶ Κλεινίαν τοὺς Πυθαγορικοὺς [c. 54, 2] κωλῦσαι αὐτόν, ὡς οὐδὲν
    ὄφελος• παρὰ πολλοῖς γὰρ εἶναι ἤδη τὰ βιβλία. καὶ δῆλον δέ• πάντων γὰρ σχεδὸν (60)
    τῶν ἀρχαίων μεμνημένος ὁ Πλάτων οὐδαμοῦ Δημοκρίτου διαμνημονεύει,
    ἀλλ’ οὐδ’ ἔνθα
    ἀντειπεῖν τι αὐτῶι δέοι, δῆλον < ὅτι> εἰδὼς ὡς πρὸς τὸν ἄριστον αὐτῶι τῶν φιλοσό-
    φων < ὁ ἀγὼν> ἔσοιτο• ὅν γε καὶ Τίμων τοῦτον ἐπαινέσας τὸν τρόπον ἔχει [fr. 46 D.]•
    οἷον Δημόκριτόν τε περίφρονα, ποιμένα μύθων,
    ἀμφίνοον λεσχῆνα μετὰ πρώτοισιν ἀνέγνων. (65)

    Αν κρίνουμε λοιπόν με το σκεπτικό σας, μπορούμε άνετα να χρησιμοποιήσουμε το ιδεολόγημά σας περί «βαρβάρων αρχαίων Ρωμαίων» τόσο για τους Μακεδόνες, όσο και για τους Πλατωνιστές. Και φυσικά τότε δεν θα έπρεπε να εξαιρεθεί ο Πλήθωνας, και όλοι οι νεο-πλατωνιστές μαθητές του (κάποιους εκ των οποίων αναφέρατε παραπάνω, κ. Κατσιμάνη).
    Ένα δεύτερο σημείο, το οποίο θα ήθελα να επικρίνω, είναι εκεί που αναφέρεστε στην «βαθμιαία» εγκατάληψη του προσδιορισμού «Ρωμαίος», και στην «επαναφορά» του προσδιορισμού «Έλλην». Αυτό και αν είναι ιδεολόγημα! Έχοντας κατά νου ότι ακόμα και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι στα Βαλκάνια που αυτοπροσδιορίζονται Ρωμαίοι, παρά τις εθνοκαθάρσεις, με αποκορύφωση τα χρόνια μεταξύ της πτώσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα πογκρομ σε Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο, κι έχοντας επίσης κατά νου ότι και μέσα στην Τουρκοκρατία ο λαός χρησιμοποιούσε τον προσδιορισμό «Ρωμαίος», «Ρωμηός», «Ρωμαίγικο», μέχρι την Επανάσταση του ’21, αναρωτιέται κανείς, προς τί η εμπάθειά σας για αυτόν τον προσδιορισμό. Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης γράφει στα Απομνημονεύματά του «σιχάθηκα το Ρωμαίικο, οτ’ είμαστε ανθρωποφάγοι». Ίσως λοιπόν να έπρεπε να σταθούμε πρώτα απ’ όλα σε αυτό το σημείο: ποιοί είστε εσείς, και οι όμοιοί σας, που με πάθος, σαν να βρισκόμαστε στην περίοδο Μεταξά, μας υποδεικνύετε ή μάλλον μας επιβάλλετε την δική σας εκδοχή για την Ιστορία του Γένους μας.
    -Θα ακολουθήσει σύντομα το δεύτερο μέρος της απάντησής μου,με αναφορές στον Κοραή, τον Διαφωτισμό, οδεύοντας προς τα πίσω, φθάνοντας στην σχολή του Γ. Γεμιστού. Η απάντηση θα είναι μακροσκελής, και θα την χωρίσω σε κομμάτια, στέλνοντας από ένα όταν ευκαιρώ: ευελπιστώ να έχω τελειώσει το γράψιμο σε μια βδομάδα. Και αυτό το κάνω διότι βολεύει στο πρόγραμμά μου, αλλά και για να κάνω την ανάγνωση ευκολότερη. Μετά την Σχολή του Γεμιστού θα αναφερθούμε στα Παλαιολόγεια χρόνια, φθάνοντας στα χρόνια της φραγκο-Κρατίας, στην Νίκαια. Εκεί θα σταθούμε, και θα συνεχίσουμε την πορεία μας, μέχρι να φθάσουμε στο συγκλονιστικό, για την Ρωμηοσύνη, έτος 794 μ.Χ. Ακολουθώντας αντίθετη πορεία, θα εξετάσουμε ποιός ήταν ο Κωνσταντίνος ο Μέγας, και γιατί μετέφερε την Βασιλεύουσα του ρωμαϊκού Κράτους στην Νέα Ρώμη. Στόχος είναι να φθάσουμε στα πρωτοχριστιανικά χρόνια, όπου ξεκίνησε η δημιουργία ενός ενιαίου ρωμαϊκού έθνους, στην Μεσόγειο.-

    [1] S.H. Butcher, Demosthenis orationes, vol. 1. Oxford: Clarendon Press, 1903 (repr. 1966): [110-130].
    [2] H. Diels and W. Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, vol. 2, 6th edn. Berlin: Weidmann, 1952 (repr. 1966): 81-129.
    [3] Clifton R. Fox, What, if Anything, is Byzantine, Celator, vol. 10, Number 3, March 1996.
    [4] Quintus Horatius Flaccus, Epistulae, Liber I, Epistula II
    [5] J. Chrysostomides, Manuel II Palaeologus Funeral Oration on His Brother Theodore. Introduction, Text, Translation and Notes [Corpus Fontium Historiae Byzantinae. Series Thessalonicensis 26. Thessalonica: Association for Byzantine Research, 1985]: 67-69.
    [6] S.P. Lampros, Παλαιολόγεια καὶ Πελοποννησιακά, Δ. Athens: B.N. Gregoriades, 1930: 49-63.
    [7] S.P. Lampros, Παλαιολόγεια καὶ Πελοποννησιακά, Γ. Athens: B.N. Gregoriades, 1926 (repr. 1972): 246-265.

  55. Υ.Γ.

    Σαν υστερόγραφο, στο δεύτερο μέρος της απάντησής μου, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι δαχτυλογραφώ γρήγορα, και πάντοτε τα μεσάνυχτα. Δεν μου είναι δυνατόν να ασχοληθώ με το θέμα νωρίτερα.
    Απολογούμαι οικτρά για τα ορθογραφικά και συντακτικά λάθη, που εντοπίζω όταν βρω τον χρόνο να ξαναδιαβάσω το κείμενο. Δεν το κάνω από αμέλεια, αλλά από έλλειψη χρόνου.

    Συμφωνώ ότι οι τόνοι πρέπει να χαμηλώσουν, και σαν νεώτερος θα το κάνω εγώ πρώτος. Με πάθιασε αρκετά ο απαράδεκτος ισχυρισμός του κ. Κατσιμάνη ότι είμαι με τους νεο-Οθωμανούς. Δεν δικαιολογούνται τέτοια πράγματα από ακαδημαϊκούς δασκάλους. Ο πόλεμος δεν είναι προσωπικός, αλλά πόλεμος ιδεών και απόψεων. Και η συζήτηση δεν αφορά στην Ιστορία μας, αλλά στην ζώσα Παράδοσή μας.

    Κύριε Κατσαρέ: πραγματικά δεν ξέρω τί να σχολιάσω στα γραφόμενά σας. Μου φέρνει
    χασμουρητά η αρχαϊζουσα γλώσσα που χρησιμνοποιείτε. Αλλά σας σέβομαι ιδιαίτερα,
    διότι χρησιμοποιείτε το πολυτονικό (θα το χρησιμοποιώ κι εγώ όποτε μπορώ, αλλά
    ο χρόνος γραφής πολλαπλασιάζεται, δυστυχώς…). Θα μπορούσα να γράψω πολλά για
    τις δικές σας ανακρίβειες, αλλά δυστυχώς δεν έχω απεριόριστο χρόνο στην διάθεσή μου.

    Κύριε Χονδρογιάννη: μ’ αρέσει το ύφος με το οποίο γράφετε. Μ’ αρέσει ο επιθετικός
    λόγος, όχι ο ψώφιος. Οι προσβολές δεν μ’ αρέσουν. Κάποια στιγμή το κάνατε κι αυτό.

    Αν δεν σας απαντώ, ο λόγος είναι ότι είπαμε ό,τι είχαμε να πούμε
    σε άλλη ανάρτηση, και κάνουμε κύκλους. Τί να σας ξαναγράψω: ότι διαφωνούμε;!
    Σας ευχαριστώ πάντως για το μεγάλο σας ενδιαφέρον…

  56. κε Παπαδόπουλε, συγχωρέστε μου ένα πρώτο σχόλιο στο δεύτερο μέρος της απαντήσεώς σας. Σε προηγούμενη παρέμβασή σας χρησιμοποιήσατε για τους Βλάχους τον όρο “Λατινόφωνοι Ρωμαίοι”, τον οποίο θα μπορούσα να αποδεχθώ. Στο τελευταίο σχόλιό σας, όμως, (εν τη ρύμη του λόγου θέλω να πιστεύω) αναφερθήκατε στους Βλάχους/Armani ως Ορθόδοξους Λατίνους της Βαλκανικής, χρησιμοποιώντας τον ίδιο χαρακτηρισμό με τους κατοίκους της Ρουμανίας (Romani). Εκ των γραφομένων σας θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι οι Βλάχοι έχουν την ίδια καταγωγή και ανήκουν στο ίδιο έθνος με τους Ρουμάνους. Το ζήτημα αυτό ταλαιπώρησε ιδιαιτέρως στο παρελθόν την Ελλάδα και τους ίδιους τους Βλάχους, οδήγησε δε στην αναπόφευκτη αποχώρηση από την Ελλάδα όσων (ελαχίστων) Βλάχων ταυτίζονταν με τους Ρουμάνους. Η συντριπτική πλειοψηφία των Βλάχων, πιστοί στην ιστορία τους, εξέλαβαν την Ελλάδα ως διάδοχο της Ρωμανίας (προφανώς κάποιους λόγους θα είχαν) και ταυτίστηκαν πλήρως με τις επιδιώξεις της. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ακόμη και σήμερα η Ρουμανία αναπτύσσει προπαγάνδα στις υπόλοιπες χώρες της Βαλκανικής (Σκόπια, Αλβανία κλπ.), όπου ζούν Βλάχοι, προκειμένου να τους απομακρύνει από την Ελλάδα, και να τους παρουσιάσει ως Ρουμάνους. Εκ της πολυετούς αυτής διαμάχης μεταξύ Βλαχόφωνων Ρωμηών και Ρουμανόφρονων Βλάχων, προκύπτει ότι η επίκληση των σημερινών Ρουμάνων ως συνεχιστών των Ρωμαίων και της Ρωμανίας, είναι μάλλον ατυχής και ουδόλως ανταποκρίνεται στην ιστορία και συνείδηση των ιδίων των Ρουμάνων, αφού αυτοί ουδέποτε ανήκαν στο γένος των Ρωμηών.

  57. Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

    1. Ο ΕΓΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

    Ο Νικήτας Χωνιάτης (περίπου 1155/7-1217 ) εξιστορεί τα γεγονότα από το 1118 ως την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1204. Ωστόσο, τα γεγονότα μετά την Άλωση αρνείται να τα εξιστορήσει, γιατί στη συνείδησή του ο ΕΛΛΗΝΑΣ ως θαυμαστής των πολιτιστικών επιτευγμάτων ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΤΟΥ υπερισχύει του ιστορικού – και ο Έλληνας δε θέλει να εξιστορήσει τις νίκες των «βαρβάρων» κατά των Ελλήνων. Ιδού πώς αιτιολογεί (σε ελεύθερη απόδοση) την απόφασή του: «Πώς θα μπορούσα να είμαι εγώ αυτός που το πιο σπουδαίο από όλα τα πράγματα, την Ιστορία, την πιο ωραία ΕΛΛΗΝΙΚΗ εφεύρεση, θα τη χάριζα σε βαρβαρικές πράξεις εναντίον των Ελλήνων;» (“Πὼς ἂν εἴην ἐγὼ τὸ βέλτιστον χρῆμα, τὴν Ἱστορίαν, τὸ κάλλιστον εὕρημα τῶν Ἑλλήνων, βαρβαρικαῖς καθ’ Ἑλλήνων πράξεσι χαριζόμενος;”, Χρονική Διήγησις,5, 580, 10-12).

    …2. ΚΑΙ Ο ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ (ΠΛΗΝ ΣΟΦΟΣ)

    (…..)

    «Είχα δυο αγάλματα» σημειώνει ακόμα «περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια -φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρο, τά ‘χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ’ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων• χίλια τάλαρα γύρευαν […]. Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα:

    ‘Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. ΓΙ ’ΑΥΤΑ ΠΟΛΕΜΗΣΑΜΕ’» (Β΄ 303).

    Καταλαβαίνετε. Δε μιλά ο Λόρδος Βύρων, μήτε ο λογιότατος, μήτε ο αρχαιολόγος• μιλά ένας γιος τσοπάνηδων της Ρούμελης με το σώμα γεμάτο πληγές. «ΓΙ’ ΑΥΤΑ ΠΟΛΕΜΗΣΑΜΕ». Δεκαπέντε χρυσοποίκιλτες ακαδημίες δεν αξίζουν την κουβέντα αυτού του ανθρώπου. (…) «ΑΠ’ ΤΑ ΚΟΚΑΛΑ ΒΓΑΛΜΕΝΗ» τραγουδούσε ο Σολωμός. Η ιδέα του ήταν αληθινή. Η ελληνική επανάσταση ήταν βγαλμένη από το μεδούλι των κοκάλων των ζωντανών Ελλήνων. Και γι’ αυτό πέτυχε, και γι’ αυτό δε σταμάτησε και πραγματοποιείται σ’ όλο τo ΙΘ’ αιώνα, και γι’ αυτό δεν τέλειωσε ακόμη η πραγματοποίησή της.
    (…..)

    (Γιώργου Σεφέρη, Ένας Έλληνας – Ο Μακρυγιάννης, Από τις «Δοκιμές»)

    ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

  58. -Απάντηση στο Άρθρο του κ. Κατσιμάνη, ΜΕΡΟΣ Γ’-
    Αγαπητέ κ. Κατσιμάνη,
    Επανερχόμαστε διότι, όπως έχει ήδη γίνει αντιληπτό, το θέμα που ανοίξαμε δεν εξαντλείται σε μια σύντομη διαδικτυακή συζήτηση. Ένας από τους πλέον «ερεθιστικούς» λόγους της «επίθεσής μου» (όπως αποκαλέσατε την δική μου τοποθέτηση) ήταν, και είναι, η πρωτοφανής προπαγάνδα που λαμβάνει χώρα σε μια κρίσιμη στιγμή για την επιβίωση του κατακρεουργημένου πολιτισμού μας. Θεωρώ ότι κείμενα-μανιφέστα, σαν και τα δικά σας, ζημιώνουνε τον τόπο, διότι ποντάρετε στην αμάθεια και την ημιμάθεια ενός μεγάλου ποσοστού της ελληνικής κοινωνίας. Με καταπληκτική άνεση παραθέτετε ένα σύντομο κείμενο, με μπουλετς και χωρίς ακριβείς πηγές, στο οποίο εκθέτετε την δική σας άποψη και αντίληψη για την υπερχιλιετή πορεία της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέσα στον χρόνο. Ως νέος άνθρωπος, που ψάχνεται και ανανεώνει διαρκώς τις γνώσεις του, εξεπλάγειν, για να μην πω σοκαρίστικα με αυτόν τον κυνισμό. Και όσο και να θεωρείτε «επιθετική» την παρέμβασή μου, η «επιθετικότητα» αυτή δεν μπορεί να συγκριθεί με την λασπολογία και συκοφάντηση του προσώπου μου, που έγινε τόσο από εσάς, όσο και από τις δύο κωμικοτραγικές φιγούρες που σας υπερασπίζονται, σαν προσωπικοί σας δικηγόροι. Στο μέρος Α’ απαντώ στις ψευδείς και ανεδαφικές σας κατηγορίες, ότι εκπροσωπώ, έστω κι έμμεσα, την νεο-οθωμανική ιδέα. Αντιθέτως, είμαι υμνητής της Ρωμαιοσύνης και του πολιτισμού της, ο οποίος κατακρεουργήθηκε και κατασυκοφαντήθηκε στο νεο-ελληνικό Κράτος.
    Νομίζω ότι με τα δύο πρώτα μέρη της απάντησής μου υπερκάλυψα τον διάτρητο λόγο σας (αναφέρομαι αποκλειστικά στο συγκεκριμένο σας άρθρο, που μάλλον γράφηκε παθιασμένα, με αρκετή δόση εμ-παθείας). Ίσως για κάποιους να γράφτηκαν παθιασμένα και τα λόγια του Κωστή Παλαμά «Έλληνες για να ρίχνουμε στάκτη στα μάτια του κόσμου, πραγματικά Ρωμηοί» (1901). Για κάποιους άλλους αλόγιστα και προπαγανδιστικά γράφτηκε το Σάλπισμα Πολεμιστήριον, του Κοραή, όπου αφού τρίζει τα δόντια του για τον βάρβαρο Τούρκο (και αυτό το δεχόμαστε, διότι σαν Σμυρνιός έζησε την τουρκική Δεσποτεία στο ζενιθ της), χύνει χολή για τους Ρωμαίους «βυζαντινούς» αυτοκράτορες, αποκαλώντας τους «τυράννους Ελλήνων». Του Κοραή που ανακυρήχθηκε «εθνοπατέρας», στην Γ’ Εθνοσυνέλευση…
    Σήμερα θα παραμείνω στον Πλήθωνα. Δεν θα μεταφερθώ ακόμη στο 794 μ.Χ. Διαβάζοντας τα παραπάνω σχόλια, θεωρώ ότι είναι ανούσιο να συνδιαλέγομαι με ανθρώπους που έχουνε έτοιμες απαντήσεις, πριν καν θέσουνε ερωτήσεις…γι’ αυτό θα εστιάσω στον Πλήθωνα και στους μαθητές του, αρνούμενος να θυσιάσω την ροή του λόγου και τις σκέψης μου. Ας δεχθώ επιθέσεις στο τέλος της τοποθέτησής μου, που την υπολογίζω σε επτά ακόμη μέρη (τα οποία θα προσπαθήσω να γράψω μέσα στον Ιούνιο…το κατά δύναμιν!). Υπολογίζω ότι για μια ολοκληρωμένη απάντηση, στο κείμενό σας, θα χρειαστεί να αναλύσω διεξοδικά το θέμα που ανοίξατε με την αναφορά σας στον Καρλομάγνο και στο μετέπειτα «Σχίσμα» των εκκλησιών (εδώ θα πρέπει να αναρωτηθείτε: υπήρξαν ποτέ ενωμένοι, ο Χριστιανισμός των Φράγκων με τον Χριστιανισμό της Ρωμηοσύνης;!), καθώς και στην αλληλογραφία Φράγκων και Ρωμαίων βασιλέων. Πριν φθάσουμε στις απαρχές, στην ρίζα του προβλήματος, ας ξεκινήσουμε από τα χρόνια της σήψης, τα χρόνια της Άλωσης του 1453.
    Αναφερθήκαμε λοιπόν στον Πλήθωνα στο Β’ Μέρος της απάντησής μας, που παραθέτω παρακάτω. Έναν επιστήμονα κι έναν άνθρωπο που αγαπάει την έρευνα, θα έπρεπε να τον απασχολούν κάποια πράγματα, που συνήθως τα προσπερνάμε δίχως την απαραίτητη προσοχή. Ας ξεφυλλίσουμε λοιπόν τον κορυφαίο Ιταλό μεσαιωνολόγο Agostino Pertusi [8], και ας μεταφερθούμε στο γραπτό του Λαονίκου (ή καλύτερα Νικολάου…) Χαλκοκονδύλη. Γνωστός νεο-πλατωνιστής, μαθητής του Γ. Γεμιστού, υιοθετεί έναν λόγο αρχαϊζων, που διαφέρει αρκετά από την γλώσσα της εποχής του. Οι γεννίτσαροι αποκαλούνται «νεήλυδες». Οι Γενοβέζοι «Ιανύϊοι», οι Ρωμαίοι (βεβαίως βεβαίως) «Έλληνες» και οι Ιταλοί (Φράγκοι) «Ρωμαίοι». Ο ίδιος βέβαια, στον πρόλογο του έργου του «Απόδειξις Ιστοριών» [9], πασχίζει να δημιουργήσει μια ταυτότητα, και να θεμελιώσει την θεωρία του με ιστορικές αναφορές στην αρχαιότητα. Δεδομένης της απίστευτης αιμορραγίας διανοουμένων προς την Δύση, και την διαίρεση των Ρωμαίων του 15ου αιώνα σε ενωτικούς, ανθενωτικούς και αρχαιολάτρες – νεοπλατωνιστές, δεν θα πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη η ρομαντική προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας ταυτότητας. Θα πρέπει όμως να μας απασχολεί το ποιοί εξυπηρετούνταν από μια τέτοια διαίρεση των Ρωμαίων: ήδη αναφέραμε ότι χρηματοδότης και προστάτης του Γ. Γεμιστού υπήρξε ο Κοσμάς ο Μέδικος. Και ήδη κάναμε μια νύξη για την επιρροή που ασκούσε ο Πλήθωνας στην αυλή των τριών τελευταίων βασιλέων, της δυναστείας των Παλαιολόγων. Υπάρχουνε τα χρυσόβουλα κι επιστολές, δια χειρός Μανουήλ, Ιωάννου και Κωνσταντίνου, των Παλαιολόγων, όπου δίνονται εξαιρετικά προνόμοια, κι αξιοζήλευτη περιουσία, στον Πλήθωνα [10]. Αυτά τείνουνε να τα προσπερνούνε συνήθως οι νεο-Έλληνες ιστορικοί…
    Εγώ θα σταθώ ωστόσο στο εξής παράδοξο, του Pertusi. Όταν λοιπόν μεταφράζει στην ιταλική, από το ελληνικό πρωτότυπο, μεταφέρει -καθολικά- τον προσδιορισμό Ρωμαίος ως «Bizantino». Όταν όμως έρχεται στον Χαλκοκονδύλη, και κατ’ εξαίρεση στον Χαλκοκονδύλη- το Έλλην μεταφράζεται σε «Greco» και το Ρωμαίος (που αναφέρεται στον Ιταλό, κατά τον Χαλκοκονδύλη…) μεταφράζεται σε «Romani».
    Εδώ λοιπόν κύριοι έχουμε ένα θέμα! Οποιοσδήποτε υγειής άνθρωπος, φιλομαθής και φιλαλήθης, θα πρέπει να διερωτηθεί: ποιόν τελικά εξυπηρετούσαν οι θέσεις των αρχαιολατρών; Μήπως το ίδιο το Βατικανό;
    Πιστεύω ότι μετά από αυτή την σύντομη αναφορά στους Πληθωνικούς, στο Β’ και Γ’ μέρος της απάντησής μου προς τον κ. Κατσιμάνη, σύντομη αλλά μεστή σε παραδείγματα τοποθέτηση, υπάρχει το υπόβαθρο να συζητήσουμε για τον Καρλομάγνο, και την αργό και επίπονο διαμελισμό της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους. Αυτό θα κάνουμε στο Δ’ μέρος, προσεχώς.
    Όλα τα ιδεολογήματα των αρχαιολατρών πατούν στις αναφορές δέκα διανοουμένων, φραγκοσπουδαγμένων. Έτσι απλά! Η γνήσια ταυτότητά μας, γι’ αυτούς τους ανθρώπους, βρισκόταν στην Δύση: απ’ εκεί την ανακαλύπταμε. Άξιος συνεχιστής αυτής της τάσης ο Αδαμάντιος Κοραής, με δασκάλους τους Β. Keun και Selle…
    Επανερχόμαστε σύντομα, κατά πάσα πιθανότητα το Σάββατο.

    Μετιμή
    -Απάντηση στο Άρθρο του κ. Κατσιμάνη, ΜΕΡΟΣ Β’-
    Κύριε Κατσιμάνη,
    Επιστρέφουμε για την συνέχιση του σχολιασμού μας στο άρθρο σας. Ίσως να μην ακολουθήσουμε αυστηρά την σειρά του πλάνου που κάναμε στο ΜΕΡΟΣ Α’, αλλά να θεωρήσετε βέβαιο ότι θα σχολιαστούν και θα διευκρινιστούν όλες οι ανακρίβειες που βρίσκονται στο κείμενό σας. Θα παραθέτουμε, στο τέλος, και τα προηγούμενα μέρη της απάντησής μας, ώστε στο τέλος-τέλος να την παραθέσουμε ολοκληρωμένη και διορθωμένη.
    Καταρχάς, θα ήθελα να ξεκινήσω αναφερόμενος στον Στηβεν Ρανσιμαν, που τον αναφέρατε παραπάνω, ο οποίος στην τελευταία του συνέντευξη (στην Πεμπτουσία, στο 4ο τεύχος) ανέφερε ότι προσωπικά πιστεύει ότι υπάρχουν «βυζαντινά» ψηφιδωτά, τα οποία είναι ανώτερα από όλα τα αρχαία αγάλματα της κλασσικής εποχής. Αξίζει να σημειώσουμε ότι αυτή η τέχνη δεν ανήκε σε «Έλληνες», δεν ήταν «ελληνική-ελληνιστική» αποκλειστικότητα, αλλά ήταν η τέχνη των Ρωμαίων. Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Διότι ψηφιδωτά υψηλής αισθητικής συναντούμε από τον Άγιο Βιτάλλιο, στην Ραβέννα, ως την Αγία Αικατερίνη, του Σινά και την Δαμασκό της Συρίας. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σας ανακοινώσω ότι θα μου γράψει σύντομα, Σύριος ιστορικός γνωστός μου, απαντώντας μου σε κάποιες ερωτήσεις. Θα σας παραθέσω την απάντηση, όταν την λάβω. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι μοναχός, κι έχει εργαστεί στην Οξφόρδη. Είναι δε Ρωμαίος, γέννημα θρέμμα. Τονίζει πάντα ότι οι Χριστιανοί στην Συρία είναι υπερήφανοι που είναι Ρουμ. Θα γνωρίζετε ότι χάρη σε αυτούς τους αδελφούς μας, που ζούνε στην Τουρκία, τα σχολεία της Ρωμέικης Κοινότητας στην Πόλη έχουνε ακόμη ζωή, έστω και λίγη…
    Στο σημερινό τμήμα της απάντησης μου, θα ήθελα να εστιάσω στην τοποθέτησή σας ότι ο προσδιορισμός Ρωμαίος αποτελούσε «λόγο κενό», και θα παραμεριστεί «βαθμιαία» και θα αντικατασταθεί «σταδιακά» από τον προσδιορισμό «Έλλην» (sic). Δεν μπορώ, ειλικρινά, να καταλάβω ποιός είναι ο απώτερος σκοπός τέτοιων ανακριβειών. Όπως ανέφερα και στο ΜΕΡΟΣ Α’, υπάρχουν και σήμερα άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται Ρουμ (Ρωμαίοι), στην Ανατολή. Πιο συγκεκριμένα, στην Τουρκία, η γλώσσα των Ρωμαίων αποκαλείται Ρουμτσα (ρωμαϊκά δηλαδή), ενώ οι Ορθόδοξοι Λατίνοι, κάτοικοι τις σημερινής Ρουμανίας, αυτοπροσδιορίζονται Romani, και αποκαλούν την χώρα τους Romania. Υπάρχουν δε πολλοί Ορθόδοξοι Λατίνοι, στα Βαλκάνια, που τους συναντούμε επίσης με τον προσδιορισμό Romani/Armani. Επί δε Τουρκοκρατίας, οι Τούρκοι δεν αποκαλούσαν «Έλληνες», αλλά «Ρωμαίους», τους Ορθοδόξους υποδούλους τους. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αποκαλείται ακόμα και σήμερα Πατριάρχης Ρωμαίων. Όσο λοιπόν και να προσπαθείτε να βρείτε ιδεολογήματα, που να δικαιολογούν την χρήση του όρου Ρωμαίος στην Τουρκοκρατρία, αντί του όρου Έλλην, και μόνο αυτό το γεγονός καταρρίπτει τον ισχυρισμό σας ότι ο όρος Ρωμαίος «εγκαταλείφθηκε σταδιακά». Εδώ, κ. Κατσιμάνη, η ιστορική σας ανακρίβεια βγάζει μάτι. Διότι η πραγματικότητα, μέσα από τις πηγές, δείχνει ότι το Κίνημα του Γεωργίου Γεμιστού προσπάθησε να επιβάλλει, σχεδόν πραξικοπηματικά, την χρήση του προσδιορισμού Έλλην. Όχι μόνον σταδιακά δεν ήρθε, αλλά στανικά, στους κύκλους των λογίων. Και αυτοί που εντέλη επέβαλλαν και στον απλό λαό τον προσδιορισμό ήταν, αργότερα, οι Διαφωτιστές. Σε αυτούς αποφάσισα να αναφερθώ σε άλλο τμήμα της απάντησής μου.
    Αν σήμερα αποκαλούσε κανείς τους (νεο-)Έλληνες, δημόσια, «Ρωμαίους», θα ξάφνιαζε πολύ κόσμο, και ίσως προκαλούσε και άφθονο γέλιο. Το αντίστροφο συνέβαινε στην Ρωμανία, μέχρι και την Άλωσή της από τους Τούρκους: ήταν αδιανόητο για κάποιον να αποκαλέσει κανείς δημόσια τον λαό «ελληνικό». Γι’ αυτό και ο Πλήθωνας γράφει πολύ προσεκτικά τον επικήδειο λόγο για τον Μανουήλ ΙΙ τον Παλαιολόγο ([5]), αναφέροντας, μεταξύ άλλων:
    Εἶτ’ ἐπὶ τὸν κοινὸν τοῦ βαρβάρου πόλεμον
    μετεληλυθώς, καὶ ὡς πολλῶν μὲν Χριστιανῶν συμφοραῖς, πολλῶν δ’
    ἄλλων βαρβάρων ἐνευτυχηκότος χαλεπῶς ἐντεῦθεν τὰ Ῥωμαίων
    πράγματα ἔσχε, μνησθεὶς καὶ προσέτι τοῦ γε ἑαυτοῦ διὰ ταῦτα (50)
    ἀπόπλου τε καὶ ἀποδημίας τῆς εἰς τὰ Ἑσπέρια, ἔπειτα τὰ τούτῳ ἐν
    ἐκείνοις τοῖς καιροῖς πεπραγμένα διέξεισι•

    Μα δεν είναι μόνο ο Γεώργιος Γεμιστός, που αν και νεο-πλατωνιστής και μεγάλος ελληνιστής –και ίσως παγανιστής- αποκαλεί Ρωμαίους τους ανθρώπους της Ρωμανίας. Το ίδιο κάνει και ο Πάπας Νικόλαος ο Πέμπτος, όταν απευθύνεται στον Κωνσταντίνο ΧΙ Παλαιολόγο ([6]):
    ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ
    ΡΩΜΗΣ ΑΡΧΙΕΡΕΩΣ ΜΕΓΙΣΤΟΥ
    πρὸς Κωνσταντῖνον βασιλέα Ῥωμαίων
    ἐκ τῆς Λατίνης μεθερμηνευθεῖσα φωνῆς
    ὑπὸ Θεοδώρου τοῦ Γαζῆ. (5)
    (49.) Νικόλαος ἐπίσκοπος δοῦλος τῶν δούλων τοῦ θεοῦ τῷ προσ-
    φιλεστάτῳ ἐν Χριστῷ υἱῷ Κωνσταντίνῳ Παλαιολόγῳ αὐτοκράτορι
    ἐπιφανεστάτῳ Ῥωμαίων χαίρειν καὶ ἀποστολικῆς ἀπολαύειν
    εὐλογίας.

    Όπως βλέπετε, κ. Κατσιμάνη, όχι μόνο δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ ο προσδιορισμός Ρωμαίος, αλλά ακόμα και οι αρχαιολάτρες, ακόμα και οι ίδιοι οι Φράγκοι, ο ίδιος ο Πάπας της Ρώμης, αποκαλούσε τον λαό της Ρωμανίας «Ρωμαίους», όταν απευθύνονταν σ’ αυτούς. Διότι θα τους έπαιρναν με τις πέτρες τους Φράγκους (κυριολεκτικά) αν τους αποκαλούσαν Γραικούς τους προγόνους μας, πρόσωπο με πρόσωπο. Εννοείται ότι στην λατινική για τους Φράγκους οι Ρωμαίοι ήταν «Γραικοί» (κακόδοξοι δηλαδή, για να αναφερθούμε στον Καρλομάγνο, με τον οποίο θα ασχοληθούμε στο ΜΕΡΟΣ Γ’, προσεχώς), και για τους νεο-Πλατωνιστές η γλώσσα ήταν αυτή που μετρούσε, και όχι η εθνότητα. Γράφει λοιπόν, ο Πλήθωνας, στον Μανουήλ ΙΙ, τα εξής ([7]):

    Πρῶτον μὲν δὴ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς χώρας, ὡς περὶ πλείστου (10)
    ποιητέα ὑμῖν ἐστι, βραχέ’ ἄττα μοι εἰρήσεται, οὐχ ὅτι μὴ καὶ
    αὐτοὺς ὑμᾶς περὶ τὴν ταύτης ἐπιμέλειαν ἐσπουδακότας ὁρῶ, ἀλλ’
    αὐτοῦ γέ τοι τοῦ λόγου ἕνεκα ὡς διὰ τῶν δεόντων δὴ χωροίη.
    Ἐσμὲν γὰρ οὖν ὧν ἡγεῖσθέ τε καὶ βασιλεύετε Ἕλληνες τὸ γένος,
    ὡς ἥ τε φωνὴ καὶ ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ• Ἕλλησι δὲ οὐκ (15)
    ἔστιν εὑρεῖν ἥτις ἄλλη οἰκειοτέρα χώρα οὐδὲν μᾶλλον προσήκουσα.

    Η παραπάνω παράγραφος είναι και η πλέον παρεξηγημένη βέβαια, από τους νεο-Έλληνες που θεωρούν την Ρωμανία ως το «σκοταδιστικό Βυζάντιο» (μέχρι και ο γίγαντας της φιλοσοφίας, ο Κορνήλιος Καστοριάδης, τον οποίο λατρεύω, έπεσε σε αυτή την παγίδα), και τον Γ. Γεμιστό ως τον «τελευταίο αρχαίο Έλληνα». Στο κείμενο αυτό ο Πλήθωνας δασκαλεύει τον «αδελφό» του, όπως τον αποκαλεί στον επικήδειο που του έγραψε, Μανουήλ ΙΙ. Του εξηγεί ότι είναι βασιλέας Ελλήνων, και ότι αυτό το αποδεικνύει η παιδεία και η γλώσσα που κατέχει. Όπως βλέπετε, δεν αναφέρεται καν στο όμαιμον, που πολλοί εθνικιστές θεωρούν ως εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο «ελληνικότητος», δηλαδή την ταύτιση και στο DNA, αλλά με ποιούς (;)…αυτό ωστόσο είναι θέμα για πολλές συζητήσεις,και θα ξεφύγουμε μακριά από τον στόχο μας. Τί είναι λοιπόν ο Έλληνας για τον Πλήθωνα; Διότι και πολλοί Εβραίοι, στα χρόνια του Χριστού, υπήρξαν ελληνόφωνοι, και μετείχαν της Παιδείας, όπως αυτή διασώθηκε και εξελίχθηκε στα χρόνια των Πτολεμαίων. Οπότε, και οι ελληνιστές Εβραίοι, φερ’ ειπείν, είναι Έλληνες για τον Πλήθωνα, και αυτοί συγκαταλέγονται στον ορισμό που δίνει! Έλληνας λοιπόν είναι ο Ελληνιστής, έτσι όπως ορίζεται από τον Γεμιστό. Και εδώ πρέπει να είμαστε προσεκτικοί: γιατί τον ενοχλεί λοιπόν ο προσδιορισμός Ρωμαίος, εφόσον, όπως υποστηρίζετε κ. Κατσιμάνη είναι ταυτισμένος με τον «Ελληνισμό», στα χρόνια στα οποία αναφερόμαστε. Μήπως η αλήθεια είναι μακριά από εκεί που την ψάχνουμε; Μήπως έχει να κάνει με την ιδιαίτερη μεταχείρηση και τις περιποιήσεις που απόλαυσε ο Πλήθωνας στην Ιταλία; Ξέρετε ποιός ήταν προστάτης του και ποιός τον συντηρούσε; Ο Κοσμάς ο Μέδικος: για τα σημερινά δεδομένα ήταν, θα λέγαμε, ένας από τους μεγαλυτέρους τραπεζίτες της εποχής του ή, καλύτερα, ένας Μπιλ Γκειτς… Τόσο ο Πλήθωνας, όσο και οι περισσότεροι μαθητές του, έλαβαν πολλά αργύρια από την φραγκική Δύση, και τιμήθηκαν δεόντως. Αδυνατώ να πιστέψω ότι αυτοί οι άνθρωποι υπηρετούσαν το συμφέρον του τόπου τους. Ο Βησσαρίωνας είναι η πλέον ωμή εκδοχή αυτής της υποψίας. Αφήστε που και η γλώσσα που χρησιμοποιούνε, οι Πληθωνικοί, είναι αρχαϊζουσα, και απέχει πολύ από την χυμώδη ρωμέικη λαλιά των συγγραφέων της εποχής. Ο Παπαδιαμάντης αναφέρεται σ’ αυτό το ατόπημα του Πλήθωνα, στο μυθιστόρημά του «Η Γυφτοπούλα». Σας συνιστώ ανεπιφύλακτα να (ξανα-)μελετήσετε το κεφάλαιο «κατόπιν εορτής», όπου ο συγγραφέας αναρωτιέται για το ποιά η ανάγκη, μετά από αιώνες, να επανέλθει η αρχαιολατρεία και ο παγανισμός. Μήπως θα έπρεπε να αναζητήσουμε τους «Ταλιμπαν» (αναφορά σε παραπάνω σχόλιο) στους καμικάζι του νεο-Πλατωνισμού, στις απαρχές της δυτικής Αναγέννησης;

    Κύριε Κατσιμάνη, θα σταματήσω εδώ για σήμερα, διότι είναι ήδη άγρια χαράματα: αυτό το ημίωρο μπορώ να διαθέσω, και ας με κατηγοράτε ότι «διστάζω» να απαντήσω. Θα έχετε λάβει ολοκληρωμένη απάντηση, εφόσον γράψω ό,τι έχω στο μυαλό μου, ως απάντηση στο άρθρο σας. Δεν πρόκειται να με εμποδίσει καμία προσβολή.

    Θα επανέλθουμε σύντομα, με το τρίτο μέρος.

    Με τιμή,

    -Απάντηση στο Άρθρο του κ. Κατσιμάνη, ΜΕΡΟΣ Α’-
    Κύριε Κατσιμάνη,
    Εδώ θα σας απαντήσω στις ανακρίβειές σας, αναλυτικότερα και συστηματικότερα απ’ ό,τι στα προηγούμενα μηνύματα, που γραφτήκαν υπό ασφυκτική πίεση χρόνου. Ομολογώ ότι ο χρόνος δεν αρκεί ποτέ, γι’ αυτό και θα χωρίσω την απάντησή μου σε τμήματα. Εδώ σας αποστέλλω το πρώτο μέρος.
    Η εμπάθειά σας, που εκτίθεται στον γραπτό σας λόγο, αποκαλύπτεται από την επιλεκτική χρήση ιστορικών όρων και προσδιορισμών. Από την μια χρησιμοποιείτε τον προσδιορισμό Βυζάντιο, για την ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – Ρωμανία, και από την άλλη ταυτίζετε τους προσδιορισμούς Έλλην και Ελληνιστής. Ένα άρθρο, σαν και το κείμενό σας που δημοσιεύθηκε στο Αντίβαρο, θα απορριπτόταν εξ αρχής, αν κάνατε τον κόπο και το στέλνατε προς δημοσίευση σε ένα σοβαρό έντυπο του εξωτερικού (δεν κάνω καν λόγο για επιστημονικό περιοδικό!). Κάνετε αδέσποτες αναφορές στο Έδικτο του Καρακάλλα και στον Ιουστινιάνειο Κώδικα, αγνοώντας τον πολιτισμό, την κουλτούρα που δέσποζε, και εξελισσόταν μέσα στους αιώνες, στην αυτοκρατορία, από την ίδρυσή της μέχρι την τελική της πτώση. Σε αυτή την απάντησή μου θα δώσω έμφαση στα σημεία όπου συκοφαντείτε την ιστορία της Ρωμηοσύνης , και προβάλλετε επιλεκτικά στοιχεία του Ελληνισμού (σας), όπως τα εξέλαβε η γενιά σας, μια γενιά η οποία εγκατέλειψε και τις τελευταίες εστίες Ρωμηοσύνης στην Πόλη, την Ίμβρο και την Τένεδο, δίνοντας χάρη στο τουρκικό Κράτος για τις γενοκτονίες που διέπραξε σε βάρος των προγόνων μας. Είναι γνωστό πόσο κακομεταχειρίστηκε τους πρόσφυγες η φασιστική κυβέρνηση Μεταξά, και τί θέματα απασχολούσαν τον εν Ελλάδι Τύπο κατά την διάρκεια του πογκρομ, στην Κωνσταντινούπολη, το ’55. Δεν με ξενίζει το γραπτό σας κείμενο: έχετε γεννηθεί στο Άστρος Κυνουρίας, στην Πελοπόννησο, και πιστεύω ότι η διάσταση στην αντίληψή σας για τα πράγματα, με την αντίληψη ανθρώπους που ήρθανε από την Ανατολή και αφήσανε τα κόκκαλά τους στην Ελλάδα, πεταμένοι στην κυριολεξία στα σκουπίδια (φερ’ ειπείν σε βαλτότοπους στην Βόρεια Ελλάδα), είναι φυσική. Εσείς γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στο κοραϊκό Κράτος της Ελλάδας, με τα βαυαρικά θεμέλια (για εσωτερική κατανάλωση χρησιμοποιούμε τον προσδιορισμό Ελλάς, μιας και ως Γραικία γνωρίζει το Κράτος μας η Δύση!) , ενώ οι πρόγονοί μας ζούσανε σε μέρη αυτόνομα, μέσα στην Τουρκοκρατία. Δεν μπορεί να συγκριθεί ο κοσμοπολιτισμός των Τραπεζουντίων, φερ’ ειπείν, που γνωρίζανε πλην τα ρωμέικα και τα αγγλικά τους, και τα γαλλικά τους, και τα τούρκικά τους, με τον επαρχιωτισμό (ή μάλλον την επαρχιωτίλα!) των Ελλαδιτών προ της Μικρασιατικής καταστροφής. Ας αφήσουμε αυτό το θέμα, διότι αν επεκταθούμε και άλλο θα χάσουμε τον στόχο της κριτικής μας στο κείμενό σας. Πριν ξεκινήσουμε όμως τον σχολιασμό, θα σας συνιστούσα να δώσετε σημασία στο επιλογικό σχόλιο του Clifton R. Fox, στην εργασία του «What, if Anything, is a Byzantine» ([3]).
    The names by which things are called are important in shaping our interpretation of reality. People are often surprised to discover that historical labels which define the past are inventions of later scholarship and ideology, not parts of the past itself. Men and women of the Middle Ages did not know that they lived in the Middle Ages: people who lived in Classical Athens or Renaissance Italy suffered the same disability. The people of the “Byzantine Empire” had no idea that they were Byzantine. They regarded themselves as the authentic continuators of the Roman world: the Romans living in Romania.
    Ας ξεκινήσουμε λοιπόν τον σχολιασμό μερικών θέσεών σας. Καταρχάς, αναφέρεστε στον αρχαίο λατινόφωνα Ρωμαίο ποιητή Οράτιο (Quintus Horatius Flaccus, 65-8 π.Χ.), και στην περίφημη ρήση ([4]) του για τον ελληνιστικό-ελληνόφωνα κόσμο:
    Fabula, qua Paridis propter narratur amorem
    Graecia barbariae lento conlisa duello,
    stultorum regum et populorum continet aestum.
    που σίγουρα θα την θυμάστε από τα χρόνια του δημοτικού, όπου δινόταν έμφαση από τον δάσκαλο, στο ότι «αυτοί μας κατέκτησαν με τα όπλα, κι εμείς με τον πολιτισμό μας». Το πρόβλημα ωστόσο αυτού του ιδεολογήματος, το οποίο στηρίζεται σε μια ρήση ενός αρχαίου λατίνου, και χρησιμοποιείται από εσάς και τους ομοίους σας για να κατακριθεί η υπερχιλιετής πορεία μιας Αυτοκρατορίας, είναι ότι αγνοεί ότι υπάρχουν και άλλες τέτοιες πολλές «αντιφάσεις» στον αρχαίο κόσμο. Θα γνωρίζετε, για παράδειγμα, την παρακάτω ρήση του Δημοσθένους, για τους Μακεδόνες ([1]):
    31.) ἐποίει, οὐκ ἐνεῖναι λέγειν. εἰ δέ γε δοῦλος ἢ ὑποβολι-
    μαῖος τὰ μὴ προσήκοντ’ ἀπώλλυε καὶ ἐλυμαίνετο, Ἡράκλεις
    ὅσῳ μᾶλλον δεινὸν καὶ ὀργῆς ἄξιον πάντες ἂν ἔφησαν εἶναι.
    ἀλλ’ οὐχ ὑπὲρ Φιλίππου καὶ ὧν ἐκεῖνος πράττει νῦν, οὐχ
    οὕτως ἔχουσιν, οὐ μόνον οὐχ Ἕλληνος ὄντος οὐδὲ προσή- (5)
    κοντος οὐδὲν τοῖς Ἕλλησιν, ἀλλ’ οὐδὲ βαρβάρου ἐντεῦθεν
    ὅθεν καλὸν εἰπεῖν, ἀλλ’ ὀλέθρου Μακεδόνος, ὅθεν οὐδ’
    ἀνδράποδον σπουδαῖον οὐδὲν ἦν πρότερον πρίασθαι

    Ή τα λόγια του Αριστόξενου για τον Πλάτωνα ([2]):
    Ἀριστόξενος δ’ ἐν τοῖς ἱστορικοῖς ὑπομνήμασί [fr. 83 FHG II 290] φησι Πλά-
    τωνα θελῆσαι συμφλέξαι τὰ Δημοκρίτου συγγράμματα, ὁπόσα ἐδυνήθη συναγαγεῖν. @1
    Ἀμύκλαν δὲ καὶ Κλεινίαν τοὺς Πυθαγορικοὺς [c. 54, 2] κωλῦσαι αὐτόν, ὡς οὐδὲν
    ὄφελος• παρὰ πολλοῖς γὰρ εἶναι ἤδη τὰ βιβλία. καὶ δῆλον δέ• πάντων γὰρ σχεδὸν (60)
    τῶν ἀρχαίων μεμνημένος ὁ Πλάτων οὐδαμοῦ Δημοκρίτου διαμνημονεύει,
    ἀλλ’ οὐδ’ ἔνθα
    ἀντειπεῖν τι αὐτῶι δέοι, δῆλον < ὅτι> εἰδὼς ὡς πρὸς τὸν ἄριστον αὐτῶι τῶν φιλοσό-
    φων < ὁ ἀγὼν> ἔσοιτο• ὅν γε καὶ Τίμων τοῦτον ἐπαινέσας τὸν τρόπον ἔχει [fr. 46 D.]•
    οἷον Δημόκριτόν τε περίφρονα, ποιμένα μύθων,
    ἀμφίνοον λεσχῆνα μετὰ πρώτοισιν ἀνέγνων. (65)

    Αν κρίνουμε λοιπόν με το σκεπτικό σας, μπορούμε άνετα να χρησιμοποιήσουμε το ιδεολόγημά σας περί «βαρβάρων αρχαίων Ρωμαίων» τόσο για τους Μακεδόνες, όσο και για τους Πλατωνιστές. Και φυσικά τότε δεν θα έπρεπε να εξαιρεθεί ο Πλήθωνας, και όλοι οι νεο-πλατωνιστές μαθητές του (κάποιους εκ των οποίων αναφέρατε παραπάνω, κ. Κατσιμάνη).
    Ένα δεύτερο σημείο, το οποίο θα ήθελα να επικρίνω, είναι εκεί που αναφέρεστε στην «βαθμιαία» εγκατάληψη του προσδιορισμού «Ρωμαίος», και στην «επαναφορά» του προσδιορισμού «Έλλην». Αυτό και αν είναι ιδεολόγημα! Έχοντας κατά νου ότι ακόμα και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι στα Βαλκάνια που αυτοπροσδιορίζονται Ρωμαίοι, παρά τις εθνοκαθάρσεις, με αποκορύφωση τα χρόνια μεταξύ της πτώσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα πογκρομ σε Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο, κι έχοντας επίσης κατά νου ότι και μέσα στην Τουρκοκρατία ο λαός χρησιμοποιούσε τον προσδιορισμό «Ρωμαίος», «Ρωμηός», «Ρωμαίγικο», μέχρι την Επανάσταση του ’21, αναρωτιέται κανείς, προς τί η εμπάθειά σας για αυτόν τον προσδιορισμό. Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης γράφει στα Απομνημονεύματά του «σιχάθηκα το Ρωμαίικο, οτ’ είμαστε ανθρωποφάγοι». Ίσως λοιπόν να έπρεπε να σταθούμε πρώτα απ’ όλα σε αυτό το σημείο: ποιοί είστε εσείς, και οι όμοιοί σας, που με πάθος, σαν να βρισκόμαστε στην περίοδο Μεταξά, μας υποδεικνύετε ή μάλλον μας επιβάλλετε την δική σας εκδοχή για την Ιστορία του Γένους μας.
    -Θα ακολουθήσει σύντομα το δεύτερο μέρος της απάντησής μου,με αναφορές στον Κοραή, τον Διαφωτισμό, οδεύοντας προς τα πίσω, φθάνοντας στην σχολή του Γ. Γεμιστού. Η απάντηση θα είναι μακροσκελής, και θα την χωρίσω σε κομμάτια, στέλνοντας από ένα όταν ευκαιρώ: ευελπιστώ να έχω τελειώσει το γράψιμο σε μια βδομάδα. Και αυτό το κάνω διότι βολεύει στο πρόγραμμά μου, αλλά και για να κάνω την ανάγνωση ευκολότερη. Μετά την Σχολή του Γεμιστού θα αναφερθούμε στα Παλαιολόγεια χρόνια, φθάνοντας στα χρόνια της φραγκο-Κρατίας, στην Νίκαια. Εκεί θα σταθούμε, και θα συνεχίσουμε την πορεία μας, μέχρι να φθάσουμε στο συγκλονιστικό, για την Ρωμηοσύνη, έτος 794 μ.Χ. Ακολουθώντας αντίθετη πορεία, θα εξετάσουμε ποιός ήταν ο Κωνσταντίνος ο Μέγας, και γιατί μετέφερε την Βασιλεύουσα του ρωμαϊκού Κράτους στην Νέα Ρώμη. Στόχος είναι να φθάσουμε στα πρωτοχριστιανικά χρόνια, όπου ξεκίνησε η δημιουργία ενός ενιαίου ρωμαϊκού έθνους, στην Μεσόγειο.-

    [1] S.H. Butcher, Demosthenis orationes, vol. 1. Oxford: Clarendon Press, 1903 (repr. 1966): [110-130].
    [2] H. Diels and W. Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, vol. 2, 6th edn. Berlin: Weidmann, 1952 (repr. 1966): 81-129.
    [3] Clifton R. Fox, What, if Anything, is Byzantine, Celator, vol. 10, Number 3, March 1996.
    [4] Quintus Horatius Flaccus, Epistulae, Liber I, Epistula II
    [5] J. Chrysostomides, Manuel II Palaeologus Funeral Oration on His Brother Theodore. Introduction, Text, Translation and Notes [Corpus Fontium Historiae Byzantinae. Series Thessalonicensis 26. Thessalonica: Association for Byzantine Research, 1985]: 67-69.
    [6] S.P. Lampros, Παλαιολόγεια καὶ Πελοποννησιακά, Δ. Athens: B.N. Gregoriades, 1930: 49-63.
    [7] S.P. Lampros, Παλαιολόγεια καὶ Πελοποννησιακά, Γ. Athens: B.N. Gregoriades, 1926 (repr. 1972): 246-265.
    [8] Agostino Pertusi, “La Caduta Di Constantinopoli L’ Eco Nel Mondo” & “La Caduta Di
    Constantinopoli Le Testimonianze Dei Contemporanei”, 1976
    [9] E. Darkó, Laonici Chalcocandylae historiarum demonstrationes, 2 vols. in 3. Budapest: Academia Litterarum Hungarica, 1:1922; 2.1:1923; 2.2:1927: 1:1-205; 2.1:1-146; 2.2:147-307.
    [10] S.P. Lampros, Παλαιολόγεια καὶ Πελοποννησιακά, Δ. Athens: B.N. Gregoriades, 1930: 19-25.

  59. Υ.Γ

    Πολύ φοβούμαι ότι ανάλογα επιχειρήματα με τα δικά σας, αξιότιμε κ. Κατσιμάνη, χρησιμοποιούν οι Αλβανοί, για να στηρίξουν ότι προέρχονται απευθείας από τους Ιλλυρίους, οι Σκοπιανοί για να υποστηρίξουν την εθνοφυλετική “μακεδονική” προπαγάνδα τους και οι νεο-Βούλγαροι, για να στηρίξουν ότι είναι οι “γνήσιοι” και “αυτόχθονες” Θράκες….

    Ο Μακρυγιάννης αναφέρεται στο Ρωμαίγικο. Και είμαι βέβαιος, ότι πριν συναντήσει τους Γαλλο-Αγγλο-Ρώσους και τους φραγκοθρεμμένους Ρωμηούς, ήταν ένας γνήσιος Ρωμηός της Ρουμ-ελης. Άλλωστε εσείς της διανόησης θεωρείτε τα Οράματα και Θάματα ως πλάνη…και δεν κάνετε την παραμικρή αναφορά στις αμέτρητες ώρες, όπου ο Ρωμηός αγωνιστής έκανε μετάνοιες μπροστά από το εικόνισμα του Αγίου του Ιωάννου…κάνετε φοκους σε αρχαία μάρμαρα, όπως πάντα…

    Ξέρετε, αυτό το “Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε να πεθάνω” είναι παραλλαγή του “Ρωμηός γεννήθηκα Ρωμηός θε να πεθάνω”, που αναφώνησε το ήρωας Αθανάσιος Διάκος.

    Μου θυμίζει την επέμβαση γραικύλων, στο ποντιακό άσμα, όπου το “…Ρωμέικο παλληκάρι” γίνεται “Ελλήνων παληκάρι”. Επειδή γνωρίζω την λαλιά των προπαπούδων μου, γνωρίζω και τί είναι γνήσιο…

    Να με συγχωρείτε που η ολοκληρωμένη απάντησή μου αργεί. Θα παραθέσω το τέταρτο μέρος σύντομα.

  60. «ΠΟΣΟ ‘ΡΩΜΑΪΚΗ’ ΗΤΑΝ Η ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ;»

    Η συζήτηση που ξεκίνησε με το άρθρο μου «Η ελληνική συνείδηση κατά τους Βυζα-ντινούς χρόνους» είχε, εκτός των άλλων, και ένα θετικό κατά τη γνώμη μου αποτέλεσμα. Με οδήγησε στην απόφαση να προγραμματίσω αυτή τη φορά όχι ένα άρθρο αλλά μια μελέτη με θέμα «Πόσο ‘ρωμαϊκή’ ήταν η Ρωμιοσύνη;». Σκοπός μου είναι να προβάλω τη «συνειδησιακή εθνοκάθαρση», στην οποία υποβλήθηκε ο βυζαντινός ελληνισμός, που για πολλούς αιώνες στερήθηκε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το όνομά του με την εθνική και την πολιτιστική σημασία του, να υπογραμμίσω τους λόγους που προκάλεσαν την «εθνοκάθαρση» αυτή και να αναλύσω τα αίτια που οδήγησαν τελικά στην εγκατάλειψη αλλά και την παράλληλη αντικατάστασή της από τον ιστορικό συμβιβασμό του χριστιανισμού με τον ελληνισμό. Παράλληλα, θα επιχειρήσω να δείξω πως η αμφισβήτηση του ελληνισμού, που αποτέλεσε κατά τους Βυζαντινούς χρόνους μια «τραγωδία», επιχειρείται δυστυχώς να επαναληφθεί στις μέρες μας, αλλά τη φορά ετούτη το αποτέλεσμα είναι η ΦΑΡΣΟΚΩΜΩΔΙΑ, όπως κατά κανόνα συμβαίνει με όλες τις επαναλήψεις.

    Στην πραγματικότητα, ουδέποτε οι Βυζαντινοί Έλληνες έπαψαν να συνδέονται περισσότερο ή λιγότερο στενά με το ελληνιστικό, το κλασικό και το αρχαϊκό παρελθόν τους και γι’ αυτό η ελληνική συνείδησή τους διατηρήθηκε ζωντανή παρά τις αντιξοό-τητες και τις πιέσεις, για να οδηγηθεί τελικά σε αρμονική συνύπαρξη και σύνθεση με τη χριστιανική πίστη. Μάλιστα, κεντρική θέση μου είναι -–και θα προσπαθήσω να την τεκμη-ριώσω– πως Η ΔΗΘΕΝ «ΡΩΜΑΪΚΟΤΗΤΑ» των Βυζαντινών Ελλήνων ΑΠΟΤΕΛΕ-ΣΕ, τουλάχιστον από κάποια χρονική περίοδο και μετά, «ΕΝΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ Α-ΔΕΙΑΝΟ». Ας φυλάξει, λοιπόν, ο κ. K.Π. τα πυρομαχικά του (ή τα βεγγαλικά του) για να τα χρησιμοποιήσει «εν καιρώ». Τότε, θα του είναι περισσότερο χρήσιμα.

    Κατά τα άλλα, θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί του όταν εξεγείρεται για την απαράδεκτη αδιαφορία ή ενδοτικότητα του ελληνικού κράτους απέναντι σε όσους έχουν κατά καιρούς «μακελέψει» τις προαιώνιες εστίες του ελληνισμού. Και μάλιστα θα πλειοδοτήσω σε απογοήτευση και αγανάκτηση. Θα περίμενα, όμως, την ίδια ή και περισσότερη οργή να δείξει ο κ. Κ.Π. και απέναντι ΣΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ ΤΟΥΣ ΜΑΚΕΛΑΡΗΔΕΣ, κάτι που δυστυχώς για την ώρα δεν το βλέπω. Εκείνο που για την ώρα βλέπω εκ μέρους του είναι κάποιες φευγαλέες και στη ρύμη του λόγου αρνητικές αναφορές στους Τούρκους και ταυτόχρονα μια επίδειξη απέχθειας, μνησικακίας και αντιπάθειας κατά παντός του ελληνικού. Σε κάθε περίπτωση, η γενικευμένη παρακμή του ελληνικού κράτους δεν έχει καμιά σχέση με το θέμα που συζητάμε εδώ. Και δεν τιμωρούμε ούτε συνετίζουμε το ελληνικό κράτος και την εκάστοτε πολιτική ηγεσία του ακρωτηριάζοντας το εθνικό παρελθόν μας και πετώντας έξω από αυτό εντελώς αυθαίρετα ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ, δηλαδή την ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΛΑΜΠΡΟΤΕΡΗ, ΙΣΩΣ, ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ. Πρέπει κάποτε να «ξεκολλήσουμε» τόσο από γραφικότητες τύπου νεοπαγανισμού / «δωδεκαθεϊσμού», όσο και από πολιτιστι-κά «αναθέματα» σαν το «Τι φυσώσιν και βαμβεύουσιν οι Έλληνες» του Ελληνοσύρου Ρωμανού (και κατά τα άλλα, βέβαια, ακραιφνούς… «Ρωμαίου»). Μόνο τότε θα τοποθετηθούμε σωστά απέναντι στην ιστορία μας, όταν προσεγγίσουμε και εγκολπωθούμε ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ μεγάλες περιόδους της – την αρχαιοελληνική, τη μεσαιωνι-κή και τη νεότερη. Αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει απαλλαγή από ιδεοληψίες, εμμονές, αγκυλώσεις και «μικρομαράζια», που οδηγούν σε τάσεις αποκλεισμού.

    Όπως και να’ χει το πράγμα, ώσπου να βρω το χρόνο και τη δύναμη να φέρω σε πέρας την προσπάθειά μου, θα τροφοδοτώ κατά καιρούς τον κ. Κ. Π. με περιορισμένο σε έκταση αλλά ερεθιστικό υλικό ιστορικής μνήμης, για να του δίνω το έναυσμα να απασχολείται με το θέμα.

    1. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΣ ΑΣΤΗΡΙΚΤΗ
    Η ΓΕΝΙΚΕΥΣΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ «ΡΩΜΙΟΣ», «ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ»

    (…………………………………………………………………………………)

    Ὁ περίφημος ἐρευνητὴς καὶ καθηγητὴς Βυζαντινολόγος Σπυρίδων Λάμπρος ἀποκαλεῖ τὸν Κωνσταντῖνον ὡς “ΤὸΝ ΠΡῶΤΟΝ ἐΠὶ ΤΟῦ ΘΡΟΝΟΥ ἀΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΝ ΤῆΣ ΝΕΑΣ ἙΛΛΗΝΙΚῆΣ ἸΔΕΑΣ”, ἡ ὁποία ἦταν ἡ ἰΔΕΑ ΤΟῦ ΓΕΝΟΥΣ ΤῶΝ ἙΛΛΗΝΩΝ. Τὸν Κωνσταντῖνον Παλαιολόγον, ὁ δημοτικὸς ποιητής, ἡ μοῦσα ἡ ποντιακὴ τὸν ὀνομάζει Ὁ ἝΛΛΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤῖΝΟΣ, ΔΗΛΑΔὴ ἀΠΑΛΕΙΦΕΤΑΙ ΚΑὶ ΑὐΤὸ Τὸ ἀΠΟΛΙΘΩΜΑ ΤῆΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΠΟὺ ἦΤΟ “ΑὐΤΟΚΡΑΤΩΡ ΡΩΜΑΙΩΝ”.

    Τὸ θέμα αὐτό, δηλαδὴ πῶς πρέπει νὰ ἀποκαλοῦνται σήμερα οἱ κάτοικοι τοῦ Βυζαντίου, Ρωμαῖοι, Ρωμηοὶ ἢ Ἕλληνες δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ θιγῆ. Σημειώνω μόνον ὅτι ΕἶΝΑΙ ἐΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚῶΣ ἀΣΤΗΡΙΚΤΗ ἡ γενίκευσις ἀπὸ ὡρισμένους λογοτέχνας, δημοσιογράφους ἀλλὰ καὶ θεολόγους τῆς χρήσεως τῶν ὅρων Ρωμιὸς› Ρωμιοσύνη ἀντὶ τοῦ Ἕλλην› Ἑλληνισμός. Τὸ 1449 ὁ Γεώργιος Σχολάριος ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν βασιλέα τῆς Τραπεζοῦντος Ἰωάννη τὸν Δʹ γράφει: “Τὸ ΓΕΝΟΣ ἅΠΑΝ ΤῶΝ ἙΛΛΗΝΩΝ”.

    (…………………………………………………………………………………………………………………….)

    (ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΑΝΑΦΗ, Καθηγητή της Βυζαντινής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, «Λόγος εγκωμιαστικός εις τους νεομάρτυρας κατά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως», Ιερόν Προσκύνημα Παναγίας Εκατονταπυλιανής Πάρου, Απρίλιος-Ιούνιος 2003).

    2. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ
    Ἀξίζει, λοιπόν, νά κλείσουμε αὐτό τό σύντομνο ἀφιέρωμα μέ μία μαρτυρία τῶν πρώτων χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας πού διαλαλεῖ τήν ἑΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ τῶν Χριστιανῶν κατοίκων τῆς πόλης. Πρόκειται γιά τήν ταφική μαρμάρινη πλάκα τοῦ Λουκᾶ Σπαντυούνη, ὁ ὁποῖος ἐτάφη μέσα στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Μυ-ροβλήτου τό 1481. Γράφει τό ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα μεταξύ ἄλλων:
    Αὔχημα δεχθείς τοῦ τῶν ἙΛΛΗΝΩΝ γένους…..
    Ἔλαμψας λαμπρῶς τῷ τῶν ἀρετῶν κάλλει
    Σωφροσύνην γάρ καί ἀνδαρείαν ἀσκήσας……….
    Φίλη κεφαλή, ἐλπίς, ζωή, φῶς τέρψις
    Τοῦ Βυζαντίου καί τῶν ἙΛΛΗΝΩΝ ὄρπηξ. (4).

    (4) Τό δημοσιεύει ὁ Διονύσιος Ζακυθηνός στή ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, Χριστούγεννα 1985, σελ. 513.

    Από το άρθρο του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΟΛΕΒΑ, «Βυζαντινής Θεσσαλονίκης έπαινος»

    3. ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΕΘΝΟΣ
    ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΕ ΤΟ ΕΠΕΙΣΑΚΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΩΜΙΟΥ

    Ο πατέρας της Ελληνικής Λαογραφικής Επιστήμης ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, αντιτιθέμενος στον Παλαμά που είχε υπερασπιστεί τους όρους Ρωμιός- Ρωμιοσύνη (και που μετά την πα-ρέμβαση του Πολίτη υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση), γράφει τα εξής:

    «Μετά την κατάλυσιν του βυζαντινού κράτους ΕΞΕΛΙΠΕ ΠΑΣ ΛΟΓΟΣ της χρήσεως του εθνικού ονόματος Ρωμιός. Το όνομα καθ’ αυτό υπονοεί ΆΡΝΗΣΙΝ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΦΕΡΟΝΤΟΣ, δηλούν απλώς ΤΟΝ ΥΠΗΚΟΟΝ ΤΟΥ ΡΩΜΑΪΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ. Μετά την άλωσιν και η έννοια αυτή περιωρίσθη, ως είδομεν και το όνομα έμεινεν ως δηλωτικόν του πρεσβεύοντος το ορθόδοξο δόγμα και υπαγομένου εις την δικαιοδοσίαν του οικουμενικού πατριαρχείου. (…)

    Αλλά ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΈΘΝΟΣ ανακτήσαν το αληθές εθνικό όνομά του ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΕ ΤΟ ΕΠΕΙΣΑΚΤΟΝ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΩΜΙΟΥ, προσδώσαν εις αυτό ονειδιστικήν σημασίαν. Ο Ρωμιός είναι ο τύπος του ανθρώπου του συνενούντος εν εαυτώ (sc. που συνενώνει στον εαυτό του) πάντα τα κοινωνικά και πολιτικά ελαττώματα του Έλληνος και το Ρωμαίικο ο τύπος του κακώς διοικουμένου κράτους. (…)
    Ας μη επιμένη λοιπόν (ο Παλαμάς) ζητών να μένη κρυμμένη πάντοτε υπό τα ράκη της Ρωμιοσύνης, Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΕΛΛΑΔΑ!» (Έλληνες ή Ρωμιοί; – Λαογραφικά Σύμ-μεικτα, τόμ. Α΄, 1920).

  61. Κ. Κατσιμάνη, το τελευταίο σας σχόλιο είναι η αφορμή της παρέμβασής μου στο διάλογο που έχετε ανοίξει με τον κ. Παπαδόπουλο. Διευκρινίζω ότι δεν έχω την πρόθεση να υπερασπιστώ τις θέσεις του κ. Παπαδόπουλου. Για μένα άλλωστε, όπως έχω αναφέρει και σε προηγούμενο σχόλιό μου, η Ρωμιοσύνη δεν συνδέεται με τη ρωμαϊκότητα της αρχαίας Ρώμης, ούτε με τη ρωμαϊκότητα των Ρουμάνων, αλλά με τη νεοελληνικότητα και τη νεοελληνική εθνότητα.

    Καταρχάς θα ήθελα να σας ρωτήσω προς τι η τόση επιθετικότητα απέναντι στο όνομα Ρωμιός; Μήπως επειδή δεν έχει ρίζα στην αρχαία Ελλάδα; Το ότι επικαλείστε τις απόψεις του Σπυρίδωνα Λάμπρου και του Νικόλαου Πολίτη, νομίζω ότι τα λέει όλα. Τα ίδια ακριβώς έλεγαν και οι Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Γεώργιος Χατζιδάκις και γενικά όλη η γενιά που καθιέρωσε το σχήμα του «Ελληνοχριστιανισμού». Οι άνθρωποι αυτοί, παρόλο που επικαλούνταν τη λαϊκή παράδοση στη διαμάχη τους με τους «Διαφωτιστές» που απεχθάνονταν το Βυζάντιο, στην πραγματικότητα σνόμπαραν και οι ίδιοι αυτή την παράδοση. Έτσι λοιπόν απέρριπταν το λαϊκό εθνικό όνομα Ρωμιός γιατί το θεωρούσαν επείσακτο, δηλαδή ξένο. Γιατί ακριβώς δεν θύμιζε αρχαία Ελλάδα. Το ότι θύμιζε περισσότερο από κάθε τι άλλο το Βυζάντιο (το οποίο οι ίδιοι ειχαν παλέψει για να αποκαταστήσουν στην ιστοριογραφία) δεν τους έλεγε τίποτα. Δηλαδή, παρόλο που υπερασπίζονταν το Βυζάντιο απέναντι στον αρχαιοκεντρισμό των Διαφωτιστών, στο ζήτημα του ονόματος Ρωμαίοι (του πραγματικου ονόματος των Βυζαντινών) συμφωνούσαν απολύτως μαζί τους!

    Αυτό μας αποκαλύπτει ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν μελετούσαν το Βυζάντιο με ιστορική αμεροληψία αλλά είχαν σαν σκοπό να το συνδέσουν όσο γινόταν περισσότερο με τον αρχαίο ελληνισμό στην προσπάθειά τους να κάνουν πιο συμπαγές το τρισχιλιόχρονο σχήμα του Ελληνισμού. Είναι χαρακτηριστικό, επίσης, ότι η επιστήμη της Λαογραφίας (το επιστημονικό πεδίο του Νικόλαου Πολίτη) στην Ελλάδα δεν καθιερώθηκε τόσο για να μελετήσει και να αναδειξει το λαϊκό πολιτισμό, όσο για να αποδείξει ότι οι νεοελληνικές λαϊκές παραδόσεις είχαν ρίζες στην αρχαιότητα. Θεωρήθηκε δηλ. σαν ένα ακόμα όπλο κατά της θεωρίας του Φαλμεράυερ.

    Όταν λοιπόν στις αρχές του 20ου αιώνα ο δημοτικιστής Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε την «Ιστορία της Ρωμιοσύνης», ξεκινώντας την αφήγησή του από την εποχή της Ρωμαιοκρατίας, και όταν ο Κωστής Παλαμάς θέλησε να τον υπερασπιστεί, οι λογιώτατοι του «Ελληνοχριστιανισμού» έζωσαν τα όπλα και τους κατηγόρησαν μέχρι και για έλλειψη πατριωτισμού!

    Την κατάλληλη απάντηση βέβαια την πήραν από το λογοτέχνη Γρηγόριο Ξενόπουλο και μάλιστα μέσα από τις σελίδες των «Παναθηναίων», του λογοτεχνικού άντρου του καθαρευουσιανισμού. Ο Ξενόπουλος εξέφρασε την «υποψία» πως τα κίνητρα των δημοτικιστών όχι μόνο δεν ήταν αντιπατριωτικά, αλλά αντιθέτως, ίσως ήταν περισσότερο πατριωτικά από αυτά των κατηγόρων τους. Και διατύπωσε ένα καυτό ερώτημα:

    «Εϊμεθα Έλληνες ή Νεοέλληνες; Αποτελούμεν λαόν νέον, εξελιχθέντα, ή είμεθα άμεσος συνέχεια του αρχαίου;, […] Ας υποθέσωμεν, ότι εις την τελευταίαν αυτήν ερώτησην – σας παρακαλώ μη με λιθοβολήσετε ακόμη, μιαν υπόθεσιν κάμνω! – η ιστορία, η γλωσσολογία και όλαι αι ανθρωπολογικαί επιστήμαι απαντούν ναι. Είμεθα λοιπόν Νεοέλληνες. Τώρα, τι μας συμφέρει καλλίτερα: να αποκρύψωμεν, να προσποιηθώμεν ότι αγνοούμεν την αλήθεια, να ζητήσωμεν να απατήσωμεν τον εαυτό μας και τους άλλους και να καυχώμεθα ότι είμεθα οι απόγονοι και οι άμεσοι διάδοχοι των Περικλέων, εις τούτο περιορίζοντες όλων μας την αξίαν ή απεναντίας να παραδεχθώμεν, να κηρύξωμεν, να βροντοφωνήσωμεν την αλήθειαν, και να συμμορφωθώμεν καθ’ όλα με αυτήν; Αν υπάρχη δια την φυλή μας ζήτημα ζωής ή θανάτου, με ποίον τρόπον θα αναδειχθώμεν ταχύτερα και ασφαλέστερα, θα προοδεύσωμεν, θα μεγαλυνθώμεν, θα ζήσωμεν;

    Ο κ. Εφταλιώτης είναι εκ των φρονούντων, ότι αύτη είναι η αλήθεια, και ότι η αλήθεια μόνη θα μας σώση. Θέλει να παρουσιασθώμεν ότι είμεθα, δηλαδή Νεοέλληνες και με το αληθινόν ακόμη όνομά μας: δηλαδή Ρωμιοί.

    Δια τούτο, αψηφών τας πατριωτικάς και διδασκαλικάς προλήψεις επέγραψε το βιβλίο του «Ιστορία της Ρωμιοσύνης». Βεβαίως, όσοι νομίζουν ότι αι λέξεις Ρωμιός και Ρωμιοσύνη ενέχουν ύβριν, χλευασμόν και περιφρόνησιν, θα διαμαρτυρηθούν, και αν ακόμη ασπάζονται κατ’ αρχήν την ιστορικήν διάκρισην του συγγραφέως. Αλλ’ ο κ. Εφταλιώτης αγαπά να προάγει το σύστημά του θαρραλέως μέχρι των εσχάτων αυτού συνεπειών και εις το έσχατον τούτο όριον, – το οποίο πιθανόν να είναι πράγματι και το προσεχές μέλλον – αι λέξεις Ρωμιός και Ρωμιοσύνη αναλάμπουν δi’ αυτόν απηλλαγμέναι παντός επιχρίσματος και εκφράζουσαι ξηρότατα το πράγμα.»
    [περ. «Παναθήναια», Έτος Β΄, 15 Οκτωβρίου 1901, σελ. 26-29]

    Τον Παλαμά τον δικαίωσε ο γερμανός βυζαντινολόγος Κρουμπάχερ:

    «”Ναι μεν επειράθη ο Νικόλαος Πολίτης ν’ αποδείξη ότι το εθνικόν όνομα “Έλλην” ήτο πάντοτε εν χρήσει και ουδέποτε εξηλείφθη εκ της συνειδήσεως του λαού. Αλλ’ αι αποδείξεις, τας οποίας μετά μεγάλης πολυμαθείας συνέλεξεν, αποδεικνύουσι μόνον, ότι περίπου από του 12ου αιώνος, οφθαλμοφανώς εκ της επιδράσεως της ανθρωπιστικής αναγεννήσεως, συγγραφείς τινες πάλιν ενεθυμήθησαν το παλαιόν εθνικόν όνομα, και τούτο μάλιστα εις την παναρχαίαν αντίθεσιν “Έλληνες και βάρβαροι”, και ότι το όνομα “Έλληνες” μετά των εξ αυτού παραγώγων εχρησίμευσε και κατά τον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα ως εθνικόν σύμβολον.
    Παρά τω λαώ αυτώ η λέξις “Έλλην” (ή μάλλον, ως είναι ο δημώδης τύπος αυτής, “Έλληνας”) είχε βεβαίως εξαφανισθή, και απαίδευτος τις Έλλην του 16ου ή του 17ου αιώνος ήθελε βεβαίως εκπλαγή, αν τις κατήγγελεν εις αυτόν ότι δεν είναι Ρωμαιός, αλλά Έλλην. Και σήμερον ακόμη η λέξις παρά τω λαώ σημαίνει συνήθως μόνον τους υπηκόους του βασιλείου της Ελλάδος”.
    Ότε ηρώτησα εις το Αϊδίνιον Έλληνα τινά όστις είχε καθήσει εν τινί καφενείω εις την αυτήν μετ’ εμού τράπεζαν, πόσοι Έλληνες είναι εις το Αϊδίνιον, απεκρίθη: “περί τους τεσσαράκοντα”, και ότε εγώ ηπόρησα δια τον μικρόν τούτον αριθμόν πρεσέθηκεν εκείνος εξηγούμενος: “Μάλιστα Έλληνες είναι μόνο 40, αλλά Ρωμαιοί είμεθα πολλοί””.
    [Το πρόβλημα της Νεοτέρας Γραφομένης Ελληνικής, 1905, σελ. 240-241]

    Αλλά και ο Ιωάννης Κακριδής, 50 χρόνια μετά, είχε την ίδια γνώμη:

    «Καμιά από τις μαρτυρίες που προσάγει ο Πολίτης δεν αναφέρεται στη λαϊκή χρήση, όλα τα χωρία που αναγράφει ανήκουν σε λόγιους. Ίσως μόνο στον Πόντο το Έλληνες να κρατούσε την παλιά του σημασία. Σε όλο τον άλλο ελληνικό χώρο κανένας από το λαό δεν ονόμαζε τον εαυτό του Έλληνα. Σε αυτό είχε δίκιο ο Παλαμάς».
    [Ιωάννης Κακριδής, Αρχαίοι Έλληνες και Έλληνες του Εικοσιένα, στον τόμο «Φως Ελληνικό», 1963]

    Σε ένα έκανε λάθος ο Κακριδής. Γιατί ούτε στον Πόντο το όνομα Έλληνες δεν κρατούσε την παλιά του σημασία. Δεν ήταν δηλαδή εθνική ονομασία, αλλά όπως γράφει και ο Απ. Βαλαλόπουλος: «Είναι γεγονός ότι το «Έλλενος» των Τραπεζούντιων σημαίνει το δυνατό, τον ηρωϊκό άνδρα […] βλ. στο τραγούδι του Πορφύρη την έκφραση «υιόν τραντέλλενον» (τριάντα φορές Έλληνα).» [Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, α’ έκδοση, τομ. Α’, σ. 217]

    Έτσι και η ποντιακή μούσα όταν αναφωνεί «ο Έλλεν Κωνσταντίνος» (αναφερόμενη στον Παλαιολόγο), δεν εννοεί ο «Έλληνας Κωνσταντίνος» αλλά ο «ήρωας Κωνσταντίνος» [βλ. και Παναγιώτη Χρήστου, Οι περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων, δ’ εκδ. σ. 128]

    Τέτοιες –σκόπιμες ή απλά επιπόλαιες – «ερμηνείες» και «βεβαιότητες» από τους Έλληνες ιστορικούς του 19ου και 20ου αιώνα επιβάλλουν την ενδελεχή επανεξέταση των εθνικών ονομάτων και του τρόπου με τον οποίο συγκροτήθηκε η νεοελληνική ταυτότητα. Και αν τα ονόματα μπορούν να αλλάξουν εννοιολογικό περιεχόμενο κατά τη διάρκεια των αιώνων (τρανή απόδειξη το όνομα Ρωμαίος), το ίδιο μπορεί να συμβεί και με τις συλλογικές πολιτισμικές ταυτότητες, όπως της εθνότητας ή του έθνους.

    Κ. Κατσιμάνη δεν αμφισβητώ την αναβίωση του αρχαίου ονόματος Έλληνες στα έργα των λογίων από τον 12ο ακόμα αιώνα, ούτε την εναλλακτική ονομασία Γραικοί. Επιτρέψτε μου όμως, τουλάχιστον για την περίοδο μέχρι τον 19ο αιώνα, να θεωρώ πιο αντιπροσωπευτικό και πιο γνήσιο το όνομα που κυριαρχεί στη λαϊκή παράδοση, δηλαδή το Ρωμαίοι-Ρωμιοί. Με ότι σημαίνει αυτό για την πραγματική υπόσταση της νεοελληνικής ταυτότητας.

  62. ΕΛΛΗΝΕΣ, ΟΧΙ ΡΩΜΙΟΙ!
    Κύριε Pertinax, με ρωτάτε «προς τι η τόση επιθετικότητα απέναντι στο όνομα Ρωμιός». Πριν απαντήσω με παρρησία στο ερώτημά σας, θα σας ρωτήσω και εγώ ευθέως, με τη σειρά μου: «Προς τι η μετά δυσκολίας αποκρυπτόμενη απέχθειά σας, η υπολανθάνουσα ειρωνεία σας και τα απαξιωτικά υπονοούμενά σας για τη σχέση ανάμεσα στο νεοελληνισμό και την ελληνική αρχαιότητα; Ποιος αποφάσισε και ποιος απέδειξε ότι ως «Ρωμιοί» μπορεί να είμαστε οι αναμφισβήτητοι απόγονοι του Θεοδοσίου του Α΄ και του Ιουστινιανού, αλλά, την ίδια στιγμή, ως (Νέο)έλληνες, δε δικαιούμαστε να θεωρούμε τους εαυτούς μας (αν όχι συνεχιστές της πνευματικής παράδοσης, τουλάχιστον) δικαιωματικά κληρονόμους του αρχαιοελληνικού πολιτισμού; Από πού προκύπτει ότι ως «Ρωμιοί» νομιμοποιούμαστε, βέβαια, να φουσκώνουμε από εθνική υπερηφάνεια επειδή κάποιοι τρισένδοξοι «δικοί μας» αυτοκράτορές κατήργησαν τους Ολυ-μπιακούς Αγώνες (393 μ. Χ.) και έκλεισαν την Πλατωνική Ακαδημία (529 μ. Χ.), αλλά την ίδια στιγμή, ως (Νέο)έλληνες, οφείλουμε να ντρεπόμαστε και να κατατρυχόμαστε από ένοχές, επειδή επιμένουμε να ανάγουμε τις απαρχές του ιστορικού παρελθόντος μας στην Αρχαία Ελλάδα; Σε τελευταία ανάλυση, ποιος ιδιοκτήτης της ιστορικής βεβαιότητας απαγορεύει αυστηρώς και δια ροπάλου αυτό το τελευταίο και ποιος αδιαφι-λονίκητος κάτοχος της επιστημονικής αλήθειας διαμορφώνει κατά τις προσωπικές εμπνεύσεις του και τις αυθαίρετες επιλογές του τη συνείδηση ελληνικότητας (ή μάλλον «ρωμιοσύνης») υψώνοντας σινικά τείχη ανάμεσα στο (Νέο)έλληνα και την ελληνική αρχαιότητα;;

    Εμείς οι Έλληνες ανακαλύπτουμε πάντοτε κάποιο λόγο ικανό να προκαλέσει στο εσωτερικό μας διχασμούς και αντιπαραθέσεις. Στην προσπάθειά τους, λοιπόν, να αυτοεπιβεβαιωθούν ως Νεοέλληνες και να απαλλαχτούν από την αληθινή ή την κατά φαντασίαν πνευματική επικυριαρχία του αρχαίου κλέους, οι δημοτικιστές βρήκαν μέσω του Εφταλιώτη την ιδανική λύση: η «Ιστορία της Ρωμιοσύνης» αρχίζει το 86 π. Χ., με την άλωση των Αθηνών από το Σύλλα! Έτσι απλά. «Πονεί κεφάλι κόψει κεφάλι», που λέει και ο λαός. Η Αρχαία Ελλάδα πετιέται με συνοπτικές διαδικασίες στα αζήτητα. Τώρα, ποια είναι τελικά και πόσο αντέχει στην κριτική η κοσμοϊστορική εκείνη τομή, χάρη στην οποία η «Ρωμιοσύνη» στα καλά καθούμενα λυτρώνεται από… την αρχαιοελληνική βαρβαρότητα και αποβάλλει το ονειδιστικό όνομα «Ελληνισμός», έτσι ώστε ελεύθερη και ωραία να σπεύσει μια ώρα αρχύτερα στο ιστορικό ραντεβού της με τον Καρακάλα, το 212 μ. Χ., αυτό είναι κάτι που δεν το χωράει ανθρώπου νους. Όπως δε χωράει ανθρώπου νους το γιατί ο μακαρίτης ο Εφταλιώτης: α) θα βαφτίσει τον ελληνισμό στη ρωμαϊκή κολυμπήθρα βροντοφωνάζοντας περιχαρής: «Και το όνομα αυτού «Ρωμιοσύνη» και β) θα υποστηρίξει ότι το όνομα αυτό τίθεται σε αναδρομική ισχύ από το 86 π. Χ., δηλαδή 298 ολόκληρα χρόνια (86+212) πριν από το διάταγμα του 212 μ. Χ. που εκδόθηκε –να μην το ξεχνάμε– για λόγους φορολογικούς και στρατολογικούς! Με το λίγο μυαλό που διαθέτω, αδυνατώ να δαμάσω και να επεξεργαστώ λογικά αυτόν τον εθνικά μεγαλειώδη αυτοκαταστροφικό οίστρο του αυτοσχέδιου ιστορικού…

    Από κοντά και ο Παλαμάς με τον Ξενόπουλο: «Και αφού η Ιστορία του κ. Εφταλιώτη δεν είναι για τον Έλληνα του Περικλή, μήτε για τον Έλληνα του μεγάλου Αλεξάνδρου, ο ευσυνείδητος ιστοριοπλέχτης δεν μπορούσε παρά για τον Ρωμιό και για την Ρωμιοσύνη να μιλήση, που δεν είναι και τα δύο παρά τα νέα ονόματα του Έλληνος και του Ελληνισμού», γράφει ο πρώτος. Ο δεύτερος συνεχίζει τη στοχοποίηση του Περικλή διανθίζοντάς την μάλιστα με κάποιους δηλητηριώδεις υπαινιγμούς: «Τι μας συμφέρει καλλίτερα: να αποκρύψωμεν, να προσποιηθώμεν ότι αγνοούμεν την αλήθεια, να ζητήσωμεν να απατήσωμεν τον εαυτό μας και τους άλλους και να καυχώμεθα ότι είμεθα οι απόγονοι και οι άμεσοι διάδοχοι των Περικλέων, εις τούτο περιορίζοντες όλων μας την αξίαν ή απεναντίας να παραδεχθώμεν, να κηρύξωμεν, να βροντοφωνήσωμεν την αλήθειαν, και να συμμορφωθώμεν καθ’ όλα με αυτήν;» — Αν ένα από τα βασικά γνωρίσματα του μεταμοντερνισμού -–λέω, τώρα, εγώ ο αφελής– είναι η εγκατάλειψη του λόγου ως μέσου ερμηνείας και κατανόησης των πραγμάτων και η αντικατάστασή του από την αυθαίρετη βούληση που εκπηγάζει από το ασυνείδητο, τότε θα τολμούσα να κάνω τη βέβηλη σκέψη ότι ο Εφταλιώτης, ο Παλαμάς και ο Ξενόπουλος, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αναδεικνύονται μεταμοντέρνοι «avant la lettre», όπως λένε και οι Γάλλοι.

    Στις απόψεις αυτές, αντιτίθεται σθεναρά ο Νικόλαος Πολίτης, διατυπώνοντας τις ενστάσεις του με κρυστάλλινη διαύγεια και ιστορικά τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία. Ο Παλαμάς θα είχε δίκιο, τονίζει ο πατέρας της ελληνικής Λαογραφίας, αν μπορούσε να αποδείξει «ότι η ίδρυσις του βυζαντινού κράτους διέκοψε πάντα δεσμόν συνέχοντα τον Έλληνα του παλαιού κόσμου προς τον υπήκοον των Βυζαντινών αυτοκρατόρων Έλληνα, τον γενόμενον Ρωμαίον πολίτην. Έπειτα δε, ότι από των χρόνων του Ιουστινιανού μέχρι της επαναστάσεως του 1821 είχεν εξαλειφθή εκ της εθνικής συνειδήσεως το όνομα του Έλληνος αντικατασταθέν δια του Ρωμιού. Είναι τούτο αληθές; Εν τούτω έγκειται το ζήτημα» («Έλληνες ή Ρωμιοί;», εν Αθήναις, 1901, σελ. 4). Και αποδεικνύει με απαράμιλλη πειστικότητα ότι κάτι τέτοιο δε συνέβη ποτέ.

    Έρχομαι τώρα στον Ιωάννη Κακριδή. Σωστά παραθέτετε την επισήμανσή του: «Καμιά από τις μαρτυρίες που προσάγει ο Πολίτης δεν αναφέρεται στη λαϊκή χρήση, όλα τα χωρία που αναγράφει ανήκουν σε λόγιους. Ίσως μόνο στον Πόντο το Έλληνες να κρατούσε την παλιά του σημασία. Σε όλο τον άλλο ελληνικό χώρο κανένας από το λαό δεν ονόμαζε τον εαυτό του Έλληνα. Σε αυτό είχε δίκιο ο Παλαμάς». Ωστόσο, παραλείπετε να προσθέσετε ότι, λίγο παρακάτω, ο Ιωάννης. Κακριδής μετριάζει σε μεγάλο βαθμό τον απόλυτο χαρακτήρα της επισήμανσής του: «Είχε όμως άδικο (ο Παλαμάς), όταν πίστευε πως το όνομα Έλληνες για το νεότερο έθνος δεν είχε καμιά ιστορική σχέση και πως η επικράτησή του στον αναγεννημένο Ελληνισμό ήταν κατόρθωμα της πολιτείας και του σχολείου. (…). Η αλήθεια είναι πως το όνομα Έλληνες δεν είχε ξεχαστεί ποτέ από το λαό, μόνο που είχε πάρει άλλο νόημα. Και είναι να απορήσει κανείς που το στοιχείο αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο στη συζή-τηση του 1900». — Και πώς να ξεχαστεί το όνομα «Έλληνες» από το λαό, θα προσέθετε η ταπεινότητά μου, τη στιγμή κατά την οποία σε ολόκληρη τη βυζαντινή περίοδο αλλά και μετά από αυτήν η παιδεία ήταν ελληνική, ο πολιτισμός ήταν ελληνικός, τα ήθη και τα έθιμα ήταν ελληνικά και η γλώσσα ήταν αποκλειστικά και μόνο ελληνική –-η γλώσσα, που τα οριά της πλαισιοθετούν τον κόσμο του ομιλούντος, κατά τον Wittgenstein, με την έννοια ότι, χάρη στις δυνατότητές της, ο νους κατανοεί και «ιδρύει» επιστημολογικά τον κόσμο που τον περιβάλλει;

    Θα ήθελα με την ευκαιρία να σταθώ σε μια θέση του Κρουμπάχερ, την οποία επικαλείστε, και η οποία είναι παρεμφερής προς την αντίστοιχη του Ιωάννη Κακριδή: «Παρά τω λαώ αυτώ η λέξις «Έλλην» (ή μάλλον, ως είναι ο δημώδης τύπος αυτής, «Έλληνας») είχε βεβαίως εξαφανισθή, και απαίδευτός τις Έλλην του 16ου ή του 17ου αιώνος ήθελε βεβαίως εκπλαγή, αν τις κατήγγελεν εις αυτόν ότι δεν είναι Ρωμαιός, αλλά Έλλην». –- Το επιχείρημα δε με πείθει και το ερώτημά μου επί του προκειμένου θα ήταν το εξής: ο «απαίδευτός τις Έλλην του 16ου ή του 17ου αιώνος» είχε στ’ αλήθεια συνείδηση ρωμαϊκή; Ή μήπως είχε ως προς όλα τα άλλα συνείδηση ακραιφνώς ελληνική και ο όρος «Ρωμαίος/Ρωμιός» ήταν απλώς και μόνο ένας διαφορετικός τρόπος για να πει «Έλλην», ή, καλύτερα, ένας υποχρεωτικός τρόπος, για να μην πει «Έλλην», επειδή αυτό το «Έλλην» εξακολουθούσε να ενοχλεί σε μεγάλο βαθμό την Εκκλησία και απαγορευόταν από την Τουρκική εξουσία; Η δεύτερη εκδοχή μού φαίνεται πολύ περισσότερο πιθανή. Αυτό που συνέβη στο Βυζάντιο και που το έχω ήδη χαρακτηρίσει «συνειδησιακή εθνοκάθαρση» του ελληνισμού είναι στ’ αλήθεια κάτι το πρωτοφανές. Οι Βυζαντινοί (και ήδη χριστιανοί) Έλληνες να αισθάνονται από κάθε άποψη Έλληνες, αλλά να υποχρεώνονται να αυτοπροσδιορίζονται ως Ρωμαίοι, γιατί το αληθινό τους όνομα είχε διασυρθεί σημασιολογικά, με αποτέλεσμα να δηλώνει το μη χριστιανό και συγκεκριμένα τον «ειδωλολάτρη». Για την ιστορία μάλιστα προσθέτω ότι ουδέποτε στην Αρχαία Ελλάδα λατρεύτηκαν «είδωλα». Οι Έλληνες υπήρξαν ασφαλώς παγανιστές πριν εκχριστιανισθούν, αλλά ουδέποτε υπήρξαν ειδωλολάτρες -– τουλάχιστον περισσότερο ειδωλολάτρες από τους εικονολάτρες χριστιανούς και κατά τα άλλα, βέβαια, διώκτες των «ειδώλων»!

    Αλλά τα προβλήματα με τις θέσεις του Κρουμπάχερ (και δευτερευόντως του Ιωάννη Κακριδή) δε σταματούν εδώ. Δυσκολεύομαι να κατανοήσω την αβασάνιστη απόρριψη των πολυάριθμων αναφορών στους όρους “Έλληνας” και “Ελλάδα”, καθώς και των συναφών υποδηλώσεων, με την αιτιολογία ότι αυτά όλα εντοπίζονται τάχα σε λόγια κείμενα. Οι λόγιοι, όμως, δε ζουν και δε δραστηριοποιούντα ερήμην του λαού. Ανήκουν σε αυτόν, προέρχονται από αυτόν και επηρεάζονται από αυτόν. Και επειδή οι «κεραίες» τους είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες και η παιδεία τους ευρύτερη και πιο βαθιά, επιστρέφουν στο λαό και, όπως συμβαίνει παντού και πάντοτε, γίνονται δικαιωματικά οι πνευματικοί ηγέτες του και οι καθοδηγητές του. Έχοντας αποκτήσει μάλιστα, χάρη στην ακονισμένη κρίση και τις ενοράσεις τους, οξεία συνείδηση καταστάσεων, τολμούν κάποτε, αψηφώντας τους κινδύνους, να βροντοφωνάξουν τα πράγματα με το αληθινό τους όνομα. Όταν ο Μιχαήλ Ψελλός, για παράδειγμα, απαντά στις επικρίσεις του παλιού φίλου του και ήδη Πατριάρχη Ιωάννη Ξιφιλίνου, που κατηγορούσε τον Ψελλό – για τι άλλο;– για ροπή προς την «ειδωλολατρία», στην απάντησή του αυτή υπολανθάνει ένα δύσκολα συγκαλυπτόμενο πνεύμα εξέγερσης. Θα διαδηλώσει, λοιπόν, ο Ψελλός την προσήλωσή του στον Πλάτωνα διακηρύσσοντας, με το δικό του τρόπο, ότι τα παλιά φόβητρα δεν περνούν πλέον και ότι «ο βασιλιάς είναι γυμνός» («εμός ο Πλάτων, αγιώτατε και σοφώτατε, εμός, ω γη και ήλιε!»). Είναι κάτι σαν ένα πρώιμο μανιφέστο ελληνικότητας, που σε μια περισσότερο απερίφραστη μορφή του θα το βρούμε στο «Εσμέν γαρ ουν (…) Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί» του Γεώργιου Γεμιστού Πλήθωνα. Πιστεύει κανείς ειλικρινά ότι τέτοιες ομολογίες ελληνικότητας, που μοιάζουν με ξεσπάσματα ψυχής, είναι απλώς και μόνο το αποτέλεσμα επιδράσεων; Η επισήμανση του Κρουμπάχερ «ότι περίπου από του 12ου αιώνος, οφθαλμοφανώς εκ της επιδράσεως της ανθρωπιστικής αναγεννήσεως, συγγραφείς τινες πάλιν ενεθυμήθησαν το παλαιόν εθνικόν όνομα» δεν αντέχει κατά τη γνώμη μου σε σοβαρή κριτική.

    Αλλά υπάρχει και το άλλο: πόσο μπορεί να είχε επηρεαστεί από την ανθρωπιστική αναγέννηση του 12. αιώνα ο Ψελλός, που είχε ζήσει…έναν αιώνα νωρίτερα; Ή μήπως ενεργούσε υπό την παρώθηση επιδράσεων, που όμως εκδηλώθηκαν…τρεις αιώνες αργότερα, ο μεγαλύτερος ίσως επιστήμονας του Βυζαντίου, ο Λέων ο Μαθηματικός ή Φιλόσοφος (9. αιώνας μ. Χ.), στον οποίο είχε αποδοθεί το παρωνύμιο «Έλλην» και ο οποίος, εξαιτίας της πανθομολογούμενης ελληνικότητάς του, έγινε μετά το θάνατό του στόχος δύο λιβέλλων εκ μέρους του πρώην μαθητή του Κωνσταντίνου του Σικελού; Ανάλογη είναι και η περίπτωση του Θεμιστίου, που επί της βασιλείας του Κωνσταντίου του Β’ (337-361) θα αγωνιστεί και θα πετύχει να καταστεί η Κωνσταντινούπολη το μεγάλο κέντρο διάσωσης και μεταλαμπάδευσης του ελληνικού πνεύματος!

    Και επειδή μιλήσαμε παραπάνω για ήθη και έθιμα, Κύριε Pertinax, ειλικρινά δεν κατανοώ τον απαξιωτικό τρόπο, με τον οποίο αναφέρεστε στο Νικόλαο Πολίτη, όπως και στο Σπυρίδωνα Λάμπρο και το Γεώργιο Χατζηδάκι. Το να τους υπάγετε στην κατηγορία εκείνων που «δεν μελετούσαν το Βυζάντιο με ιστορική αμεροληψία, αλλά είχαν σαν σκοπό να το συνδέσουν όσο γινόταν περισσότερο με τον αρχαίο ελληνισμό στην προσπάθειά τους να κάνουν πιο συμπαγές το τρισχιλιόχρονο σχήμα του Ελληνισμού» δεν είναι ο περισσότερο αντικειμενικός τρόπος μεταχείρισης των ερευνητών που αντιστρατεύονται τις θέσεις σας. Δεν αμφισβητώ πως η ανάδειξη της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού ήταν υψηλή εθνική προτεραιότητα για τους πνευματικούς εκείνους πιονιέρους του αρτισύστατου ελληνικού κράτους. Εσείς, όμως, έχετε μήπως αποδείξεις ότι διαστρέβλωσαν την επιστημονική αλήθεια και κατέληξαν σε προκατασκευασμένα συμπεράσματα; Αν ναι, καλό θα ήταν να τις προσκομίσετε. Διαφορετικά, αν δεν αμφισβητείτε το κύρος των πορισμάτων ενός Νικολάου Πολίτη, για παράδειγμα (βασιζόμενος, βέβαια, σε επιστημονικές διαδικασίες και όχι στις απλουστευτικές σχηματοποιήσεις του ιστοριογραφικού εθνοαποδομητισμού), τότε δεχτείτε τες, παρακαλώ, όπως προκύπτουν από τις μακροχρόνιες και εμπεριστατωμένες αναλύσεις του. Νέος ακόμη σπουδαστής στο Μόναχο, είχε ήδη επισημάνει τα εξής αποκαλυπτικά των ενδιαφερόντων, των ενασχολήσεων και των διαπιστώσεών του: «Αμιγές αντί του αίματος διετηρήθη εν τη γλώσση, τω βίω και τω χαρακτήρι του λαού το ελληνικόν πνεύμα δι’ αδιασπάστου αλύσεως παραδόσεων, ης ένα προς ένα τους κρίκους ανευρίσκομεν εν τοις διαφόροις σταδίοις και ταις περιπετείαις της ελληνικής εθνότητος» (in Αποστ. Ε. Βακαλόπουλου, Νέος ελληνισμός. Η ρίζες, η καταγωγή των Ελλήνων και η διαμόρφωση του Έθνους, [1204 – μέσα 15ου αιώνα], Εκδ. Οίκος Αντωνίου Σταμούλη, 2008, σελ. 45).

    Όσο για την παρατήρησή σας. κ. Pertinax, ότι η λέξη «’Ελλεν» στα ποντιακά σημαίνει ήρωας, δε θα διαφωνήσω. Θα διαφωνήσω, όμως, ως προς τη γενίκευση της θέσης αυτής. Αν «Έλλεν» σημαίνει ήρωας, δε σημαίνει ωστόσο μόνο ήρωας. Σημαίνει και Έλληνας. Και, κυρίως, βρίσκω επιεικώς πολύ βιαστικό το χαρακτηρισμό σας που μιλάει για « (…) –σκόπιμες ή απλά επιπόλαιες –- ‘ερμηνείες’ και ‘βεβαιότητες’ από τους Έλληνες ιστορικούς του 19ου και 20ου αιώνα». Μάλιστα, την αποστομωτική απάντηση στις άστοχες αυτές επισημάνσεις τη δίνει ο ίδιος ο Νικόλαος Πολίτης με τα παραδείγματα που παραθέτει στη μελέτη του «Έλληνες ή Ρωμιοί;»: 1) Ένα δημοτικό άσμα σύγχρονο με την άλωση της Τραπεζούντας (1462), κάνει λόγο για «Έλλενους», για «Ελλενικά κάστρα» και για «Ελλενικό κοντάρι», για να καταλήξει: «Εκεί Ελλένοι επέθαναν, μύριοι παληκάρια». 2) Ένα προγενέστερο άσμα, το οποίο αναφέρεται στην ηρωική άμυνα που αντέταξαν οι Έλληνες στο φρούριο Γουδελά, καταγράφει ως εξής τους πεσόντας στη μάχη: «Σκοτώσαν τρίους Έλλενους, δεκαεπτά πασάδες». 3) Ένα τρίτο άσμα, που εξιστορεί κάποια μάχη κατά των Τούρκων κατόπιν εντολής ενός από τους βασιλείς της Τραπεζούντας μιλάει σαφώς για Έλληνες, οι οποίοι υπηρετούσαν στο βασιλικό στρατό (που σύμφωνα με την παράδοση, ονομαζόταν «ρωμαϊκός στρατός»): «Είχαμε νέους Έλλενους, ρωμαίικα παλληκάρια». Στο ίδιο άσμα γίνεται δυο φορές λόγος για «ελλενικόν κοντάριν» και μία για «ελλενικόν λαλίαν» (σσ.15-17).

    Έρχομαι, τέλος, στην απάντηση που σας είχα υποσχεθεί. Είναι εδραία πεποίθησή μου ότι η αρχαιοελληνική, η μεσαιωνική και η νεοελληνική περίοδος της Ιστορίας μας αποτελούν ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο, στο οποίο δε χωρούν ανεπίτρεπτες «εκπτώσεις» και αυτοκτονικοί ακρωτηριασμοί. Ξεκινώντας, λοιπόν, από αυτή τη «μείζονα προκειμένη», θεωρώ πως η στάση μου απέναντι στον όρο «Ρωμιός», που φιλοδοξεί να αντικαταστήσει τον όρο «Έλληνας», δεν είναι καθόλου επιθετική. Αντίθετα, είναι σαφώς αμυντική. Επιθετική είναι από την ίδια τη γλωσσική εκφορά της και από την ίδια τη νοηματική της υποδήλωση η λέξη «Ρωμιός», γιατί αποκλείει αυτομάτως και αυθαιρέτως από το εθνικό μας παρελθόν την Αρχαία Ελλάδα, δηλαδή την πολιτιστικά λαμπρότερη, ίσως, χρονική περίοδο της παγκόσμιας ιστορίας. Ο «Ρωμιός», αποκόπτει εξ ορισμού, «eo ipso», από τον ιστορικό κορμό του έθνους την αρχαϊκή, την κλασική και την ελληνιστική αρχαιότητα, ενώ, αντίθετα, ο όρος «Έλληνας» καταφάσκει ολόκληρη την τρισχιλιετή ιστορική διαδρομή της Ελλάδας. Εδώ οφείλεται αυτό που εσείς το ονομάζετε επιθετικότητα απέναντι στο όνομα «Ρωμιός» και που εγώ επιμένω να το χαρακτηρίζω «στάση αμυντική»

    Έπειτα, η λέξη «Ρωμιός» είναι, όπως είδαμε, ένας εύσχημος τρόπος για να μην πει κανείς «Έλληνας». Η Εκκλησία τον αξιοποίησε συστηματικά σε βάρος του ανταγωνιστικού όρου «Έλληνας» για τους γνωστούς λόγους. Ταυτόχρονα, τον χρησιμοποίησε για να δηλώσει τους ελληνόφωνους ορθοδόξους που υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Δεν είναι μάλιστα καθόλου περίεργο το ότι η τουρκική εξουσία, για τους δικούς της λόγους, όχι μόνο ευνόησε τον όρο «Ρουμ»-«Ρωμιός», αλλά και τήρησε στάση αρνητική απέναντι στον όρο «Έλληνας». Σήμερα ο όρος Έλληνας παραπέμπει νοηματικά σε μια κρατικά συγκροτημένη εθνική οντότητα με υπαρκτή διεθνή παρουσία, ενώ ο όρος «Ρωμιός» παραπέμπει σε μια κρατική παράδοση, η οποία πολύ πριν από την άλωση της Βασιλεύουσας είχε χάσει κάθε περιεχόμενο, καθώς και σε μια πολυεθνική αυτοκρατορία, η οποία είναι απλώς ιστορική ανάμνηση και της οποίας, μετά την άλωση, οι Τούρκοι αυτοπροβάλλονται ως οι νόμιμοι κληρονόμοι. Γενικά, ο όρος «Ρωμιός» δε δηλώνει εθνικότητα, δηλώνει υπηκοότητα ή και υποτέλεια. Και, βέβαια, υπαγωγή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.

    Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο η έννοια του Ρωμιού συνδέεται στην ελληνική συνείδηση με την παράσταση της δουλείας, του διωγμού, του κατατρεγμού, της δυστυχίας, της οδύνης και των ανεκπλήρωτων προσδοκιών. Παρ’ όλα αυτά, σε μια μικρή μερίδα του πληθυσμού, ο όρος «Ρωμιός» εξακολουθεί να ασκεί σημαντική έλξη. Ωστόσο, ο αυτοπροσδιορισμός των Ελλήνων ως «Ρωμιών» θα ήταν κατά τη γνώμη μου εθνικά επιζήμιος, γιατί θα αποτελούσε μια διαβρωτική μαθητεία στη νοοτροπία της υποτέλειας. Ο Ρωμιός είναι ο πολίτης που έχει εξοικειωθεί με το ρόλο του υπηκόου σε ένα πολυεθνικό κράτος — ο πρόθυμος αποδέκτης μιας προστατευτικής κρατικής «ομπρέλας» που θα τον στεγάσει ως «Pax». H ανάμνηση της «Pax Romana» διευκολύνει το πέρασμα σε κάτι σαν «Pax Americana» (μήπως και την επάνοδο σε μια «Pax Othomana»;). Άλλωστε, για ορισμένους θιασώτες και νοσταλγούς της «Ρωμιοσύνης» το πρόβλημα, σε τελευταία ανάλυση, δεν θα ήταν ίσως η ιδιότητά τους ως υπηκόων ή πολιτών ενός πολυεθνικού κράτους, αρκεί, βέβαια, να αυτοπροσδιορίζονταν σ’ αυτό ως «Ρωμιοί». Το πρόβλημά τους μοιάζει να είναι το ίδιο το ελληνικό εθνικό κράτος, στο εσωτερικό του οποίου χαρα-κτηρίζονται υποχρεωτικά “Έλληνες”…

    Το όλο θέμα επανέρχεται στην επικαιρότητα λόγω και των ευνοϊκών συνθηκών που δημιουργούνται από τη συστηματική επίθεση της Νέας Τάξης εναντίον του εθνικού κράτους, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Η τυχόν αντικατάσταση του όρου «Έλληνας» από τον όρο «Ρωμιός» θα ήταν ένα σημαντικό βήμα προς την αποδόμηση της έννοιας του ελληνικού έθνους και θα ενίσχυε τις σύντονες προσπάθειες ορισμένων κέντρων να μετεξελιχθεί το ελληνικό κράτος σε ένα ουδετεροεθνές πολυπολιτισμικό μόρφωμα με πολίτες-μετανάστες στον ίδιο τους τον τόπο. Αυτός είναι ο λόγος, για το οποίο θεωρώ τη «ρωμαιολατρία» των χριστιανο-διεθνιστών και των νέο-ορθοδόξων (που σημαιοφόρους τους έχουν κάποιους αμερικανοθρεμμένους «ρωμαιόπληκτους» -– να μη λέμε ονόματα…) ως μια από τις πιο επικίνδυνες μορφές εθνομηδενισμού.

    Κλείνω με τα εμπνευσμένα λόγια ενός ιεράρχη, που αποτελούν ύμνο για την αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια του ελληνικού στοιχείου, το οποίο κατά τους Βυζαντινούς χρόνους ενσωμάτωσε το χριστιανισμό και συνυφάνθηκε αρμονικά μαζί του. Πρόκειται για τον Πενταπόλεως Νεκτάριο Κεφαλά, τον άγιο Νεκτάριο: «Η δράσις του Ελληνισμού εν τω Βυζαντίω εστίν η δράσις της Ελλάδος εν τη Ανατολή, ο κρίκος της αλύσεως, ο συνδέων την αρχαίαν μετά της νεωτέρας Ελλάδος και η συνέχεια της ελληνικής Ιστορίας» (…) «Το ελληνικόν έθνος (…) ου μόνον δεν εξηφανίσθη, αλλά και τους επιδρομείς (…) αφομοίωσε και υπό το όνομα του Έλληνος Ρωμαίου Χριστιανού σωτηρίως και επωφελώς έδρασε»». (…) «[Το] ελληνικόν βυζαντινόν κράτος (…) και την παιδείαν και τας επιστήμας και τας τέχνας εκαλλιέργει και (…) ουδέν απέβαλε της κληροδοτηθείσης αυτώ πνευματικής κληρονομίας» (in Πάρις Γουναρίδης, «Γένος Ρωμαίων: Βυζαντινές και Νεοελληνικές Ερμηνείες», Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα, 1996, σελ. 33).

    ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

  63. Κύριε Κατσιμάνη,
    δεν θα εμπλακώ σε ιστορικές τεκμηριώσεις και αναφορές διότι δεν έχω την επάρκεια.
    Θέλω απλά να καταθέσω την προσωπική μου αντίληψη περί του θέματος, όπως την αντιλαμβάνομαι ως μέσος Έλληνας, μέσης παιδείας, με “βασικές” ιστορικές γνώσεις, γεννημένος στην κοινωνία που με περιβάλλει και αντλώντας γνώση και διδάγματα ΚΑΙ από αυτήν!
    Έχοντας κατόπιν αυτών την ακλόνητη πεποίθηση ότι το θέμα της ταυτότητάς μου είναι μέν προς προς περαιτέρω αναδίφηση και διερεύνηση, αλλά όχι προς αμφισβήτηση ή πλήρη επαναπροσδιορισμό!
    Θα καταλάβετε τότε τι εντύπωση μου προκάλεσαν ιδιαίτερα οι τελευταίες παράγραφοι του ανωτέρω σχολίου σας που αποτελούν και το οφειλόμενο “δια ταύτα” στο οποίο πρέπει να οδηγείται κάθε αναζήτηση!
    Αντί νέου σχολιασμού λοιπόν προτιμώ να παραθέσω αυτούσια αποσπάσματα από προηγούμενη ανάρτηση μου στο Αντίβαρο, πριν την ανάρτηση του άρθρου σας, σε παρεμφερείς προβληματισμούς, τα οποία καλύτερα θα περιπλέξουν αντιλήψεις ενός “ιθαγενούς” προς τη δική σας ιστορική τεκμηρίωση.

    «Έχω ονομασθεί Φαίακας, Σχερίος, Δρεπανιώτης, Κορκυραίος, Έλληνας, Γραικός, Ρωμηός, Κορφιάτης, Βενετσιάνος, Επτανήσιος, Γαλλο-Αγγλο και δεν ξέρω εγώ τι άλλο υπήκοος, νεο-έλληνας, γραικύλος, γκρέκος κλέφτης και απατεώνας! ……
    Σε πόσες “πηγές” πρέπει να ανατρέξω ο άμοιρος για να “τεκμηριωθώ”;
    …….
    Τελικά τι είμαι;
    Μήπως όλα τα παραπάνω ή έστω τα 3/4 από αυτά;
    Και αν από όλα τα παραπάνω επιλέγω σκοπίμως μία λέξη για να με χαρακτηρίζει, ικανή μονολεκτικά να περιγράφει την συνολική ταυτότητά μου και να γίνεται κατανοητή παγκοσμίως, την πιό ικανή να διατρέξει όλη μου την ιστορική συνέχεια, από Φαίαξ έως νεο-έλληνας, σκέτο ΕΛΛΗΝΑΣ δηλαδή, που είναι το ιστορικό μου λάθος;
    Τελικά, φαίνεται ότι είσαι αυτό που θέλεις εσύ να είσαι! Η ταυτότητα μπορεί να σου παραδίδεται ως σκυτάλη τη στιγμή που γεννάσαι αλλά εξαρτάται από σένα αν θα την κρατήσεις, θα αγωνισθείς μ’ αυτήν σφιχτά στο χέρι ή θα την απορρίψεις! ΕΛΛΗΝΑ δεν λες τον δοσίλογο της Κατοχής! Έλληνα δεν λες τον Ευρωλιγούρη, τον Αμερικανόδουλο, τον γενίτσαρο!
    Γι αυτό και εγώ ισχυρίζομαι ότι Έλληνας είναι όποιος θεωρεί εαυτόν αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της χώρας, έχει συνείδηση ότι το γένος του συνέβαλε στην συνολική ιστορική της διαμόρφωση, αποδέχεται και σέβεται την κληρονομιά, θεωρεί καθήκον την δική του συνεισφορά!
    Δεν επιλέγει τμήματα της ιστορίας κατά προτίμηση ή που βολεύουν τις θέσεις του, αδιαφορώντας για άλλα, δεν προσπαθεί να προσαρμόσει την ιστορία ούτε στις δικές του ιδεοληψίες ούτε στην δική του ιδιαίτερη ιστορία βάσει “πηγών”. Και οι Σκοπιανοί αυτό κάνουν! Αν ήταν έτσι, εγώ σαν επτανήσιος θα ήμουν από τους πρώτους εκδιωχθέντες μιας “μοντελαρισμένης” και ομοιομορφισμένης ελληνικής ιστορίας! Το πολύ-πολύ, από λύπηση, να αποτελούσα μια καρικατούρα μέσα σ’ αυτήν!
    Γιατί εγώ επιμένω να αυτοπροσδιορίζομαι ως ΕΛΛΗΝΑΣ και όχι Ρωμιός ή ότι άλλο; Το ίδιο δεν παραμένω όποια ταμπέλα και αν μου κρεμάσω; Βεβαίως, αλλά στην ελληνική νομίζω οι λέξεις να έχουν πάντα νοηματική καταγωγή!
    Εάν λοιπόν θέλω να θεωρώ κτήμα μου το σύνολο της ιστορίας που παρήχθη σ’ αυτόν τον τόπο, το σύνολο του πολιτισμού του από τους προϊστορικούς χρόνους έως σήμερα, η λέξη ΕΛΛΗΝΑΣ, με την σημερινή της έστω νοηματοδοσία, είναι η πιό μεγάλη για να τα χωρέσει! Το ρωμιός παραπέμπει σε υποσύνολο αυτής! Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι οπαδοί της “ρωμαιοσύνης” εκκινούν στην ουσία την ιστορία τους από τον 2ο-3ο αι.μ.Χ.! Κάνοντας αυθαίρετη τομή στα 2000 τελευταία χρόνια από τα 2000 προηγούμενα!
    …………..
    ΕΛΛΗΝΑΣ, για έναν πολύ σοβαρότερο λόγο! Πέρα από φυλετικές καταγωγές! Γιατί αν ψάξω στο σακούλι της ιστορίας να βρώ μια περίοδο που αυτός ο τόπος έλαμψε τα μέγιστα για τον τρόπο και τα έργα του εντός αναντίρρητης ΑΚΜΗΣ ώστε το δημιούργημα του να θεωρείται παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά και αποδεκτό ως φάρος φωτεινός ακόμα σήμερα, είναι η αρχαία περίοδος που ονομάζεται πλέον παντού ΕΛΛΗΝΙΚΗ! Με όποια μετάφραση! Βρίθει ο υπόλοιπος πολιτισμένος κόσμος από -αλλόφυλλους!- ανθρώπους υψηλής μορφώσεως που δεν διστάζουν να δηλώνουν “ελληνολάτρες” και εδώ κάποιοι “φτύνουν” στο άκουσμα “ελληνισμός”! Ποιοί είναι οι αξιολύπητοι;
    Δεν μιλώ για προγονολατρεία, δεν μιλώ για μίμηση! Μιλώ για σύγχρονη δημιουργική αφομοίωση διανόησης και παιδείας, τρόπου σκέψης και στάσης ζωής, αντίληψης και αισθητικής, λογισμού και ήθους! Ως επιστροφή μας στην “αφετηρία” για επανεκκίνηση προς το μέλλον, έχοντας σύμμαχο πλέον και την συσσωρευμένη ιστορική εμπειρία!
    Στα βυζαντινά βαρύτιμα ενδύματα αντιπαραβάλλω λιτό πλήν χαριτωμένο ιμάτιον γυναικός, στο χρυσό αυτοκρατορικό στέμμα κότινο ελαίας αθλητού, στον μισθοφόρο στρατιώτη τον πολίτη-μαχητή του Μαραθώνα, στον πλαδαρό καλοντυμένο ευνούχο καλλίγραμμο γυμνό σώμα σεμνού κούρου, στις θεοκρατικές υμνολογίες προβληματισμούς φιλοσόφων, στην παλατιανή καμαρίλα και διαφθορά ανοιχτή διαλογική σύγκρουση στην αγορά μεταξύ Θεμιστοκλέους και Αριστείδη!
    Έτσι καταντήσαμε; Ευτυχώς όχι τελείως! Ο λαός μας συνέχισε σαν “υπήκοος” πλέον, αποτραβηγμένος στα χωριά του και στη φτώχεια του, να ζεί στους δικούς του ρυθμούς, κατά το δικό του τρόπο, μεταφέροντας έως και μας δια της λαϊκής παραδόσεως πολύ αρχέγονους τρόπους και ήθη! Αυτά που αρνούνται κάποιοι να τους αναγνωρίσουν ως αυθεντικά! Εξανίσταμαι λοιπόν διαπιστώνοντας τέτοιες ρωμαίϊκες “δόξες” να “θαμπώνουν” ακόμα κάποιους!
    Διατηρήθηκαν έτσι, πολλά ψήγματα έστω, του πολιτισμού αυτού και σε μας! Χάθηκε όμως ο πολιτισμός αυτός; Του έκλεισε η ιστορία την πόρτα; Στα καθ’ ημάς μάλλον ναι και μάλλον πολλοί “έλληνες” το ευχαριστιούνται και ιδιαιτέρως! Ευτυχώς όμως, κάποτε, του άνοιξε πόρτα η Ιταλία! Και εκείθεν όλη η Ευρώπη! Για να κάνει εκεί παιδιά από την Αναγέννηση μέχρι σήμερα! Όλη η πνευματική ενάργεια της Ευρώπης έκτοτε, (ο μόνος χώρος παγκοσμίως που η διανόηση κινήθηκε με εξαιρετικά υψηλές ταχύτητες σε πολύ μικρό χρόνο), ακόμα και η άνθιση του αραβικού πολιτισμού δικά του παιδιά είναι!
    Παιδιά ΝΟΘΑ, αλλά δικά του! Εδώ που μπορούν να γεννηθούν τα ΓΝΗΣΙΑ, αρνούμεθα τον γάμο! Γιατί αποκτήσαμε ξενόφερτες ερωμένες!
    Τι παιδιά έκανε ο “Βυζαντινός” πολιτισμός; Το μπάσταρδο του Οθωμανισμού, εγώ αυτό ξέρω, νιώθετε περήφανοι; Α! Και το σύγχρονο Ελληνικό κράτος, που όντως αποπειράθηκε κάποτε δειλά να εισαγάγει τον ελληνισμό (καταντώντας τον εν τέλει αποκρουστικό, σαν σχολικό βασανιστήριο απογυμνωμένο κάθε ουσίας και ποντάροντας σε αντιδιαστολή στην στείρα προγονολατρεία) αλλά είναι ατόφιο γέννημα-θρέμμα του “βυζαντινισμού”! Τι περηφάνεια κι αυτό!
    Όποιος θέλει ας προσθέσει και το Βουλγαρικό κράτος, το Αλβανικό, το Σκοπιανό …! Να κουνάμε πιο πολύ το κεφάλι μας!
    Δεν σκοπεύω να καταδικάσω στην πυρά την βυζαντινή περίοδο -ποτέ τίποτε δεν μπορεί να είναι μόνο αρνητικό- διότι κυρίως δεν απαξιώ την συνεισφορά του ελληνισμού σ’ αυτήν, ούτε διαγράφω την οθωμανική, ενετική ή όποια άλλη περίοδο, όπως δεν διαγράφονται από τη ζωή οι περιπέτειες και εμπειρίες! Είναι και αυτές οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες, οι Κίρκες ή οι Φαίακες στον πηγαιμό για την Ιθάκη! Την προγονική γή! Που γέννησε, μεγάλωσε, δίδαξε δεξιότητες, εμφύσησε αξίες! Για να έχει εφόδια ο Οδυσσέας στο μακρυνό και δύσκολο ταξίδι και να έρθει πιό ώριμος, κοσμογυρισμένος και γνωστικός. Στην κοιτίδα! Ας προσέξουν κάποιοι να μην το παίζουν μνηστήρες!»

  64. Ας δούμε όμως τα πράγματα και με μιά άλλη ματιά, πιό πρακτική, πιό σύγχρονη!
    Τι αντίδραση περιμένετε, τι αισθήματα νομίζετε ότι θα προκαλείτε σε όποιον του εξωτερικού. όσοι πιστεύετε ότι πρέπει να συστήνεστε ως Roman;
    Την ίδια θυμηδία που προκαλεί σε με όταν βλέπω κάθε ερυθρόδερμο ιθαγενή της Νοτίου Αμερικής, από Μεξικό ως Γή του Πυρός, να τον αποκαλούν συλλήβδην … “Latino”! Τον ενώνει με την Ρώμη ο “τσάτρα-πάτρα” καθολικισμός του! Και οι Ισπανοί σφαγείς του!
    Τον ίδιο οικτιρμό που προκαλούν οι διασκορπισμένοι ανά την Ευρώπη Χάζαροι αποκαλούμενοι Εβραίοι!
    Θα ομνύουμε ομοίως την ίδια πίστη στην “Ρωμαϊκή” ταυτότητά μας κατ’ αντιστοιχίαν της “τουρκικής” που έχουν π.χ. οι Κούρδοι, αλλά και εναπομείναντες Πόντιοι, Καππαδόκες κλπ. λόγω κοινού εξισλαμισμού και ιστορικής διαδρομής που μάλλον “τούρκους” τους κάνει!
    Ο πολιτικός και -κυρίως- θρησκευτικός ισοπεδωτισμός τέτοιες ιστορικές θλιβερότητες εθνών δημιουργεί!
    Θέλετε να προστεθούμε και μείς οικειοθελώς στον μακρύ παγκόσμιο κατάλογο;

  65. Κύριε Κατσιμάνη, με ρωτάτε: «Προς τι η μετά δυσκολίας αποκρυπτόμενη απέχθειά σας, η υπολανθάνουσα ειρωνεία σας και τα απαξιωτικά υπονοούμενά σας για τη σχέση ανάμεσα στο νεοελληνισμό και την ελληνική αρχαιότητα»;

    Και σας απαντώ: μα γιατί εκεί ακριβώς έγκειται η διαφωνία μας.

    Εσείς ξεκινάτε με το δόγμα πως «η αρχαιοελληνική, η μεσαιωνική και η νεοελληνική περίοδος της Ιστορίας μας αποτελούν ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο, στο οποίο δε χωρούν ανεπίτρεπτες «εκπτώσεις» και αυτοκτονικοί ακρωτηριασμοί.» Στην αρχική σας δημοσίευση προσπαθήσατε να επιχειρηματολογήσετε υπέρ της εγκυρότητας αυτού του σχήματος επικαλούμενος τις απόψεις του ιστορικού Νίκου Σβορώνου. Είναι προφανές ότι σε αυτό το σχήμα το όνομα Ρωμιός, το οποίο τέμνει στη μέση την εικόνα της ενιαίας και αδιάσπαστης ελληνικής ιστορίας, δεν μπορεί να έχει θέση.

    Από την άλλη, εγώ αμφισβητώ αυτό το σχήμα. Γι’ αυτό, αν δείτε και στα πρώτα σχόλια (συγκεκριμένα στο σχόλιο Νο 5), αμφισβητώ και την ορθότητα των θέσεων του Νίκου Σβορώνου.

    Όλοι κάνουμε λόγο για ελληνική ιστορική συνέχεια. Η διατύπωση αυτή όμως είναι αρκετά αφηρημένη. Πρόκειται για μια (αποδεκτή από όλους) συνέχεια κάποιων πολιτισμικών χαρακτηριστικών ή για συνέχεια ενός συγκεκριμένου έθνους-εθνότητας; Το ότι υπάρχει, για παράδειγμα, μια κάποια ιστορική και πολιτισμική συνέχεια ανάμεσα στο Βιργίλιο και στο Δάντη, δεν σημαίνει ταυτόχρονα ότι ο Βιργίλιος και ο Δάντης ανήκαν στο ίδιο έθνος-εθνότητα. Μήπως πρέπει να αναρωτηθούμε αν κάτι παρόμοιο ισχύει και στην ελληνική περίπτωση;

    Δύο από τους μεγαλύτερους Έλληνες ιστορικούς των τελευταίων 50 χρόνων, ο Απ. Βακαλόπουλος και ο Ν. Σβορώνος, ισχυρίζονται κατηγορηματικά ότι ο Νέος Ελληνισμός εμφανίστηκε στην ύστερη βυζαντινή περίοδο και προέκυψε από την αφύπνιση της ελληνικής συνείδησης και την αναβίωση του ονόματος Έλληνες. Πόσο δίκιο έχουν όμως;

    Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ σίγουρα πιστεύει και αυτή στην ελληνική συνέχεια και όποτε της δίνεται ευκαιρία το εκφράζει ρητά. Λέει όμως ώρες-ώρες και κάποια «περίεργα» πράγματα, όπως π.χ. στο παρακάτω video:
    http://www.youtube.com/watch?v=IGfkBKYy9ng
    Στο 4.26 ισχυρίζεται πως «αν υπάρχει ένα πραγματικό και ευγενικό επίθετο για όλη την ιστορία…. του Γένους – για να μην πω της Ελλάδας – πρέπει να πω ότι είναι το Ρωμιός και Ρωμιοσύνη». Προηγουμένως μάλιστα, στο 3.05, αναφέρει (όπως συνηθίζει να κάνει συχνά) σαν κοιτίδα του Γένους την Κωνσταντινούπολη. Τι θέλει να πει με αυτό; Άλλη είναι η ιστορία της Ελλάδας και άλλη του Γένους; Και ποιο είναι αυτό το Γένος που έχει κοιτίδα (δηλ. μήτρα, αφετηρία) την Κωνσταντινούπολη και όχι την αρχαία Ελλάδα;

    Και όμως, αν ψάξουμε θα δούμε ότι ο όρος Γένος αρχίζει να εμφανίζεται στη μέση προς ύστερη βυζαντινή περίοδο. Η λέξη Γένος είναι έκφραση εθνοτικής συνείδησης, άρα κάπου εκεί φαίνεται να αρχίζει και η εθνοτική συνείδηση των Ρωμιών-Νεοελλήνων. Και φυσικά η πρώτη του μορφή δεν είναι «Γένος Ελλήνων» αλλά «Γένος Ρωμαίων». Έχουμε λοιπόν, κάπου αναμεσα στον 9ο-12ο αιώνα μ.Χ., την εμφάνιση του Γένους των Ρωμαίων που είναι ορθόδοξοι χριστιανοί, μιλάνε ελληνικά και έχουν κοιτίδα την Κωνσταντινούπολη, Πρόκειται για μια εθνογέννεση, όπως περιγράφει και ο Χρήστος Μαλατράς στο άρθρο του: «The making of an ethnic group: the Romaioi in the 12th-13th centuries». http://www.eens.org/?page_id=1513&PHPSESSID=gttnb3k4aog0fib2sm21t8vns4

    Σύμφωνα με το παραπάνω σχήμα είχε δημιουργηθεί ήδη ο Νέος Ελληνισμός, υπό τη μορφή του Γένους των Ρωμαίων (Ρωμιοσύνης), όταν άρχισαν οι υστεροβυζαντινοί λόγιοι να αποκαλούν το Γένος «Γένος Ελλήνων». Η ονομασία Έλληνες αναβίωσε στα πλαίσια της γνωστής συνήθειας των βυζαντινών λογίων να αρχαϊζουν (έγραφαν π.χ. Βυζαντίδα αντί για Κωνσταντινούπολη) και δεν είχε ισχύ στην καθημερινή ζωή, παρά μόνο στα γραπτά τους και στον κύκλο τους (άλλωστε το χάσμα ανάμεσα στις ιδέες των ελίτ και στις ιδέες του λαού είναι κλασσικό φαινόμενο των προνεωτερικών κοινωνιών). Απόδειξη γι΄αυτό είναι ότι δεν πέρασε ποτέ στη λαϊκή συνείδηση, παρά μόνο από την εποχή του Διαφωτισμού και μετά.

    Αυτό δεν είναι μόνο άποψη του Κρουμπάχερ ή του Κακριδή, Είναι κοινός τόπος πλέον. Σημειώστε τα λόγια της γνωστής λαογράφου Άλκης Κυριακίδου Νέστορος:

    «Μια και η χρήση του ονόματος Έλλην στους λόγιους συγγραφείς είχε γενικευτεί από τον 15ο κιόλας αιώνα, πρώτη μας φροντίδα θα είναι βέβαια να δούμε τι έκταση είχε πάρει η επίδραση των λογίων στο λαό και αν η έκταση αυτή, από ένα ορισμένο χρονικό σημείο και ύστερα, δικαιολογεί την υιοθέτηση του ονόματος Έλληνες τόσο από τους μορφωμένους, όσο και από τους αμόρφωτους.

    Έντονη επίδραση των λογίων στο λαό διαπιστώνεται όχι νωρίτερα από τα τέλη του 18ου αιώνα. Αυτό λοιπόν θα πρέπει να είναι και το terminus post quem για την παραδοχή του ονόματος Έλληνας από το λαό. […]

    Στη λαϊκή μας παράδοση, τη ζωντανή κι ακμαία στα χρόνια της Επανάστασης, αναζήτησε η ελληνική επιστήμη την τελειωτική απάντηση στο πρόβλημα που αφήσαμε παραπάνω εκκρεμές: πότε και πώς η ονομασία Έλληνες υιοθετήθηκε από το λαό. Το συντελεστή της παιδείας, με γηγενείς καταβολές ή ξενόφερτες επιδράσεις, τον εξετάσαμε σε δύο κλίμακες ερωτήσεων. Θα μέναμε σ΄αυτές αν ο καθηγητής Ι. Θ. Κακριδής, στον πανηγυρικό του λόγο της 25ης Μαρτίου 1955, «οι Αρχαίοι Έλληνες και οι Έλληνες του Εικοσιένα», δεν προχωρούσε σε μια νέα διαπίστωση που μας φέρνει στην τρίτη κλίμακα των ερωτημάτων μας.

    Η διαπίστωση είναι πως τ’ όνομα Έλληνας απλώνεται γοργά από τις πρώτες κιόλας μέρες της Επανάστασης. Οι αγωνιστές το εγκολπώνονται την ίδια στιγμή και απαρνιούνται το Ρωμιός. «Πώς να εξηγήσουμε αυτή την ανεπιφύλαχτη αποδοχή της ονομασίας Έλληνες από το λαό» ρωτάει ο καθηγητής Κακριδής. «Ποιοί είναι οι λόγοι που το Έλληνες βρήκε τέτοιαν άμεση απήχηση στην ψυχή του;»

    Οι λόγοι που αναφέρονται στην απάντηση είναι δύο: πρώτα, βέβαια, η παιδεία, που, μολονότι κτήμα των ολίγων, καταστάλαζε σιγά σιγά, έμμεσα, στις ψυχές των υπόδουλων όλων. Όσο για τον δεύτερο λόγο, ο καθηγητής Κακριδής δεν τον αναζήτησε πια στη λόγια, αλλά στη λαϊκή παράδοση: στη σημασία του ονόματος Έλληνας όπως το χρησιμοποιούσε ο λαός, και όχι όπως το χρησιμοποιούσαν οι λόγιοι. […]»
    [Άλκη Κυριακίδου Νέστορος, Ρωμιοί, Έλληνες και Φιλέλληνες, Λαογραφικά Μελετήματα, 1982, σ. 221-238, πρώτη δημοσίευση: περ. Φιλόλογος, Θεσσαλονίκη, 1966]

    Διακόπτω την αφήγηση της Κυριακίδου για να σταθώ λίγο στον Κακριδή. Γράφετε:
    «Ωστόσο, παραλείπετε να προσθέσετε ότι, λίγο παρακάτω, ο Ιωάννης Κακριδής μετριάζει σε μεγάλο βαθμό τον απόλυτο χαρακτήρα της επισήμανσής του: «Είχε όμως άδικο (ο Παλαμάς), όταν πίστευε πως το όνομα Έλληνες για το νεότερο έθνος δεν είχε καμιά ιστορική σχέση και πως η επικράτησή του στον αναγεννημένο Ελληνισμό ήταν κατόρθωμα της πολιτείας και του σχολείου. (…). Η αλήθεια είναι πως το όνομα Έλληνες δεν είχε ξεχαστεί ποτέ από το λαό, μόνο που είχε πάρει άλλο νόημα. Και είναι να απορήσει κανείς που το στοιχείο αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο στη συζήτηση του 1900».

    Ξέρετε, δεν τελειώνει εκεί η επισήμανση του Κακριδή. Θέλετε τη συνέχεια; Συνεχίζει λοιπόν η Άλκη Κυριακίδου Νέστορος:

    «Ο λαός μας στις παραδόσεις του φαντάστηκε τους πρωτινούς κατοίκους της Ελλάδας, αυτούς που έχτισαν τα κάστρα και τους ναούς που τα χαλάσματά τους υψώνονται ακόμη στις βουνοκορφές, σαν γίγαντες θεόρατους κι αντρειωμένους. (Μήπως και οι αρχαίοι Έλληνες δεν φαντάστηκαν τους προκατόχους τους σ’ αυτή τη γη σαν Κύκλωπες;) Τους γίγαντες αυτούς ο λαός τους ονόμασε Έλληνες, Ελλένηδες ή Ελληνάδες και τους έδωσε κι αντάξιες συντρόφους, τις Ελλήνισσες. […]

    Στα νεώτερα χρόνια το παλιό όνομα των Ελλήνων κρατιέται γι’ αυτούς τους αντρειωμένους γίγαντες˙ γι’ αυτούς και μόνο. Και είναι αξιοσημείωτο ότι οι μύθοι που αναφέρονται σ’ αυτούς δεν μιλούν, οι περισσότεροι, για τους παλιούς Έλληνες, μιλούν απερίφραστα για τους Έλληνες. «Αυτό σημαίνει χωρίς καμιάν αμφιβολία», καταλήγει ο καθηγητής Κακριδής, «πως την εποχή που ο λαός έπλαθε τις ιστορίες αυτές δεν ονόμαζε τον εαυτό του Έλληνα, αφού στους Έλληνες έδινε τόσο υπεράνθρωπες ικανότητες και τους τοποθετούσε σε χρόνια πανάρχαια: στον καιρό των Ελλήνων που πολεμούσαν με τα δοξάρια».

    Εδώ βλέπουμε ότι το διαχωρισμό ανάμεσα σε Ελληνισμό και Ρωμιοσύνη τον έκανε αυθόρμητα ο λαός.
    Πώς σχετίζονται όμως όλα αυτά με την αναβίωση του ονόματος Έλληνες το 1821; Συνεχίζει ο Κακριδής:

    «Με αυτή τη μυθική πίστη για τους Έλληνες μπαίνει ο λαός στον Αγώνα. Και ξαφνικά, από την πρώτη κιόλας μέρα, ακούει πως και αυτός είναι Έλληνας. Τον βεβαιώνουν οι αρχηγοί του, το βροντοφωνάζει κάθε στιγμή ο Κολοκοτρώνης, οι ξένοι από τα πέρατα του κόσμου μιλούν για τη νεκρανάσταση των Ελλήνων. Ο ταπεινωμένος αιώνες τώρα ραγιάς είναι λοιπόν, ίδια φυλή και φύτρα με τους αντρειωμένους Έλληνες; Αυτός ο μυθικός κόσμος των αθάνατων Ελλήνων ήταν λοιπόν τόσο δικός του και δεν το ήξερε; Η ψυχή του απλού, ταπεινού αγωνιστή βρίσκει ξαφνικά ένα στήριγμα από τα πιο μεγάλα – έναν μύθο. Οι ιστορίες για τους Έλληνες που ξέρει και που του μιλούν για πηδήματα από βουνό σε βουνό, για παραβγέματα στο λιθάρι με μυλόπετρες, για αντραγαθίες υπεράνθρωπες – όλες αυτές δίνουν τώρα νόημα στο δικό του μεγάλο έργο, του δίνουν ένα ιδανικό παλικαριάς και αξιοσύνης, που πρέπει να αγωνιστεί να το φτάσει. […]

    Τον αρχαίο ελληνικό κόσμο που ο κλέφτης του 1800 ούτε την ύπαρξή του υποπτευόταν, ο αγωνιστής του 1821 τον ήξερε, όπως και το βαθύ δέσιμο που ένωνε το σύγχρονο επαναστατημένο γένος με το γένος των Ελλήνων. Δεν μιλώ για τους φωτισμένους πνευματικούς και πολιτικούς αρχηγούς. Μιλώ για τον αμόρφωτο, ανώνυμο, ταπεινό λαό. Και αυτός ξέρει τώρα πως δεν είναι πια ούτε Ρωμιός, ούτε Γραικός. Είναι Έλληνας από την παλιά δοξασμένη φύτρα. Και κάτι άλλο: Διαβάζοντας τα κείμενα του Αγώνα βλέπουμε πως την εποχή εκείνη το όνομα Έλληνες χαρακτηρίζει μόνο τον επαναστατημένο λαό. Σαν να έχει αυτός μόνο δικαίωμα να κληρονομήσει ένα όνομα τόσο βαρύ από δόξα. Πριν, όσο έμενε ραγιάς, ήταν Ρωμιός και Γραικός, από τη στιγμή όμως που παίρνει το καριοφίλι στο χέρι, αλλάζει και γίνεται Έλληνας. Δεν είναι απλή σύμπτωση ότι ο Μακρυγιάννης στο πρώτο κεφάλαιο του έργου του, όταν αναφέρεται στα προεπαναστατικά χρόνια και στις παραμονές του Αγώνα, μιλά για Ρωμιούς και μόνο για Ρωμιούς, από το δεύτερο όμως κεφάλαιο και κάτω, όταν μπαίνει και ο ίδιος στον Αγώνα, μιλά για Έλληνες και μόνο για Έλληνες.»

    Ο Κακριδής λοιπόν εκφράζει μια απορία: «είναι να απορήσει κανείς που το στοιχείο αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο στη συζήτηση του 1900 [ανάμεσα στον Παλαμά και τον Πολίτη]».

    Γιατί από τη μία ο Παλαμάς στο άρθρο του γράφει: «[το όνομα Έλληνας] είναι κάπως πιο δυσκολορρίζωτο από το Ρωμιός […] και σημαίνει κι ως την ώρ’ ακόμη, για τον πολύ λαό, τον αντρειωμένο, το γίγαντα». Και από την άλλη, ο Πολίτης στις «Παραδόσεις» του αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο σε αυτές τις ιστορίες για τους γίγαντες Έλληνες. Και αν ο Παλαμάς είχε μια δικαιολογία καθώς ήταν λογοτέχνης, ο Πολίτης, σαν λαογράφος, δεν είχε καμία.

    Ο Πολίτης όμως, όχι μόνο αγνοεί επιδεικτικά αυτή την πτυχή στη συζήτησή του με τον Παλαμά, αλλά και το συμπέρασμά του γι΄ αυτές τις ιστορίες είναι πολύ διαφορετικό από αυτό του Κακριδή. Ενώ δηλαδή ο Πολίτης χρησιμοποιεί αυτές τις λαϊκές αφηγήσεις στο βιβλίο του με σκοπό να δείξει ότι υπήρχαν στις νεοελληνικές παραδόσεις αναφορές στους αρχαίους Έλληνες (γιατί όπως έχουμε πει αυτός ήταν εκ των προτέρων ο σκοπός του), ο Κακριδής μας δίνει μια άλλη εικόνα: πως στη λαϊκή παράδοση οι Έλληνες θεωρούνταν ένας αρχαίος λαός υπερανθρώπων που είχε αφανιστεί!

    Αλλά και οι «Έλλενοι» του Πόντου πολύ μοιάζουν με αυτούς τους «Ελληνάδες». Τα μοτίβα είναι τα ίδια και δηλώνουν κάτι το υπεράνθρωπο, το ηρωϊκό. Και αυτό το «ελλενικόν λαλίαν» και το «ελλενικόν κοντάριν» των ποντιακών τραγουδιών είναι παρόμοια με αυτό που περιγράφει ο Κακριδής: «Έτσι μόνο θα εξηγήσουμε και ορισμένες στερεότυπες εκφράσεις στα διάφορα κείμενα της εποχής [του 1821] («μπατάγια πεισματώδης, ελληνική», «ντουφέκι ελληνικόν»). Το «ελληνική» θα ήταν αδιανόητο αν δε σήμαινε αντρειωμένη».

    Ακόμα όμως και να μην συγκρίναμε τους «Έλλενους» του Πόντου με τους «Ελληνάδες» των υπόλοιπων νεοελληνικών παραδόσεων, πάλι θα ήταν δύσκολο να γίνει πιστευτό ότι οι Πόντιοι διατηρούσαν το όνομα Έλληνες, από τη στιγμή που είναι γνωστό ότι στον Πόντο ανέκαθεν επικρατούσε το όνομα Ρωμαίοι (Ρωμαίοι μάλιστα και όχι Ρωμιοί) και η ποντιακή λαλιά λεγόταν (και λέγεται ακόμα από τους μουσουλμάνους πλέον Πόντιους) ρωμαίικα.

    Πολύ φοβάμαι λοιπόν ότι αυτό που γράψατε ήταν εκ των προτέρων άστοχο (και σαφώς ορμώμενο από τη «βεβαιότητα» σας για τη διαχρονικότητα της ελληνικής συνείδησης):
    «Και πώς να ξεχαστεί το όνομα «Έλληνες» από το λαό, θα προσέθετε η ταπεινότητά μου, τη στιγμή κατά την οποία σε ολόκληρη τη βυζαντινή περίοδο αλλά και μετά από αυτήν η παιδεία ήταν ελληνική, ο πολιτισμός ήταν ελληνικός, τα ήθη και τα έθιμα ήταν ελληνικά και η γλώσσα ήταν αποκλειστικά και μόνο ελληνική –-η γλώσσα, που τα οριά της πλαισιοθετούν τον κόσμο του ομιλούντος, κατά τον Wittgenstein, με την έννοια ότι, χάρη στις δυνατότητές της, ο νους κατανοεί και «ιδρύει» επιστημολογικά τον κόσμο που τον περιβάλλει;»

    Είστε λοιπόν τόσο σίγουρος ότι η ομιλία της ελληνικής γλώσσας σήμαινε ταυτόχρονα και συνείδηση ελληνικότητητας; Ας δούμε τι παρατήρησε ο Άγγλος περιηγητής Dodwell στις αρχές του 19ου αιώνα: «την νεωτέραν [δημώδη γλώσσα] καλούσι ρωμαίικη προς διάκρισην από της αρχαίας, ήν καλούσιν ελληνικήν» (το παράθεμα το αναφέρει ο Πολίτης στο άρθρο του «Έλληνες ή Ρωμιοί;» αλλά για ακόμα μια φορά «κάνει τον Κινέζο», κατά το κοινώς λεγόμενο).

    Νάτος πάλι ο διαχωρισμός του Ελληνισμού από τη Ρωμιοσύνη. Και πάλι τον έκανε αυθόρμητα ο λαός και όχι η σκοπιμότητα των δημοτικιστών. Οι δημοτικιστές δεν ήταν ιστορικοί και μπορεί να έκαναν λάθος στον προσδιορισμό του πότε ακριβώς εμφανίζεται η Ρωμιοσύνη (για τον Εφταλιώτη από το Μέγα Κωνσταντίνο και όχι από το Σύλλα, για τον Παλαμά από τον Ιουστινιανό), δεν έκαναν όμως λάθος όταν παρατηρούσαν πως το Ρωμιοί – ακόμα και στην εποχή τους – ήταν γνησιότερη λαϊκή ονομασία από το Έλληνες. Πράγματι μπορείτε να τους θεωρήσετε σαν τους «μεταμοντέρνους» εκείνης της εποχής. Οι σύγχρονοί τους «πατριώτες» τους είχαν δώσει ακόμα χειρότερα ονόματα: απάτριδες, προδότες, πράκτορες του ξένου επεκτατισμού (τι μου θυμίζει αυτό άραγε;)

    Το Ρωμιός ήταν εθνική ονομασία (ακόμα και ο αρχαϊστής Π. Κοδρικάς το παραδεχόταν: «η δημοτική γλώσσα προσηκόντως και κατα θεωρίαν και κατά πράξιν επωνομάσθη απλή Ρωμαίικη […] Ρωμαίικη κατ’ εθνικήν επωνυμίαν καθ΄ ότι και ο λαός όπου την ομιλούσε δι’ αυτού του ονόματος εθνικώς διεγνωρίζετο», Μελέτη της Κοινής Ελληνικής Διαλέκτου, 1818, σημ. 17). Βέβαια παρέπεμπε στην υπηκοότητα γιατί οι Ρωμιοί ήταν εξ ορισμού υπήκοοι (στον Αυτοκράτορα ή στον Πατριάρχη). Όταν όμως περάσαμε στην εποχή της νεωτερικότητας (μετά τη Γαλλική Επανάσταση) και στο δυτικού τύπου έθνος των Πολιτών πλέον και όχι των υπηκόων, οι Νεοέλληνες επαναστάτες καθιέρωσαν την ονομασία Έλληνες που παρέπεμπε άλλωστε και στη δημοκρατία των αρχαίων ελληνικών πόλεων-κρατών.

    Είτε όμως ονομαζόμασταν Ρωμιοί (όπως ήθελε ο Καταρτζής), είτε Γραικοί (όπως ήθελε ο Κοραής), είτε Έλληνες (όπως και έγινε) πάλι δεν θα άλλαζε το γεγονός ότι το Γένος και η νεοελληνική εθνοτική συνείδηση διαμορφώθηκαν στο ύστερο Βυζάντιο, με πρώτη ονομασία το Ρωμαίοι. Ούτε θα άλλαζε το γεγονός ότι στην κληρονομιά μας ανήκει και η ελληνική αρχαιότητα, λόγω πολιτισμικών δεσμών συγγένειας. Την κινδυνολογία που εκφράζετε στο τέλος δεν μπορώ να τη συμμεριστώ. Για μένα το όνομα Ρωμιοί δεν αφορά το παρόν και το μέλλον, είναι όμως κομμάτι και δείκτης του παρελθόντος.

  66. Λανθασμένη ιστορική συνείδηση

    Γνώμη μου είναι ότι η νεοελληνική ιστορική συνείδηση έχει δομηθεί με στρεβλό τρόπο. Η Ελένη Αρβελέρ δίνει ένα απτό παράδειγμα:

    – Κυρία Αρβελέρ, αφού η ελληνοφωνία μας έρχεται από το Βυζάντιο γιατί στην εκπαίδευση δεν υπάρχουν βυζαντινά κείμενα;

    «Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα. Σήμερα επικρατεί σχιζοφρένεια στη διδασκαλία της γλώσσας. Τα πράγματα διχοτομούνται σε νέα και αρχαία ελληνικά. Κανονικά η γλώσσα θα έπρεπε να διδάσκεται με έναν ενιαίο τρόπο. Να ξεκινούσαμε από το σήμερα, να πηγαίναμε προς τα πίσω στα κείμενα της Τουρκοκρατίας, μετά στα βυζαντινά, μετά στα πρώτα χριστιανικά κείμενα που είναι οι επιστολές του Παύλου και η Αποκάλυψη και στα αρχαία κείμενα.
    Να μην ξεκινάμε ανάποδα. Τα παιδιά θα καταλαβαίνουν τι γίνεται προχωρώντας προς τα πίσω, θα βλέπουν ότι η ετυμολογία είναι η ίδια. Θα βλέπουν, για παράδειγμα, στα νοταριακά έγγραφα της Τουρκοκρατίας τις λέξεις πούλησα, αγόρασα, έκανα, έδειξα κ.λπ.».
    http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=324009

    Ας δούμε τώρα πώς εφαρμόζεται αυτό που λέει η Αρβελέρ στο ζήτημα της εθνικής ονομασίας, το οποίο παρεμπιπτόντως δεν το θεωρώ ατέρμονη συζήτηση αλλά ιδιαίτερα διδακτικό. Δεν με ενδιαφέρει η αναβίωση του ονόματος Ρωμιοί αλλά η αδιαμφισβήτητη ιστορική του ύπαρξη. Έχει σημασία ότι το όνομα Ρωμιοσύνη δεν παραπέμπει στην αρχαία Ρώμη αλλά στην Κωνσταντινούπολη. Έχει σημασία ότι Ρωμιοσύνη δεν είναι ο τρισχιλιόχρονος Ελληνισμός αλλά ο Νέος Ελληνισμός. Γιατί αυτό δείχνει περίτρανα ότι όπως όλα τα πράγματα, έτσι και τα ονόματα και οι ταυτότητες υπόκεινται σε ένα διαρκή μετασχηματισμό. Και αν το προχωρήσουμε παραπέρα, καταδεικνύει το απατηλό της ύπαρξης διαχρονικών και αναλλοίωτων εθνικών χαρακτηριστικών, όπως η «αθάνατη ελληνική ψυχή» (που την είχαν και ο Λεωνίδας και ο Αθανάσιος Διάκος), η «διαχρονική ελληνική διχόνοια» (που οδήγησε και στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και στον Εμφύλιο του 1946-49) κτλ

    Όταν ένας σύγχρονος Έλληνας θέτει ως αφετηρία το σήμερα και ψάχνει να βρει την ιστορική καταγωγή του έθνους του, συνειδητοποιεί ότι είναι Νεοέλληνας που κατάγεται από τους Βυζαντινούς, που κατάγονται χοντρικά από τους αρχαίους Έλληνες. Με αυτή τη λογική σειρά η βυζαντινή πραγματικότητα είναι πιο ισχυρή από την αρχαιοελληνική.

    Βασιζόμενος λοιπόν σε αυτή τη λογική, ένας Ρωμιός του 18ου αιώνα θα σκεφτόταν όπως ο Καταρτζής, που δίδασκε ότι κατάγονταν μεν οι Ρωμιοί από τους Έλληνες, παράλληλα όμως αναρωτιόταν «πώς μερικοί σπουδαίοι ενάντια και στους κανόνες της γραμματικής τολμούν ν’ αλλάξουν σημασία λέξης, και να λεν τον εαυτό τους Έλληνες, και να μην το’ χουν πρόκριμα καθό Χριστιανοί και ατιμία καθό Ρωμηοί» τη στιγμή μάλιστα που «οξ απτούς σπουδαίους μας όπου είπα, όλο το έθνος μας τώρα, όταν λεν Έλληνα, νοούνε ειδωλολάτρη»
    [Κ.Θ. Δημαράς, Δημητρίου Καταρτζή, Τα Ευρισκόμενα]

    Όταν όμως κυριαρχούν ο αρχαϊσμός και η ιδέα της αρχαίας καταγωγής, η λογική σειρά ανατρέπεται. Το όνομα Ρωμιοί ακούγεται σαν ξένο γιατί βάση θεωρείται η αρχαιότητα κατά την οποία το όνομα αυτό ανήκε σε άλλους (τους λατίνους Ρωμαίους) και όχι σε μας (τους Έλληνες):
    «Ερώτηση: Πώς πρέπει να ονομαζόμεθα ημείς, Έλληνες ή Ρωμαίοι; Απόκρισή: Ποτέ να μη θελήσετε να ονομάζεσθε Ρωμαίοι, αλλά Έλληνες, διότι οι Ρωμαίοι, ήγουν οι Ρωμάνοι, εβαρβάρωσαν και ηφάνισαν την Ελλάδα»
    [Διονύσιος Πύρρος, Χειραγωγία Παίδων, 1810]

    Από τη στιγμή βέβαια που το ίδιο όνομα αναφερόταν και στους λατίνους και στους ελληνόφωνους Ρωμαίους, έπρεπε κάπως να γίνεται διάκριση μεταξύ τους. Ο Καταρτζής στα γραπτά του έκανε τη διάκριση Ρωμάνοι (λατίνοι) και Ρωμαίοι-Ρωμηοί. Όλοι όμως ξέρουμε ότι προτιμήθηκε να αντικατασταθεί το πιο πρόσφατο όνομά μας με ένα συμβατικό (Βυζαντινοί) για να μην ανατραπεί η «ορθή» αρχαία ονοματολογία (Ρωμαίοι=λατίνοι).

    Αν θέλουμε με μια πρόχειρη ματιά να εξετάσουμε πώς αντιμετωπίστηκε η βυζαντινή πραγματικότητα στη σύγχρονη Ελλάδα δεν έχουμε παρά να δούμε ποια θέση έχει η διδασκαλία της βυζαντινής γραμματείας και της μεσαιωνικής ελληνικής γλώσσας στην εκπαίδευση. Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι το Βυζάντιο αποκαταστάθηκε σχετικά γρήγορα στην ιστοριογραφία (από τη δεκαετία του 1850) αλλά δεν αποκαταστάθηκε ουσιαστικά ποτέ στην ιστορία και διδασκαλία της γλώσσας και της λογοτεχνίας.

  67. ΔΕ ΘΑ ΠΑΡΩ!

    Κύριε Pertinax, αρχίζω με μια γενική παρατήρηση: ουδείς αμφισβητεί ότι τα πάντα υπόκεινται σε μεταβολή. Το θέμα είναι πού τοποθετούμε τις τομές, οι οποίες προκαλούν τις αλλαγές, και πού παραλείπουμε να τις θέσουμε, ακόμη και αν υπάρχουν. Δεν είναι σήμερα τα πράγματα ίδια με εκείνα της ελληνικής αρχαιότητας, γιατί ο ιστορικός χρόνος συνεπάγεται σημαντικές μεταβολές. Αν, όμως, ο μεσαιωνικός ελληνισμός δεν είναι ο ίδιος με τον αρχαιοελληνικό, αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι διαφέρει από αυτόν. Μπορούμε να μιλάμε –για να επαναλάβω το Σβορώνο και να αυτοεπαναληφθώ– για «ΜΙΑ ΝΕΑ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΛΑΟΥ». Και έρχομαι στο βασικό ερώτημά μου: γιατί άραγε οι σημερινοί Έλληνες πρέπει να προσδιορίζονται με το όνομα «Ρωμαίοι/Ρωμιοί», που φανερώνει υποτέλεια, υποταγή, υπηκοότητα και, πάντως, όχι εθνικότητα; Ο όρος «Ρωμαίοι» μόνο όταν θεωρηθεί στην αυστηρά εθνολογική εκδοχή του παραπέμπει σε εθνικότητα, που όμως είναι η εθνικότητα των Ρωμαίων και όχι η δική μας.

    Ο προσδιορισμός των Ελλήνων ως «Ρωμαίων/Ρωμιών» ένα από τα δύο μπορεί να σημαίνει: είτε ότι οι Έλληνες ως έθνος ταυτίζονται με τους Ρωμαίους είτε ότι ο όρος «Ρωμαίοι» χρησιμοποιείται απλώς αντί του όρου «Έλληνες». Αν ισχύει το πρώτο, τότε έχουμε παραβίαση της λογικής αρχής της ταυτότητας, σύμφωνα με την οποία κάθε πράγμα ισούται με τον εαυτό του ή με το σύνολο των γνωρισμάτων του. Να ση-μειωθεί πως οι Έλληνες είχαν διαμορφωμένη εθνική συνείδηση όταν υποτάχτηκαν στους Ρωμαίους και ότι οι Ρωμαίοι έδωσαν, βέβαια, στους Έλληνες τη ρωμαϊκή υπηκοότητα και την προσωνυμία «Ρωμαίοι», σεβάστηκαν, όμως την εθνική τους συνείδηση και δεν επιχείρησαν να την αλλοιώσουν. (Μιλάμε για τους ΑΛΗΘΙΝΟΥΣ Ρωμαίους, όχι για τα μεταλλαγμένα ιδεοληπτικά υποκατάστατα του καθ’ ημάς νεοφαναριωτισμού). Αν, πάλι, συμβαίνει το δεύτερο, δηλαδή αν δεν πρόκειται ουσιαστικά για ταύτιση των Ελλήνων με τους Ρωμαίους, αλλά απλώς ο όρος «Ρωμαίοι/Ρωμιοί» χρη-σιμοποιήθηκε αποκλειστικά και μόνο ως ένας εύσχημος τρόπος για να πεις «Έλληνες» ή ως ένας υποχρεωτικός τρόπος ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΙΣ «Έλληνες», τότε η «ρωμαϊκότητα» των Ελλήνων είναι σαφώς ψευδεπίγραφη. Το θέμα θα με απασχολήσει στη συνέχεια. Εδώ περιορίζομαι στην επισήμανση ότι το πλατύ ποτάμι της ελληνικότητας δεν έπαψε ποτέ να κυλάει από τους αρχαίους χρόνους ως τις μέρες μας. «Οι Αρχαίοι ζουν ακόμη», είναι ο τίτλος που δίνει ο Κ. Θ. Δημαράς στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», όπου σημειώνει ότι τίποτε δε μαρτυρεί πως η συνέχεια από την Αρχαία Ελλάδα ως σήμερα έχει διακοπεί. Η λαογραφία επιβεβαιώνει τη θέση αυτή με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο και την τεκμηριώνει αποδεικτικά. Αν, τώρα, αυτά όλα ΔΕΝ εντάσσονται στα εθνοαποδομητικά ερμηνευτικά σχήματα ορισμένων μεταμοντέρνων θεωρητικών κατασκευών, αυτό είναι άλλο θέμα…

    Είδα και τα δύο video με την Κυρία Αρβελέρ, όπου λέει διάφορα ενδιαφέροντα πράγματα. Ότι η Αθήνα, για παράδειγμα, όταν έγινε πρωτεύουσα του αρτισύστατου ελληνικού κράτους, ήταν ένα «λασποχώρι» και ότι το κέντρο του νεοελληνισμού είναι η Κωνσταντινούπολη, που, όμως, δεν ελευθερώθηκε ποτέ. Θα μας χρειάζονταν μήνες για να τα συζητήσουμε αυτά όλα. Στέκομαι, λοιπόν, σε μια πολύ πιο «ανώδυνη» επισήμανσή της: δε νοείται να κάνουμε ένα τεράστιο χρονικό άλμα για να βρούμε την καταγωγή μας στην Αρχαία Ελλάδα, όταν υπάρχει το Βυζάντιο, από το οποίο καταγόμαστε άμεσα, ισχυρίζεται. Και έχει δίκιο. Δε χρειάζεται ένα τόσο μακρινό ταξίδι στο χρόνο — το Βυζάντιο είναι πολύ πιο κοντά. Επιστρέφοντας, όμως, στο Βυζάντιο και παραμερίζοντας το αδειανό πουκάμισο της κατ’ επίφαση ρωμαϊκότητας, εκείνο που βρίσκουμε στην ουσία είναι η Ελλάδα σε όλο το μεγαλείο της. Ελλάδα στη γλώσσα. Ελλάδα στην εκπαίδευση. Ελλάδα στα ήθη και τα έθιμα. Ελλάδα στα πάντα. Αυτό δε σημαίνει ασφαλώς ότι δεν έχουμε κάθε δικαίωμα να στρεφόμαστε ΚΑΙ ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ στην Αρχαία Ελλάδα, ώστε να αναζητούμε σ’ αυτήν τα στοιχεία του πολιτισμού μας χωρίς τη βυζαντινή διαμεσολάβηση… Ούτε σημαίνει (και από δω και πέρα δεν υπαινίσσομαι την Κυρία Αρβελέρ) ότι απαγορεύεται να επωφελούμαστε από το τεράστιο ερευνητικό και ερμηνευτικό έργο στο χώρο της αρχαιογνωσίας, το οποίο οι Ευρωπαίοι αρχαιολόγοι, ιστορικοί και κλασικοί φιλόλογοι έχουν παραγάγει με ατέλειωτο μόχθο και απέραντο θαυμασμό για τον ελληνικό πολιτισμό. Το αντίθετο μάλιστα! Επομένως, το να χαρακτηρίζουμε, για παράδειγμα, τον «ουμανισμό» ενός Werner Jaeger ή μιας Jacqueline de Romilly «μεταπρατικό» είναι επιεικώς ανεπίτρεπτο. Αλλά το τεράστιο αυτό θέμα δεν μπορεί να θιγεί εδώ.

    Παρ’ όλα αυτά, η λέξη «Έλληνας» είναι στο Βυζάντιο «ταμπού». Και μάλιστα, διατηρεί την ιδιότητά της αυτή και σε ορισμένους μεταγενέστερους κύκλους… Μιλάς νέα ελληνικά; Η γλώσσα σου υποχρεωτικά πρέπει να λέγεται «ρωμαίικα». Είσαι Έλληνας; Πρέπει υποχρεωτικά να προσδιοριστείς ως «Ρωμαίος/Ρωμιός». Δεν αρνούμαι ότι οι Βυζαντινοί Έλληνες ονομάζονταν κατά κανόνα «Ρωμαίοι» ούτε ότι η χριστιανική ρωμαϊκή ιδέα είχε κατακτήσει ευρύτατα πλήθη και ήταν ένα είδος κυρίαρχης ιδεολογίας. Αναρωτιέμαι, όμως, σε ποιο βαθμό οι Βυζαντινοί Έλληνες είχαν τη δυνατότητα να προσδιορίσουν ελεύθερα την εθνική τους ταυτότητα. Και, κυρίως, αμφισβητώ την ύπαρξη ουσιαστικού νοηματικού περιεχομένου στην ονομασία «Ρωμαίος» και, επομένως, την ιστορική εγκυρότητα της ονομασίας αυτής. Εξάλλου, δεν αγνοώ ότι για λόγους, τους οποίους ιστορικά μπορώ να κατανοήσω, πίσω από την εμμονή στη «ρωμαϊκότητα» υπήρχαν «εθνικά» συμφέροντα και θρησκευτικές σκοπιμότητες που διαπλέκονταν μεταξύ τους και υποστηρίζονταν αμοιβαία. Σημείο, μάλιστα, σύγκλισής τους ήταν ο αδιάλλακτος αποκλεισμός του ονόματος «Έλλην» ως όρου που θα υποκαθιστούσε τον όρο «Ρωμαίος». Ο επίσκοπος Κρεμώνας Λιουτπράνδος διηγείται ότι κατά την πρεσβεία του προς τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά (963-969) τού είχε μεταφέρει μια επιστολή του πάπα, στην οποία ο Νικηφόρος ονομαζόταν «Αυτοκράτωρ των Ελλήνων» και ο Όθων ο Α’ «Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων».Το αποτέλεσμα ήταν να προκληθεί στο επίσημο Βυζάντιο κάτι σαν νευρική κρίση. Οι «Γραικοί», γράφει ο Λιουτπράνδος, καταριόνταν τη θάλασσα, που, αντί να βυθίσει το πλοίο του πάπα, το άφησε να μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη τόση ανοσιότητα! (Διον. Ζα-κυθηνού, «Βυζάντιον. Κράτος και Κοινωνία. Ιστορική ανασκόπησις», Αθήναι, 1951, σσ. 30-31). Πανικός, λοιπόν, στο Κράτος και την Εκκλησία, επειδή, μεταξύ άλλων, οι Έλληνες ονομάστηκαν με το αληθινό τους όνομα και όχι «Ρωμαίοι» από τον πάπα, που, ακόμη και αν υπηρετούσε σκοπιμότητες, στήριξε αυτή την ονομασία σε ακλόνητη ιστορική βάση! Κάτω, όμως, από όλους αυτούς τους διωγμούς και από όλες αυτές τις γραφικότητες, η ελληνική συνείδηση σιγόκαιγε και, όταν το επέτρεψαν οι συνθήκες, έλαμψε με εκθαμβωτικό φως.

    Σε τελευταία ανάλυση, μολονότι η λέξη «Ρωμαίος», από κάποια χρονική περίοδο και μετά, ήταν ένας τρόπος για να δηλώσεις όχι τι είσαι αλλά τι ΔΕΝ είσαι, η λέξη αυτή, ουσιαστικά, κατέληξε να θεωρείται συνώνυμη της λέξης «Έλληνας». Εμείς άραγε, τι ακριβώς είμαστε σήμερα; «Γένος Ρωμαίων», απαντούν ορισμένοι. Και εδώ αρχίζουν οι εύλογες ενστάσεις:

    1. «Ρωμαίων»; Ποιων Ρωμαίων; Στην Ανατολική Αυτοκρατορία το κρατικά κυρίαρχο ρωμαϊκό στοιχείο βρισκόταν σε μεγάλη μειοψηφία, ενώ το στοιχείο που δημογραφικά υπερτερούσε συντριπτικά ήταν το ελληνικό. «Περί του Ανατολικού ή Βυζαντινού αυτού κράτους ομιλούν γενικώς ως εάν επρόκειτο περί συνεχίσεως της ρωμαϊκής παραδόσεως, ενώ εις την πραγματικότητα αυτό ήτο ανανέωσις της παραδόσεως του Αλεξάνδρου. (…) Το Ανατολικόν κράτος, αφότου εχωρίσθη από το Δυτικόν, ωμιλούσε την ελληνικήν γλώσσαν, ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΕ δε ΣΥΝΕΧΕΙΑΝ, αν και όχι εντελώς αγνήν, ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ (…). ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΑΥΤΟ ΗΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ και όχι λατινικόν. ΟΙ ΡΩΜΑΙΟΙ ΕΙΧΟΝ ΕΛΘΕΙ ΚΑΙ ΕΙΧΟΝ ΦΥΓΕΙ ΠΑΛΙΝ», γράφει ο H. G. Wells (Παγκόσμιος Ιστορία, Βίβλος, Αθήναι 1952, τόμος Α΄, σσ. 636-637).

    2. Εξάλλου, η λατινική γλώσσα είχε από τον 7. αιώνα τελείως εξαφανιστεί και το μόνο που της είχε απομείνει ήταν κάποιες στερεότυπες «κορακίστικες» φράσεις, γραμμένες με ελληνικούς χαρακτήρες και ακατάληπτες από τους πάντας, αλλά εκφωνούμενες κατά την άφιξη των επισήμων στην εκκλησία για λόγους παράδοσης («Περί Βασιλείου Τάξεως», 10. αιώνας μ.Χ.). Θέλετε δύο πρόχειρα δείγματα; α) «Ιωάννες. εν Ιορδανε. βαπτίζατ. δόμηνουμ, ίλλουμ. βόκατ δε τε βολο» (= Ioannes et Iordane baptizat dominum: is rursus illi acclamat: A te volo baptizari). Και β) «Κρίστους. Δέους. Νοστερ. κουμ. σερβετ. ιμπεριουμ. βεστρουμ. περ. μουλτοσαννος. ετ. βόνος» (=Christus Deus noster conservet imperium vestrum per multos annos et bonos) («Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας», Αθήνα, 1999, σελ.137).– Ζητώ συγγνώμη για τη βλασφημία, αλλά όσο αυτό το λατινο-greeklish είναι λατινικά, άλλο τόσο ο όρος «Ρωμαίοι» αποδίδει αυθεντικά τους Βυζαντινούς Έλληνες!

    3. Και το πιο σημαντικό: όπως γράφει ο Διον Ζακυθηνός, «Τα ονόματα του Αριστοτέλους, του Πλάτωνος και του Ευκλείδου ήσαν γνώριμα εις ευρυτάτας μάζας του πληθυσμού του (Βυζαντίου ), η παιδεία του ήτο αποκλειστικώς ελληνική, όλαι δε αι πνευματικαί του εκδηλώσεις, ταπειναί ή γενναιότεραι, υπερβλήθησαν μονομερώς είς την πειθαρχίαν των Ελλήνων» ( όπ. παρ., σελ.73). Με αυτά τα δεδομένα, μόνο τυχαίες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν οι τάσεις «μιας γενικευμένης ‘επιστροφής’ στους αρχαίους Έλληνες και την κλασική παιδεία, που ξεκινούν ήδη από την εποχή του Φωτίου και του Αρέθα και συστηματοποιούνται μετά τη δημιουργία του Πανεπιστημίου από τον Κωνσταντίνο Θ΄ τον Μονομάχο, το 1054, και την επίδραση του Μιχαήλ Ψελλού και του Ιωάννη Ιταλού κατά τον 11ο αιώνα. Μετά τον 13ο αιώνα, αναπτύσσεται η μεγάλη ‘Παλαιολόγεια Αναγέννηση’ στα γράμματα και τις τέχνες, ιδιαίτερα στη ζωγραφική και τη μουσική, που συνιστούν μια κατ’ εξοχήν ελληνική πνευματική Αναγέννηση, η οποία προηγείται και τροφοδοτεί την ιταλική, και η οποία θα ανακοπεί βίαια μετά τον 15ο αιώνα» (Γ. Καραμπελιά, «1204, η διαμόρφωση του νεώτερου Ελληνισμού», Εισαγωγή).

    4. Τέλος, και η ίδια η ρωμαϊκή κρατική συγκρότηση οφείλει πολλά στα ελληνικά δάνεια: οι Ρωμαίοι Καίσαρες, σύμφωνα με τον R. Cohen, είχαν υποστεί μεγάλη επίδραση από τις ελληνιστικές μοναρχίες, στη βάση των οποίων υπήρχαν θεσμοί ελληνικοί (Δ. Ζακυθηνού, όπ. παρ., σελ. 39).

    Επομένως, το να αρνείται κανείς διαρρήδην να θεωρήσει το Βυζάντιο ως το συνεκτικό δεσμό που ενώνει την Αρχαία με τη Νέα Ελλάδα και το να επιβάλλει τη «Ρωμιοσύνη» ως απαρχή του νεοελληνισμού με ταυτόχρονο αποκλεισμό της Αρχαίας Ελλάδας από το ενιαίο ελληνικό τρίπτυχο: Αρχαιότητα, Μεσαίωνας, Νέοι Χρόνοι αποτελεί επιεικώς ιστορικό ατόπημα. Πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση προκρούστειας προσαρμογής των ιστορικών δεδομένων σε ιδεολογικές επιλογές. Είναι το λιγότερο αδιανόητο να θεωρούμε φυσιολογικό το διασυρμό και, άρα, την απαγόρευση του όρου «Έλληνας» στο Βυζάντιο και την ίδια στιγμή να «βυζαντινολογούμε» για το κατά πόσο ήταν σε χρήση ο όρος «Έλληνας» στους Βυζαντινούς ή τους μεταβυζαντινούς χρόνους, καθώς και για το αν ο όρος αυτός είχε στη γλώσσα του λαού εθνολογική υποδήλωση ή παρέπεμπε απλώς σε όντα με υπερφυσικές δυνάμεις και εξαιρετική γενναιότητα. (Η περίπτωση παρουσιάζει κάποιες αναλογίες με το δολοφόνο των γονέων του, που εκλιπαρούσε την επιείκεια του δικαστηρίου επικαλούμενος…το ότι ήταν ορφανός!). Και, επίσης, είναι τουλάχιστον προκλητικό να αντιπαρερχόμαστε τη συνειδησιακή εθνοκάθαρση, στην οποία είχε υποβληθεί ο ελληνισμός επί σειρά αιώνων προκειμένου να ενστερνιστεί την καθεστωτική «ρωμαϊκότητα», και την ίδια στιγμή όχι μόνο να υπεραμυνόμαστε αυτής της «ρωμαϊκότητας» θεωρώντας την κάτι το λογικό, το αυτονόητο και το ιστορικά «καθαγιασμένο», αλλά και με ένα μορφασμό βαθιάς περιφρόνησης να απορρίπτουμε ως «λόγια» τα πάμπολλα κείμενα, όπου διατρανώνεται η αφύπνιση ή και η συνέχεια της ελληνικής εθνικής συνείδησης. Λες και είναι πρωτόγνωρο το να φωτίζεται ο λαός από τους πνευματικούς ηγέτες του, που επισπεύδουν απλώς τις εξελίξεις μόνο όταν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για την ανατολή των καινούργιων ιδεών. Λες και οι εθνικές συνειδήσεις προκύπτουν δια παρθενογενέσεως και δεν απορρέουν από το υπόγειο ρεύμα πεποιθήσεων, παραδοχών, αξιών, ηθών και εθίμων, το οποίο παρακολουθεί ένα λαό στις διαδοχικές φάσεις της ιστορικής διαδρομής του.

    Ας κάνουμε, λοιπόν, κάτι παρόμοιο με αυτό που έκανε ο Marx, όταν επιχείρησε να στήσει στα πόδια της τη διαλεκτική του Εγέλου. Κάθε φορά που θα μας βάζουν να περπατήσουμε με το κεφάλι κάτω ως «Γένος Ρωμαίων», μήπως θα ήταν προτιμότερο να ξαναστεκόμαστε αποφασιστικά στα πόδια μας ως «Έθνος Ελλήνων»; Είπα «Μαρξ» και θυμήθηκα ότι ο Γερμανός φιλόσοφος, ο οποίος περί τα δυσμάς του βίου του είχε ασχοληθεί με την Βυζαντινή ιστορία, είχε σημειώσει τα εξής: «Υπό τον Βατάτζη η Νίκαια εκπροσωπεί το κέντρο του ελληνικού πατριωτισμού». Με αφετηρία, μάλιστα, την πιο πάνω παρατήρηση του οξυνούστατου εκείνου μελετητή των πολιτικοκοινωνικών φαινομένων, ο Απόστ. Βακαλόπουλος παρατηρεί: «Είναι πραγματικά ν’ απορεί κανείς πώς (…) ορισμένοι ιστορικοί, μολονότι έχουν στη διάθεσή τους τα νέα και σαφή τεκμήρια της πνευματικής αφυπνίσεως των Ελλήνων μετά το 1204, δεν αντελήφθησαν ποιες πνευματικές και πολιτικές ζυμώσεις κρύβονταν πίσω από την ελληνολατρία των Λασκαριδών» (Απόστ. Βακαλόπουλου, «Νέος Ελληνισμός. Οι ρίζες. Η καταγωγή των Ελλήνων και η Διαμόρφωση του Έθνους. 1204-Μέσα 15ου αιώνα», σελ. 83).

    Συμπέρασμα: Όχι, στο Βυζάντιο ΔΕΝ έχουμε εθνογένεση «Γένους Ρωμαίων». Έχουμε ΕθνοΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΕΘΝΟΥΣ ΕΛΛΗΝΩΝ. Και το έθνος Ελλήνων ΕΝΣΤΕΡΝΙΖΕΤΑΙ τη Ρωμιοσύνη ως προς όσα αυτή καταφάσκει, αλλά την ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως προς όσα αυτή αρνείται και αποκλείει.

    Και επειδή μιλήσαμε πολύ για Παλαμά, θα ήταν ίσως σκόπιμο να προσθέσω ότι ο μεγάλος ποιητής μας δεν ήταν απλώς ο αυτόκλητος υπερασπιστής του Εφταλιώτη. Ήταν και ο δημιουργός του ποιήματος «Ο Διγενής κι ο Χάροντας», σε δυο στίχους του οποίου η διαχρονική Ελλάδα κάνει θριαμβευτικά την εμφάνισή της:

    «Εγώ είμαι η ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΨΥΧΗ των ΣΑΛΑΜΙΝΩΝ,/
    στην ΕΦΤΑΛΟΦΗΝ έφερα το σπαθί των ΕΛΛΗΝΩΝ».

    Κύριε Pertinax, ας μην το κουράζουμε περισσότερο. Στο χώρο των ιδεών, τα πάντα «αποδεικνύονται». Ο Πρωταγόρας δίδασκε «δύο λόγους είναι περί παντός πράγματος αντικειμένους αλλήλοις». Το θέμα περιπλέκεται μάλιστα, όταν στα επιχειρήματα του άλλου απαντά κανείς επιλεκτικά και όχι επί της ουσίας τους. Ή όταν παρεισάγει δευτερευούσης σημασίας θέματα, που θα ήθελαν πολύ χρόνο να συζητηθούν (όπως οι ενστάσεις για τη διδασκαλία αρχαιοελληνικών και βυζαντινών κειμένων). Ή όταν παρακάμπτει χωρίς περιστροφές την ομόφωνη σχεδόν μαρτυρία των ιστορικών που αντιτίθενται στις θέσεις του επικαλούμενος επίμονα τις απόψεις προσώπων…που δεν είναι ιστορικοί!….Θα μπορούσα, λοιπόν, στο διηνεκές του χρόνου να προβάλλω επιχειρήματα υπέρ των θέσεών μου και εσείς, κάθε φορά, να μου αντιτάσσετε ισάριθμα από τη δική σας την πλευρά.
    Με αυτά τα δεδομένα -–και χωρίς να πάψουμε να ερευνούμε το θέμα όσο γίνεται πιο διεξοδικά– το ερώτημα που αντιμετωπίζουμε είναι το εξής: μήπως, τελικά, έρχεται η ώρα της επιλογής; Προσωπικά, «επιλέγω» να ενσωματώσω στην εθνική μου συνείδηση τα συναξάρια αλλά και το έπος, τα μαρτυρολόγια αλλά και την αρχαία τραγωδία. Επιλέγω να συνταιριάξω μέσα μου, όσο αυτό είναι δυνατόν, την πίστη με το λόγο, τον προσωπικό Θεό-Δημιουργό με τον ελληνικό ανθρωποκεντρισμό. Και όλα αυτά, με φόντο τη ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ. Εσείς, μου αντιπροτείνετε, αν σας καταλαβαίνω καλά, την αντικατάσταση της έννοιας του Ελληνικού Εθνους από το «Γένος Ρωμαίων», το οποίο αποτελεί την αφετηρία της νεοελληνικότητας και στο οποίο η Αρχαία Ελλάδα δεν έχει θέση ως ιστορική απαρχή αλλά, το πολύ πολύ, ως μακρινή πολιτιστική ανάμνηση.

    Αγαπητέ κ. Pertinax, με όλη την ειλικρινή εκτίμησή μου στη μετριοπάθεια, τη μαχητικότητα και την κατάρτισή σας και με όλο το σεβασμό στη δική σας επιλογή, σας απαντώ ευθέως: ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, ΔΕ ΘΑ ΠΑΡΩ!

    ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

  68. Έξοχα!
    Ιδίως στο κλείσιμο, θέτοντας ορθώς το δίλημμα στο οποίο αναπόφευκτα ο καθένας θα συνταχθεί προσωπικά μάλλον παρά “ιστορικά”.
    Γιατί τελικά είναι πρωτίστως και θέμα επιλογών.
    Όσοι επιθυμούν, ας πορευθούν μόνο με “Ρωμιοσύνη”, τουτέστιν αποτετμημένο, μεταλλαγμένο μισό Ελληνισμό του εγγύτερου παρελθόντος!
    Και όσοι άλλοι, η συντριπτική πλειοψηφία καθ’ ά μου προκύπτει από την αποδοχή του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ αυτοπροσδιορισμού του λαού μας, (λες και τέτοιο εφεύρημα “προπαγάνδας” θα μπορούσε να έχει επιτυχία και στη Αλβανία, τη Βουλγαρία ή τους εβραίους και τσιγγάνους της χώρας μας!) ας πορευθούν με τον ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ!
    Έστω και “πλανώμενοι” ότι όσες “παλιόπετρες” και σπασμένα αγάλματα συναντούν στο διάβα τους, δικών τους προγόνων έργα είναι, ας θεωρούν τους μυθολογικούς χρόνους απαρχή της ιστορίας τους, ας θεωρούν καθήκον να συμπεριλαμβάνουν στην παιδεία τους και την αρχαία ελληνική γραμματεία και ας τους επιτραπεί να νιώσουν έστω και “απατηλά” ρίγη συγκίνησης προσφωνώντας τη γιαγιά τους, τη θειά τους, τη μάννα τους “Ελένη, Θάλεια, Καλλιόπη, Αντιγόνη, …!”
    Ο Κοραής τις βάφτισε και αυτές;

  69. Το να παρακολουθεί κανείς χωρίς να μετέχει δεν είναι κακό – συχνά είναι το σοφότερο ούτως ή άλλως. Πολύ περισσότερο όταν η μόρφωσή του δεν του επιτρέπει να παρεμβάλλει «απόψεις» σε ένα διάλογο μεταξύ καλά καταρτισμένων – κατά τα φαινόμενα – ειδικών.

    Κι έτσι παρά τον ανοικτό και φιλόξενο χαρακτήρα της ιστοσελίδας, παρά το γεγονός ότι το θέμα της εθνικής μας ταυτότητας έχει καθολικό ενδιαφέρον (και προφανώς μας αφορά ισοτίμως), όλα έδειχναν (κ. Χονδρογιάννη!) ότι θα έπρεπε να μείνουμε σιωπηλοί.

    Ο κ. Κατσιμάνης όμως, στην τελευταία ανάρτησή του, μας απευθύνει μια λυτρωτική πρόσκληση να κάνουμε την επιλογή μας. Μια πρόσκληση που αντιπαρέρχεται το μορφωτικό μας έλλειμμα και μας δίνει το δικαίωμα να εκφραστούμε έστω και εάν από επιστημονικής απόψεως μπορεί να μην το δικαιούμεθα.

    Το δικαιούμεθα όμως ως συνειδήσεις!

    Και ναι αισθανόμαστε Έλληνες! Ναι αισθανόμαστε μετέχοντες (ενδεχομένως ανεπαρκέστατοι) μιας αδιάλειπτης συνέχειας με αρχή (Αρχαίους Χρόνους), μέση (Μεσαίωνας, Βυζάντιο) και – δεν θα πω «τέλος» αν και φοβάμαι – Νέους Χρόνους.

    Βέβαια θα υπάρξουν και ενστάσεις και τις κατανοώ: Τι με διαχωρίζει για παράδειγμα από τον αφελή Σκοπιανό που πλανημένος πιστεύει ότι είναι απόγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου; Τι με διαφοροποιεί από το θύμα μιας ανάλογης προπαγάνδας που αποσκοπεί στην κατασκευή εθνικών μύθων για ευνόητες – κατά περίπτωση και θεμιτές – σκοπιμότητες; Πως ξέρω ότι βασιζόμενος τόσο πολύ στη συγκίνηση και τόσο λίγο στις ανεπαρκέστατες ιστορικές γνώσεις μου ότι δεν είμαι άλλος ένας γελασμένος ; Ότι δεν είναι η συνείδησή μου προϊόν ακαδημαϊκών εργαστηρίων έστω κι αν η ιδιοτέλειά τους είναι αγαθή;

    Μήπως επειδή νομίζω πως «ξέρω περισσότερα» από τον Σκοπιανό φίλο μου; Μήπως επειδή «οι παλιόπετρες και τα σπασμένα αγάλματα» γύρω μου είναι περισσότερα και παλιότερα από το Σπεερικό κατασκεύασμα του «Αλεξάνδρου των Σκοπίων»; Μήπως γιατί μεγάλωσα με τις πέτρες αυτές αντί να τις δω ένα πρωί έξω από το μπαλκόνι της πολυκατοικίας μου; Μήπως γιατί πάνω τους έγραφαν λέξεις που πάντα καταλάβαινα;

    Όχι.

    Με διαχωρίζει η πρόθεση να ΣΥΝΕΧΙΣΩ! Δεν ζητώ να αναπαυτώ στην ιστορία μας μα να στηριχτώ σ’ αυτήν για την πάω πιο πέρα. Για το αύριο. Δεν ζητώ να ξεκουραστώ, μα να ανησυχήσω! Αν είμαι τελικά Έλληνας δεν ησυχάζω, μα κινητοποιούμαι!
    Δεν είμαι Έλληνας για να ξεμπερδεύω. Είμαι Έλληνας για να νοιώσω ενοχές αν αποτύχω να συνεχίσω. Δεν με συμφέρει να είμαι Έλληνας αν θέλω να «κρυφτώ»!

    Ο φίλος μου ο Σκοπιανός βλέπει το άγαλμα της πόλης του και νοιώθει καλά. Τα κατάφερε! Ξέμπλεξε! “Εφτιαξε” τον ιδρυτικό του μύθο. Εγώ βλέπω τα ευρήματα της Βεργίνας και νοιώθω Ευθύνη. Δεν μου αρκεί η “ίδρυση”. Έχω δουλειά!

    Κύριε Κατσιμάνη σας ευχαριστώ. Δεν ξέρω αν έχετε εσείς «δίκιο» ή ο κ. Pertinax ή ο κ. Παπαδόπουλος. Παρακαλώ συνεχίστε όλοι να μας κρατάτε ανήσυχους. Πάντως αν είναι «να πάρω» θα πάρω ό,τι μεγαλύτερο μου προσφέρετε.

    Κι αν κάνω λάθος, πάντως το κάνω για καλό – και καθόλου φυγόπονο – σκοπό.

    Φιλικά,
    Γιάννης Μικρός.

  70. Κύριε Μικρέ….
    πως ξέρετε τελικά να βάζετε την τελική σφραγίδα και υπογραφή, πως να βάζετε την τελευταία πινελιά “il tocco del maestro” σ’ αυτά που συζητάμε!
    Από την μεριά των “λαϊκών” που ανήκουμε και μείς, οι “ειδήμονες” έχουν το δικό τους ειδικό “βάρος” συνεισφοράς.
    Ναι, θέλουμε να αποκαλούμεθα ΕΛΛΗΝΕΣ όχι για να φουσκώσουμε ψευτοπερηφάνεια! Αλλά για να επωμισθούμε ΕΥΘΥΝΗ, για να φορτωθούμε ΕΝΟΧΕΣ!
    Πέρυσι τέτοια εποχή κατάφερα να πραγματοποιήσω ένα ταξίδι που είχα υποσχεθεί στο γιό μου δυό-τρία χρόνια πριν με την αίσθηση “προλαβαίνω-δεν προλαβαίνω”! Πράγματι, τελείως οριακά το κατάφερα λόγω ηλικίας του γιού μου! Βλέπετε, η εφηβεία καραδοκεί με κύρια χαρακτηριστικά την απαξίωση και υπέρβαση του πατρός, εκφραζόμενη από “ντροπή” και για την απλή δημόσια συναναστροφή! Ότι εισπράττω τώρα!
    Το ταξίδι περιελάμβανε κυρίως γνωριμία με την “κλασσική” λεγόμενη Ελλάδα και όχι μόνον. Μεγάλο μέρος του περιελάμβανε την Αθήνα. Όπου ξεποδαριαστήκαμε στην κυριολεξία χειρότερα από Γιαπωνέζους ή Αμερικανούς τουρίστες που είναι μοναδική ευκαιρία που έχουν!
    Στην εύλογη απορία του γιού μου, που πιό πολύ τον εντυπωσίαζε το The Mall και οι αθλητικές εγκαταστάσεις, γιατί έχω τόση μανία με τα αρχαία του απάντησα με απλά λόγια:
    “Γιατί αναφέρονται σε μιά εποχή που οι Έλληνες είχαν την μεγαλύτερη ΑΚΜΗ και ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ, κάνοντας έργα θαυμαστά από όλη την ανθρωπότητα! Δες γύρω σου πόσους ξένους βλέπεις παρά Έλληνες! Και ήρθαμε για να δούμε τι έκαναν αυτοί και τι κάνουμε, που βρισκόμαστε εμείς σήμερα!”
    Αλήθεια, το δέος στην Ακρόπολη ήταν διπλό! Δέος εμπρός στο μεγαλείο ανθρώπων με ένα σφυρί και καλέμι στα χέρια και δέος εμπρός στην δική μου ποταπότητα που με τόσα τεχνολογικά μέσα ψάχνει ακόμα κάτι έστω μικρό να επιδείξει προς δικαιολογία ύπαρξης!

  71. Δυστυχώς μου είναι σημαντικά ευκολότερο να εξηγήσω σε ξένους πόσα πράγματα “ξεκίνησαν από την Ελλάδα” παρά στον 11χρονο γιό μου (μέγα θαυμαστή του the Mall ομοίως).

    Κάποτε σε ένα δείπνο στο σκοτεινό, χειμερινό Lund, οι συνήθως εσωστρεφείς κι ανέκφραστοι Σουηδοί συνάδελφοι με είχαν πάρει στο ψιλό: έπιαναν τυχαίες λέξεις της Αγγλικής ή Σουηδικής γλώσσας και μιμούμενοι το ύφος μου έλεγαν ξεκαρδισμένοι στα γέλια:

    “Well, matematik (βάλτε ό,τι άλλο θέλετε εδώ) comes from the Greek word – how did you say it John?”

    Βλέπετε μετά από μιά εβδομάδα καθημερινό κι αδιάκοπο κήρυγμα είχαν απαυδήσει πλέον μαζί μου και αποφάσισαν να το ρίξουν στην πλάκα.

    Ισως πάντως αυτό να ήταν και το μεγαλύτερο κέρδος τους από εκείνη την εβδομάδα: Μπορεί να ξεχάσουν σύντομα πόσα πράγματα ξεκίνησαν από την Ελλάδα πριν από χιλιάδες χρόνια. Θα θυμούνται όμως ότι πολλά χαμένα πράγματα γι’ αυτούς, όπως το αβίαστο γέλιο, η καλή διάθεση, ίσως κι η ίδια η χαρά της ζωής μπορεί να βρεθεί ακόμα εκεί.

    Αυτά με τους Σκανδιναβούς. Με το γιό μου όμως, θα χρειαστεί να το παλέψω λίγο περισσότερο.

    Φιλικά,
    Γιάννης Μικρός.

  72. Κύριε Κατσιμάνη ανοίγετε ένα θέμα στο οποίο προσπαθείτε να δείξετε με ιστορικά επιχειρήματα ότι η ελληνική εθνότητα, η οποία σχηματίστηκε στους αρχαίους χρόνους, συνέχισε να υπάρχει σε όλη τη βυζαντινή περίοδο, και καταλήγετε στο ότι ο προσδιορισμός της ιστορικής απαρχής ενός έθνους είναι τελικά ζήτημα επιλογής και ιδεολογίας.

    Τι σημαίνει όμως «ιστορική απαρχή»;
    Ο τόσο κατασυκοφαντημένος Α. Εφταλιώτης στον πρόλογο της «Ιστορίας της Ρωμιοσύνης» έγραφε:
    «Τοσο στενά συγγενεύουν οι αρχαίοι οι Έλληνες και οι κατοπινοί, δηλαδή οι Ρωμιοί, που για να ιστορηθή τέλεια η εικόνα της πολύχρονης Ρωμιοσύνης
    έπρεπε θαρρώ, ναρχίσουμε από τους Αργοναύτες.»
    Μπορούμε λοιπόν να ορίσουμε την ιστορική απαρχή μας από τους αρχαίους Έλληνες ή ακόμα και απ’ τους προϊστορικούς Πελασγούς. Εξάλλου και τα άλλα έθνη το ίδιο κάνουν. Οι Ιταλοί ξεκινάνε από τους Ρωμαίους και τα αρχαία ιταλικά φύλα, οι Γάλλοι από τους Γαλάτες, οι Άγγλοι από την εποχή του μυθικού βασιλιά Αρθούρου, οι Γερμανοί από τα αρχαία γερμανικά φύλα κ.ο.κ.

    Ωστόσο το έθνος και η εθνότητα είναι ιστορικές κατασκευές που προϋποθέτουν τη διαμόρφωση μιας εθνοτικής συνείδησης. Ανατρέχοντας στην ιστορία μπορούμε να δούμε πότε υπάρχει διαμορφωμένη εθνοτική συνείδηση και υπό ποιούς όρους διαμορφώνεται.

    Γράφετε: «Να σημειωθεί πως οι Έλληνες είχαν διαμορφωμένη εθνική συνείδηση όταν υποτάχτηκαν στους Ρωμαίους».
    Επομένως οι αρχαίοι Έλληνες ήταν διαμορφωμένο έθνος-εθνότητα. Το θέμα είναι τι απέγινε αυτή η «διαμορφωμένη συνείδηση» στους βυζαντινούς χρόνους. Εσείς υποστηρίζετε ότι αυτή η συνείδηση αν και ξέπεσε από την προγενέστερή της μορφή, ωστόσο διατηρήθηκε έστω και σε μια «δυνάμει» κατάσταση και ότι κατά τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους υπήρξε αφύπνιση και αναγέννηση της ίδιας αυτής συνείδησης (και άρα της ίδιας εθνότητας-έθνους) και όχι εκ νέου διαμόρφωση εθνοτικής συνείδησης υπό νέους όρους (και άρα μιας νέας εθνογέννεσης).

    Το σχήμα του Ν. Σβορώνου, το οποίο επικαλείστε, συνοπτικά είναι το ακόλουθο:
    Ο ελληνικός λαός (εθνότητα), με συνείδηση της οντότητας και της συνέχειάς του, διαμορφώθηκε στην αρχαιότητα. Το πρόβλημα ήταν ο κατακερματισμός του σε πόλεις-κράτη που δεν του επέτρεπε να ενοποιηθεί. Εντός της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αν και κατακτημένος, είχε την ιστορική ευκαιρία να ενοποιηθεί για πρώτη φορά. Ακολούθησε ο εξελληνισμός του κρατικού μηχανισμού της ανατολικής πλέον αυτοκρατορίας, ταυτόχρονα όμως ο μηχανισμός αυτός θέλησε να συνεχίσει την οικουμενική ιδεολογία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του χριστιανισμού. Έτσι επήλθε ένα συνειδησιακό χάσμα στον μεσαιωνικό ελληνισμό. Από τη μία είχαμε την ιθύνουσα τάξη που ήταν ένα πολυεθνικό (αν και εξελληνισμένο γλωσσικά) κράμα με οικουμενικές τάσεις και συνειδησιακή ρήξη προς τον αρχαίο Ελληνισμό και από την άλλη την ελληνική εθνότητα που συνέχιζε να υπάρχει κανονικά υπό τη σκιά της επίσημης ιδεολογίας. Η σταδιακή παρακμή της αυτοκρατορίας θα σηματοδοτήσει την υποχώρηση της οικουμενικής ιδέας με αποτέλεσμα η βυζαντινή ελίτ να αφουγκραστεί επιτέλους την ελληνική ταυτότητα των Ελλήνων υπηκόων της και να προβάλει την ελληνική ιδέα. Έτσι η προσφυγή της ελίτ στις λαϊκές πολιτιστικές ρίζες και η επισημοποίηση της ελληνικής ιδέας θα ενοποιήσουν την ελίτ και το λαό και αυτή η ενοποίηση είναι που θα μετατρέψει τελικά τον ελληνικό λαό-εθνότητα (που υπήρχε από την αρχαιότητα) σε έθνος.

    Ο Σβορώνος λοιπόν κάνει λόγο για συνέχεια της συνείδησης της ελληνικής εθνότητας κάτω από τη σκιά της οικουμενικής ιδεολογίας της βυζαντινής ελίτ. Ας δούμε όμως μερικά από τα επιχειρήματά του (πηγή: «Το Ελληνικό Έθνος, γέννεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού»). Στις αγκύλες [ ] είναι τα δικά μου σχόλια:

    Η εθνολογική διάκριση ανάμεσα στους διαφόρους λαούς-εθνότητες της Αυτοκρατορίας, έστω και λόγω των γλωσσικών τους διαφορών, που για τους συγχρόνους ήταν δείγμα περισσότερο ή λιγότερο εθνολογικών διαφορών, δεν είχε πάψει να υφίσταται. Τα παραδείγματα αφθονούν. Απλή ανάγνωση των Βυζαντινών ιστορικών και χρονογράφων – το παράδειγμα του περί θεμάτων του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννη¬του είναι αρκετό – δείχνει τις εθνολογικές αυτές διακρίσεις. Οι Έλληνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δίπλα στο κοινό όνομα Ρωμαίος (Ρωμιός), που δίνεται σε όλους του υπηκόους της Αυτοκρατορίας ανεξάρτητα από εθνολογική προέλευση, χρησιμοποιούν ήδη από τον 6ο αιώνα τον όρο Γραικός, παλαιό όνομα των Ελλήνων, όταν θέλουν να δηλώσουν την ελληνική τους εθνότητα και να διακριθούν από τους μη ελληνικούς πληθυσμούς της Αυτοκρατορίας. Τον όρο Γραικός τον βρίσκουμε στον ιστορικό Πρίσκο (6ος αι.), που αναφέρει ότι κάποιος που μιλάει ελληνικά θεωρείται «Γραικός το γένος», στον Προκόπιο, που τον χρησιμοποιεί δίπλα στον όρο Έλλην για τους κατοίκους της Ελλάδας, στον Ησύχιο που ερμηνεύει «Γραικός, Έλλην», στον Θεόδωρο Στουδίτη, στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο (10ος αι.), στον Κεδρηνό και σε άλλους. Στους μεταγενέστερους ιστορικούς ο όρος απαντά συχνότερα.

    [Αν ο όρος Γραικοί δεν ήταν εύρημα της βυζαντινής ελίτ και είχε γίνει όντως η νέα εθνική ονομασία των Ελλήνων υπηκόων της αυτοκρατορίας, περνώντας και στη λαϊκή παράδοση, πώς εξηγείται η κυριαρχία του ονόματος Ρωμαίοι ως λαϊκού εθνικού ονόματος από την υστεροβυζαντινή εποχή και μετά; Τι μεσολάβησε και είχαμε εκ νέου αλλαγή στην εθνική ονομασία;]

    Άλλωστε ο ίδιος ο όρος Έλλην, αν είχε χάσει την εθνολογική του σημασία για τους λογίους, είναι πολύ πιθανόν ότι διατηρήθηκε, δίπλα στον όρο Ρωμαίος, στον ελληνικό λαό, όπως φαίνεται από μερικά δημοτικά τραγούδια, που, μολονότι δεν είναι αρχαιότερα από τον 15ο αιώνα, μπορούν να απηχούν παλαιότερες καταστάσεις.

    [Εδώ ο Σβορώνος κάπου αρχίζει να το χάνει. Αναφέρεται μάλλον στα τραγούδια του Πόντου, έχω όμως δείξει στις προηγούμενες απαντήσεις κατά πόσο – και με ποιά έννοια – διατηρήθηκε το όνομα Έλληνες στη λαϊκή παράδοση.]

    Ιδιαίτερα ο όρος φαίνεται να διατηρήθηκε στους κατοίκους της Ελλάδας, η οποία κράτησε άλλωστε το όνομα της ως όνομα γεωγραφικής ενότητας, και στην οποία το όνομα ελλαδικός που δίδεται στους κατοίκους ήδη πριν από τον 6ο αιώνα, υπενθυμίζει την ελληνική τους καταγωγή• ακόμη, σε περιοχές όπως τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, και κυρίως τα παράλια του Πόντου, όπου η ανάμνηση της ελληνικής καταγωγής των κατοίκων τους έμεινε ζωντανή.

    [Εκτός από το όνομα – για το οποίο βγάζει λάθος συμπέρασμα – δεν μας λέει με ποιον άλλο τρόπο διατηρήθηκε αυτή η ανάμνηση της ελληνικής καταγωγής στο λαό και, κυρίως, πώς διατηρήθηκε η εθνοτική συνείδηση στους ελληνόφωνους πληθυσμούς όλης της αυτοκρατορίας. Αν π.χ. το όνομα Ελλαδικός θύμιζε στους κατοίκους του θέματος της Ελλάδας την ελληνική τους καταγωγή, πώς τους έκανε να ταυτίζονται εθνικά με τους υπόλοιπους ελληνόφωνους οι οποίοι δεν ήταν «Ελλαδικοί»; ]

    Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος διακρίνει εθνολογικά τους κατοίκους της Μάνης από τους γείτονες Σλάβους του Ταϋγέτου και ξέρει ότι κατάγονται «εκ των παλαιοτέρων Ρωμαίων», και, ακόμη, ότι στην εποχή του «παρά των εντοπίων Έλληνες προσαγορεύονται», γιατί σε παλαιότερα χρόνια ήταν ειδωλολάτρες «κατά τους παλαιούς Έλληνας».

    [Αυτό που λέει ο Πορφυρογέννητος είναι ότι οι ντόπιοι Πελοποννήσιοι αποκαλούσαν τους κατοίκους της Μάνης «Έλληνες», γιατί αν και είχαν εκχριστιανιστεί πρόσφατα (επί Βασιλείου Α’ του Μακεδόνα), τους είχε μείνει ακόμα η «ρετσινιά» του ειδωλολάτρη. Τώρα, πώς αυτό το χωρίο δείχνει την συνέχεια των «Ελλήνων» μόνο ο Σβορώνος το ξέρει.]

    Ο ίδιος, μιλώντας για το θέμα Παφλαγονίας και το «έθνος» των Παφλαγόνων, διακρίνει τις παραθαλάσιες πόλεις (Σινώπη Αμάσεια, Τήιον και Αμινσός), για τις οποίες γράφει: «Ελληνίδες εισί πόλεις και Ελλήνων άποικοι». Το θέμα Χαλδαίας και η Τραπεζούς «Ελλήνων εισί άποικίαι».

    [Και πάλι αυτή είναι μια λόγια μαρτυρία από έναν αυτοκράτορα, ο οποίος μάλιστα δεν αυτοπροσδιορίζεται ούτε Έλληνας, ούτε Γραικός, και όχι μια θετική μαρτυρία για τη συνείδηση των ίδιων των ελληνικών πληθυσμών]

    Ας προστεθεί, ακόμα, ότι η γλώσσα που μιλούν οι Έλληνες της Αυτοκρατορίας δεν έπαψε να ονομάζεται ελληνική.

    [Ο Σβορώνος μάλλον είχε ξεχάσει ότι η δημώδης ελληνική γλώσσα από ένα σημείο και μετά ονομάστηκε ρωμαίικη.]

    Το σχήμα αυτό του Σβορώνου, ανάμεσα στα άλλα, φαίνεται ότι αντικρούει κάποιες από τις βασικές θέσεις σας: οι ελληνικοί πληθυσμοί δεν καταπιέζονταν και τόσο ώστε να λένε πως είναι «Ρωμαίοι» και όχι Έλληνες ή να αποκαλούν υποχρεωτικώς τη γλώσσα τους ρωμαίικη. Και αυτό γιατί σύμφωνα με το Σβορώνο υπήρχε «χάσμα» ανάμεσα στις ανώτερες τάξεις και στο λαό με αποτέλεσμα η κάθε πλευρά να ακολουθεί τη δική της παράδοση. Άλλωστε οι ελίτ τους ελληνικούς πληθυσμούς τους ονόμαζαν συνήθως «Γραικούς» και τη γλώσσα την ονόμαζαν ελληνική. Οι Έλληνες λοιπόν ονομάστηκαν Ρωμαίοι (με εθνική σημασία) πολύ αργότερα από το 212 ή το 330 ή το 476 ή την εποχή του Ιουστινιανού ή την εποχή του Ηρακλείου, και αυτό, αν μη τι άλλο, πρέπει να σημαίνει κάτι.

    Επίσης, σύμφωνα με το σχήμα του Σβορώνου και του Βακαλόπουλου, από τη στιγμή που οι επίσημοι Βυζαντινοί ταυτίστηκαν με τον ελληνικό λαό και άρχισαν να προβάλλουν την ελληνική ιδέα και το όνομα Έλληνες στην Νίκαια, στην Ήπειρο και αλλού, οι λαός έπρεπε λογικά να κάνει το ίδιο. Εκείνη τη στιγμή όμως που η Νίκαια είχε γίνει το κέντρο του «ελληνικού πατριωτισμού» (σύμφωνα με τον Μαρξ), ιδού ποιες «πνευματικές και πολιτικές ζυμώσεις κρύβονταν πίσω από την ελληνολατρία των Λασκαριδών»:

    Λοιπόν άν θέλη ο αφέντης μας, τά κάστρη νά τά επάρη,
    κ ημείς, τό γένος τών Ρωμαίων, δούλοι σου νά αποθάνουν,
    τούτο ζητούμεν, λέγομεν, μεθ όρκου νά μάς τό ποιήσης
    εγγράφως, νά νό έχωμεν ημείς καί τά παιδιά μας•
    από τού νύν καί έμπροστεν, Φράγκος νά μή μάς βιάση
    ν αλλάξωμεν τήν πίστιν μας διά τών Φραγκών τήν πίστιν,
    μήτε από τά συνήθειά μας, τόν νόμον τών Ρωμαίων.
    [έκκληση των Μοραϊτών προς τους Φράγκους κατακτητές, απο το Χρονικό του Μορέως]

    Βλέπουμε λοιπόν ότι οι ίδιοι οι απλοί Έλληνες-Γραικοί αισθάνονταν ότι ανήκαν στο «γένος των Ρωμαίων». Και ναι μεν ο Απόστολος Βακαλόπουλος, βασιζόμενος στον ακόλουθο στίχο του Φράγκου συντάκτη του χρονικού του Μορέως:

    Διαβάντα γαρ χρόνοι πολλοί αυτείνοι οι Ρωμαίοι,
    Έλληνες είχαν το όνομα, ούτως τους ονομάζαν
    -πολλά ήσαν αλαζονικοί, ακόμη το κρατούσιν-
    από την Ρώμη επήρασι το όνομα των Ρωμαίων

    σχολιάζει πως: «Οι κάτοικοι λοιπόν της βυζαντινής αυτοκρατορίας δεν είναι Ρωμαίοι αλλά Έλληνες. Αυτό δεν το έχουν ίσως ακόμη συνειδητοποιήσει οι ίδιοι πολύ καλά μέσα τους. Το γνωρίζουν όμως οι Φράγκοι, οι οποίοι δοκιμάζουν την αντίστασή τους».
    [Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. Α’, σ. 76]

    δεν έχει συνειδητοποιήσει όμως ο ίδιος με τη σειρά του, ή δεν θελει να συνειδητοποιήσει, ότι μέσα στο Χρονικό Έλληνες κατονομάζονται οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι οι Νεοέλληνες, οι οποίοι έχουν πλέον σαν εθνικό τους όνομα το Ρωμαίοι, όχι γιατί πιστεύουν πως κατάγονται από τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Αύγουστο, αλλά γιατί κάποια από τα πιο «ιερά» γι΄ αυτούς εθνοτικά γνωρίσματα (η πίστη τους και τα «συνήθειά» τους, που ζητούσαν από τους Φράγκους να μην τους τα πειράξουν), καθώς και η συνείδηση ότι αποτελούν ένα «Γένος», διαμορφώθηκαν στη Ρωμανία (Βυζάντιο).

    Αυτή η χτυπητή αντίφαση (δηλ. οι επίσημοι Βυζαντινοί στη Νίκαια να μιλάνε για «γένος Ελλήνων» και ο λαός να μιλά για «γένος Ρωμαίων») έτσι μόνο μπορεί να εξηγηθεί: ότι η κρίση της αυτοκρατορίας, πρώτα συσπείρωσε όλους τους ελληνικούς πληθυσμούς γύρω από το κέντρο της Ρωμανίας, την Κωνσταντινούπολη, διαμορφώνοντας έτσι εκ νέου την εθνοτική συνείδηση και την εθνότητα (ως Γένος των Ρωμαίων), και στη συνέχεια οι επίσημοι Βυζαντινοί άρχισαν να προβάλλουν την ιδέα της καταγωγής του Γένους από την αρχαία Ελλάδα. Τα ονόματα Έλληνες και Γραικοί έγιναν συνώνυμα αλλά εναλλακτικά του βασικού ονόματος Ρωμαίοι. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι χρησιμοποιούνταν κυρίως από τους λόγιους, ενώ η χρήση του ονόματος Ρωμαίοι ήταν κατακόρυφη, γινόταν δηλ. τόσο από τους λόγιους όσο και από το λαό.

    Και κάτι τελευταίο για το όνομα Ρωμαίοι. Γράφετε: «Ο όρος «Ρωμαίοι» μόνο όταν θεωρηθεί στην αυστηρά εθνολογική εκδοχή του παραπέμπει σε εθνικότητα, που όμως είναι η εθνικότητα των Ρωμαίων και όχι η δική μας.»

    Με την ίδια λογική οι Γάλλοι είναι παράφρονες που έχουν για εθνικό τους όνομα το «Francais», αφού αυτό στην αυστηρά εθνολογική του εκδοχή παραπέμπει στην εθνικότητα του γερμανικού φύλου των Φράγκων (Καρλομάγνoς κλπ) και όχι των Γάλλων. Αναρωτιέμαι όμως αν ο Καρλομάγνος μπορεί να θεωρηθεί Francais (Γάλλος).

    Και οι Ρουμάνοι όμως είναι παράφρονες που έχουν για εθνικό τους όνομα το «Romani», αφού αυτό στην αυστηρά εθνολογική του εκδοχή παραπέμπει στην εθνικότητα των Ρωμαίων και όχι των Ρουμάνων.

    Όμως η λογική αυτή οδηγεί σε γραφικές καταστάσεις όπως του καθηγητή Α. Κεραμόπουλου, ο οποίος εν μέσω οίστρου έγραφε:
    «[…] εκόλλησαν έκτοτε εις το έθνος μας την δυσαπάλλακτον κηλίδα, το όνομα Ρωμαίοι, Ρωμιοί, το οποίον θα έπρεπε ν’ αποφεύγωμεν επιμόνως και φανατικώς, αναλαμβάνοντες το πάτριον εθνικόν ελληνικόν όνομα ημών, κατ’ αντίθεσιν προς τους Ρουμάνους, οίτινες κατεφρόνησαν το έθνος των ως Δακοί και το όνομα της πατρίδος των Δακίας, δια να κρατήσουν υπερηφάνως το όνομα Romani, όπερ εδήλου πολιτικήν πτώσιν και υπηκοότητα και ταπείνωσιν και εξάρτησιν των εκ της Ρώμης πάλαι…»
    [Οι Έλληνες και οι Βόρειοι γείτονες, 1945, σ. 186-187]

    Την προηγούμενή σας απάντηση την αρχίσατε με την εξής παρατήρηση: «ουδείς αμφισβητεί ότι τα πάντα υπόκεινται σε μεταβολή».
    Περιέργως όμως, στο θέμα των εθνικών ονομασιών δεν δέχεστε ότι μπορεί να υπάρξει μεταβολή, ακόμα και αν αυτή η μεταβολή είναι τόσο εμφανής.

  73. ΤΑ «ΣΥΝΗΘΕΙΑ»

    Κύριε Pertinax, ως «Pertinax» είστε μαχητικός και επίμονος, κάτι που το θεωρώ θετικό, αλλά ως “Graecus Heareticus” φοβάμαι ότι με μπερδεύετε. Και αυτό, γιατί αντιπαρέρχεστε την ουσία της επιχειρηματολογίας μου και δεν απαντάτε στα τα βασικά σημεία της. Επιπλέον, έχετε την τάση να καταφεύγετε διαρκώς σε συγκρίσεις. Και επειδή αναφερθήκατε στους Γάλλους, θα σας θυμίσω ότι οι φίλοι αυτοί και εταίροι μας το λένε καθαρά: “Comparaison n’ est pas raison” (σε ελεύθερη απόδοση: η σύγκριση δε συνιστά λογική επιχειρηματολογία).

    Στην προηγούμενη παρέμβασή μου είχα επισημάνει το εξής: «Ο όρος ‘Ρωμαίοι’ μόνο όταν θεωρηθεί στην αυστηρά εθνολογική εκδοχή του παραπέμπει σε εθνικότητα, που όμως είναι η εθνικότητα των Ρωμαίων και όχι η δική μας”. Τώρα θα πρόσθετα: ευτυχώς! Γιατί, αν η εθνολογικά προσδιορισμένη (δηλαδή συγκεκριμένη, άρα περιορισμένη) έννοια του Ρωμαίου περιελάμβανε στο πλάτος της τους σημερινούς Έλληνες, τους Ρουμάνους και όλους τους κατά καιρούς υποτελείς της Ρωμαϊκής, αρχικά, και ακολούθως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τότε «Ρωμαίοι» θα ήταν περίπου οι πάντες, δηλαδή κανένας. Οπότε θα χρειαζόμαστε έναν καινούργιο όρο για να αποδώσουμε τους αυθεντικούς Ρωμαίους, τους Ρωμαίους της Αρχαίας Ρώμης, και να τους αντιδιαστείλουμε από το συρφετό των «light» και των ”γιαλαντζί» Ρωμαίων. Αφήνω που, από κει και πέρα, αυτοί οι δυστυχείς «light» Ρωμαίοι θα άρχιζαν τους μεταξύ τους διαπληκτισμούς «διαμεριζόμενοι» το αδειανό πουκάμισο της κατά φαντασίαν ρωμαϊκότητάς τους. Και ανάμεσά τους η αφεντιά μας, εμείς οι «Ρωμιοί», που θα παλεύαμε για το τίποτα, έχοντας προηγουμένως πετάξει στα αζήτητα ένα «βαρύ» και ένδοξο, ιστορικά, όνομα, το όνομα «Έλληνες». Συμπέρασμα: κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν ενδείκνυται να παίζει κανείς ούτε με τη λογική ούτε με την ιστορία.

    Ας έρθουμε, λοιπόν, στην ουσία: μου φαίνεται λίγο περίεργος ο ισχυρισμός σας ότι «Οι Έλληνες (…) ονομάστηκαν Ρωμαίοι (με εθνική σημασία) πολύ αργότερα από το 212 ή το 330 ή το 476 ή την εποχή του Ιουστινιανού ή την εποχή του Ηρακλείου, και αυτό, αν μη τι άλλο, πρέπει να σημαίνει κάτι». – Ασφαλώς και «κάτι σημαίνει» εκείνο το «πολύ αργότερα (…) από την εποχή του Ηρακλείου». Σημαίνει πως όταν στο Βυζάντιο οι Ρωμαίοι αριθμητικά ήταν από ελάχιστοι έως αμελητέοι. (Μιλάμε για τους ΑΛΗΘΙΝΟΥΣ Ρωμαίους και όχι για τα μεταλλαγμένα ιδεοληπτικά υποκατάστατα στη σκέψη κάποιων εκπροσώπων του ρωμαιολάγνου ελληνομηδενισμού made in U.S.A., των οποίων η ιστοσελίδα είναι κατάστικτη με την εμβληματική μινιατούρα που απεικονίζει τη λύκαινα με το Ρωμύλο και το Ρώμο!…). Όταν οι μη ελληνικοί πληθυσμοί χάνονταν ο ένας μετά τον άλλο για την αυτοκρατορία. Όταν σε μια Αυτοκρατορία, η οποία σταδιακά συρρικνωνόταν παρά τις εφήμερες εδαφικές επιτυχίες της, το στοιχείο που κυριαρχούσε ήταν το ελληνικό. Όταν η ελληνική ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους και η αποκλειστική γλώσσα του λαού (με όλα όσα αυτό συνεπαγόταν), ενώ η λατινική ήταν απλώς ανύπαρκτη. Όταν η εκπαίδευση, για όσους μπορούσαν να τη λάβουν (και αυτοί, ασφαλώς, δεν περιορίζονταν στους λογίους!), ήταν ακραιφνώς ελληνική. Όταν ο Φώτιος και ο Αρέθας, με ενδιάμεσους σταθμούς τον Κωνσταντίνο Θ’ το Μονομάχο (δημιουργία του Πανε-πιστημίου, το 1054), καθώς και τον Ιωάννη τον Ιταλό και το Μιχαήλ Ψελλό, τον 11.αιώνα, γίνονταν οι εκφραστές μιας γενικευμένης ‘επιστροφής’ στους Αρχαίους Έλληνες και στην κλασική παιδεία παρά την αντίδραση της Εκκλησίας. Όταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Δημητρίου Κυδώνη και του Νικόλαου Καβάσιλα, η Θεσσαλονίκη, στις αρχές του 14. αιώνα, φιλοδοξούσε να μιμηθεί την Αρχαία Αθήνα και αναδεικνυόταν κέντρο ελληνικών σπουδών, οι οποίες κατακτούσαν πλατιά στρώματα του λαού. Όταν η Παλαιολόγεια Αναγέννηση –-μια Αναγέννηση καθαρά ελληνική— προηγείτο της ιταλικής για να διακοπεί απότομα το 15. αιώνα λόγω της τουρκικής κατάκτησης. Όταν το ελληνικό στοιχείο, εκτός από τη συνείδηση της ελληνικότητάς του, αποκτούσε επίγνωση και του ότι η δήθεν ρωμαϊκότητά του ήταν λόγος κενός. Όταν, λοιπόν, συντελούνταν όλη αυτή η κοσμογονία, ΕΣΕΙΣ, ενάντια στην ομόφωνη σχεδόν μαρτυρία των κορυφαίων ιστορικών, βλέπετε να ξεπροβάλλει από το πουθενά –ΤΟΤΕ ή κάπως νωρίτερα– ένα «Γένος Ρωμαίων».

    Αν καταλαβαίνω καλά, πρόκειται για ένα «Γένος Ρωμαίων» χωρίς Ρωμαίους, το οποίο συγκροτείται…από Έλληνες. Αναρωτηθήκατε ποτέ πόσο αντιστρατεύεται τη στοιχειώδη νοημοσύνη το να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα κατά της ελληνικότητας η ψευδεπίγραφη ονομασία μιας εθνότητας, που, ενώ είναι ελληνική, μετονομάζεται «ρωμαϊκή»; Η περίπτωση θυμίζει αμυδρά το γαστρίμαργο εκείνο μοναχό, που για να περισώσει την ευσέβεια και την εγκράτειά του, «βάφτιζε» νηστίσιμο… το κρέας που κατανάλωνε τη Μεγάλη Παρασκευή! Ισχυρίζεστε ότι «[οι Νεοέλληνες] έχουν πλέον σαν εθνικό τους όνομα το Ρωμαίοι,(…) γιατί κάποια από τα πιο ‘ιερά’ γι΄ αυτούς εθνοτικά γνωρίσματα (η πίστη τους και τα ‘συνήθειά’ τους, που ζητούσαν από τους Φράγκους να μην τους τα πειράξουν), καθώς και η συνείδηση ότι αποτελούν ένα ‘Γένος’, διαμορφώθηκαν στη Ρωμανία (Βυζάντιο)». Προσωπικά, δε θεωρώ καθόλου πειστικό έναν τέτοιο ισχυρισμό. Εσείς τον θεωρείτε; Ας σταθούμε λίγο σ’ αυτόν.

    Αν η γλώσσα και η παιδεία των Νεοελλήνων ήταν, όπως είπαμε, ελ-ληνικές, αν τα ήθη και τα έθιμά τους ήταν επίσης ακραιφνώς ελληνικά (τα «συνήθεια» που εσείς επικαλείστε) και, επιπλέον, αν οι απλοί αυτοί άνθρωποι δεν ήξεραν ούτε μια λέξη λατινική, αν δεν είχαν δια-βάσει ποτέ τους ούτε ένα στίχο από Λατίνο συγγραφέα και αν –-πιθανότατα– δεν είχαν ακούσει το παραμικρό για Καρχηδονιακούς Πολέμους ή για κοινωνικούς αγώνες στη Ρώμη, τότε ποια ήταν επί τέλους αυτά τα περίφημα «πιο «ιερά» γι’ αυτούς εθνοτικά γνωρίσματα που τους μετέτρεπαν σε «Γένος Ρωμαίων»; Δεδομένου ότι, όπως έδειξα, δεν υπήρχαν άλλα τέτοια στοιχεία εθνικού προσδιορισμού, τα μόνα που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τη συνείδηση ενός «Γένους» είναι όσα εσείς αναφέρετε. Και εσείς αναφέρετε, το επαναλαμβάνω: α) «τα πιο ‘ιερά’ γι’ αυτούς εθνοτικά γνωρίσματα, ([την] πίστη τους και τα ‘συνήθειά’ τους» καθώς και β) τη «συνείδηση ότι αποτελούν ένα ‘Γένος’». (Να σημειωθεί με την ευκαιρία πως η συνείδηση αυτή [β] δεν μπορεί να συνυπάρχει «παρατακτικά» με τα πα-ραπάνω στοιχεία [α] ή να προστίθεται σ’ αυτά, γιατίτα προϋποθέτει και τα εμπεριέχει). Πιστεύετε, λοιπόν, στ’ αλήθεια ότι ο απλός λαός (γιατί σ’ ΑΥΤΟΝ αναφέρεστε και επιμένετε), που είχε από αιώνες εκχριστιανιστεί και δεν κινδύνευε ασφαλώς να επιστρέψει…στην «ειδωλολατρία», κατανοούσε τις ενδοχριστιανικές δογματικές έριδες μεταξύ ορθοδόξων και καθολικών και ενδιαφερόταν ειλικρινά γι’ αυτές; Και, προ πάντων, είστε βέβαιος ότι σε αυτές τις ενδοχριστιανκές δογματικές έριδες, οι οποίες γι’ αυτόν ήταν ακατανόητα πράγματα που τον άφηναν πιθανότατα παγερώς αδιάφορο, θα μπορούσε ποτέ να στηριχτεί η «εθνοτική» συνείδηση ενός Γένους «Ρωμαίων»; Και μάλιστα ενάντια στο ρεύμα της ελληνικότητας, που κυλούσε στη συνείδησή του απλού λαού και έγινε ακόμη πιο ορμητικό μετά την κατάκτηση της Βασιλεύουσας από τους Σταυροφόρους και τις αγριότητες που επακολούθησαν;

    Είναι σαφές από όσα προανέφερα, από όσα σε προηγούμενες παρεμβάσεις μου έχω επισημάνει, καθώς και από όσα ακόμη και εσείς ο ίδιος παραδέχεστε («όχι γιατί πιστεύουν πως κατάγονται από τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Αύγουστο»), ότι αυτή η «ρωμαϊκότητα» είναι στην κυριολεξία ένα «πουκάμισο αδειανό», ένας άλλος τρόπος για να πεις ή να μην πεις «Έλληνας/ελληνισμός». Η ψευδεπίγραφη, λοιπόν, ρωμαϊκότητα είναι το αποκλειστικό προϊόν της συστηματικής πλύσης εγκεφάλου, στην οποία το Κράτος και η Εκκλησία είχαν υποβάλει τους πιστούς για κάποιους από τους παρακάτω λόγους ή και για όλους μαζί: α) αποστροφή προς τον αρνητικά φορτισμένο όρο «Έλληνας» (Το φόβητρο της «ειδωλολατρίας» δεν έπαψε ποτέ να κατατρύχει τους εκκλησιαστικούς αξιωματούχους –- όχι τους πιστούς. Ακόμη και το 18. αιώνα θα βρούμε μια εξέχουσα φυσιογνωμία σαν τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό να διδάσκει τον απλό λαό: «δεν είσθενε Έλληνες, δεν είσθενε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’ είσθενε ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί»), β) εξυπηρέτηση εξωτερικών σχέσεων και διπλωματικών σκοπιμοτήτων στο πλαίσιο της οικονομικοπολιτικής διαμάχης με το λατινικό στοιχείο), γ) σκληρές αντιπαρα-θέσεις με τον παπισμό με αφετηρία τη δογματική διελκυστίνδα και τα υποκρυπτόμενα σ’ αυτήν κρατικά συμφέροντα, δ) ανάγκη διατήρησης και διεύρυνσης της εκκλησιαστικής επιρροής μέσα από την προβολή μιας «ξεθυμασμένης», έστω, ρωμαϊκής οικουμενικότητας, ε) αυτόβουλη και ολόψυχη ταύτιση του χριστιανισμού με την ανάμνηση του ρωμαϊκού imperium, χάρη στο οποίο η Εκκλησία, από διωκομένη που ήταν αρχικά, είχε τελικά μετατραπεί σε διώκουσα, και, τέλος, στ) αδιάλλακτη προσκόλληση, λόγω κεκτημένης ταχύτητας και παράδοσης, σε ένα κενό περιεχομένου γόητρο, στενά συνδεδεμένο με το στοιχείο της μεγαλομανίας, που είχε αμετακίνητα εδραιωθεί στον εσώτατο ψυχισμό του διοικητικού και τού εκκλησιαστικού κατεστημένου.

    Θα ήθελα εδώ να διευκρινίσω το έξης: χωρίς να αμφισβητώ την ύπαρξη της ρωμαϊκής χριστιανικής ιδέας που είχε «άνωθεν» επιβληθεί και επικρατήσει στο Βυζάντιο, υποστηρίζω ότι αυτή η ιδέα ουσιαστικά συγκάλυπτε απλώς το πολιτιστικά κυρίαρχο ελληνικό στοιχείο, που μαζί με το χριστιανικό (και ανεξαρτήτως της υποβόσκουσας μεταξύ τους έντασης) ήταν οι βασικές συνιστώσες του Βυζαντινού πολιτισμού. Επομένως, οι φράσεις «ένα πουκάμισο αδειανό» ή «ένας άλλος τρόπος για να πεις ή να μην πεις Έλληνας/Ελληνισμός», τις οποίες χρησιμοποιώ συχνά, δεν είναι σχήμα λόγου αλλά ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα. Θέλετε ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα; Τον 9. αιώνα ο χαλίφης Αλ-Μαμούν πρόσφερε στον αυτοκράτορα Θεόφιλο μεγάλες ποσότητες χρυσού και αιώνια ειρήνη με ένα και μόνο αντάλλαγμα: να επιτρέψει ο τελευταίος στο Λέοντα το Μαθηματικό να μεταβεί για λίγο στην αυλή του Άραβα ηγεμόνα, ώστε να μεταδώσει εκεί κάποια στοιχεία από τις γνώσεις του στα μαθηματικά, στην αστρονομία και στις άλλες επιστήμες. Μιλάμε για πολιτιστικά επιτεύγματα όχι, βέβαια, ρωμαϊκά αλλά ακραιφνώς ελληνικά. Άλλωστε ο Λέων ο Μαθηματικός, χάρη στη μεγάλη ανα-στροφή και τη βαθιά εξοικείωσή του με την ελληνική επιστήμη και τα ελληνικά γράμματα, είχε αξιωθεί το παρωνύμιο «Έλλην». Ο Θεόφιλος απέρριψε την προσφορά με την ακόλουθη αιτιολογία: θα ήταν παράλογο, είπε, να δώσει κανείς το δικό του αγαθό σε άλλους και να παραδώσει σε ξένους τη γνώση των όντων, χάρη στην οποία οι πάντες τιμούν και θαυμάζουν το Γένος των Ρωμαίων! (“αλλ’ ο Θεόφιλος ανταποκρίνας και άλογον το οικείον δούναι ετέροις καλόν και την των όντων γνώσιν έκδοτον ποιήσαι τοις έθνεσι, δι’ ης το των Ρωμαίων Γένος θαυμάζεταί τε και τιμάται παρά πάσιν”) (Τα μετά τον Θεοφάνη, 190, 18-21).

    Ναι, διαβάσατε σωστά. Τα μαθηματικά και η αστρονομία είναι δόξα του «Γένους των Ρωμαίων»! Και να σκεφτεί κανείς ότι στην κλασική περίοδο της λατινικής γραμματείας, τότε που διαμορφωνόταν πρωθύστερα ο μύθος του ιστορικού προορισμού της Ρώμης ως κοσμοκράτειρας, η αποστολή του ρωμαϊκού λαού προδιαγράφεται με σαφήνεια. Εκείνο στο οποίο οφείλει να επικεντρώσει το ενδιαφέρον του δεν είναι τα γράμματα, οι τέχνες και οι επιστήμες, είναι το imperium! O Αγχίσης, συγκεκριμένα, τονίζει στο γιο του Αινεία, όταν ο τελευταίος τον συναντά στον κάτω κόσμο, πως η μετάδοση πνοής ζωής στο χαλκό, η σμίλευση ζωντανών μορφών στο μάρμαρο, οι εύστοχες δικανικές ομιλίες αλλά και η μέτρηση με το διαβήτη της κίνησης του ουρανού και της τροχιάς των αστέρων, αυτά όλα είναι επιδόσεις, στις οποίες κάποιοι άλλοι (εννοεί τους Έλληνες) θα αποδειχτούν περισσότερο ικανοί. Και του δηλώνει εμφατικά ότι ο ίδιος, ως Ρωμαίος, πρέπει να θυμάται πως οι δικές του οι «τέχνες» είναι να επιβάλλει στους άλλους λαούς την κυριαρχία του, να παγιώνει την ειρήνη μεταξύ των εθνών, να δείχνει επιείκεια προς τους ηττημένους και να κατανικά τους αλαζόνες («excudent alii spirantia mollius aera/(credo equidem), vivos ducent de marmore vultus,/orabunt causas melius, caelique meatus /describent radio et surgentia sidera dicent: /tu regere imperio populos, Romane, memento/(hae tibi erunt artes), pacique imponere morem,/parcere subiectis et debellare superbos», Αινειάδα, VI, 847-853).

    Ο Θεόφιλος, προφανώς, δεν αμφισβητεί την ελληνική πατρότητα των επιστημών ούτε τη διεκδικεί για λογαριασμό των «Ρωμαίων». Απλούστατα, αντί να αναφερθεί ονομαστικά στους Έλληνες, θεωρεί αυτονόητο ότι μπορεί να τους αποκαλέσει «Ρωμαίους». Και είναι χαρακτηριστικό το ότι αμέσως μετά την λέξη «Ρωμαίων», στο παραπάνω χωρίο, ο Διον. Ζακυθηνός επεξηγεί μέσα σε παρένθεση: «(των Βυζαντινών, των ΕΛΛΗΝΩΝ)». (Το Βυζάντιον, Αθήναι, 1951, σελ. 72). Ενώ ο Paul Lemerle, αποδίδοντας ελεύθερα το ίδιο χωρίο, τονίζει ευθέως πως η γνώση των όντων «αποτελούσε παντού τη δόξα των ΕΛΛΗΝΩΝ» (Ο πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός, μτφρ. Μαρίας Νυσταζοπούλου–Πελεκίδου, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2007, σελ. 132). Είναι προφανές ότι αυτό το «ένας άλλος τρόπος για να πεις ή για να μην πεις ‘Ελληνας’» το υιοθετούν και οι δύο διαπρεπείς αυτοί βυζαντινολόγοι, αλλά το εκφράζουν με το δικό τους (έμμεσο και περισσότερο κομψό) τρόπο.

    Αναφέρθηκα παραπάνω στο ρεύμα της ελληνικότητας, που έστω και «μεταμφιεσμένο» κυλούσε ορμητικά στη συνείδησή του απλού Έλληνα. Στους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας και κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο αλλά και στις παροικίες του εξωτερικού η ελληνική συνείδηση, με όχημα τη γλώσσα, ήταν πανταχού παρούσα. Μπορεί επί αιώνες η Εκκλησία στη θέση του Έθνους να τοποθετούσε συστηματικά το Γένος, στη θέση της πατρίδας αποκλειστικά και μόνο την πίστη και στη θέση του Ελληνισμού τη Ρωμιοσύνη και μόνο. Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα δεν έσβησε. Παρέμεινε ακμαία στη σκέψη, στα λόγια και στα κείμενα των πνευματικών ηγετών του Έθνους, που φώτιζαν το μυαλό και πυρπολούσαν την ψυχή του απλού λαού (Προς μεγάλο σκανδαλισμό, εννοείται, των καθ’ ημάς νεοορθόδοξων και «λοιπών ρωμαιόπληκτων δυνάμεων», που θα επιθυμούσαν διακαώς η επίδραση στον απλό λαό να ήταν μονόπλευρα εκκλησιαστική…). Προ πάντων, όμως, η Ελλάδα παρέμενε ολοζώντανη στις ίδιες τις ψυχές των Ελλήνων αλλά και, σύμφωνα με το Σολωμό, στα κόκαλα τα ιερά των προγόνων τους. Και όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, με αφετηρία το ’21, ξεχύθηκε σαν ορμητική λάβα ηφαιστείου που παρασύρει στο διάβα της τα πάντα.

    «Και ξαφνικά, γράφει ο Ιω. Κακριδής, από την πρώτη κιόλας μέρα, ακούει (ο λαός) πως και αυτός είναι Έλληνας. Τον βεβαιώνουν οι αρχηγοί του, το βροντοφωνάζει κάθε στιγμή ο Κολοκοτρώνης, οι ξένοι από τα πέρατα του κόσμου μιλούν για τη νεκρανάσταση των Ελλήνων. Ο ταπεινωμένος αιώνες τώρα ραγιάς είναι λοιπόν, ίδια φυλή και φύτρα με τους αντρειωμένους Έλληνες; Αυτός ο μυθικός κόσμος των αθάνατων Ελλήνων ήταν λοιπόν τόσο δικός του και δεν το ήξερε; Η ψυχή του απλού, ταπεινού αγωνιστή βρίσκει ξαφνικά ένα στήριγμα από τα πιο μεγάλα – έναν μύθο».– Ούτε, όμως, ο Κολοκοτρώνης, θα πρόσθετε η ταπεινότητά μου, ούτε «οι ξένοι από τα πέρατα του κόσμου» ούτε ο ουρανοκατέβατος «μύθος» θα μπορούσαν ποτέ να μετατρέψουν «εν ριπή οφθαλμού» τους αγράμματους φουστανελάδες σε «Έλληνες», αν η ίδια η ελληνικότητα δεν ήταν παρούσα και παντοδύναμη στη συνείδησή τους. Συγχωρήστε με, αλλά δεν μπορώ να μην επαναλάβω στο σημείο αυτό το Νικόλαο Πολίτη, που εσείς δεν τον πολυσυμπαθείτε: «Αμιγές αντί του αίματος διετηρήθη εν τη γλώσση, τω βίω και τω χαρακτήρι του λαού το ελληνικόν πνεύμα δι’ αδιασπάστου αλύσεως παραδόσεων, ης ένα προς ένα τους κρίκους ανευρίσκομεν εν τοις διαφόροις σταδίοις και ταις περιπετείαις της ελληνικής εθνότητος». Ιδού για τους αγωνιστές του ’21 «τα ‘συνήθειά τους’», αγαπητέ κ. Pertinax. Είναι τα ίδια τα “συνήθεια» που κατά τη Βυζαντινή περίοδο είχαν οδηγήσει, όπως έχω ήδη προαναφέρει, όχι στην εθνογένεση ενός «Γένους Ρωμαίων», αλλά στην (εθνο)αναγέννηση του Έθνους των Ελλήνων!…

    Το ότι, πάντως, «διαβάζοντας τα κείμενα του Αγώνα βλέπουμε πως την εποχή εκείνη το όνομα Έλληνες χαρακτηρίζει μόνο τον επαναστατημένο λαό» (Ιω. Κακριδής), το ότι δηλαδή μόνο οι αγωνιζόμενοι κατά των Τούρκων ανακτούν το όνομα των μυθικών ηρώων που φάνταζαν στη λαϊκή αντίληψη ως όντα υπερφυσικά –-και ανεξαρτήτως του αν και κατά πόσο αυτό αληθεύει– μοιάζει να περικλείει ένα βαθύτερο συμβολισμό. Ότι δηλαδή η ελληνικότητα δεν είναι κάτι το δεδομένο, το εύκολο και το ανέξοδο, αλλά συνυφαίνεται ΜΕ τον αγώνα, ξεπροβάλλει ΑΠΟ τον αγώνα και κατακτάται ΧΑΡΗ στον αγώνα. «Το εύδαιμον το ελεύθερον το δ’ ελεύθερον το εύψυχον», φέρεται από το Θουκυδίδη να διακηρύσσει ο Περικλής, στον «Επιτάφιό» του (II, 43,4). Αυτό επιβεβαιώθηκε με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Οι ήρωες του ’21 κέρδισαν με το σπαθί τους όχι μόνο την ανεξαρτησία τους από τον Τούρκο αλλά και ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥΣ, που την επέβαλαν σε εχθρούς και φίλους, μολονότι επί αιώνες η κρατική εξουσία και η Εκκλησία είχαν προσπαθήσει να τους κάνουν να την ξεχάσουν «παραχώνοντάς» την κάτω από μια ψευδεπίγραφη ρωμαϊκότητα.

    Θα ήταν, ωστόσο, ανιστόρητο και άδικο να αποσιωπήσει κανείς το ότι η Ορθοδοξία σε χαλεπούς καιρούς περιέθαλψε παράλληλα τον ελληνισμό υπό την σκέπην των πτερύγων της έστω και αντιμετωπίζοντάς τον ως Ρωμιοσύνη, καθώς και το ότι από τους κόλπους της αναδείχτηκαν ιεράρχες με ακμαίο ελληνικό φρόνημα όπως ο Πενταπόλεως (Άγιος) Νεκτάριος. Αστραπιαία, πάντως, μέσα από την πάλη κατά του εχθρού, το Γένος γίνεται πανηγυρικά Έθνος και οι ραγιάδες Ρωμιοί αναδεικνύονται ελεύθεροι Έλληνες με δική τους πλέον ανεξάρτητη πατρίδα. Και ο αγράμματος Μακρυγιάννης, που ούτε σε σχολείο είχε ποτέ πατήσει ούτε είχε ακούσει ποτέ τι θα πει Διαφωτισμός, θα αντιταχτεί σθεναρά στην πώληση σε ξένους, με οποιοδήποτε τίμημα, δύο αρχαίων αγαλμάτων: «Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. ΓΙ’ ΑΥΤΑ ΠΟΛΕΜΗΣΑΜΕ», θα πει. Οπότε κατάπληκτος ο Σεφέρης θα παρατηρήσει: «Δε μιλά ο Λόρδος Βύρων, μήτε ο λογιότατος, μήτε ο αρχαιολόγος• μιλά ένας γιος τσοπάνηδων της Ρούμελης με το σώμα γεμάτο πληγές. ‘ΓΙ’ ΑΥΤΑ ΠΟΛΕΜΗΣΑΜΕ’. Δεκαπέντε χρυσοποίκιλτες ακαδημίες δεν αξίζουν την κουβέντα αυτού του ανθρώπου».

    Τα «συνήθεια» που λέγαμε, φίλε κ. Pertinax.

    ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

  74. Κύριε Κατσιμάνη, όπως σημείωσα στην προηγούμενή μου απάντηση, δέχεστε ότι «τα πάντα υπόκεινται σε μεταβολή» αλλά το θέμα είναι πως βάζετε μια κόκκινη γραμμή στο μέγεθος αυτής της μεταβολής, πέραν της οποίας η όποια μεταβολή αρχίζει να γίνεται «εθνικά επικίνδυνη». Αυτό βέβαια δεν λέγεται αντικειμενική ιστορική θεώρηση αλλά ιδεολογική αυτοάμυνα.

    Δέχεστε ότι ο Νέος Ελληνισμός δεν είναι ίδιος με τον Αρχαίο αλλά δεν πείθετε κανέναν ότι το εννοείτε πραγματικά. Ο Νέος Ελληνισμός προέκυψε από τη σύνθεση Αρχαίου Ελληνισμού, Χριστιανισμού και – όσο και αν δεν θέλετε να το αποδεχτείτε – Ρωμαϊσμού. Αυτό ήταν και το τρίπτυχο του βυζαντινού πολιτισμού (ελληνοχριστιανικού κατά τους Παπαρρηγόπουλο και Ζαμπέλιο), σύμφωνα με τους κορυφαίους βυζαντινολόγους, όπως π.χ. ο Ostrogorsky που έλεγε: «Η ρωμαϊκή πολιτική θεωρία, ο ελληνικός πολιτισμός και η χριστιανική πίστη αποτελούν τα κύρια στοιχεία που καθώρισαν την εξέλιξη του Βυζαντίου. Χωρίς αυτά τα τρία στοιχεία είναι αδύνατο να κατανοήσουμε το Βυζάντιο. Η σύνθεση του ελληνικού πολιτισμού με τη χριστιανική θρησκεία στο πλαίσιο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας οδήγησε στη γένεση του ιστορικού εκείνου φαινομένου που ονομάζουμε βυζαντινή αυτοκρατορία». Είναι λογικό λοιπόν τα μαθηματικά και η αστρονομία να αποτελούν «δόξα των Γένους των Ρωμαίων» (κατά το Συνεχιστή του Θεοφάνους), αφού η αρχαιοελληνική κληρονομιά ήταν η μία από τις 3 κληρονομιές των Βυζαντινών (οι άλλες δύο ήταν η ιουδαιοχριστιανική και η αυτοκρατορική ρωμαϊκή)

    Αφού λοιπόν ο Νέος Ελληνισμός γεννήθηκε στο Βυζάντιο, είναι φυσικό να αντλήσει και από τα τρία συστατικά στοιχεία του Βυζαντίου. Κατάλοιπα του ρωμαϊσμού που ενσωματώθηκαν στη νεοελληνική ταυτότητα ήταν η ιδέα της αυτοκρατορίας, του «ρωμαίικου» που έλεγαν και επί Τουρκοκρατίας (που ήταν ρωμαϊκό μόρφωμα), το εθνικό κέντρο, δηλ. η Κωνσταντινούπολη (που την ίδρυσε ο Ρωμαίος Κωνσταντίνος) και το όνομα Ρωμιοί.

    Με συγχωρείτε αλλά είναι πολύ επιπόλαιο να διαβάζουμε στις πηγές ότι ολόκληρες γενιές επέμεναν να αυτοπροσδιορίζονται Ρωμαίοι-Ρωμιοί και εμείς να ισχυριζόμαστε ότι αυτή ήταν μια «αδειανή ταυτότητα», ότι εννοούσαν κάτι άλλο και ότι «η ταυτότητα της καρδιάς τους» ήταν η ελληνική. Είναι πολύ επιπόλαιο να λέει η πηγή ότι «τα συνήθεια» ήταν «ο νόμος των Ρωμαίων» (δηλαδή οι θεσμοί του Βυζαντίου) και εσείς να ερμηνεύετε ότι «τα συνήθεια» ήταν οι αρχαιοελληνικές παραδόσεις που διατηρούνταν μέσα στο χρόνο.

    Μεταξύ άλλων γράφετε: «Να σημειωθεί με την ευκαιρία πως η συνείδηση αυτή [του Γένους] δεν μπορεί να συνυπάρχει «παρατακτικά» με τα παραπάνω στοιχεία [εθνοτικά γνωρίσματα όπως η Πίστη και τα «συνήθεια»] ή να προστίθεται σ’ αυτά, γιατί τα προϋποθέτει και τα εμπεριέχει».

    Σίγουρα, αλλά ποια είναι η διαδικασία σχηματισμού μιας εθνότητας; Πρώτα αναπτύσσονται κοινά πολιτισμικά στοιχεία μεταξύ ενός πληθυσμού (γλώσσα, θρησκεία, έθιμα) και μετά σχηματίζεται η εθνοτική συνείδηση, δηλαδή η συνειδητοποίηση της κοινής ταυτότητας και κληρονομιάς. Οι αρχαίοι Έλληνες κατά την προομηρική εποχή είχαν ήδη αναπτύξει κοινά στοιχεία αλλά δεν είχαν ακόμα κοινή συνείδηση. Το ίδιο φαίνεται ότι συνέβαινε στους Έλληνες υπήκοους του Βυζαντίου μετά την οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού. Στα εναπομείναντα αρχαιοελληνικά στοιχεία (όπως η γλώσσα και κάποια έθιμα ή παραδόσεις που επιβίωσαν ή ενσωματώθηκαν στη νέα θρησκεία) προστέθηκαν ο χριστιανισμός και, μαζί με αυτόν, νέα έθιμα. Σύμφωνα μάλιστα με τον εθνοσυμβολιστή Αnthony Smith (αντίπαλο δέος των μεταμοντέρνων), ιδιαίτερη βαρύτητα για τον προσδιορισμό μιας εθνότητας έχουν οι μύθοι, οι ιστορικές μνήμες και τα σύμβολα. Στη λαϊκή παράδοση του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας ζήτημα είναι αν διασώζωνται κάποιοι ελάχιστοι αρχαιοελληνικοί μύθοι. Στη συλλογική ιστορική μνήμη δεν περιλαμβάνονται τα Μηδικά ή η ρωμαϊκή κατάκτηση της Ελλάδας, παρά οι μνήμες του Βυζαντίου. Σώζεται και η μορφή ενός μυθικού – και όχι ιστορικού – Αλέξανδρου, παρμένου από τη μυθιστορία του Ψευδο-Καλλισθένη, η οποία ήταν αγαπημένο ανάγνωσμα των Βυζαντινών. Ο «εθνικός χώρος» και τα «κέντρα» της εθνότητας δεν είναι πλέον ο μητροπολιτικός χώρος της Ελλάδας, η Αθήνα, οι Δελφοί και η Ολυμπία αλλά η αυτοκρατορία (η «γη των Ρωμαίων», η Ρωμανία) και η Κωνσταντινούπολη.

    Τα παραπάνω και η επικράτηση στη λαϊκή παράδοση του ονόματος Ρωμιοί αποδεικνύουν ότι η «λυδία λίθος» της νεοελληνικής εθνοτικής συνείδησης ήταν η ταύτιση όλων των ελληνόφωνων με την αυτοκρατορία και την Κωνσταντινούπολη και όχι η σχέση ή η επανασύνδεση με την αρχαία Ελλάδα, διαδικασία που συνέβη παράλληλα αλλά ρίζωσε στο λαό μόλις τον 19ο αιώνα. Εθνική κοιτίδα στη συνείδηση του μέσου Ρωμιού ήταν το Βυζάντιο. Ούτε η αρχαία Ρώμη, ούτε όμως και η αρχαία Ελλάδα (ακόμη τουλάχιστον). Η μαρτυρία του Μακρυγιάννη που επικαλείστε είναι από το 19ο αιώνα. Η πανταχού παρούσα αλλά κρυμμένη ελληνική συνείδηση του λαού, που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να εκδηλωθεί, είναι ρομαντικό ευφυολόγημα και όχι επιχείρημα με κάποια επιστημονική βαρύτητα.

    Το όνομα Ρωμαίοι-Ρωμιοί λοιπόν μέσω ιστορικών διαδικασιών και μεταβολών έγινε όνομα των Νεοελλήνων. Έτσι το «Γένος των Ρωμαίων» συγκροτείται από Ρωμαίους-Ρωμιούς (Νεοέλληνες) και όχι από αρχαίους Ρωμαίους (Ρωμάνους κατά τον Καταρτζή). Οι Ρωμαίοι-Ρωμιοί, οι αρχαίοι Ρωμαίοι και οι Ρουμάνοι είναι τρεις (3) διαφορετικοί λαοί και δεν καταλαβαίνω γιατί είναι τόσο δύσκολο να κάνετε αυτή τη διάκριση. Για να εξοικειωθείτε σας προτείνω να διαβάσετε πηγές σαν το Χρονικό του Μορέως, στο οποίο το Ρωμαίος, σαν εθνικό όνομα των Νεοελλήνων, ακούγεται πολύ φυσικά και αβίαστα. Από τη στιγμή που το όνομα αυτό ενσωματώθηκε στην παράδοση του Νεοέλληνα και έγινε ένα με αυτή, η δήλωση πως «το όνομα αυτό παραπέμπει στους αρχαίους Ρωμαίους» δεν λέει τίποτα απολύτως.

  75. Γραφετε επίσης:
    “Πιστεύετε, λοιπόν, στ’ αλήθεια ότι ο απλός λαός (γιατί σ’ ΑΥΤΟΝ αναφέρεστε και επιμένετε), που είχε από αιώνες εκχριστιανιστεί και δεν κινδύνευε ασφαλώς να επιστρέψει…στην «ειδωλολατρία», κατανοούσε τις ενδοχριστιανικές δογματικές έριδες μεταξύ ορθοδόξων και καθολικών και ενδιαφερόταν ειλικρινά γι’ αυτές; Και, προ πάντων, είστε βέβαιος ότι σε αυτές τις ενδοχριστιανκές δογματικές έριδες, οι οποίες γι’ αυτόν ήταν ακατανόητα πράγματα που τον άφηναν πιθανότατα παγερώς αδιάφορο, θα μπορούσε ποτέ να στηριχτεί η «εθνοτική» συνείδηση ενός Γένους «Ρωμαίων»; Και μάλιστα ενάντια στο ρεύμα της ελληνικότητας, που κυλούσε στη συνείδησή του απλού λαού και έγινε ακόμη πιο ορμητικό μετά την κατάκτηση της Βασιλεύουσας από τους Σταυροφόρους και τις αγριότητες που επακολούθησαν;”

    Οι στίχοι
    “από τού νύν καί έμπροστεν, Φράγκος νά μή μάς βιάση
    ν αλλάξωμεν τήν πίστιν μας διά τών Φραγκών τήν πίστιν”
    δεν αναφέρονται τόσο σε δογματικές διαφορές.
    Η αντίσταση στον εκφραγκισμό, δηλαδή στην υποταγή στον Πάπα και την εκκλησία της Ρώμης, και η συσπείρωση γύρω από το Πατριαρχείο ήταν καταλυτική για την ανάπτυξη της νεοελληνικής συνείδησης. Ο Πατριάρχης έγινε μέγιστο εθνοθρησκευτικό σύμβολο, τόσο στη Φραγκοκρατία όσο και στην Τουρκοκρατία.

  76. ΙΕΡΟ ΠΑΘΟΣ!

    Κύριε Pertinax,

    1. Γράφετε: «Ο Ostrogorsky (…) έλεγε: ‘Η ρωμαϊκή πολιτική θεωρία, ο ελληνικός πολιτισμός και η χριστιανική πίστη αποτελούν τα κύρια στοιχεία που καθόρισαν την εξέλιξη του Βυζαντίου. Χωρίς αυτά τα τρία στοιχεία είναι αδύνατο να κατανοήσουμε το Βυζάντιο. Η σύνθεση του ελληνικού πολιτισμού με τη χριστιανική θρησκεία στο πλαίσιο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας οδήγησε στη γένεση του ιστορικού εκείνου φαινομένου που ονομάζουμε βυζαντινή αυτοκρατορία’».

    Δεν έλεγε, όμως, ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ο Ostrogorsky, τον οποίο, από ό,τι φαίνεται, διαβάζετε επιλεκτικά. Έλεγε και το άλλο (για την εποχή του Ηρακλείου): «Το Βυζάντιο, αν και παραμένει πάντα σταθερά προσκολλημένο στις ρωμαϊκές πολιτικές ιδέες και παραδόσεις, μετα-βάλλεται σε ένα ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ». Και να ήταν μόνο αυτό! «Βυζαντινό είναι το εκχριστανισθέν ρωμαϊκό κράτος ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΈΘΝΟΥΣ» θα πει ο ιστορικός Aug. Heisenberg. «Ρωμαίος εσήμαινε, εν τέλει τον ΈΛΛΗΝΑ» και «Την ηγεμονία διετήρησαν ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΈΧΟΝΤΑ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑΝ ΕΘΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ, αδιάφορον αν εις τας φλέβας των έρρεε μία σταγών περισσότερο ή ολιγώτερον αίματος αρχαίου ελληνικού», θα τονίσει ο Krumbacher. «Υπάρχει συνέχεια (στην ελληνική ιστορία) τόσο στο θέμα της φυλετικής καταγωγής, όσο και σε ό,τι αφορά τη γλώσσα και τον πολιτισμό. (…) Παρά το γεγονός ότι οι κάτοικοι έφτασαν στο σημείο να αυτοαποκαλούνται Ρωμαίοι, ΠΑΡΕΜΕΙΝΑΝ ΑΝΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΈΛΛΗΝΕΣ», θα προσθέσει ο Duglas Dakin. Σας διαβεβαιώνω ότι ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό!…

    2. Γράφετε: «Είναι λογικό λοιπόν τα μαθηματικά και η αστρονομία να αποτελούν ‘δόξα των Γένους των Ρωμαίων’ (κατά το Συνεχιστή του Θεοφάνους), αφού η αρχαιοελληνική κληρονομιά ήταν η μία από τις 3 κληρονομιές των Βυζαντινών (οι άλλες δύο ήταν η ιουδαιοχριστιανική και η αυτοκρατορική ρωμαϊκή)».

    Είχα παραθέσει χειροπιαστά επιχειρήματα υπέρ του ότι ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, λέγοντας «Γένος Ρωμαίων», εννοούσε «Έλληνες». Τα επιχειρήματά μου αναφέρονταν τόσο στην ουσία του θέματος (ουδέποτε οι Ρωμαίοι –σε αντίθεση με τους Έλληνες– είχαν να επιδείξουν σημαντικές επιδόσεις στα μαθηματικά και στην αστρονομία) όσο και στη μαρτυρία κορυφαίων Βυζαντινολόγων, που τη φράση «Γένος Ρωμαίων» τη μεταφράζουν «Έλληνες». Εσείς όχι μόνο παίρνετε τη φράση «Γένος Ρωμαίων» τοις μετρητοίς, αλλά και προσπαθείτε να δικαιολογήσετε το ότι ο Θεόφιλος σωστά εννοούσε αυτά που εσείς ισχυρίζεστε ότι έπρεπε να εννοεί! Εδώ πλέον αποδεικνύεστε ρωμαϊκότερος των Ρωμαίων ή, μάλλον,… ρωμανιδικότερος των ρωμανιδικών, και μάλιστα με μια πολύ πρωτότυπη –έστω και λανθάνουσα– επιχειρηματολογία: υπάρχει μια societas leonina (μια «λεόντεια εταιρεία»), όπου οι Βυζαντινοί Ρωμαίοι συμμετέχουν με την κρατική τους παράδοση, η οποία με τον καιρό είχε καταντήσει λόγος κενός. Παράλληλα, οι Έλληνες καταθέτουν τη γλώσσα τους, την επιστήμη τους και την πολιτιστική κυριαρχία τους. Παρ’ όλα αυτά, οι Βυζαντινοί Ρωμαίοι, που δημογραφικά/εθνολογικά ήταν από ελάχιστοι έως αμελητέοι και πολιτιστικά περίπου ανύπαρκτοι, οικειοποιούνται την «εταιρεία» στο σύνολό της, άρα και τις επιστημονικές επιδόσεις των Ελλήνων. Και αυτό, στο όνομα μιας κρατικής παράδοσης, η οποία από τον 7. κιόλας αιώνα, λόγω των αραβικών κατακτήσεων που de facto επέβαλαν ένα είδος «εθνολογικής κάθαρσης», είχε αρχίσει να καταρρέει. «Ο Ελληνισμός και η Εκκλησία, γράφει ο Διονύσιος Ζακυθηνός, ανέλαβον την άρχουσαν θέσιν έναντι της καταρρεούσης πλέον ρωμαϊκής παραδόσεως και ευκόλως κατώρθωσαν να απορροφήσουν τα εναπομείναντα ετοιμόρροπα στοιχεία…». Με αυτά τα δεδομένα, αδυνατώ προσωπικά να κατανοήσω την αμετακίνητη προσκόλλησή σας σε μια ψευδεπίγραφη ρωμαϊκότητα. Αν αυτό δεν είναι αυτοπεριχαράκωση στην αδιάλλακτη λογική του «ου με πείσεις καν με πείσης», τότε τι είναι;

    3. Γράφετε: «Με συγχωρείτε αλλά είναι πολύ επιπόλαιο να διαβάζουμε στις πηγές ότι ολόκληρες γενιές επέμεναν να αυτοπροσδιορίζονται Ρωμαίοι-Ρωμιοί και εμείς να ισχυριζόμαστε ότι αυτή ήταν μια ‘αδειανή ταυτότητα’, ότι εννοούσαν κάτι άλλο και ότι ‘η ταυτότητα της καρδιάς τους’ ήταν η ελληνική. Είναι πολύ επιπόλαιο να λέει η πηγή ότι ‘τα συνήθεια’ ήταν ‘ο νόμος των Ρωμαίων’ (δηλαδή οι θεσμοί του Βυζαντίου) και εσείς να ερμηνεύετε ότι ‘τα συνήθεια» ήταν οι αρχαιοελληνικές παραδόσεις που διατηρούνταν μέσα στο χρόνο’».

    Επιπόλαιο είναι μάλλον το να ανακαλύπτει κανείς επιπολαιότητα εκεί όπου δεν υπάρχει. Ναι, η «ρωμαϊκότητα» σήμαινε «ελληνικότητα»! Η ψευδεπίγραφη ρωμαϊκότητα είχε επιβληθεί με ένα είδος εθνοσυνειδησιακής πλύσης εγκεφάλου, για την οποία έδειξα λεπτομερέστερα στην τελευταία παρέμβασή μου από πού προερχόταν και σε τι αποσκοπούσε (να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια πράγματα). Θέλετε μια πρόσθετη μαρτυρία; «Ο όρος Ρωμαίος (…) δεν σημαίνει ότι οι Βυζαντινοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως απογόνους των Λατίνων. Αντιθέτως, ΕΙΧΑΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ (…) Υπάρχουν (…) επιστήμονες που συνεχίζουν να υιοθετούν ακραίες απόψεις, υποστηρίζοντας ότι οι Βυζαντινοί ήταν μάλλον “ελληνόφωνοι Ρωμαίοι” (…) Προφανώς, αυτοί οι επιστήμονες ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΙ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ Ο ΟΡΟΣ “ΡΩΜΑΙΟΣ” ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΤΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΝ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ» (Αλέξιος Γ.Κ. Σαββίδης & Benjamin Hendrickx)

    4. Γράφετε: «Στα εναπομείναντα αρχαιοελληνικά στοιχεία (όπως η γλώσσα και κάποια έθιμα ή παραδόσεις που επιβίωσαν ή ενσωματώθηκαν στη νέα θρησκεία) προστέθηκαν ο χριστιανισμός και, μαζί με αυτόν, νέα έθιμα».

    Πολύ συγκεχυμένα και υπαινικτικά μου φαίνονται όλα αυτά. Και, κυρίως, εξαιρετικώς αδύναμα για να αντικρούσουν τον κραυγαλέο και αποστομωτικό αντίλογο. Δε σας λέει άραγε τίποτα ούτε αποτελεί κατά τη γνώμη σας κάτι το σημαντικό: α) η περίλαμπρη ελληνική πνευματική κληρονομιά –-ποίηση, ιστοριογραφία, φιλοσοφία, ρητορεία, επιστήμη– που αποτέλεσε το πολύτιμο και ανυπέρβλητο πολιτιστικό κεφάλαιο της Αυτοκρατορίας; β) Η εκπαίδευση, που ήταν ακραιφνώς ελληνική στο Βυζάντιο παρά τις αντιρρήσεις και τις αμφιταλαντεύσεις της Εκκλησίας; γ) Τα ήθη και τα έθιμα του ελληνισμού, τα οποία, σύμφωνα με τα πορίσματα της λαογραφίας, αποτελούν από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας μια αδιάσπαστη αλυσίδα; δ) Η συμβολή της πνευματικής ηγεσίας, που ήρθε να αντισταθμίσει σταδιακά τη μονόπλευρη επίδραση του κλήρου και, παρά τα εμπόδια που εξακολουθούσαν να παρεμβάλλονται, ξύπνησε με γοργό ρυθμό στη συνείδηση του απλού λαού την ελληνικότητά του; Τελικά, πόσο πειστικό μπορεί άραγε να είναι το να μεγιστοποιούμε τα επουσιώδη και να ελαχιστοποιούμε τα τεράστια;

    5. Γράφτε: «Για να εξοικειωθείτε σας προτείνω να διαβάσετε πηγές σαν το Χρονικό του Μορέως, στο οποίο το Ρωμαίος, σαν εθνικό όνομα των Νεοελλήνων, ακούγεται πολύ φυσικά και αβίαστα. Από τη στιγμή που το όνομα αυτό ενσωματώθηκε στην παράδοση του Νεοέλληνα και έγινε ένα με αυτή, η δήλωση πως «το όνομα αυτό παραπέμπει στους αρχαίους Ρωμαίους» δεν λέει τίποτα απολύτως».

    Α’ Σχετικά με το Χρονικό του Μορέως που επικαλείσθε αναρωτιέμαι τι νόημα έχει επί του προκειμένου η μαρτυρία του. Έχω με φορτικότητα επιμείνει στο ότι εκείνο που αμφισβητείται ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΧΡΗΣΗ του όρου «Ρωμαίος» ΑΛΛΑ ΤΟ ΑΚΡΙΒΕΣ ΝΟΗΜΑΤΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ του όρου αυτού, καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαμορφώθηκε η ψευδεπίγραφη «ρωμαϊκότητα» . Και απαντήσεις στα καίρια αυτά ερωτήματα μάταια θα αναζητήσει κανείς στις ανούσιες απεραντολογίες του ανώνυμου Γασμούλου συγγραφέα του «Χρονικού». Η ταπεινότητά μου έχει, νομίζω, επανειλημμένως επιχειρήσει να δώσει πειστικές απαντήσεις επί του προκειμένου αναπαράγοντας και αξιοποιώντας, απλώς, τις διαπιστώσεις και τις θέσεις των μεγάλων Βυζαντινολόγων, τις οποίες εσείς επιμένετε να αντιπαρέρχεστε.

    Β’ Θα το επαναλάβω, λοιπόν, για να γίνει κατανοητό: το όνομα «Ρωμαίος» μόνο κατά τους πρώτους αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είχε ουσιαστικό νοηματικό περιεχόμενο. Στη συνέχεια, απέδιδε μια ψευδεπίγραφη ιδιότητα, για να ταυτιστεί σύντομα με τον όρο «Έλληνας». Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι, παρά τη «ρωμαιοπληξία» του κράτους και της εκκλησίας, ο αποδιοπομπαίος όρος «Έλλην» εμφανίζεται προς το τέλος ως ισότιμος προς τον όρο «Ρωμαίος» και μάλιστα σε επίπεδο επίσημου Βυζαντίου, το οποίο, «την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενον», στέργει σε ένα συγκερασμό του Ρωμαϊκού και του Ελληνικού στοιχείου. Βέβαια, το στοιχείο στην πραγματικότητα ήταν πριν από αιώνες ήδη ΜΟΝΟ ΕΝΑ, ΔΗΛΑΔΗ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ. Το να ακουστεί, όμως, και να προβληθεί επισήμως ο όρος «ΡωμΕΛΛΗΝΕΣ» –και μάλιστα ΠΟΥ;– εκεί όπου, παλιότερα, είχαν προηγηθεί τα γνωστά κωμικοτραγικά επεισόδια με την πρε-σβεία του Λιουτπράνδου σημαίνει ότι η πίεση τον πραγμάτων ήταν τη φορά ετούτη πολύ ισχυρότερη από τις σκοπιμότητες και τις ιδεοληπτικές προσκολλήσεις του διοικητικού και του εκκλησιαστικού κατε-στημένου.

    6. Παραθέτετε τους παρακάτω στίχους

    “από τού νύν καί έμπροστεν, Φράγκος νά μή μάς βιάση
    ν αλλάξωμεν τήν πίστιν μας διά τών Φραγκών τήν πίστιν”

    Και επισημαίνετε:

    «(Οι στίχοι αυτοί) δεν αναφέρονται τόσο σε δογματικές διαφορές.
    Η αντίσταση στον εκφραγκισμό, δηλαδή στην υποταγή στον Πάπα και την εκκλησία της Ρώμης, και η συσπείρωση γύρω από το Πατριαρχείο ήταν καταλυτική για την ανάπτυξη της νεοελληνικής συνείδησης. Ο Πα-τριάρχης έγινε μέγιστο εθνοθρησκευτικό σύμβολο, τόσο στη Φραγκοκρατία όσο και στην Τουρκοκρατία».

    Α’ Πρώτα πρώτα, ήδη από τον 9. αιώνα (επικοινωνία Αλ-Μαμούν με Θεόφιλο) γίνεται λόγος για ένα (ψευδεπίγραφο) «Γένος Ρωμαίων», το οποίο, όπως έδειξα ήδη, σήμαινε απλούστατα «Έλληνες». Το περιεχόμενο, λοιπόν, των παραπάνω στίχων περισσότερο προκύπτει από την πλύση εγκεφάλου σχετικά με το «Γένος Ρωμαίων» παρά είναι ο γενεσιουργός παράγοντάς του «Γένους» αυτού. Επομένως, επικαλούμενος τους παραπάνω στίχους για την επίρρωση των θέσεών σας, στην πραγματικότητα εκλαμβάνετε το αποτέλεσμα ως αίτιο. Έπειτα, οι στίχοι που επικαλείσθε αντιπαραθέτουν την πίστη των θυμάτων της φραγκικής επιδρομής προς την πίστη των Φράγκων, η ανάπτυξη, όμως, εθνικής συνείδησης ως απόρροια της αντιπαράθεσης αυτής είναι μάλλον μια δική σας λογική προέκταση που δεν προκύπτει από το κείμενο.

    Β’ Και κάτι άλλο, με την ευκαιρία:
    Αναφερόμενος στους παρακάτω στίχους από το «Χρονικό του Μορέως»

    “Διαβάντα γαρ χρόνοι πολλοί αυτείνοι οι Ρωμαίοι,
    Έλληνες είχαν το όνομα, ούτως τους ονομάζαν
    -πολλά ήσαν αλαζονικοί, ακόμη το κρατούσιν-
    από την Ρώμη επήρασι το όνομα των Ρωμαίων”,

    είχατε παλιότερα σταθεί στον ακόλουθο σχολιασμό του Βακαλόπουλου: «Οι κάτοικοι λοιπόν της βυζαντινής αυτοκρατορίας δεν είναι Ρωμαίοι αλλά Έλληνες. Αυτό δεν το έχουν ίσως ακόμη συνειδητοποιήσει οι ίδιοι πολύ καλά μέσα τους. Το γνωρίζουν όμως οι Φράγκοι, οι οποίοι δοκιμάζουν την αντίστασή τους», για να παρατηρήσετε: «Δεν έχει συνειδητοποιήσει όμως ο ίδιος (ο Βακαλόπουλος) με τη σειρά του, ή δεν θέλει να συνειδητοποιήσει, ότι μέσα στο Χρονικό Έλληνες κατονομάζονται οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι οι Νεοέλληνες, οι οποίοι έχουν πλέον σαν εθνικό τους όνομα το Ρωμαίοι». –

    Ωστόσο, αναρωτιέμαι και εγώ με τη δική μου τη σειρά: ΕΣΕΙΣ διαβάζετε σωστά τους παραπάνω στίχους; Και αν ναι, τι προκύπτει άραγε αμέσως ή εμμέσως από το περιεχόμενό τους; Να σας πω εγώ τη δική μου γνώμη: πρώτον, ότι οι Έλληνες πήραν από τους Ρωμαίους την προσωνυμία «Ρωμαίοι». Και, δεύτερον, ότι η παραπάνω προσωνυμία δεν οδήγησε καθόλου σε εθνολογική αλλοίωση, άρα οι Έλληνες παρέμειναν αυτό ακριβώς που ήταν και πριν, έστω και αν ονομάζονταν πλέον «Ρωμαίοι». Επομένως, μάλλον βιαστήκατε να διορθώσετε το Βακαλόπουλο. — Υπάρχει όμως και το άλλο: αλήθεια, ποιοι ήταν οι «αλαζονικοί» και ποιο είναι αυτό που «ακόμη το κρατούσιν»; Αν το υποκείμενο του «ήταν» (δεν μπορεί παρά να) είναι οι Έλληνες και αν, όπως πιθανολογώ (διατηρώντας, πάντως, κάποιες επιφυλάξεις), αυτό που «ακόμη το κρατούσιν» είναι το όνομα «Έλληνες», τότε οι κάτοικοι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, σύμφωνα με το συγγραφέα του «Χρονικού», χρησιμοποιούν το όνομα «Έλληνες» παράλληλα με το όνομα «Ρωμαίοι» ή, τουλάχιστον, διατηρούν ζωντανή στη μνήμη τους την παλαιά τους ονομασία!

    7. Ας δεχτούμε ότι ισχύει αυτό που λέτε: « Στα εναπομείναντα αρχαιοελληνικά στοιχεία (όπως η γλώσσα και κάποια έθιμα ή παραδόσεις που επιβίωσαν ή ενσωματώθηκαν στη νέα θρησκεία) προστέθηκαν ο χριστιανισμός και, μαζί με αυτόν, νέα έθιμα». Ας δεχτούμε επίσης ότι σωστά προσθέτετε : «Σώζεται και η μορφή ενός μυθικού – και όχι ιστορικού – Αλέξανδρου, παρμένου από τη μυθιστορία του Ψευδο-Καλλισθένη, η οποία ήταν αγαπημένο ανάγνωσμα των Βυζαντινών». Από κει και πέρα, όμως, φοβάμαι ότι αρχίζετε τις ιστορικές «ανορθογραφίες». Ακόμη και αν «Ο ‘εθνικός χώρος’ και τα ‘κέντρα’ της εθνότητας δεν είναι πλέον ο μητροπολιτικός χώρος της Ελλάδας, η Αθήνα, οι Δελφοί και η Ολυμπία αλλά η αυτοκρατορία (η ‘γη των Ρωμαίων’, η Ρωμανία) και η Κωνσταντινούπολη», τι μπορεί αυτό να σημαίνει; Μήπως ότι η Αρχαία Ελλάδα, είχε σβηστεί από την μνήμη των Βυζαντινών Ελλήνων; Κάτι τέτοιο θα ήταν ουρανομήκης αυθαιρεσία και παραδοξολογία. Αντίθετα, δεόμενου ότι η παιδεία των Βυζαντινών ήταν αποκλειστικά ελληνική, η Αρχαία Ελλάδα ως ιστορία και ως πολιτιστική παράδοση, σε συνδυασμό βέβαια με το χριστιανικό στοιχείο, ήταν πανταχού παρούσα στη συνείδησή τους. «Είναι αδύνατον να προβληθεί αντίρρηση για τη συνέχεια του βυζαντινού πολιτισμού. Μέσα στην αυτοκρατορία η παιδεία του ελληνιστικού κόσμου που αναπτύχθηκε στα βασίλεια τω διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου συνεχίζεται και επηρεάζει βαθιά τα επιτεύγματα του Βυζαντίου. Γιατί οι Βυζαντινοί είναι χριστιανοί Αλεξανδρινοί. Στην τέχνη ακολουθούν τα ελληνιστικά πρότυπα˙ κληρονομούν τη ρητορική παράδοση, την φιλομάθεια, το θαυμασμό για το μεγάλο αιώνα της κλασσικής Ελλάδος, χαρακτηριστικά που διέκριναν τους μελετητές της εποχής του βασιλείου των Πτολεμαίων. Εκείνοι που θα ζητούσαν να επιβάλουν τη γνώμη ότι σε κάποια εποχή στην ιστορία του Βυζαντίου υπάρχει κάποιο ρήγμα στη συνέχεια, ότι κάτι το εντελώς νέο εμφανίστηκε, οφείλουν τουλάχιστο να παραδεχτούν ότι ο πολιτισμός της αυτοκρατορίας δεν εγνώρισε τέτοια διακοπή. Διατηρήθηκε επίμονα ώς το τέλος της αυτοκρατορίας» (Ν. H. Baynes-H.St.L.B. Moss).

    8. Γράφετε: «…Δέχεστε ότι «τα πάντα υπόκεινται σε μεταβολή» αλλά το θέμα είναι πως βάζετε μια κόκκινη γραμμή στο μέγεθος αυτής της μεταβολής, πέραν της οποίας η όποια μεταβολή αρχίζει να γίνεται ‘εθνικά επικίνδυνη’. Αυτό βέβαια δεν λέγεται αντικειμενική ιστορική θεώρηση αλλά ιδεολογική αυτοάμυνα».

    Α΄Θεωρώ πως η διαδρομή του ιστορικού χρόνου συνεπάγεται μεταβολές αλλά όχι πάντοτε και υποχρεωτικά ριζικές τομές. Ειδικότερα, πιστεύω πως η κάθε αλλαγή στην Ελληνική Ιστορία –και αυτό ισχύει και για τη Βυζαντινή περίοδο– εμπεριέχει και ενσωματώνει το παλιό συνθέτοντάς το με το καινούργιο σε μια σειρά διαδοχικών πραγματοποιήσεων, όπου η έννοια της μεταβολής δεν είναι ασύμβατη με την έννοια της συνέχειας. Ποτέ δεν παραθεώρησα το ιστορικό γεγονός του εκχριστιανισμού των Βυζαντινών Ελλήνων, καθώς και την προβληματική, έστω, συμβίωση του ελληνικού με το χριστιανικό στοιχείο στη συνείδησή τους. Πιστεύω, όμως, πως η εξέλιξη του ελληνισμού από την αρχαιότητα ως τους τελευταίους Βυζαντινούς αιώνες και, από εκεί και πέρα, ως το 19. αιώνα ήταν αδιάσπαστη και, άρα, το να μιλάμε για διαφορετικές φάσεις του ίδιου λαού δεν απέχει καθόλου από την ιστορική αλήθεια. Η διαφωνία μας, λοιπόν, έγκειται στην επιμονή σας (στον ένθεο ζήλο και το «ιερό» πάθος σας, θα έλεγα) να θεωρείτε στην προκειμένη περίπτωση τη μεταβολή ως οριστική ρήξη, ως τελεσίδικη διάσπαση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού και ως καινούργιο ξεκίνημα, αν όχι e nihilo, οπωσδήποτε από την αρχή. Ωστόσο, το κακό με την επιμονή σας είναι ότι η συντριπτική πλειονότητα των βυζαντινολόγων δικαιώνει πανηγυρικά τη δική μου και όχι τη δική σας θεώρηση.

    Β΄Ας έρθουμε τώρα στην «ιδεολογική αυτοάμυνα». Αν θυμάμαι καλά, είχα θεωρήσει εθνικά επιζήμια την προσπάθεια να αντικατασταθεί ο όρος «Έλληνας» με τον όρο «Ρωμαίος/Ρωμιός –- μια προσπάθεια, η οποία, για τους λόγους που έχω ήδη εκθέσει διεξοδικά στις διάφορες απαντήσεις μου, περιφρονεί επιδεικτικά την ετυμηγορία της επιστήμης αλλά και τη στοιχειώδη λογική. Η θέση μου αυτή σημαίνει, απλούστατα, μηδενική ανοχή στην εθελοτυφλία που εκτρέφει ανιστό-ρητους ελληνομηδενισμούς. Το ότι εσείς μου προσάπτετε «ιδεολογική αυτοάμυνα» δεν είναι και πολύ πρωτότυπο. Πάντοτε, σε περιόδους σύγχυσης και παρακμής, οι λέξεις χάνουν την αληθινή σημασία τους και προσλαμβάνουν τη σημασία που εξυπηρετεί εκείνον ο οποίος τις χρησιμοποιεί. Το είχε πολύ ωραία πει και ο μακαρίτης ο Θουκυδίδης: «την ειωθυιαν αξίωσιν των ονομάτων ες τα έργα αντήλλαξαν τη δικαιώσει» (ΙΙΙ,82,4)

    9. Γράφετε: «Η πανταχού παρούσα αλλά κρυμμένη ελληνική συνείδηση του λαού, που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να εκδηλωθεί, είναι ρομαντικό ευφυολόγημα και όχι επιχείρημα με κάποια επιστημονική βαρύτητα».

    Αγαπητέ κ. Pertinax, η βουλησιαρχική εναντίωση σε μια ανεπιθύμητη πραγματικότητα, όπως η δουλεία στους Τούρκους, και όχι η παθητική αποδοχή της με βάση τις σώφρονες υπαγορεύσεις των «αντικειμενικών δεδομένων», εμπεριείχε ασφαλώς το στοιχείο του ρομαντισμού. Από τη στιγμή, όμως, που πήρε τη μορφή ενός επικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ο οποίος συνεπαγόταν θυσίες και αίμα, ο ρομαντισμός μετατράπηκε σε ρεαλισμό του χρέους και της έμπρακτης προσφοράς. Χάρη σε αυτόν, οι Έλληνες όχι μόνο κέρδισαν, όπως είπα, την ελευθερία τους, αλλά και κατοχύρωσαν ταυτόχρονα την ίδια την ελληνικότητά τους απέναντι σε εχθρούς και σε φίλους…. Επομένως, γύρω από την «κρυμμένη ελληνική συνείδηση του λαού, που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να εκδηλωθεί», μάταια θα αναζητούσε κανείς ευφυολογήματα. Σωστότερο θα ήταν να αναζητήσει ευφυολογήματα –αν όχι ρομαντικά, οπωσδήποτε μεταμοντέρνα– στην ανέξοδη και εκ του ασφαλούς πολυπραγμοσύνη του ιστοριογραφικού εθνοαποδομητισμού, όπου και αφθονούν.

  77. Κ. Κατσιμάνη, «ένθεο ζήλο» και «ιερό πάθος» έχει όποιος κυριεύεται από εμμονή να πείσει για την εγκυρότητα των θέσεών του, παρόλο που βλέπει τα επιχειρήματά του να καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο. Και όταν προβαίνει σε θριαμβικές δηλώσεις του τύπου: «η συντριπτική πλειονότητα των βυζαντινολόγων δικαιώνει πανηγυρικά τη δική μου θεώρηση».

    Τελικά πιστεύω ότι η πολύ λεπτή (αλλά και πολύ σημαντική ταυτόχρονα) διαφωνία μας είναι ζήτημα ορισμού. Προσωπικά βασίζομαι στον ορισμό που δίνει ο εθνοσυμβολιστής Anthony Smith: «Η εθνοτική ομάδα είναι ένα είδος πολιτισμικής κοινότητας που εξαίρει το ρόλο των μύθων καταγωγής και τις ιστορικές μνήμες και καθίσταται αναγνωρίσημη βάσει μίας ή περισσότερων πολιτισμικών διαφορών όπως η θρησκεία, τα έθιμα, η γλώσσα ή οι θεσμοί. Πρόκειται για κοινότητες που είναι διπλά «ιστορικές»: όχι μόνο επειδή η ιστορική μνήμη έχει ουσιώδη σημασία για τη συνέχειά τους αλλά και επειδή αποτελούν και οι ίδιες προϊόντα συγκεκριμένων ιστορικών δυνάμεων και συνεπώς είναι εκτεθειμένες στην ιστορική αλλαγή και στη φθορά.»

    Σύμφωνα με τα παραπάνω η συλλογική ιστορική μνήμη είναι θεμελιώδες στοιχείο της εθνότητας. Γι’ αυτό και δίνω τόσο μεγάλη βάση σε αυτή. Στις λαϊκές κυρίως μάζες η ιστορική συνείδηση συγχέεται πολλές φορές με το μύθο και το θρύλο και αναπαράγεται μέσα από κάποια σύμβολα. Ας εξετάσουμε για παράδειγμα με ποιο τρόπο διατηρήθηκε η λαϊκή ιστορική μνήμη του Γένους κατά την Τουρκοκρατία. Τα κυρίαρχα σύμβολα που την τροφοδοτούσαν ήταν η Πόλη (Κωνσταντινούπολη), ο Ναός (Αγία Σοφία) και ο (μαρμαρωμενος) Βασιλιάς. Όλα μαζί συγκροτούσαν ένα αφήγημα: αυτό της απώλειας της Πόλης και του Ναού και του οράματος της ανάκτησής τους από ένα Βασιλιά-Λυτρωτή, ο οποίος θα έδιωχνε για πάντα τους Οθωμανούς στην Κόκκινη Μηλιά. Βλέπουμε λοιπόν ότι στην λαϊκή ιστορική μνήμη α) κυριαρχούσε η θρησκεία και η πολιτική παράδοση του Βυζαντίου, β) δεν γινόταν καμιά ουσιαστική αναφορά στην αρχαία Ελλάδα.

    Αν εσείς αυτό το λέτε «εθνοσυνειδησιακή πλύση εγκεφάλου» εγώ το λέω προσαρμογή στα θρησκευτικοπολιτικά δεδομένα της εποχής. Το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο. Ακόμα και η φράση «εθνοσυνειδησιακή πλύση εγκεφάλου» δηλώνει ξεκάθαρα ότι επηρεάστηκε και τροποποιήθηκε η συνείδηση. Η συνείδηση όμως στην τελική καθορίζει τον προσδιορισμό της εθνότητας.

    Στη συνέχεια θέλω να σταθώ σε κάποια χαρακτηριστικά σημεία της τελευταίας σας απάντησης.

    – Και πρώτα-πρώτα στην ερμηνεία της απάντησης του αυτοκράτορα Θεόφιλου στον Αλ-Μαμούν:

    Πιστεύετε πως όταν ο Θεόφιλος (ο οποίος θεωρούσε σαν κληρονομιά των Ρωμαίων τα μαθηματικά και την αστρονομία) έλεγε «Ρωμαίοι» εννοούσε «Έλληνες», γιατί τυγχάνει να το ερμηνεύει έτσι ο Δ. Ζακυθηνός. Είστε λοιπόν τόσο σίγουρος; Μήπως το γεγονός ότι αυτή ήταν φράση ενός Βυζαντινού αυτοκράτορα του 9ου αιώνα θα έπρεπε να σας προβληματίσει λίγο; Θυμίζω ότι σύμφωνα με το Σβορώνο η ελίτ του Βυζαντίου κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο ήταν ένα πολυεθνικό κράμα που είχε οικουμενικές τάσεις και ερχόταν σε συνειδησιακή ρήξη (ακόμη) με τον αρχαίο Ελληνισμό. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος στα έργα του αντιπαρέθετε την ελληνική παιδεία και την ελληνική μουσική, όχι προς τη χριστιανική αλλά, προς τη «βάρβαρη». Αυτό σημαίνει, αν μη τι άλλο, ότι αυτή την παιδεία και αυτή τη μουσική τις θεωρούσε κληρονομιά του. Και όμως, σαν «πάτριο» γλώσσα ανέφερε τη λατινική και όχι την ελληνική. Επίσης η Άννα Κομνηνή φημιζόταν για το «ελληνίζειν» της, δηλαδή για την κλασική ελληνική της μόρφωση («το ελληνίζειν ες άκρον εσπουδακυία»). Και όμως ο Στήβεν Ράνσιμαν σημειώνει γι΄ αυτή: «είναι ξεκάθαρο ότι δεν θεωρεί τον εαυτό της Ελληνίδα, παρόλο που είναι κληρονόμος της ελληνικής παράδοσης» (Βyzantine and Hellene in the Fourteenth century). Μπορείτε να λέτε, εσείς ή ο Ζακυθηνός, ότι ο Πορφυρογέννητος και η Κομνηνή ήταν Έλληνες. Οι ίδιοι πάντως δεν το αποδέχονταν.

    – Για την «καταρρέουσα από τον 7ο κιόλας αιώνα κρατική ρωμαϊκή παράδοση»:

    Ερώτηση: Γιατί λοιπόν οι αυτοκράτορες της Νίκαιας, οι οποίοι «ξαναβρήκαν» την ελληνικότητά τους, πάσχιζαν τόσο να πάρουν πίσω την κληρονομιά του Μεγάλου Κωνσταντίνου (όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Ιωάννης Βατάτζης στον Πάπα);

    – Γράφετε: «Το περιεχόμενο, λοιπόν, των παραπάνω στίχων [«από του νυν και έμπροστεν Φράγκος να μη μας βιάση/ ν’ αλλάξωμεν την πίστην μας δια των Φραγκών την πίστην»] περισσότερο προκύπτει από την πλύση εγκεφάλου σχετικά με το «Γένος Ρωμαίων» παρά είναι ο γενεσιουργός παράγοντάς του «Γένους» αυτού. Επομένως, επικαλούμενος τους παραπάνω στίχους για την επίρρωση των θέσεών σας, στην πραγματικότητα εκλαμβάνετε το αποτέλεσμα ως αίτιο. Έπειτα, οι στίχοι που επικαλείσθε αντιπαραθέτουν την πίστη των θυμάτων της φραγκικής επιδρομής προς την πίστη των Φράγκων, η ανάπτυξη, όμως, εθνικής συνείδησης ως απόρροια της αντιπαράθεσης αυτής είναι μάλλον μια δική σας λογική προέκταση που δεν προκύπτει από το κείμενο.»

    Λίγη σημασία έχει αν η αντίσταση στον θρησκευτικό εκφραγκισμό ήταν αίτιο ή αποτέλεσμα της αναπτυξης της ρωμαίικης (νεοελληνικής) συνείδησης. Το χρονικό βάθος αυτής της συνείδησης είναι ασαφές. Βλέπετε, οι Πελοποννήσιοι στην αρχή δέχτηκαν τους Φράγκους σαν ελευθερωτές από την καταπίεση της Κωνσταντινούπολης και αυτό μπερδεύει κάπως τα πράγματα. Αν η εθνική ταύτιση με την Κωνσταντινούπολη (η ρωμαίικη συνείδηση) εδραιώθηκε στα πλαίσια της Φραγκοκρατίας, αυτό σημαίνει ότι η θρησκευτική αντίσταση στους Φράγκους και στον Πάπα έπαιξε καθοριστικό ρόλο ώστε να συσπειρωθούν οι επαρχιώτες γύρω από τον Αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη. Αν αυτή η συνείδηση ήταν ήδη διαμορφωμένη, τότε η αντίσταση στον θρησκευτικό εκφραγκισμό συνέβαλε καθοριστικά στη διαφύλαξή της.

    – Γράφετε: «Ωστόσο, αναρωτιέμαι και εγώ με τη δική μου τη σειρά: ΕΣΕΙΣ διαβάζετε σωστά τους παραπάνω στίχους [Διαβάντα γαρ χρόνοι πολλοί αυτείνοι οι Ρωμαίοι/ Έλληνες είχαν το όνομα, ούτως τους ονομάζαν/ -πολλά ήσαν αλαζονικοί, ακόμη το κρατούσιν-/ από την Ρώμη επήρασι το όνομα των Ρωμαίων]; Και αν ναι, τι προκύπτει άραγε αμέσως ή εμμέσως από το περιεχόμενό τους; Να σας πω εγώ τη δική μου γνώμη: πρώτον, ότι οι Έλληνες πήραν από τους Ρωμαίους την προσωνυμία «Ρωμαίοι». Και, δεύτερον, ότι η παραπάνω προσωνυμία δεν οδήγησε καθόλου σε εθνολογική αλλοίωση, άρα οι Έλληνες παρέμειναν αυτό ακριβώς που ήταν και πριν, έστω και αν ονομάζονταν πλέον «Ρωμαίοι». Επομένως, μάλλον βιαστήκατε να διορθώσετε το Βακαλόπουλο. — Υπάρχει όμως και το άλλο: αλήθεια, ποιοι ήταν οι «αλαζονικοί» και ποιο είναι αυτό που «ακόμη το κρατούσιν»; Αν το υποκείμενο του «ήταν» (δεν μπορεί παρά να) είναι οι Έλληνες και αν, όπως πιθανολογώ (διατηρώντας, πάντως, κάποιες επιφυλάξεις), αυτό που «ακόμη το κρατούσιν» είναι το όνομα «Έλληνες», τότε οι κάτοικοι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, σύμφωνα με το συγγραφέα του «Χρονικού», χρησιμοποιούν το όνομα «Έλληνες» παράλληλα με το όνομα «Ρωμαίοι» ή, τουλάχιστον, διατηρούν ζωντανή στη μνήμη τους την παλαιά τους ονομασία!»

    Πάλι καλά που διατηρείτε και κάποιες επιφυλάξεις! Από το συγκεκριμένο απόσπασμα (και από τη συνέχεια του κειμένου) προκύπτει ξεκάθαρα ότι «αυτείνοι οι Ρωμαίοι» κρατάνε ακόμα την αλαζονεία που είχαν οι αρχαίοι Έλληνες και όχι το όνομα. Αμέσως παρακάτω αναφέρεται ότι εξαιτίας αυτής της αλαζονείας που έχουν έγινε και το σχίσμα των Εκκλησιών. Το στοιχείο όμως της αλαζονείας και της καταγωγής δεν λύνει το ζήτημα της σχέσης των Νεοελλήνων με τους αρχαίους Έλληνες. Η συνείδηση ας πούμε παίζει μεγαλύτερο ρόλο από την καταγωγή. Αλλά μέχρι και ο Βακαλόπουλος είναι αναγκασμένος να αναφέρει ότι «οι ίδιοι ίσως δεν το έχουν συνειδητοποιήσει πολύ καλά μέσα τους (ότι είναι Έλληνες)».

    Χαίρομαι πάντως που – επιτέλους – καταλήγουμε στο ότι ο Ρωμαίος-Ρωμιός είναι ο Έλληνας (και όχι ο αρχαίος Ρωμαίος). Για να γίνουμε όμως πιο ακριβείς (και για να γυρίσουμε στη διάκριση που έκαναν ο Εφταλιώτης και ο Παλαμάς): Ρωμιός είναι ο Νεοέλληνας. Ρωμιοσύνη είναι ο Νέος Ελληνισμός, δηλαδή το κράμα που βγήκε από τη σύνθεση του Ελληνισμού με τη χριστιανική θρησκεία και τη ρωμαϊκή πολιτική παράδοση.

  78. Έχοντας δει τα επιχειρήματά μου «να καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο» (υπάρχει αντεπιχείρημα περισσότερο αφοπλιστικό από το «ου με πείσεις καν με πείσης»;) και τη συντριπτική πλειονότητα των βυζαντινολόγων…να κατατροπώνεται από τον εθνοσυμβολιστή Anthony Smith, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να παραφράσω τον Απόστολο των Εθνών: “Graecum haereticum μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού”. Πολύ περισσότερο, μετά “τρίτην και τετάρτην”.

  79. Μια μικρή αναφορά στην Αρβελέρ, με αφορμή την άποψη του καλού σχολιαστή Pertinax ότι αυτή “Στο 4.26 ισχυρίζεται πως «αν υπάρχει ένα πραγματικό και ευγενικό επίθετο για όλη την ιστορία…. του Γένους – για να μην πω της Ελλάδας – πρέπει να πω ότι είναι το Ρωμιός και Ρωμιοσύνη». Προηγουμένως μάλιστα, στο 3.05, αναφέρει (όπως συνηθίζει να κάνει συχνά) σαν κοιτίδα του Γένους την Κωνσταντινούπολη.”

    Γράφει για τον 10ο αι. ότι «Η αυτοκρατορία με την ποικιλία των λαών και των εθνών που περιελάμβανε προηγούμενα το Βυζάντιο, παραχώρησε τη θέση της σε μια ελληνορθόδοξη Αυτοκρατορία, με μια ενιαία παιδεία» (Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, σ. 60).

    Γράφει για τους αιώνες μεταξύ 379-641:

    «Κατά τη διάρκεια αυτών των αιώνων το Βυζάντιο θα αποκτήσει τα χαρακτηριστικά που θα το καταστήσουν αργότερα Ελληνική Αυτοκρατορία της χριστιανικής Ανατολής. Αυτός ο νέος πολιτικός προσανατολισμός, που αναπτύσσεται παράλληλα με τη ζωντανή ρωμαϊκή ιδέα, αλλά που τείνει να την υποκαταστήσει» (ό.π., σελ. 22)

    Το «Ελληνική» στο προηγούμενο απόσπασμα δεν έχει πολιτισμικό αλλά εθνικό χαρακτήρα, κι αυτό φαίνεται από τις προηγούμενες σελίδες, στις οποίες η Αρβελέρ χαρακτηρίζει το Βυζάντιο για τα έτη 330-641:

    α) «…της Αυτοκρατορίας, που αποκαλείται Βυζαντινή, ενώ είναι στην πραγματικότητα η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της χριστιανικής Ανατολής με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη» (ό.π., σελ. 20)

    β) «ο όρος “βυζαντινός” πρέπει να θεωρείται, τουλάχιστον ώς την εποχή που αποκαλείται Πρωτοβυζαντινή (4ος – τέλος 6ου αιώνα) ότι προσδιορίζει τη χριστιανική Αυτοκρατορία της Ρωμαϊκής Ανατολής» (ό.π., σελ. 21)

    Για τον 8ο αιώνα γράφει:

    «Η μεγάλη ρωμαϊκή ιδέα είχε φτάσει στο τέλος της» (ό.π., σελ. 38)

    «…το αρχαίο ελληνικό ιδεώδες τείνει να υποκαταστήσει το ρωμαϊκό ιδεώδες…» (ό.π., σελ. 76)

    «…ο ρωμαϊκός κόσμος, που το ιδεώδες του ήταν συνυφασμένο με μια στρατιωτική και πολιτική έννοια, είχε στο τέλος κατακτηθεί από το ελληνικό πνεύμα» (ό.π., σελ. 76)

    «Οι Βυζαντινοί διανοούμενοι…και ο βυζαντινός λαός,…θα αναλάβουν μαζί την προσπάθεια να σώσουν το κράτος των ορθόδοξων Ελλήνων που είναι στο εξής το Βυζάντιο» (ό.π., σελ. 78)

    Για το τέλος του 11ου αιώνα:

    «…τις πράξεις των ορθόδοξων Ελλήνων, των Βυζαντινών δηλαδή» (ό.π., σελ. 78)

    «Είναι γεγονός ότι η διαμόρφωση του βυζαντινού πατριωτισμού φαίνεται να έχει ήδη καλλιεργηθεί πριν από τον ενδέκατο αιώνα. Φαίνεται σαν έργο των διανοουμένων της πρωτεύουσας, ιερωμένων και λαϊκών, που ανέπτυξαν το στοιχείο της ελληνικότητας σαν επίκαιρο συμπλήρωμα…» (ό.π., σελ 79)

    «…τα γεγονότα του 1204 υπήρξαν για τον ελληνικό λαό τόσο αποφασιστικά όσο κι εκείνα του 1453» (ό.π., σελ. 126)

    «…τον “ιερό πόλεμο” των Ελλήνων, των Βυζαντινών στο σύνολό τους…» (ό.π., σελ. 126)

    «…την Αυτοκρατορία της Νικαίας, την πιο σημαντική εστία της ελληνικής αντίστασης» (ό.π., σελ. 129)

    «…θα πρέπει να εξετάσουμε την ιδεολογία της Αυτοκρατορία της Νικαίας, που περισσότερο από κάθε άλλο ελληνικό κράτος…» (ό.π., σελ. 131)

    «οι Έλληνες θα περιμένουν περισσότερο από μισόν αιώνα να ανακτήσουν την Κωνσταντινούπολη…» (ό.π., σελ. 136 )

    «Στις 25 Ιουλίου 1261, λίγες μόλις εκατοντάδες Έλληνες στρατιώτες, βοηθούμενοι από τον πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης, πραγματοποίησαν το όνειρο που είχε θρέψει για περισσότερο από μισόν αιώνα τον βυζαντινό κόσμο» (ό.π., σελ. 140)

    «..η ένωση των Εκκλησιών που θέλησε να επιβάλει θεωρήθηκε από τον κλήρο και τον ελληνικό λαό προσβολή…» (ό.π., σελ. 143)

    «…το αδόκιμο όνομα Βυζάντιο για τη μεσαιωνική ελληνική αυτοκρατορία» (Γιατί το Βυζάντιο, σ. 17)

    «Βυζάντιο είναι η εκχριστιανισμένη και εξελληνισμένη Ρωμαϊκή ανατολική αυτοκρατορία με την Κωνσταντινούπολη για πρωτεύουσα» (ό.π., σ. 19)

    «Από την 11η Μαίου του 330…ώς τον Μάη του 1453 οριοθετείται και χρονολογείται ο βίος της παγκόσμιας αυτοκρατορίας του μεσαιωνικού ελληνισμού» (ό.π., σελ. 68)

    «..το μεγαλείο της μεσαιωνικής ελληνοσύνης της Ρωμανίας, του Βυζαντίου δηλαδή» (ό.π., σ. 69)

    «η Ρωμανία [η ελληνοσύνη δηλαδή] κι αν πέρασε, ανθεί και φέρει κι άλλο» (ό.π., σελ. 91)

    «…η επίσης ελληνική αυτοκρατορία των Μεγάλων Κομνηνών» (ό.π., σελ. 92)

    «…των Ελλήνων του μεσαίωνα» (ό.π., σελ. 127)

    «…η χιλιόχρονη αυτοκρατορία του μεσαιωνικού ελληνισμού» (ό.π., σελ. 129)

    «Η αυτοκρατορία της Νίκαιας, ελπίδα του εξόριστου από την Πόλη ελληνισμού…» (ό.π., σελ. 138)

    «..την ελληνοσύνη της ρωμιοσύνης» (ό.π., σελ. 191)

    «αδιάσπαστος κρίκος το Βυζάντιο ανάμεσα στον αρχαίο και στον σύγχρονο» (ό.π., σελ. 249)

    Επίσης:

    «…τη χιλιόχρονη Αυτοκρατορία του Μεσαιωνικού Ελληνισμού» (Μοντερνισμός και Βυζάντιο, σελ. 11)

    «Στη διαχρονικότητα της ιστορίας, το Βυζάντιο…θα γίνει η μεσαιωνική Αυτοκρατορία του ανανεωμένου Ελληνισμού» (ό.π., σελ. 31).

    Σε ερώτηση προς την Αρβελέρ αν συμφωνεί με την άποψη του Βασίλη Ραφαηλίδη, ότι Ρωμιός είναι ο κάθε χριστιανός Ορθόδοξος ο οποίος κατοικεί στη Βαλκανική χερσόνησο, δηλαδή ότι Ρωμιός είναι και ο Βούλγαρος, και ο Αλβανός, ο βαπτισμένος Τούρκος κ.ο.κ., αυτή απάντησε ότι διαφωνεί με την άποψη αυτήν. Συμπλήρωσε δε, ότι «όταν λέω ότι είμαι Ρωμιά, σημαίνει ότι δέχομαι ότι είμαστε συνέχεια του Βυζαντίου, [και]….απλώς λέω ότι το Βυζάντιο είναι μέσα στην ελληνική συνέχεια». Επίσης, «Είμαι Ρωμιά, χωρίς να πάψω να είμαι Ελληνίδα» (http://www.youtube.com/watch?v=82yKWqMQKOI, kulturosupa.com Ε.ΑΡΒΕΛΕΡ περι Ρωμιών και Μεγάλου Κων/ου(6))

    Άρα, κατά την Αρβελέρ, Ρωμιός=μεσαιωνική φάση του Έλληνα και όχι “βαλκάνιος ορθόδοξος πολίτης της Ρωμανίας ή απόγονος του πολίτη αυτού”

  80. Ἡ συγκεκριμένη συζήτηση τίθεται σὲ ἐντελῶς λάθος πλαίσιο. Νομίζω
    ὅτι ἡ κ. Ἀρβελέρ, τῆς ὁποίας εἶμαι μεγάλος θαυμαστής, δὲν ἔχει ἀσχοληθεῖ
    ποτὲ ἐρευνητικὰ μὲ τὸ συγκεκριμένο ἀντικείμενο (χρησιμοποιώντας διεθνὴ
    ὀρολογία: Anatolican Exile & the making of an Ethnic Group). Ὡστόσο στὸ
    βιβλίο της “Γιατὶ τὸ Βυζάντιο΄΄ δὲν προσπαθεῖ νὰ διερευνήσει ἤ νὰ παρουσιάσει
    κάτι καινούργιο (δὲν πρόκειται περὶ ἐπιστημονικοῦ συγγράμματος, καὶ τὸ
    ἀναφέρει καὶ ἡ ἴδια στὸ βιβλίο, ἐξηγώντας γιατὶ ἀπουσιάζουν οἱ πηγὲς καὶ
    οἱ ὑποσημειώσεις).

    Παραπέμπω σὲ ἐπιστημονικὲς μελέτες, ποὺ ἔχουν ὑποστεῖ critical review,
    πάνω στὸ θέμα:

    (1) Χρήστου Μαλατρᾶ: The making of an Ethnic Group: the Romaioi in the 12t – 13th Centuries

    http://www.eens.org/EENS_ congresses/2010/Malatras_ Christos.pdf

    (2) Mantouvalou M., “Romaios – Romios – Romiosyni. La notion de “romain” avant et après la chute de Constantinople”, Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών [1985], 169-198

    (3) Charanis P., “The formation of the Greek people”, στο Vryonis S. (ed.), The “Past” in medieval and modern Greek culture, Malibu 1978, 87-101

    (4) Ricks D. – Magdalino P. (eds.), Byzantium and the Modern Greek identity, Aldershot 1998

    (5) Ἡ δική μου πρόσφατη, ἐλάχιστη, συνεισφορὰ σὲ αὐτὸν τὸν διάλογο ἴσως νὰ ἀπαντᾶ μερικῶς στὸ σημεῖο ποὺ (δὲν!) ἐκθέτει ὁ κ. Χολέβας στὸ ἄρθρο του αὐτό, ὅπου θεωρεῖ ὡς πρόβλημα τὴν ἐπανεξέταση τῆς ἱστορίας:

    http://www.antifono.gr /portal/Κατηγορίες/Ελλάδα -Ιστορία-ΓεωΠολιτική/Άρθρ α/4023-Ποιοι-ιστορικοί-θα -γράψουν-την-ιστορία-μας3 b.html

  81. Γιάννη, έχω την αίσθηση ότι η κ. Αρβελέρ αντιλαμβάνεται την ελληνική συνέχεια με όρους γλώσσας και πολιτισμού και όχι με όρους εθνικής συνείδησης. Στο βιβλίο της «Η Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», όταν γράφει για βυζαντινό έθνος και βυζαντινό εθνικισμό κατά την εποχή των Ισαύρων (8ος αι.), εννοεί χριστιανικό έθνος (στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν όλοι οι χριστιανοί Ρωμαίοι πολίτες) και όχι ελληνικό. Τη «γέννηση» του «ελληνοβυζαντινού» ή «ελληνορθόδοξου» πατριωτισμού (με άλλα λόγια της νεοελληνικής εθνικής συνείδησης) την τοποθετεί αργότερα, κατά τον 10ο-11ο αιώνα.

    Και για να μη γίνει παρανόηση ότι η – κατ’ Αρβελέρ – ελληνική συνείδηση προϋπήρχε στα λαϊκά στρώματα, στη σκιά της επίσημης οικουμενικής βυζαντινής ιδεολογίας και κάποια στιγμή κατέλαβε τα ανώτερα κλιμάκια και έγινε η κυρίαρχη (όπως ισχυρίζονται λ.χ. ο Νίκος Σβορώνος και ο Γιώργος Καραμπελιάς), γράφει χαρακτηριστικά:

    «Είναι γεγονός ότι η διαμόρφωση του βυζαντινού πατριωτισμού, φαίνεται να έχει ήδη καλλιεργηθεί πριν από τον ενδέκατο αιώνα. Φαίνεται σαν έργο των διανοούμενων της πρωτεύουσας, ιερωμένων και λαϊκών, που ανέπτυξαν το στοιχείο της ελληνικότητας σαν επίκαιρο συμπλήρωμα του στοιχείου της ορθοδοξίας. Γι’ αυτό, θα μπορούσε μάλιστα να πούμε, ότι ο βυζαντινός πατριωτισμός, όπως τον ορίσαμε, υπήρξε κατ’ αρχήν ένα δημιούργημα διανοητικό, και Κωνσταντινουπολίτικο. Στο βαθμό που εισχωρούσε στα λαϊκά στρώματα και κατακτούσε τις επαρχίες, έχανε μερικές όψεις του αρχικού του χαρακτήρα για να πάρει άλλες, ενώ το ιστορικό πλαίσιο των διαφόρων περιόδων του επέβαλε νέες τροποποιήσεις.»
    [Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Ψυχογιός, σ. 74]

    Με γνώμονα τα παραπάνω πιστεύω ότι δεν πέφτω και πολύ έξω όταν ισχυρίζομαι πως η κ. Αρβελέρ με τη λέξη «Γένος» (που έχει σαν κοιτίδα την Κωνσταντινούπολη και σαν πιο ταιριαστό όνομα το Ρωμιοσύνη) εννοεί το Νέο και όχι τον διαχρονικό Ελληνισμό.

    Παρόλα αυτά είναι ολοφάνερο πως δίνει πολύ μεγαλύτερη σημασία στην πολιτιστική συνέχεια [άλλο τεράστιο πρόβλημα: κατά πόσο αυτή η πολιτιστική συνέχεια είναι ουσιώδης, δηλ. κατά πόσο ο βυζαντινός πολιτισμός διατήρησε το πνεύμα του αρχαίου ελληνικού;]. Γι’ αυτό και στο έργο της κυριαρχούν οι χαρακτηρισμοί του Βυζαντίου ως «αυτοκρατορίας του μεσαιωνικού Ελληνισμού» και ως «αδιάσπαστου κρίκου της ελληνικής συνέχειας».

    Εδώ όμως πρέπει να τονιστεί και το άλλο: κανένας από τους λεγόμενους «μεταμοντέρνους», «αναθεωρητές» ή «αποδομητές» ιστορικούς δεν αρνείται την ύπαρξη μιας διαχρονικής ελληνικής πολιτισμικής κατηγορίας. Το ζήτημα που τίθεται είναι τι είδους συλλογικότητες αναπτύσσουν οι κοινωνίες σε κάθε εποχή και κατά πόσο αυτές οι συλλογικότητες έχουν ιστορική συνέχεια. Σε αυτό το πλαίσιο κινείται και το παρόν άρθρο-απάντηση του κ. Κατσιμάνη, το οποίο προσπαθεί να ξετυλίξει το μίτο της διαχρονικής ελληνικής εθνικής συνείδησης, και όταν κάπου αμφιταλαντεύεται (μπροστά στην ανεπάρκεια τεκμηρίων προφανώς), καταφεύγει στη ρομαντική και ξεπερασμένη θεωρία της «εθναφύπνισης».

  82. Pertinax,
    απ’ όσο καταλαβαίνω, συμφωνούμε ότι το ρωμηός (ρωμιός) και η ρωμιοσύνη δεν συνεπάγονται κάποια συνέχεια λατινική ρωμαϊκή και στη συνέχεια ρωμαϊκή, αλλά αφορά την Κωνσταντινούπολη και τους Νεοέλληνες. Φαίνεται να συμφωνώ/ούμε σχετικά με ενός είδους “ρεαλισμό” των εθνοτικών ονομάτων (με την μεσαιωνική σημασία του “ρεαλισμού”). Και φαντάζομαι ότι θα απορρίπτεις κι εσύ ως φαντασιοπληξίες τα περί σερβόφωνων Ρωμαίων, βουλγαρόφωνων Ρωμαίων, αλβανόφωνων Ρωμαίων, ρουμανόφωνων Ρωμαίων και ελληνόφωνων Ρωμαίων (αντί για Σέρβους, Βουλγάρους κλπ), δηλαδή την (υπό μία έννοια ιμπεριαλιστική ελληνοποίηση κάθε βαλκάνιου Ορθόδοξου).

    Όμως, πάντα είχα την απορία όσον αφορά τον διαχωρισμό πολιτισμικής και εθνοτικής όψης των πραγμάτων. Σήμερα, είναι δυνατόν να είναι κάποιος πολιτισμικά χ και εθνικά ψ. Προνεωτερικά, αυτό ήταν αδύνατον. Ο εξελληνισμένος πολιτισμικά ήταν και Έλληνας, ο (λ.χ. στη Μικρασία) εξισλαμισμένος και γλωσσικά εκτουρκισμένος ήταν Τούρκος. Πολιτισμική συνέχεια, τότε=εθνική συνέχεια. Εκτός κι αν μιλάμε με βιολογικούς όρους.

    Η αναφορά του εθνικού φαινομένου με όρους εθνικής συνείδησης νομίζω ότι είναι αυτοαναφορική και συσκοτίζει τα πράγματα. Αντί τις σολιψιστικής (έτσι θα έλεγα μια μια αντίληψη που βασίζεται απόλυτα στο κριτήριο κάποιας εθνικής συνείδησης – συνείδησης τίνος, άλλωστε; ότι “είναι έθνος”; δηλαδή; εξ ου και η αυτοαναφορικότητα) αντιμετώπισης, το προβάδισμα θα έπρεπε να δοθεί -χωρίς να παραγνωρίζεται ο “συνειδησιακός σολιψισμός”- σε έναν συνδυασμό της αντικειμενικών στοιχείων και της εικόνας για που έχει ο άλλος για εμάς (κυρίως αυτής). Μεταξύ κάποιου που δηλώνει Βαβυλώνειος στην Ελλάδα του 2012 και κάποιου που αναγνωρίζεται ως τέτοιος από όλους στην Ελλάδα του 2012, θα πίστευα τον δεύτερο, αν μου έδειχνε και κάποια στοιχεία βαβυλωνιακότητας (παιδεία, γλώσσα, ήθη-έθιμα, συνδυασμό τους). Οπωσδήποτε, δεν θα πίστευα τον πρώτο.

    Ο Κατσιμάνης, νομίζω κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση, με αυτό που λέμε “εθναφύπνιση”: εγώ θα έλεγα ότι ένα διακριτό εθνικά σύνολο, που δρα και ως σύνολο, αποκτά, και αυτό που τόσο εξειδικευμένα και λεπτά ονομάζεται “εθνική συνείδηση” (*), όταν οι συνθήκες το επιβάλλουν. Επίσης, βρίσκω πολύ λογική την ιδέα του ότι για κάποιο διάστημα το Ρωμαίος έδειχνε τι δεν ήταν κάποιος εθνικά παρά τι ήταν. Και συμπληρώνω: όταν, επί Βυζαντίου, άρχισε το Ρωμαίος να δείχνει τι ήταν κάποιος εθνικά (κι όχι, όπως παλιά, τι δεν ήταν κάποιος), ήταν ταυτισμένο αποκλειστικά με τους “ελληνόφωνους” (τους Έλληνες, για εμένα, και δη με ελληνική παιδεία)

    Ανεξάρτητα από το αν οι αναθερωρητές ιστορικοί δέχονται ή όχι ελληνική πολιτισμική συνέχεια, ένα από τα κυριότερα προβλήματά τους είναι η αντιφατική λατρεία των γραπτών πηγών. Έτσι, όταν βρίσκουν το Χ εθνικό όνομα αναφωνούν “μα πού είδατε κάτι άλλο εκτός του Χ; οι Β. ήταν Χ”, ενώ όταν βρίσκουν το Ψ εθνικό όνομα, τότε λένε “Α! Το Ψ προέρχεται από διανοούμενους [λες και το Χ οποιασδήποτε γραπτής πηγής προέρχεται από τον αγράμματο λαό] κι άρα δεν μάς λέει τίποτε” [γιατί να μην ισχύει το αντίθετο;]. Δεν ξέρω αν σκέφτηκαν ότι το το χρονικόν του μωρέως (ή: δημώδη βυζαντινά ποιήματα) έχει γραφτεί/αναθεωρηθεί από λόγιους, δηλαδή εμποτισμένους με την κυρίαρχη κρατική ιδεολογία ανθρώπους, δηλαδή “είναι ύποπτο όταν αναφέρεται σε εθνικά ονόματα” (!)

    (*) αμφιβάλλω αν είχαν τέτοια, αθηναϊκή εθνική συνείδηση οι άπλυτοι χωριάτες της μεσόγειας αττικής. Αυτό δεν τους έκανε, κατά πώς φαίνεται, μη Αθηναίους (αφήνω το μη Έλληνες). Αμφιβάλλω, λοιπόν, αν η νεωτερικά νοούμενη “εθνική συνείδηση” (μυρίζει νοησιαρχία ή κάνω λάθος; ) έχει να πει κάτι για το πώς υπάρχουν τα έθνη και οι ομάδες ανθρώπων.

    Όσον αφορά στην Αρβελέρ, οπωσδήποτε με το Γένος δεν μπορεί παρά να αναφέρεται σε χριστιανούς Έλληνες. Ωστόσο, δεν μπορεί να εννοεί κυρίως ή αποκλειστικά μια πολιτισμική ελληνικότητα. Αυτό φαίνεται από τα παραπάνω αποσπάσματα ότι η Αρβελέρ δεν έχει κατά νου μια κυρίως ή αποκλειστικά πολιτισμική ελληνικότητα: Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, σελ. 20, 21, 78, 131
    Γιατί το Βυζάντιο, σ. 17, 92

    Είναι, για παράδειγμα, ανεξήγητο (για την άποψη ότι η Αρβελέρ θεωρεί ως ύψιστης σημασίας την λόγια εμφάνιση της ελληνικότητας και δη νοούμενη κυρίως ή αποκλειστικά ως πολιτισμική ελληνικότητα) πώς η Αρβελέρ θεωρεί ότι στον 8ο αιώνα οι βυζαντινοί είναι Έλληνες και το Βυζάντιο κράτος των Ελλήνων και/ενώ ταυτόχρονα κάνει λόγο για την “λόγια εμφάνιση της ελληνικότητας” προ του 11ου αι. ως έργου λαϊκών και ιερωμένων. Κάτι τέτοιο το κάνει ακριβώς επειδή δεν θεωρεί ύψιστης σημασίας την δεύτερη διεργασία, κι αυτό -μάλλον- επειδή υπήρχαν έτσι κι αλλιώς (ως) Έλληνες.

    Επίσης δεν καταλαβαίνω, αν υποτεθεί ότι το Έλληνας γίνεται δεκτό από την Αρβελέρ απλώς πολιτισμικά, γιατί η Αρβελέρ δεν χρησιμοποιεί τα άλλα βυζαντινά πολιτισμικά στοιχεία (ρωμαϊκά και ορθόδοξα) αλλά τα ελληνικά όταν είναι να προσδιορίσει τους Βυζαντινούς.

    Γιατί, αν Έλληνας για την Αρβελέρ είναι απλώς -όπως υποστηρίζετε- πολιτισμικό όνομα, τότε η Αρβελέρ κάνει λόγο (στα παραπάνω αποσπάσματα) για “κράτος των ορθόδοξων Ελλήνων” αντί για κράτος των “ελληνόφωνων Ορθοδόξων”; για “ορθόδοξους Έλληνες” αντί “έλληνες Ορθόδοξους” ή “ελληνόφωνους Ρωμαίους”, “ελληνικό λαό” αντί “ορθόδοξο (ή ρωμαϊκό) λαό”, “ελληνικό κράτος” αντί “ορθόδοξο (ή ρωμαϊκό) κράτος”, “έλληνες (αντί Ορθόδοξους) που περιμένουν να πάρουν την Κωνσταντινούπολη”, “Έλληνες (αντί Ορθόδοξους [ή Ρωμιούς]) στρατιώτες” που απελευθερώνουν την Πόλη, “επίσης ελληνική (αντί: επίσης ορθόδοξη ή επίσης ρωμαϊκή) αυτοκρατορία των Μεγάλων Κομνηνών”, για “ελπίδα του εξόριστου από την Πόλη [πολιτισμικά!] ελληνισμού (αντί ρωμαϊσμού ή ορθοδοξίας)”. Δεν καταλαβαίνω τι τέλος πάντων βρίσκει ανώτερο στο πολιτισμικά Έλληνας η Αρβελέρ και επιλέγει αυτό (αντί των Ρωμαίως και Ορθόδοξος), αν υποθέσουμε -όχι εγώ όμως- ότι η Αρβελέρ κάνει λόγο κυρίως ή αποκλειστικά για πολιτισμικά κι όχι εθνικά Έλληνες;;

  83. Διότι, ἀγαπητὲ Γιάννη, ὁ νεωτερικὸς ὀρισμὸς γιὰ τὸ ἔθνος προϋποθέτει ἄμεση σχέση μὲ τὸ Κράτος. Ἄν μπεῖς στὸν κόπο νὰ μελετήσεις τὴν ἐργασία ποὺ παρέθεσα παραπάνω, καὶ τὴν ξαναδίνω παρακάτω, ἴσως νὰ γίνει ἀντιληπτὴ αὐτὴ ἡ καθοριστικῆς σημασίας διαφορὰ μεταξὺ κρατικοὺ ἐθνικισμοῦ καὶ ἐθνοτικῆς καταγωγῆς:

    http://www.eens.org/EENS_congresses/2010/Malatras_Christos.pdf

    Δὲν ἐγκαινιάζεται ἑλληνικὴ ἐθνικὴ ταυτότητα οὔτε μὲ τὸν ὀρισμὸ ποὺ
    δίνει ὁ Πλήθων, διότι τὸν περιορίζει ἀποκλειστικὰ στὴν γλωσσικὴ συνέχεια. Γιὰ τὴν γλωσσικὴ συνέχεια ὅμως, θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπόψιν καὶ τὴν ἱουδαϊκὴ ἐπίδραση στὴν κοινὴ ἑλληνιστική, ὅπως τὴν παρουσιάζει ἀρκετὰ καλὰ τὸ παρακάτω ἄρθρο τοῦ Γ. Βαρθαλίτη:

    http://www.antifono.gr/portal/Κατηγορίες/Ελλάδα-Ιστορία-ΓεωΠολιτική/Άρθρα/4073-Η-καθce84ημάς-Ανατολή.html

    Ἑλληνικὸ ἔθνος ἐγκαινιάζεται μὲ τὴν ἴδρυση τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους.

  84. Παρακολουθῶ τὴν ἀξιέπαινη συγγραφικὴ δουλειὰ τοῦ κλ. Μπουρλᾶ, κι ἔχω διαβάσει
    καὶ τὸ συγκεκριμένο ἄρθρο. Νομίζω ὅτι ὑστερεῖ σὲ δύο σημεῖα, χωρὶς αὐτὸ νὰ
    μειώνει τὴν ἀξία του ὡς πόνημα ποὺ συνεγράφει μὲ μεράκι: (ι) δὲν διακρίνω
    προσπάθεια ξεκαθαρίσματος τῶν ὁρισμῶν: τί εἶναι ἔθνος; Οἱ ὅροι Φύλο, Ἔθνος καὶ Γένος χρησιμοποιοῦνται κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἀπὸ πολλοὺς συγγραφεῖς, στὸν Μεσαίωνα, δηλαδὴ ταυτίζονται μὲ αὐτὸ ποὺ λέμε σήμερα ἐθνοτικὴ ὁμάδα. Καμία σχέση μὲ τὸν νεωτερικὸ ὁρισμὸ τοῦ ἔθνους ποὺ ταυτίζεται μὲ κράτος. (ιι) Ἡ παράθεση ἀποσπασμάτων δὲν γίνεται κριτικά.

    Νομίζω ὅτι τὸ ἐπιστημονικὸ ἄρθρο ποὺ παραδίδω πιὸ πάνω (Ἡ γέννηση μιᾶς
    ἐθνοτικῆς ὁμάδας: οἱ ῥωμαίοι στὸν 12ο καὶ 13ο αἰώνα) ψηλαφεῖ ὅλες τὶς
    πηγὲς τῶν δύο αὐτῶν κρίσιμων αἰώνων, ἀνεξαιρέτως, καὶ ἀναδεικνύει τὰ
    ἐρμηνευτικὰ ἀδιέξοδα ποὺ δημιουργοῦνται ἀπὸ τὴν συλλογὴ (ὅπως στὸ ἄρθρο τοῦ
    κ. Μπουρλᾶ) ἀποκλειστικὰ τῶν στοιχείων ὅπου ἀναφέρεται ἡ λέξη Ἕλλην ὡς ἐθνοτικῆς
    καταγωγῆς. Στὸ κείμενο τοῦ ἱστορικοῦ Χ. Μαλατρᾶ παρουσιάζονται ὅλες οἱ χρήσεις, καὶ
    ἀποδεικνύεται ὅτι ἀκόμα καὶ ὅταν ὁ προσδιορισμὸς αὐτὸς δὲν χρησιμοποιεῖται μὲ
    ἀρνητικὴ διάθεση, ἀποτελεῖ (στοὺς 12ο καὶ 13ο αἰῶνες) ῥητορικὸ ἀντανακλαστικὸ
    ἀπέναντι στοὺς λατινοφώνους Φράγκους, ποὺ στηρίζεται στὴν γλωσσικὴ διαφορά: ἄλλωστε ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπανακατάκτηση τῆς Πόλης αὐτὴ ἡ ἔντονη ῥητορικὴ (π.χ. στὴν Μ. Χωνιάτη ἐμφανίζεται _μετὰ_ τὴν πτώση τῆς πόλης, ὅπως θὰ δεῖτε στὸ κείμενο), ὑποχωρεῖ.

    Ἄλλωστε ποιᾶ θὰ ἦταν ἡ ἀνάγκη γιὰ τὸν Πλήθωνα νὰ _ὀρίσει_ [1] τὴν ἑλληνικότητα, ἄν αὐτὴ εἶχε ξεκαθαριστεῖ;

    Πρῶτον μὲν δὴ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς χώρας, ὡς περὶ πλείστου (10)
    ποιητέα ὑμῖν ἐστι, βραχέ’ ἄττα μοι εἰρήσεται, οὐχ ὅτι μὴ καὶ
    αὐτοὺς ὑμᾶς περὶ τὴν ταύτης ἐπιμέλειαν ἐσπουδακότας ὁρῶ, ἀλλ’
    αὐτοῦ γέ τοι τοῦ λόγου ἕνεκα ὡς διὰ τῶν δεόντων δὴ χωροίη.
    Ἐσμὲν γὰρ οὖν ὧν ἡγεῖσθέ τε καὶ βασιλεύετε Ἕλληνες τὸ γένος,
    ὡς ἥ τε φωνὴ καὶ ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ• Ἕλλησι δὲ οὐκ (15)
    ἔστιν εὑρεῖν ἥτις ἄλλη οἰκειοτέρα χώρα οὐδὲν μᾶλλον προσήκουσα.

    Θὰ πρέπει νὰ ξεκαθαρίσουμε τὶ ἐννοοῦμε ὡς ἔθνος καὶ τὶ ὡς Ἕλλην, πρὶν
    ξεκινήσουμε μιὰ τέτοια συζήτηση. Θαυμάζω τὸν κ. Κατσιμάνη ὡς συγγραφέα καὶ
    ὡς ἐπιστήμονα, εἰδικὰ ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἄρχισα νὰ μελετῶ τὴν συγγραφική του
    δουλειὰ πάνω στὴν φιλοσοφία. Τὸ συγκεκριμένο του ἄρθρο ὡστόσο, γιὰ τὸ ὁποῖο διαφωνήσαμε (δυστυχῶς) ἔντονα δὲν (πρέπει νὰ) ἀποτελεῖται ἀπὸ παραδοχές, ἀλλὰ
    χτίζεται σὲ σαθρὸ ἔδαφος: π.χ. ὁ προσδιορισμὸς ῥωμαῖος θεωρεῖται ἀποκλειστικὰ
    κρατικὸς τίτλος. Διαβάζοντας ἄρθρα σὰν καὶ τὸ παραπάνω ποὺ δίνω (ἐξαιρετικὰ πλούσια σὲ πηγὲς) βλέπει κανεῖς ὑπηκόους τοῦ αὐτοκράτορα ποὺ δὲν εἶναι ῥωμαίοι, ἐνῶ ταυτοχρόνως ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἀνήκουν στὴν αὐτοκρατορία ποὺ φέρουν αὐτὸν τὸν προσδιορισμό: διακρίνεται _ἐθνοτικὴ διάσταση_ ὑπὸ τὴν προσδιορισμὸ ῥωμαῖο, καὶ ὅχι
    ὑπὸ τὸν προσδιορισμὸ Ἕλλην.

    Θεωρῶ τὴν προσπάθεια ἀνάδειξης μιᾶς ἑλληνικῆς συνέχειας, ὅπως τὴν ὁρίσαμε στὸ Κράτος ποὺ γεννηθήκαμε καὶ μεγαλώσαμε, ὡς φυσικὸ ἀντανακλαστικό, στὴν -μετανεωτερικὴ- περίοδο (ὅπως ὑποστηρίζει κατὰ τὴν γνώμη μου σωστὰ ὁ Θ. Ἰ. Ζιάκας στὸ καινούργιο του βιβλίο) ὅπου ἡ κατασκευὴ αὐτὴ καταρρέει. Ἡ κατάρρευση ὡστόσο δὲν ἀποτελεῖ κατ’ ἀνάγκη τὸ finale μιᾶς ἱστορικῆς πορείας: θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ ἐφαλτήριο μιᾶς ἀναγέννησης.

    [1] S.P. Lampros, Παλαιολόγεια καὶ Πελοποννησιακά, Γ. Athens: B.N. Gregoriades, 1926 (repr. 1972): 246-265.

  85. “Moreover certain allogeneis populations inhabited the lands of Romaioi. Latins, Armenians, VLACHS, Albanians, Bulgarians etc.”

    πράγματι, σύμφωνα με τον Κεκαυμένο και τον Νικήτα Χωνιάτη, οι Βλάχοι δεν είναι “Ρωμαίοι” αλλά εχθροί των “Ρωμαίων”, ενώ τον 15ο αι. οι Οθωμανοί διαχώριζαν τους αρβανιτόφωνους ορθόδοξους “Αρβανίτες” από τους “Ρωμαίους” της Αρκαδίας.

    Orthodoxy is also not enough for someone to be called Romaios.
    But even the Greek language is not a safe criterion
    Undoubtedly though, to speak the Greek language was a much stronger criterion.

    Άρα η Ορθοδοξία ως εθνοποιητικός παράγων, παρ’ ότι σημαντικός στην ιδιοπροσωπία (κι ας λένε οι παγανιστές το αντίθετο), τρώει τη σκόνη του Ελληνισμού όταν συγκρίνεται με αυτόν ως κριτήριο.

    There are only two references which the term Hellen seem not to be of non rhetorical nature. The first comes from the pen of Ioannes Tzetzes, who claims twice in his works (Epistles, 6; Chiliades, V.ηδ΄)

    The second reference is in the satiric dialogue Timarion (115-117 and 150)

    ο αρθρογράφος αγνοεί μάλλον ότι ο Τζέτζης (1110 – 1180) είναι μεταγενέστερος ενός ανώνυμου Αθηναίου του τέλους του 11ου αι. που εκφράζει τη συμπάθειά του για τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μικρασίας που διώκονται από τους Τουρκομάνους: δεῖ λοιπὸν καὶ ἡμᾶς τοὺς Ἀθηναίους, ὅπως φροντίζωμεν πῶς ἂν οἱ ἄλλοι Ἕλληνες δοξάζωνται.
    Επίσης αγνοεί ο αρθρογράφος ότι ο Τζέτζης (1110 – 1180) είναι μεταγενέστερος του Ψελλού (1018 – 1095), ο οποίος σε γραπτά του (Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, 4, σελ. XLVII, ό.π., 5, σελ. με’, Χρονογραφία, 5, 36, 9. 6, 37, 8. 6, 37, 9), στα οποία Ελλάς=Βυζάντιο και Έλληνες=Βυζαντινοί
    Βέβαια, έχει τη δικαιολογία ότι αναφέρεται στον 12ο-13ο αι. Αλλά επαρκεί;

    the fall of Constantinople in April 1204 to the Crusaders…This brought forth an unprecedented patriotism, an ethnicism on part of the Romaioi.

    ενώ όταν πολεμούσαν κατά Βουλγάρων, κατά Αράβων, κατά Νορμανδών και Τούρκων, δεν ήταν “εθνικισμός”, ήταν από πολιτικό καθήκον;

    It is exactly at this time that we can date the first certain references to Greeks. The term Graikos appears in the History of Niketas Choniates in pieces that he wrote after the fall of Constantinople. All references to Graikos denote the Byzantines. All references to Graikos denote the Byzantines but are used in a Latin context, to show what the Latins call the Byzantines….the Graikos seems to mean in this context the Orthodox Christian

    Το ότι ο αρθρογράφος κάνει λόγο για τον 12ο-13ο αιώνα λέγοντας ότι τότε εμφανίζεται το Γραικός=Βυζαντινός, δεν αποτελεί πλήρως ικανοποιητική δικαιολογία. Για παράδειγμα:
    Ο Θεόδωρος Στουδίτης (759-826) κάνει λόγο για Γραικούς=Βυζαντινούς και Γραικία=Βυζάντιο
    Ο Θεοφάνης Ομολογητής (760-815) κάνει λόγο για τη γλώσσα των Γραικών, ενώ είναι γνωστό ότι η (αρχαία) ελληνική γλώσσα ονομαζόταν ελληνική (φωνή ελληνίς, ελλάδος φωνή κοκ) και ποτέ γραικική.

    Βέβαια, υπάρχουν κι άλλοι πιο κοντινοί στον 12ο αι., για τους οποίους δεν χρειάζεται να πω πολλά (Κων/νος Πορφυρογέννητος, Προκόπιος, Πρίσκος)

    it is clear that the essence of being a Romaios do not change when it shifts to Graikos or Hellen. It is the same ethnic group.

    Ακριβώς, ο βυζαντινός και μεταβυζαντινός Έλληνας είναι Ρωμιός, και το αντίστροφο (to speak the Greek language was a much stronger criterion), Ρωμιοί είναι μόνοι οι Έλληνες, όχι οι Σέρβοι, Βούλγαροι και άλλα ορθόδοξα αδέλφια των Βαλκανίων, ούτε βέβαια (για τους “Ρωμαίους”) οι εξισλαμισμένοι Μικρασιάτες.

    When we meet the ancient Greeks, they are always those Greeks. They do not seem to be part of us (the Byzantines).

    “εξ ημών προήλθον πάσαι αι επιστήμαι” Κωνσταντίνος/Κύριλλος, αδελφός του Μεθόδιου, 9ος αι.
    Δεν πρέπει να είναι κανείς απόλυτος.

    Not only exemplae of Latin personages are almost lacking from literature, but also the Romans of antiquity are viewed as Others; still not us. They are those Italians Romans, the descendants of Aineias (Aineiades Romaioi), they are even sometimes called barbarians
    …the Byzantines‟ past does not go earlier than the foundation of Constantinople…This capital transfer is their myth of descent, which myth, however, does not include the old Rome anymore.

    Πάει να πει: κάθε ιδέα για “ελληνολατινική” Ρωμαιοσύνη (ή χειρότερα: Ρωμιοσύνη) από τον Ρωμύλο ώς τον 12ο αι. είναι σαθρή και αβάσιμη.

    The Byzantines considered themselves first of all descendants of Constantine, and not of Augustus, David, or Alexander the Great.
    Τότε γεννάται το ερώτημα γιατί εμφανίζουν σε χειρόγραφα τον Αλέξανδρο ή τον Αγαμέμνονα -αλλά όχι τους Λατίνους- ως βυζαντινούς βασιλιάδες.

    it is exactly at this time that the ethnic group of the Romaioi came into being and set up its boundaries effectively separating itself from the Others.

    Η διάκριση των “Ρωμαίων” από τους Άλλους (λ.χ. Βουλγάρους) είναι φανερή τον 9ο αιώνα, όχι από τον 12ο. Λ.χ. Ιστορία Μιχαήλ Ατταλειάτη (11ος αι.), 297.

    exactly at this time it rehabilitated its ancient Greek past, rejected its pre-Constantinian Latin past and acknowledged that the Christian religion is not sufficient to shape the identity of its group.

    exactly at this time it rehabilitated its ancient Greek past
    α) Ιουλιανός, 4ος αι.
    «Άλλωστε οι Ρωμαίοι ανήκουν στο γένος των Ελλήνων» (Εις τον βασιλέαν Ήλιον προς Σαλούστιον, 39 (153a)). «(..) Γνωρίζω ότι κι εσείς [οι Ρωμαίοι] από αυτούς [τους Έλληνες] κατάγεστε» (Συμπόσιον ή Κρονιάς, 324a). «Ο Ήλιος αναγνώρισε την πολιτεία μας [τη Ρώμη] Ελληνική τόσο στην καταγωγή όσο και στο πολίτευμα» (Εις τον βασιλέαν Ήλιον, 39 (153a)).
    β) 6ος αι.
    i) Ιουστινιανός: «Το Λυκαόνων έθνος, λέγει, συγγενέστατόν εστι Ρωμαίοις και σχεδόν εκ των αυτών συνωκισμένον προφάσεων· Λυκάονι γαρ τω πρώην Αρκαδίας της εν Ελλάδι βεβασιλευκότι..» (ΚΕ’ νεαρά Ιουστινιανού, στον Κ. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη τ. Β’, Πρόλογος, σελ. μβ’).
    ii) Αγαθίας: «Τώρα, όμως, η Μασσαλία, που ήταν ΕΛΛΗΝΙΚΗ, έχει εκβαρβαριστεί, διότι έχοντας ξεχάσει το πατροπαράδοτο πολίτευμα, κυβερνάται με τους νόμους των κατακτητών [=Φράγγων]» (Ιστορίαι, Α’, 2 – τα κεφαλαία δικά μου).
    iii) Ιωάννης Λυδός, Περί των αρχών της Ρωμαίων Πολιτείας.

    Δηλαδή, όλη η φασαρία γίνεται για το διάστημα 7ος-11ος αι. (στο οποίο βρίσκουμε αναφορές σε Γραικούς, Γραικία και Ελλάδα και Έλληνες);;;

    exactly at this time it acknowledged that the Christian religion is not sufficient to shape the identity of its group

    Αυτό ήταν φανερό όχι από τον 12ο αι., αλλά από τον εκχριστιανισμό των Σλαβοβουλγάρων τον 9ο αι.

  86. Ἀγαπητἐ Γιάννη,

    Προσωπικὰ δἐν ἔχω συνάγει κάποιο συμπέρασμα ἀπὸ τὰ σχόλιά σου στὴν
    ἐργασία: πέρα ἀπὸ τὴν παρατήρηση ὅτι ἡ ῥητορικὴ πολὺ
    συγκεκριμένων συγγραφέων, δύο ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀναφέρεις,
    ἀποκλείει τοὺς Βλάχους ἀπὸ τὴν ῥωμαϊκὴ ἐθνότητα, δὲν
    συγκροτεῖς κάποια ἄποψη. Διόρθωσε σὲ παρακαλῶ, καὶ γράψε
    ὅταν εὐκαιρήσεις τὰ συμπεράσματά σου: ἀξίζει νὰ μπεῖς στὸν
    κόπο, γιὰ χάρη τῆς συζήτησης. Ὅταν ἐννοοῦμε Βλάχους ὡστόσο
    ποιοῦς ἐννοοῦμε; Τοὺς λατινοφώνους Romani; Διότι ἡ λέξη ἀπαντᾶται,
    ὡς προσδιορισμός, σὲ πολλὲς ὁμάδες.

    Ἐπειδὴ ἀναφέρθηκες στὸν Πορφυρογέννητο, θὰ ἤθελα νὰ ἐρμηνεύσεις
    καὶ τὴν παρακάτω ἀναφορά του:

    “Καὶ εἰς τοῦτο κατέληξεν ἡ τῶν Ῥωμαίων ἀρχὴ μέχρι τῆς σήμε-

    ρον. Νυνὶ δὲ στενωθείσης κατά τε ἀνατολὰς καὶ δυσμὰς τῆς Ῥωμαϊκῆς

    βασιλείας καὶ ἀκρωτηριασθείσης ἀπὸ τῆς ἀρχῆς Ἡρακλείου τοῦ Λίβυος,

    οἱ ἀπ’ ἐκείνου κρατήσαντες οὐκ ἔχοντες ὅποι καὶ ὅπως καταχρήσονται τῇ

    αὑτῶν ἐξουσίᾳ, εἰς μικρά τινα μέρη κατέτεμον τὴν ἑαυτῶν ἀρχὴν καὶ

    τὰ τῶν στρατιωτῶν τάγματα, μάλιστα ἑλληνίζοντες καὶ τὴν πάτριον καὶ

    ῥωμαϊκὴν γλῶτταν ἀποβαλόντες.΄΄

    A. Pertusi, Costantino Porfirogenito. De thematibus [Studi e Testi 160. Vatican City: Biblioteca Apostolica Vaticana, 1952]: 59-100.

  87. Φυσικά, δεν πρέπει να πέφτει κανείς στην σολιψιστική-νοησιαρχική παγίδα της “συνείδησης” και να εξετάζει τα πράγματα ωσάν να ισχύει κατά κύριο λόγο το “είσαι ό,τι δηλώσεις” και ωσάν να μην έχει σημασία το πώς σε βλέπουν οι άλλοι.

  88. Kyriakos Papadopoulos,
    o Κεκαυμένος, αν θυμάμαι καλά, εννοεί ως Βλάχους τόσο όσους ζούσαν στη Θεσαλία του καιρού του όσο και τους Δάκες και παραδουνάβιους. Ενώ ο Χωνιάτης -αν πάλι θυμάμαι καλά- εννοεί κατά βάση τους παραδουνάβιους πληθυσμούς. Με άλλα λόγια, οι Βλάχοι στα βυζαντινά χρόνια δεν θεωρούνταν “Ρωμαίοι”. Το τι έγινε μετά, όπως δείχνει το θωρηκτό Αβέρωφ και το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, είναι μια άλλη ιστορία.
    Για το τι έχω πει για αρκετές από τις απόψεις του άρθρου, φαίνεται παραπάνω.

  89. Ὑ.Γ.

    Ἐπίσης, πάνω στὸ ἐρμηνευτικό:

    …ἐποίει, οὐκ ἐνεῖναι λέγειν. εἰ δέ γε δοῦλος ἢ ὑποβολι-

    μαῖος τὰ μὴ προσήκοντ’ ἀπώλλυε καὶ ἐλυμαίνετο, Ἡράκλεις

    ὅσῳ μᾶλλον δεινὸν καὶ ὀργῆς ἄξιον πάντες ἂν ἔφησαν εἶναι.

    ἀλλ’ οὐχ ὑπὲρ Φιλίππου καὶ ὧν ἐκεῖνος πράττει νῦν, οὐχ

    οὕτως ἔχουσιν, οὐ μόνον οὐχ Ἕλληνος ὄντος οὐδὲ προσή- (5)

    κοντος οὐδὲν τοῖς Ἕλλησιν, ἀλλ’ οὐδὲ βαρβάρου ἐντεῦθεν

    ὅθεν καλὸν εἰπεῖν, ἀλλ’ ὀλέθρου Μακεδόνος, ὅθεν οὐδ’

    ἀνδράποδον σπουδαῖον οὐδὲν ἦν πρότερον πρίασθαι…

    ***Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρμηνεύσουμε ἐπαρκῶς, καὶ
    ὅχι προσεγγιστικὰ (καὶ συνήθως κατὰ βούληση) τέτοια
    ἀποφθεύγματα, ἄν δὲν ὁρίσουμε ἐξίσου ἐπαρκῶς τὶ
    νοοῦμε ὡς ἐθνότητα; Ὁ Μητραλέξης (στὸ τελευταῖο του
    ἄρθρο) τὴν ἐννοεῖ ὡς γλωσσικὴ συνέχεια. Ἐμένα προσωπικἀ
    δὲν μὲ καλύπτει ἀπόλυτα, διότι (τὸ ἐκθέτει ὅμορφα ὁ Βαρθαλίτης)
    ἡ κοινὴ ἑλληνιστικὴ διέπεται ἀπὸ ποιοτικὲς διαφορές, ποὺ
    τὴν καθιστοῦν ὅχι ἀπλὴ ἐξέλιξη, ἀλλὰ μεταμόρφωση
    τῆς ἑλληνικῆς, συνεπῶς καὶ τοῦ τρόπου σκέψης στὸν
    ἑλληνιστικὸ κόσμο. Ἐπίσης, πῶς μποροῦμε νὰ ἀγνοήσουμε
    τὴν Ἀνατολή: μάλλιστα ὅταν ὑπάρχουν πτυχές της ποὺ
    ἀκόμα δὲν τὶς γνωρίζουμε. (Βλέπε The Syrian Project,
    Fr. Elia Khalife: τὸ σιιτικὸ Ἰσλᾶμ ἔχει καταστρέψει καὶ
    ἀποκρύψει μεγάλο μέρος τοῦ Χριστιανικοῦ/ῥωμαϊκοῦ μεσαιωνικοῦ
    κόσμου, ὅπου ἐπιβλήθηκε. Γίνεται μεγάλη προσπάθεια
    ἀποκατάστασης καὶ ἀνάδειξης αὐτὴς τῆς κληρονομιᾶς,
    ἀπὸ project ποὺ ξεκίνησε στὴν Ὀξφόρδη).

    Τὰ πράγματα εἶναι σαφῶς πιὸ περίπλοκα καὶ νομίζω
    ὅτι τὸ γνωρίζεις.

    S.H. Butcher, Demosthenis orationes, vol. 1. Oxford: Clarendon Press, 1903 (repr. 1966): [110-130].

  90. Συγγνώμη που δεν είδα τα για τον Πορφυρογέννητο.
    Έχω να ρωτήσω δυο πράγματα
    1. οι “ελληνίζοντες” είναι οι Γραικοί και έχουν σχέση με τους Γραικούς των “πάντες Γραικοὶ ὀνομάζονται” και “Ἑλληνίδες εἰσὶ πόλεις καὶ Ἑλλήνων ἄποικοι” (De thematibus) και του “ἐν τῷ θέματι Πελοποννήσου …οἰκίας τῶν Γραικῶν” (Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν);

    2. αυτή η ῥωμαϊκὴ γλῶττα είναι η ρωμαίικη/ελληνική ή λατινική; Και ποιοι ακριβώς την έχασαν στην Ανατολή;

  91. Σὲ μιὰ συζήτησή μου μὲ τὸν Χ. Μαλατρᾶ, μὲ ἔπεισε μὲ τὰ πολλὰ ἐπιχειρήματά του ὅτι ῥωμαϊκὴ ἐθνοτικὴ ὁμάδα _ὑπῆρχε ἤδη_ στὰ χρόνια τοῦ Καρακάλλα: δὲν δημιουργήθηκε ἐξαιτίας τοῦ ἐδίκτου, ἀλλὰ τὸ ἔδικτο ἦρθε νὰ τῆς δώσει καὶ κρατικὴ ὑπόσταση. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ μετὰ ξεκινᾶ ἡ προσθαφαίρεση, μέχρι νὰ φτάσουμε στὴν τελικῆ Ἄλωση τοῦ ῥωμαϊκοῦ Κράτους, τὸ 1453, καὶ ὁ ὅρος ῥωμαῖος/ῥωμηὸς νὰ στηρίζεται ἀκόμη περισσότερο στὴν χριστιανικὴ Παράδοση, ὅπου ἀναδείχθηκε σὲ βασικὴ συνιστώσα τῆς ῥωμηοσύνης. Γλωσσικὰ εἶναι ἐνδιαφέρον πὼς ἐθνοτικὲς ὁμάδες ποὺ θεωροῦνταν πιὰ διαφορετικὲς (π.χ. Παραδουνάβιοι Ἀρμάνοι καὶ ῥωμηοὶ τοῦ Πόντου) χρησιμοποιοῦν τὸν ἴδιο προσδιορισμὸ γιὰ τὸν ἐαυτό τους, -ῥωμαῖος- ἐνῶ ἡ γεωγραφικὴ ἀπόσταση δρᾶ, μὲ τὰ χρόνια, διασπαστικά. Λαοὶ ποὺ αὐτοπροσδιορίζονται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο νιώθουν διαφορετικοὶ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον.

    Τὸ συγκεκριμένο ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν Πορφυρογέννητο δείχνει τὶς παρεξηγήσεις ποὺ μποροῦν νὰ δημιουργηθοῦν ἄν ἐρμηνεύουμε τὸ τότε μὲ βάση τὸ (μετά-)νεωτερικὸ σήμερα. Τὸ διατυπώνεις πολὺ σωστὰ παραπάνω, ἡ “ἐθνικὴ συνείδηση΄΄ ἔχει διαφορετικὸ συντελεστὴ βαρύτητας, ἀπὸ ἐποχὴ σὲ ἐποχή. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ὁποιαδήποτε προσπάθεια ἐνοποίησης καταλήγει στὸ τέλος σὲ ἀντιφάσεις, ἄν δὲν ἀμβλύνει τεχνηέντως τὶς ὀξεῖες διαφορὲς ποὺ ἀνακαλύπτει κανεῖς στὴν ἐθνοτικὴ ὑπόσταση ἀνθρώπων ὅχι μοναχὰ διαφορετικῶν ἐποχῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς ἴδιας ἐποχῆς.

    Στὸ ἴδιο κείμενο, ὁ Πορφυρογέννητος ἀναφέρει:

    “…πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ἐπολιόρκουν ἀτακτοῦσαν καὶ ἀντιλέγουσαν,

    ὡς ὁ Καῖσαρ Ἰούλιος, ὡς ὁ θαυμαστὸς Αὔγουστος, ὡς ὁ Τραϊανὸς ἐκεῖνος ὁ περιβόητος,

    ὡς ὁ μέγας ἐν βασιλεῦσι Κωνσταντῖνος καὶ Θεοδόσιος καὶ οἱ μετ’ ἐκείνους τὸν χριστιανισμὸν καὶ τὴν θεοσέβειαν ἀσπασάμενοι. Οὐκ ἦν γὰρ εἰκός, βασιλέως ἐπὶ στρατοπέδου παρόντος, στρατηγὸν διατάττεσθαι• ὑφ’ ἡγεμόνας γὰρ καὶ ταξιάρχας ἐτέλουν

    καὶ ὅλα τὰ τῶν πολέμων πράγματα ἐπὶ τῇ τοῦ βασιλέως βουλῇ ἀπεκρέ-

    μαντο• καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἕνα καὶ μόνον τὸν βασιλέα ἑώρα. Ὅτε δὲ τοῦ

    στρατεύειν οἱ βασιλεῖς ἀπεπαύσαντο, τότε καὶ στρατηγοὺς καὶ θέματα διω-

    ρίσαντο.΄΄

  92. Γιάννη,
    έκανες μία κρίσιμη παρατήρηση:

    «Όμως, πάντα είχα την απορία όσον αφορά τον διαχωρισμό πολιτισμικής και εθνοτικής όψης των πραγμάτων. Σήμερα, είναι δυνατόν να είναι κάποιος πολιτισμικά χ και εθνικά ψ. Προνεωτερικά, αυτό ήταν αδύνατον. Ο εξελληνισμένος πολιτισμικά ήταν και Έλληνας, ο (λ.χ. στη Μικρασία) εξισλαμισμένος και γλωσσικά εκτουρκισμένος ήταν Τούρκος. Πολιτισμική συνέχεια, τότε=εθνική συνέχεια. Εκτός κι αν μιλάμε με βιολογικούς όρους. Η αναφορά του εθνικού φαινομένου με όρους εθνικής συνείδησης νομίζω ότι είναι αυτοαναφορική και συσκοτίζει τα πράγματα. Αντί τις σολιψιστικής (έτσι θα έλεγα μια μια αντίληψη που βασίζεται απόλυτα στο κριτήριο κάποιας εθνικής συνείδησης – συνείδησης τίνος, άλλωστε; ότι “είναι έθνος”; δηλαδή; εξ ου και η αυτοαναφορικότητα) αντιμετώπισης, το προβάδισμα θα έπρεπε να δοθεί -χωρίς να παραγνωρίζεται ο “συνειδησιακός σολιψισμός”- σε έναν συνδυασμό της αντικειμενικών στοιχείων και της εικόνας για που έχει ο άλλος για εμάς (κυρίως αυτής).»

    Το διακύβευμα στη σημερινή επιστημονική διαμάχη περί έθνους είναι κατά πόσο υπήρχε αίσθηση εθνικής συλλογικότητας πριν τη δημιουργία των νεωτερικών εθνών-κρατών. Δηλαδή, ακόμα και αν δεχτούμε πως υπήρχαν αντικειμενικά Έλληνες πριν το 1821 (πράγμα προφανές), για να πούμε ότι αυτοί οι Έλληνες αποτελούσαν μια προνεωτερική μορφή έθνους, πρέπει να αποδείξουμε ότι σκέφτονταν και δρούσαν, με κάποιον τρόπο, συλλογικά σαν Έλληνες.

    Χαρακτηριστικά, ο Γιώργος Καραμπελιάς είχε πει σε κάποια παλιά ομιλία του για το βιβλίο της ΣΤ’Δημοτικού:
    «Αν προσέξετε, τo βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού δεν αναφέρεται ποτέ σε ελληνικό έθνος. Αναφέρεται σε Έλληνες. Δεν υπάρχει ελληνικό έθνος, ιδιαίτερα πριν από το 1821. Υπάρχουν οι Έλληνες, διότι βεβαίως εντάσσεται στην στρατηγική που λέει ότι δεν υπάρχει συνέχεια του ελληνικού έθνους.»

    Ας πάρουμε το αντίπαλο δέος των μοντέρνων-μεταμοντέρνων ιστορικών, που είναι ο Anthony Smith. Αυτός διακρίνει τις προνεοτερικές εθνοτικές ομάδες σε δύο τύπους:

    α) τις εθνοτικές κατηγορίες:
    (ανθρώπινοι πληθυσμοί που θεωρούνται – τουλάχιστον από ένα μέρος των εξωτερικών παρατηρητών – ως ξεχωριστές πολιτισμικές και ιστορικές συνομαδώσεις. Όμως οι ίδιοι οι πληθυσμοί που ορίζουμε με αυτόν τον τρόπο πιθανόν να μην έχουν πλήρως αναπτυγμένη αυτοσυνείδηση, παρά μόνο μια ασαφή αίσθηση ότι αποτελούν μια ξεχωριστή συλλογικότητα. Έτσι οι Τούρκοι της Ανατολίας πριν το 1900 αγνοούσαν σε μεγάλο βαθμό ακόμα και την ύπαρξη μιας ξεχωριστής “τουρκικής” ταυτότητας – διαφορετικής από την κυρίαρχη οθωμανική ή την υπερκείμενη ισλαμική – και, πέραν τούτου, συχνά θεωρούσαν ακόμα πιο σημαντικές τις τοπικές τους ταυτότητες, οι οποίες εστιάζονταν στη συγγένεια, το χωριό ή την περιοχή τους. Το ίδιο μπορούμε να πούμε πως ίσχυε για τους Σλοβάκους κατοίκους των κοιλάδων των Καρπαθίων πριν το 1850, παρά το γεγονός ότι διέθεταν κοινή διάλεκτο και θρησκεία. Και στις δύο περιπτώσεις, σε γενικές γραμμές απουσίαζε ο μύθος της κοινής καταγωγής, οι κοινές ιστορικές μνήμες, η αίσθηση της αλληλεγγύης και η πρόσδεση σε μια σαφώς προσδιορισμένη πατρίδα.)

    β) τις εθνοτικές κοινότητες, που διαθέτουν τα εξής βασικά χαρακτηριστικά:
    1. ένα κοινό όνομα
    2. ένα μύθο κοινής καταγωγής
    3. κοινές ιστορικές μνήμες
    4. ένα ή περισσότερα διαφοροποιητικά στοιχεία της κοινής κουλτούρας
    5. πρόσδεση σε μια συγκεκριμένη «πατρίδα»
    6. αίσθηση αλληλεγγύης που συνδέει σημαντικές μερίδες του πληθυσμού

    Όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός στον οποίο ο δεδομένος πληθυσμός διαθέτει ή μοιράζεται αυτά τα χαρακτηριστικά (και όσο περισσότερα είναι αυτά), τόσο περισσότερο πλησιάζει τον ιδεότυπο της εθνοτικής κοινότητας (ethnie). Όπου υπάρχει συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων είναι φανερό πως έχουμε να κάνουμε με μια κοινότητα βασισμένη σε μια ιστορική κουλτούρα, η οποία διαθέτει αίσθηση της κοινής της ταυτότητας».
    [Anthony Smith, Εθνική Ταυτότητα, εκδ. Οδυσσέας, σ. 39-40]

    Οι πρώτες, λοιπόν, δεν διέθεταν ιδιαίτερη αυτοσυνείδηση, σε αντίθεση με τις δεύτερες, οι οποίες είχαν καλλιεργήσει σε ικανοποιητικό βαθμό την αυτοεικόνα τους. Πάμε τώρα να δούμε ποιος από τους δύο τύπους εθνοτήτων έχει το «προβάδισμα» στην προκειμένη συζήτηση περί έθνους.

    Σε ένα από τα χαρακτηριστικότερα άρθρα της μοντέρνας-μεταμοντέρνας ιστοριογραφίας (Dimitris