1821: η Επανάσταση της Ρωμιοσύνης

Του Βλάση Αγτζίδη (*)

 

H σημαντικότερη στιγμή της νεώτερης ευρωπαϊκής ιστορίας, μετά τη Γαλλική
Επανάσταση, υπήρξε η εξέγερση του υπόδουλου ελληνισμού στην Οθωμανική
Αυτοκρατορία.  Υπήρξε  σημαντικότατη η στιγμή, γιατί η Αυτοκρατορία
έμοιαζε άτρωτη. Επιπλέον, οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν αποφασίσει να
αντιταχθούν στα επαναστατικά κινήματα φοβούμενες για τους θρόνους τους, που
άρχισαν να τρίζουν από τις νέες ιδέες για ελευθερία και ισοπολιτεία που
εμφανίστηκαν στην Ευρώπη. 

 

Τα ιστορικά δεδομένα

 

Από το 1453 που αλώθηκε η Κωσταντινούπολη και από το 1461 που
παραδόθηκε η Τραπεζούντα στους Οθωμανούς, ο ελληνικός κόσμος βρέθηκε υπό την
κυριαρχία ενός ισλαμικού κράτους, που βασιζόταν αποκλειστικά στη θρησκευτική
διάκριση των υπηκόων.  Οι Λαοί της Βίβλου
(χριστιανοί και εβραίοι) αναγνωρίζονταν ως υποδεέστεροι πληθυσμοί, που σκοπό
είχαν να υπηρετούν τους κυρίαρχους μουσουλμάνους. Αυτή η απλοϊκή διάκριση,
υπήρξε η κύρια κοινωνική συνθήκη στους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας.

 

Οι ίδιοι οι Οθωμανοί χαρακτηρίζονταν απλώς απ’
τη συνείδηση της θρησκευτικής τους κατάστασης και της συνείδησης της κοινωνικής
υπεροχής που τους προσέδιδε το Ισλάμ. Καμιά εθνική ταυτότητα δεν ανιχνεύεται
στο μουσουλμανικό κόσμο της Εγγύς Ανατολής πριν από τα τέλη του 19ου
αιώνα. Για τους Οθωμανούς ο όρος «Τούρκος» σήμαινε τον καθυστερημένο, απόβλητο
ανατολίτη. Επιβίωνε η μεσαιωνική άποψη του Τζελαλεντίν αλ Ρουμί, ιδρυτή του
τάγματος των δερβίσιδων :  “Για την οικοδόμηση πρέπει να
προσλαμβάνονται Ρωμιοί εργάτες και για την κατεδάφιση Τούρκοι. Γιατί η δόμηση
του κόσμου είναι ιδιότητα των Ρωμιών, ενώ η καταστροφή και το γκρέμισμα έχει
ανατεθεί στους Τούρκους.” Η άποψη αυτή διατηρήθηκε στους Οθωμανούς σχεδόν
μέχρι την εμφάνιση  του τουρκικού
εθνικισμού. 

 

Για τους Έλληνες, ακόμα και για τους
διαφωτιστές, η λέξη «Τούρκος» σήμαινε αποκλειστικά και μόνο τον
Μουσουλμάνο.  Χαρακτηριστικός είναι ο στίχος στο Θούριο του Ρήγα Φεραίου που αναφέρει για την οθωμανική απολυταρχία ότι “Χριστιανούς
και Τούρκους, σκληρά τους τιμωρεί”…. Αντίστοιχη είναι και η
περιπέτεια του όρου «Έλληνας». Εκείνη την εποχή οι Ρωμιοί (Έλληνες) θα μπορούσε να είναι
ελληνόφωνοι, τουρκόφωνοι, αλβανόφωνοι, λατινόφωνοι, σλαβόφωνοι καθώς και οι μουσουλμάνοι (Τούρκοι) θα μπορούσε να είναι επίσης
ελληνόφωνοι, τουρκόφωνοι, αλβανόφωνοι, λατινόφωνοι, σλαβόφωνοι… Εξάλλου, οι
“Τούρκοι” της Πελοποννήσου, ήταν ελληνόφωνοι και αλβανόφωνοι, όπως ακριβώς και
οι Επαναστάστες!

 

Το Πατριαρχείο

 

            Οι χριστιανοί Έλληνες συνέδεσαν την
ύπαρξη τους με το Πατριαρχείο. Το Πατριαρχείο και ο κλήρος  υπήρξαν θεσμοί που διατήρησαν οι Οθωμανοί για
πολλούς λόγους. Μέσω της κοινοτικής συγκρότησης του μιλέτ των ορθοδόξων
χριστιανών –και κατά συνέπεια της γκετοποίησης και της πολιτικής περιθωριοποίησης
των «γκιαούρηδων»- να μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικότερα το φορολογικό
σύστημα, όπως και η δυνατότητα ελέγχου των συμπεριφορών.

Σημαντικό
γεγονός υπήρξε η ελληνική κυριαρχία επί των άλλων ορθοδόξων, μέσω της
υποχρεωτικής τους ένταξης στο μιλέτ των Ρωμιών. Η μικρή ομάδα των Φαναριωτών,
κατάφερε να γίνει απαραίτητη στην οθωμανική διοίκηση και να χρησιμοποιηθεί
ανάλογα. Κορυφαία στιγμή του ρόλου της ήταν η ανάληψη της διοίκησης των
παραδουνάβιων ηγεμονιών. Ο λαός, όμως υπέφερε από την αυθαιρεσία της
μουσουλμανικής διοίκησης και την αβάστακτη φορολογία.

 

Η
οθωμανική κατάκτηση ήταν αιτία μεγάλης εξόδου προς τη Δύση και τη Ρωσία, όπου
δημιουργήθηκαν σημαντικές ελληνικές παροικίες, από την Άλωση της Πόλης και
εντεύθεν. Οι παροικίες αυτές, όπου κατοικούσε η ελληνική διανόηση αλλά και η
νεαρή ελληνική επιχειρηματική τάξη, υπήρξαν οι χώροι όπου οι νέες ιδέες του
ευρωπαϊκού διαφωτισμού οδήγησαν στη διατύπωση του αιτήματος για αποτίναξη της
οθωμανικής κυριαρχίας. Η τάση αυτή πήρε στις αρχές του 19ου αιώνα,
τη μορφή ενός μεγάλου επαναστατικού κινήματος του συνόλου των Ελλήνων που θα
καταλήξει στην Επανάσταση του 1821..

 

 

Περί της
Επανάστασεως

 

Κανείς δεν μπορεί να μην αποδεχτεί ότι η Επανάσταση
του 1821
που χαρακτηριζόταν από πολλές αδυναμίες και
αντιφάσεις υπήρξε ένα κορυφαίο γεγονός. Γεγονός 
που είχε κυρίως αντι-απολυταρχικά χαρακτηριστικά, και ως περιεχόμενο
ήταν:

θρησκευτική -των χριστιανών κατά
των κυρίαρχων μουσουλμάνων γιατί ήταν δεύτερης και
τρίτης κατηγορίας πολίτες, υφιστάμενοι πλείστες όσες διακρίσεις ένεκα
του θρησκεύματός τους, 

ταξική των απόκληρων, πολύμορφων από
άποψη καταγωγής, Ρωμιών-γιατί οι Ρωμιοί ήταν οι οικονομικά δυναστευόμενοι
μέσα από την απλοϊκή μουσουλμανική δομή που καθόριζε τις ενδοοθωμανικές
σχέσεις- και

εθνική, ώς έχουσα ηγεσία εμπνευσμένη
από τη Γαλλική Επανάσταση που κατάφερε να μετεξελίξει σε κυρίαρχη ιδεολογία την
από την εποχή της Άλωσης αντίληψη, περιωρισμένη έως τότε σε κύκλους
διανοουμένων -της διασποράς αλλά και του Φαναρίου- ότι “εμείς που ανήκουμε στο θρησκευτικό
γένος των Ρωμαίων, είμαστε εθνικά Έλληνες”. Μια άποψη που στις
εποχές πριν την Άλωση είχε οδηγήσει σε μια παράδοξη εμφάνιση των
Ελλήνων ως έθνος με τη νεωτερική σημασία του όρου (δηλαδή με σαφές πολιτικό
πρόγραμμα)  αιώνες πριν τη νεωτερικότητα.  

 

 

Ο
αφορισμός του Υψηλάντη, η δολοφονία του Πατριάρχη και ο Σειχ-ουλ-ισλάμ Χατζή
Χαλίλ

 

 

Ένα από τα θέματα
που σχετίζονται με την Επανάσταση του 1821 και προκαλεί ακόμα διχογνωμίες και
συζητήσεις είναι ο αφορισμός των επανασταστών από τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’
και η δολοφονία του που ακολούθησε. 

 

Το μυστικό κίνημα
των Φιλικών επί της ουσίας επέβαλλε επί του γένους την επανασταστική
διαδικασία, ενώ τόσο ο Κοραής όσο και ο Καποδίστριας θεωρούσαν πρόωρη την
κήρυξή Επανάστασης. Ήταν ήδη καταγεγραμμένη στην μνήμη της υπόδουλης ρωμιοσύνης
η σκληρή μεταχείριση των χριστιανικών πληθυσμών από την Υψηλή Πύλη τόσο μετά
την αποτυχία των Ορλωφικών (1770) όσο και με τα γεγονότα της Σμύρνης του 1797
που έμεινε στην ιστορία ως «ρεμπελιό της Σμύρνης».

 

Παρόλα αυτά η στάση
του Πατριάρχη, που ήταν υπεύθυνος για ολόκληρο τον ελληνοορθόδοξο πληθυσμό της
αυτοκρατορίας, μπορεί να υπήρξε επιφυλακτική δεν υπήρξε όμως απορριπτική.   Ο αφορισμός των επαναστατών θα συμβεί μόνο
μετά την έκδοση σουλτανικής διαταγής (φετφά) από τον Μαχμούτ Β’, με την οποία
διέτασσε της σφαγή όλων ανεξαιρέτως των Ρωμιών της Αυτοκρατορίας. Η σκληρή αυτή
απόφαση ερμηνεύεται από το γεγονός ότι πληροφορήθηκε την ύπαρξη σχεδίου
επανάστασης στην Κωσταντινούπολη απ’ τους Φιλικούς και   δολοφονία του ιδίου. Σημαντικό ρόλο στο να
παρθεί αυτή η ακραία απόφαση  υπήρξε η
στάση του πρωθυπουργού (Μεγάλου Βεζίρη) της Αυτοκρατορίας Χαλέτ εφέντη. Όμως
για να αποκτήσει ισχύ η διαταγή θα έπρεπε να έχει την θρησκευτική έγκριση του
σειχ-ουλ-ισλάμ με την οποία θα επιβεβαιωνόταν ότι βρίσκεται εντός των ορίων του
Κορανίου και ότι δεν αντίκειται στον ισλαμικό νόμο.

 

 Ο Σειχ-ουλ-ισλάμ που ονομαζόταν Χατζή Χαλίλ,
Κιρκάσιος στην καταγωγή, αρνήθηκε να 
υπογράψει την εντολή του σουλτάνου παρόλες τις έντονες πιέσεις που
δέχεται γι αυτό και συγκρούεται σκληρά για το θέμα αυτό με τον Χαλέτ εφέντη. Ο
Χατζή Χαλίλ ειδοποίησε τον Πατριάρχη για τον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε το
ποίμνιό του και του ζήτησε να προβεί στη συμβολική πράξη αφορισμού των
πρωταιτίων, ώστε να θεωρηθεί ότι ο φετφάς αντίκειται στον ισλαμικο νόμο γιατί
καλεί σε εξόντωση αθώων. Έτσι ο Πατριάρχης αποφασίζει να εκδόσει τον Αφορισμό
των επαναστατών για να προστατεύσει τα μέλη του ελληνοορθόδοξου μιλέτ από το
σίγουρο αφανσιμό. Ο ίδιος θα χάσει τη ζωή του ως ο υπεύθυνος της εξέγερσης των
ραγιάδων

 

Και ο Χατζή Χαλίλ
πλήρωσε με τη ζωή του και την καταστροφή της οικογένειάς του την απόφαση να μη
συναινέσει στη θανάτωση όλων των χριστιανών της αυτοκρατορίας. Οι τουρκικές
πηγές μας ενημερώνουν ότι ο ίδιος εξορίστηκε στο Αφιόν Καράχισάρ και η γυναίκα
του στην Προύσα, όπου και δολοφονήθηκε από ανθρώπους του Χαλέτ. Εξαιτίας του
γεγονότος της δολοφονίας της συζύγου του ο Χατζή Χαλίλ πεθαίνει από καρδιακή
προσβολή.

 

Παρόλα αυτά, το
κύμα βιαιοπραγιών κατά των χριστιανών της Αυτοκρατορίας δεν έπαψε. Μόνο στην
Κωσταντινούπολη θεωρείται ότι περί τις 10.000 Ελλήνων έχασαν τη ζωή τους από το
φανατισμενο μουσουλμανικό όχλο. Και αντίστοιχα γεγονότα έγιναν τόσο στις
βαλκανικές περιοχές του ελληνισμού όσο και στις μικρασιατικές.

 

Οι επαναστάτες
γνώριζαν τις συνθήκες του αφορισμού και ουδέποτε κατηγόρησαν το Πατριάρχη γι
αυτό. Σε επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τους Σουλιώτες αναφέρεται: «Ο Πατριάρχης βιαζόμενος υπό της Πόρτας σας
στέλνει αφοριστικά και εξάρχους παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν.
Εσείς όμως να τα θεωρείται αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και
δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου».

 

Επίσης, στην
ημερήσια διαταγή του στις 8 Ιουνίου 1822, μετά την οριστική διάλυση του Ιερού
Λόχου θεωρεί τον Πατριάρχη  θύμα της
οθωμανικής απολυταρχίας αναφερόμενος στο: «…ιερόν αίμα των κατασφαγέντων απανθρώπως κορυφαίων
“υπουργών” της θρησκείας: πατριαρχών (Γρηγορίου Ε΄ και Κυρίλλου ΣΤ΄),
αρχιερέων και μυρίων άλλων αθώων αδελφών»
.

 

 

(*) ιστορικός

 

 

———————————–

 

.

(1344) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *