Γράφει ὁ Ἰωάννης Κων. Νεονάκης

Ὁ Ἅγιος καὶ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἂλλαξε τὸν ροῦ τῆς ἱστορίας καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἒθεσε τὰ θεμέλια τῆς Χριστιανικῆς Πολιτείας ἐπὶ τῆς γῆς, τῆς ὀρθοδόξου Ρωμανίας, δίδωντας σκηνὴ καὶ πατρίδα στὸν Λαὸ τοῦ Θεοῦ, πολεμήθηκε καὶ κατασυκοφαντήθηκε σκληρά εἰδικά στήν Δύση. Καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ ὃλα ἐνόχλησε καὶ ἐνοχλεῖ ἡ ἁγιότητά του.
Ἡ βασικὴ κατηγορία εἶναι γνωστή: ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος θανάτωσε τὸν υἱό του Κρίσπο τὸ 326 μ.Χ. καθῶς καὶ τὴν δεύτερη γυναῖκα του Φαύστα. Καὶ ἐπάνω σὲ αὐτὴν τὴν σκοτεινὴ ὑπόθεση χτίστηκε ἕνα τεράστιο ἀντικωνσταντίνειο οἰκοδόμημα. «Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι ἅγιος ἕνας ἄνθρωπος ποὺ σκότωσε τὸ παιδί του καὶ τὴν γυναῖκά του»;
Ὁ Κωνσταντῖνος νυμφεύτηκε ἀρχικὰ τὴν Μινερβίνα, μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησε τὸν πρωτότοκο καὶ πολυαγαπημένο του γιό, τὸν Κρίσπο. Πολιτικὲς σκοπιμότητες ὅμως θὰ τὸν ὁδηγήσουν νὰ χωρίσει τὴν Μινερβίνα καὶ νὰ νυμφευτεῖ τὴν δεύτερη γυναῖκα του, τὴν Φαύστα, τὸ 307 μ.Χ., κόρη τοῦ συναυτοκράτορά του Μαξιμιανοῦ. Μαζὶ της ἀπέκτησε τρεῖς γιοὺς (ποὺ ἔγιναν μετέπειτα καὶ οἱ τρεῖς αὐτοκράτορες) καὶ δύο κόρες.
Ὁ Κωνσταντῖνος ὑπεραγαποῦσε τὸν Κρίσπο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἐξαιρετικὰ χαρισματικός. Ὁ Κωνσταντῖνος πρόσβλεπε σ’ αὐτὸν τὸν ἂξιο διάδοχό του. Τὸν εἶχε ἢδη χρίσει Καίσαρα καὶ τοῦ εἶχε ἀναθέσει ἀρχικὰ τὴν διοίκηση τῆς Γαλατίας. Παρὰ τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του εἶχε καταγάγει πολὺ σημαντικὲς νῖκες τόσο στὴν στεριὰ ὃσο καὶ στὴν θάλασσα καὶ εἶχε κερδίσει τὸν ἀπόλυτο σεβασμὸ καὶ τὴν λατρεία ὁλοκλήρου τοῦ στρατεύματος.
Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δὲν ἦταν ἕνας ψυχρὸς πολιτικὸς ποὺ ἁπλῶς «χρησιμοποίησε» τὸν Χριστιανισμὸ γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῶν πολιτικῶν του σχεδιασμῶν καὶ στόχων. Ἡ πορεία του καὶ οἱ πράξεις του δείχνουν ἕναν βαθύτατα θρησκευόμενο ἂνθρωπο, ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἀναζητοῦσε τὸν Χριστὸ ἀπὸ πολὺ νωρίς, πολλὰ χρόνια πρὶν τὴν βάφτισή του. Ἡ σχέση του μὲ τὸν πνευματικό του, τὸν Ὅσιο Ἐπίσκοπο Κορδούης (βλέπε σχετικὸ μας ἂρθρο ἐδώ), τὸ ὅραμα τοῦ «Ἐν τούτῳ νίκα», ἡ στάση του ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία, ἡ φιλάνθρωπη νομοθεσία του, ἡ προσφυγὴ στὴν συνοδικὴ κρίση γιὰ τὰ μεγάλα ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα, ὅλα καταδεικνύουν ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἔβλεπε τὴν πίστη ὡς ἐργαλεῖο, ἀλλὰ ἀπὸ πολὺ νωρὶς ὡς ἀλήθεια, ἓναν ἂνθρωπο με ἐσωτερική μεταστροφή καί πορεία πρός τόν Χριστό.
Πέρα ὅλων τῶν ἄλλων, ἕνα χαρακτηριστικὸ περιστατικό, ποὺ καταδεικνύει τὴν πλήρη ἀποστροφή του πρὸς τὴν παλαιὰ θρησκεία πολὺ πρὶν ἀπὸ τὴν βάφτισή του, ἦταν καὶ ἡ περίφημη ἄρνησή του νὰ προσφέρει θυσίες στὸν Καπιτώλιο Δία στὴν Ρώμη (Jupiter Optimus Maximus) κατὰ τὴν ἐπέτειο γιὰ τὰ 20 χρόνια τῆς βασιλείας του (Vicennalia). Σύμφωνα μὲ τὸ ρωμαϊκὸ τυπικό, ὁ αὐτοκράτορας ὤφειλε νὰ ἡγηθεῖ μιᾶς μεγαλοπρεποῦς στρατιωτικῆς πομπῆς πρὸς τὸν λόφο τοῦ Καπιτωλίου γιὰ νὰ προσφέρει τὶς δέουσες θυσίες. Ὅταν ἡ πομπὴ ἔφτασε στοὺς πρόποδες τοῦ λόφου, ὁ Κωνσταντῖνος ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ νὰ ἀνεβεῖ καὶ νὰ θυσιάσει. Ἀντίθετα, χλεύασε δημοσίως τὶς τελετὲς καὶ τὰ εἴδωλα. Ἡ κίνησή του αὐτὴ προκάλεσε σοκ καὶ ὀργὴ στὴ ρωμαϊκὴ Σύγκλητο καὶ στὸν λαὸ τῆς Ρώμης, ποὺ παρέμεναν στὴν πλειονότητά τους πιστοὶ στὴν ἀρχαία θρησκεία. Καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ λαὸς τῆς πόλης ἀντέδρασε ὀργισμένα, ξεσπώντας σὲ ἀποδοκιμασίες καὶ, σύμφωνα μὲ μαρτυρίες, βανδαλίζοντας ἀγάλματα καὶ εἰκόνες τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ Κωνσταντῖνος, μὴ λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τὸ τεράστιο πολιτικὸ κόστος, ἔμεινε στερρὸς στὶς ἀπόψεις του, καταδεικνύοντας τὴν βαθύτατή του ἐσωτερικὴ ἀλλαγή.
Ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ του πίστη, ὁ Κωνσταντῖνος νομοθέτησε δεκάδες φιλάνθρωπους νόμους, ὅπως ἡ κρατικὴ πρόνοια γιὰ τοὺς φτωχοὺς γονεῖς, ἡ ποινικοποίηση τῆς παιδοκτονίας, ἡ προστασία τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, ὁ περιορισμὸς τοῦ διαζυγίου, ἡ προστασία τῶν δούλων ἀπὸ τὴν κακοποίηση καὶ ἡ διευκόλυνση τῆς ἀπελευθέρωσής τους, ἡ κατάργηση τῆς σταυρώσεως, ἡ ἀπαγόρευση τοῦ στιγματισμοῦ στὸ πρόσωπο, οἱ ἀνθρώπινες συνθῆκες φυλακίσεως, ἡ καθιέρωση τῆς κυριακάτικης ἀργίας καὶ τόσα ἄλλα.
Μιὰ ἀπό τις πολύ οὐσιαστικές ἀλλαγές ποὺ ἔκανε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἦταν ὅτι αὐστηροποίησε δραματικὰ τὴν νομοθεσία γιὰ τὴν μοιχεία, μετατρέποντάς την ἀπὸ ἕνα κυρίως ἀστικὸ-ἰδιωτικὸ παράπτωμα σὲ βαρὺ δημόσιο ἔγκλημα μὲ ποινὴ τὸν θάνατο. Ἀργότερα ἡ ποινὴ θὰ μετατραπεῖ σὲ ἐγκλεισμό. Ὁ νόμος εἶχε καθολικὴ ἐφαρμογή, ἐφαρμογὴ δηλαδή σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς μοιχούς, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ τάξη στὴν ὁποία ἀνῆκαν.
Λίγες μόλις μέρες μετὰ τὴν νομοθέτηση καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἡ Φαύστα θὰ κατηγορήσει τὸν Κρίσπο γιὰ ἐπίθεση ἐναντίον της καὶ παράνομη σεξουαλικὴ σχέση μαζί της (μοιχεία). Ὁ Κωνσταντῖνος, δίνοντας ὡς ὤφειλε τὸ παράδειγμα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, θὰ διατάξει τὴν σύλληψη τοῦ ὑπεραγαπημένου του υἱοῦ. Καὶ λίγο μετά, χωρὶς ἀκόμη νὰ ἔχουν γίνει ἀνακρίσεις καὶ ὑπὸ ἀδιευκρίνιστες συνθῆκες, ὁ Κρίσπος θά βρεθεῖ νεκρός.
Τρεῖς εἶναι οἱ κύριοι ἱστορικοὶ ποὺ ἀσχολήθηκαν μὲ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο καὶ τὴν ἐποχή του: ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας, ὁ Λακτάντιος καὶ ὁ Ζώσιμος. Ὁ Εὐσέβιος καὶ ὁ Λακτάντιος ἔγραψαν ἐγκωμιαστικὰ γιὰ τὸν Κωνσταντῖνο, ἐνῶ ὁ Ζώσιμος ἔγραψε γιὰ τὸν Κωνσταντῖνο ὡσὰν νὰ ἦταν ἡ πηγὴ κάθε κακοῦ.
Παρότι ὁ Εὐσέβιος καὶ ὁ Λακτάντιος εἶναι σύγχρονοι τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, δὲν ἀναφέρονται καθόλου στὰ γεγονότα αὐτά. Ὁ Λακτάντιος μάλιστα συνδέεται μὲ ἰσχυρὴ φιλία μὲ τὸν Κρίσπο καὶ ἀναφέρεται καὶ ὡς διδάσκαλός του. Καὶ εἶναι πράγματι πολὺ δύσκολο νὰ φαντασθεῖ κανείς ὅτι ἕνας ἄνθρωπος τόσο κοντὰ στὸν Κρίσπο θὰ παρέμενε φίλος, ὑποστηρικτὴς καὶ ἐγκωμιαστὴς τοῦ Κωνσταντίνου, ἐὰν ὁ Κωνσταντῖνος εἶχε ψυχρὰ καὶ ἀδίκως δολοφονήσει τὸν υἱό του.
Ὁ Ζώσιμος, ἀντιθέτως, γράφει πολὺ μεταγενέστερα. Περίπου 170 μὲ 190 χρόνια μετὰ τὰ γεγονότα. Δὲν ζεῖ τὴν ἐποχή. Καὶ κυρίως δὲν εἶναι ἰδεολογικὰ οὐδέτερος. Εἶναι ἕνας παγανιστὴς ἱστορικός, ὁ ὁποῖος βλέπει τὸν Κωνσταντῖνο ὡς τὸν μεγάλο ἔνοχο γιὰ τὴν ἐγκατάλειψη τῆς παλαιᾶς ρωμαϊκῆς θρησκείας. Γιὰ τὸν Ζώσιμο, ὁ Κωνσταντῖνος εἶναι σχεδὸν ἡ ἀρχὴ τῆς πτώσεως. Ἐκεῖνος ποὺ ἀνέτρεψε τὸν παλαιὸ κόσμο. Ἐκεῖνος ποὺ ἔφερε τὸν Χριστιανισμὸ στὴν καρδιὰ τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἄρα, ὅταν ὁ Ζώσιμος γράφει γιὰ τὸν Κωνσταντῖνο, δὲν γράφει ἁπλῶς ἱστορία. Γράφει ἰδεολογικὸ κατηγορητήριο καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ ἱστορία του εἶναι ἰδεολογικὰ στοχευμένη, θὰ πρέπει νὰ διαβάζεται μὲ πολὺ μεγάλη προσοχή.
Ὅλες λοιπόν οἱ βαριὲς κατηγορίες ἐναντίον τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου προέρχονται κυρίως ἀπὸ τὸν Ζώσιμο. Αὐτὸς λέει ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος θανάτωσε τὸν Κρίσπο ὑποπτευόμενος σχέση μὲ τὴν Φαύστα, ὅτι κατόπιν ἔκλεισε τὴν Φαύστα σὲ ὑπέρθερμο λουτρό, ὅτι ἔψαξε μάταια ἐξαγνισμὸ ἀπὸ ἐθνικοὺς ἱερεῖς, ὅτι στράφηκε στὸν Χριστιανισμὸ ὅταν εἶδε ὅτι προσφέρει ἄφεση ἁμαρτιῶν, καὶ ὅτι μετὰ τὴν περιφρόνησή του πρὸς τὴν καπιτωλιακὴ τελετουργία ἐγκατέλειψε οὐσιαστικὰ τὴ Ρώμη καὶ στράφηκε πρὸς τὴ νέα πρωτεύουσα. Πρόκειται γιὰ ἀφήγηση μὲ καθαρὴ δομὴ ἠθικοῦ δράματος: ἔγκλημα, ἐνοχή, ψευδοκάθαρση, ἐγκατάλειψη τῆς πατρῴας θρησκείας, παρακμὴ τῆς αὐτοκρατορίας.
Καὶ ἐδῶ βρίσκεται τὸ μεγάλο πρόβλημα. Ἡ μεταγενέστερη δυτικὴ ἱστοριογραφία, ἰδίως ἀπὸ τὸν Διαφωτισμὸ καὶ ἐξῆς, ἀγάπησε πολὺ αὐτὴν τὴν ἀφήγηση τοῦ Ζωσίμου. Διότι ἀκριβῶς ἐξυπηρετοῦσε ἕνα γενικώτερο σχήμα: ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δῆθεν ἀποδυνάμωσε τὴν Ρώμη, ὅτι ἡ Ἐκκλησία δῆθεν διέφθειρε τὴν πολιτικὴ ζωή, ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν ἕνας κυνικὸς πολιτικὸς ποὺ χρησιμοποίησε τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ στερεώσει τὴν ἐξουσία του. Ἔτσι τοὺς τελευταίους αἰῶνες στὴν Δύση, κάθε ἱστοριογραφία ποὺ ἤθελε νὰ διαβάσει τὸν 4ο αἰῶνα ὡς ἀρχὴ τῆς ρωμαϊκῆς παρακμῆς στὰ πλαίσια τοῦ ἀφηγήματος τῆς πτώσεως τῆς Ρώμης (Decline and Fall), ἔβρισκε στὸν Ζώσιμο μιὰ ἐξαιρετικὰ βολικὴ βάση, παρακάμπτοντας τὶς ἄλλες πηγὲς καὶ κυρίως τὸν Εὐσέβιο. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι ἱστορία. Εἶναι νεωτερικὴ προκατάληψη.
Καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ ξαναγυρίσομε στὸν Κρίσπο.
Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση διασώζει μία διαφορετικὴ ἐκδοχή: ὅτι ὁ Κρίσπος ἔπεσε θύμα σκευωρίας. Ὅτι ἡ Φαύστα, δεύτερη σύζυγος τοῦ Κωνσταντίνου καὶ μητέρα τριῶν υἱῶν, τοὺς ὁποίους ἤθελε νὰ δεῖ αὐτοκράτορες καὶ οἱ ὁποῖοι τελικὰ ἔγιναν αὐτοκράτορες, εἶχε ἀπόλυτο συμφέρον νὰ ἀπομακρυνθεῖ ὁ νόμιμος διάδοχος Κρίσπος ἀπὸ τὴν δυναστικὴ διαδοχή. Ὅτι ἡ κατηγορία ἐναντίον του ἦταν ψευδής. Ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος, ὡς νομοθέτης ποὺ σεβόταν τοὺς νόμους, δὲν μποροῦσε νὰ ἀγνοήσει μία τόσο βαριὰ καταγγελία. Ὅτι ὁ Κρίσπος συνελήφθη γιὰ νὰ ἀνακριθεῖ. Καὶ ὅτι πρὶν ἀποδειχθεῖ ἡ ἀλήθεια, βρέθηκε νεκρός, μὲ ἐντολὴ πιθανότατα ἀπὸ τὸ ἴδιο κέντρο τῆς συκοφαντίας.
Αὐτὴ ἡ ἐκδοχὴ δὲν μπορεῖ νὰ παρουσιασθεῖ ὡς δικαστικὰ τεκμηριωμένο γεγονός, διότι δὲν διαθέτομε τὸν φάκελο τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλὰ μπορεῖ νὰ παρουσιασθεῖ ὡς ἡ ἐκδοχὴ ποὺ συνάδει περισσότερο μὲ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση καὶ μὲ τὸ ἦθος τοῦ Κωνσταντίνου. Καὶ κυρίως μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ γιὰ νὰ ἀποδομηθεῖ ἡ βεβαιότητα τῶν κατηγόρων του. Τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὴν Φαύστα, ὅπου δὲν ὑπάρχουν τεκμηριωμένες πηγὲς γιὰ τὴν τύχη της.
Γιὰ τὴν ὑπόθεση τοῦ Κρίσπου δὲν διαθέτομε δικαστικὰ πρακτικά· δὲν διαθέτομε αὐτοκρατορικὴ διαταγὴ θανατώσεως· δὲν διαθέτομε δημόσια ἀπόφαση τοῦ Κωνσταντίνου, οὔτε δημόσια ἐκτέλεση· δὲν διαθέτομε καθαρὴ κατηγορία· δὲν διαθέτομε τὸν νομικὸ φάκελο τῆς ὑποθέσεως. Δὲν ὑπάρχει καθαρὴ ἀπόδειξη ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος διέταξε ψυχρὰ τὴ δολοφονία τοῦ παιδιοῦ του.
Διαθέτομε μόνον μεταγενέστερες, συχνὰ ἀντιφατικὲς καὶ κυρίως ἰδεολογικὰ φορτισμένες ἀφηγήσεις. Καὶ ὅμως, ἐπάνω σὲ αὐτὸ τὸ κενὸ χτίστηκε ὁλόκληρη κατηγορία.
Δυστυχῶς αὐτὴ ἡ κατηγορία ἔχει προβληθεῖ τόσο πολὺ καὶ τόσο ἰσχυρά, ποὺ ἔχει ἐπηρεάσει ἀκόμη καὶ τὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Πολλοὶ ἀκόμη καὶ ὀρθόδοξοι ἀποδέχονται τὴν ἐκδοχὴ ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος φέρει εὐθύνη, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ τονίζουν εἶναι κάτι τέτοιο ὅτι δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἁγιότητά του. Ἡ μετάνοια, λένε, εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ κάθε ἁμαρτία. Ὁ Λογγῖνος ἔγινε ἅγιος. Ὁ Παῦλος ἀπὸ διώκτης ἔγινε ἀπόστολος. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἁγιοποιεῖ ἀνθρώπινα βιογραφικά, ἀλλὰ τὴν ἐν Χριστῷ μεταμόρφωση. Ἐπίσης πολλοί, ἀκόμη καὶ ὀρθόδοξοι, ἀποδέχονται μὲν τὴν ἐκτέλεση, τονίζουν ὅμως δὲ ὅτι δὲν ἐπρόκειτο γιὰ μία δολοφονία, ἀλλὰ γιὰ μιά ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, τοῦ πολὺ σκληροῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ὃμως ὁ Κωνσταντῖνος ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσει.
Ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι τὸ θέμα. Δὲν πρέπει νὰ ἀποδεχθοῦμε ἀβασάνιστα τὴν ἐνοχὴ τοῦ Κωνσταντίνου, διότι ἡ ἐνοχὴ αὐτὴ μὲ κανένα τρόπο δὲν ἀποδεικνύεται. Ἀντιθέτως, φαίνεται νὰ στηρίζεται κυρίως σὲ μεταγενέστερες ἀφηγήσεις, κυρίως τοῦ Ζωσίμου, καθόλα μεροληπτικές καὶ ἐχθρικὲς πρὸς τὸ πρόσωπό του καὶ πρὸς τὸ ἔργο του.
Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση λοιπόν ἒρχεται να κάνει διάκριση και νὰ μὴν ἐπιτρέψει στὴν παγανιστικὴ καὶ νεωτερικὴ ἐχθρότητα νὰ μετατραπεῖ σὲ «ἱστορικὴ βεβαιότητα». Νὰ μὴν δεχθεῖ ὅτι ὁ θεμελιωτὴς τῆς χριστιανικῆς Ρωμανίας ἦταν ἕνας κυνικὸς αἱμοσταγὴς ἐγκληματίας, ἐπειδὴ αὐτὸ ἐξυπηρετεῖ τὴ δυτικὴ ἀφήγηση περὶ «Κωνσταντινισμοῦ».
Διότι ἐδῶ βρίσκεται ἡ οὐσία. Ὁ πόλεμος ἐναντίον τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου δὲν εἶναι ἁπλῶς ἱστορικός. Εἶναι θεολογικός. Εἶναι πολιτισμικός. Εἶναι πόλεμος ἐναντίον τῆς Ρωμανίας. Ἐναντίον τῆς δυνατότητας νὰ ὑπάρξει πολιτεία ποὺ νὰ μὴν εἶναι οὔτε παγανιστικὴ αὐτοκρατορία οὔτε νεωτερικὸ κράτος χωρὶς Θεό, ἀλλὰ μία χριστιανικὴ, χριστοκεντρικὴ πολιτεία ἐπὶ τῆς γῆς.
Αὐτὸ δὲν συγχώρησαν ποτὲ στὸν Κωνσταντῖνο. Δὲν τοῦ συγχώρησαν ὅτι ἡ αὐτοκρατορία ἄρχισε νὰ βαπτίζεται μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ γι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γίνει ὁ Κωνσταντῖνος «δολοφόνος». Γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἅγιος. Γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἰσαπόστολος. Γιὰ νὰ μὴν εἶναι θεμελιωτὴς τῆς χριστιανικῆς Ρωμανίας. Γιὰ νὰ μὴν μπορεῖ ὁ σύγχρονος Ρωμηὸς νὰ τὸν βλέπει ὡς πατέρα τῆς πολιτικῆς του παραδόσεως.
Ἡ ἀποκατάσταση τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, λοιπόν, δὲν εἶναι μία ἁπλὴ ἱστορικὴ διόρθωση. Εἶναι πράξη μνήμης. Εἶναι ἀποκατάσταση τῆς Ρωμηοσύνης. Εἶναι ἄρνηση νὰ δεχθοῦμε ἀβασάνιστα τὴν ἐχθρικὴ ἀφήγηση τῶν ἀντιπάλων της.
Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δὲν ἦταν ἀναμάρτητος. Κανεὶς ἄνθρωπος δὲν εἶναι. Ἀλλὰ ἦταν ἅγιος. Ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔστρεψε τὴν ἱστορία πρὸς τὸν Χριστό· ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔδωσε τὴν ἐλευθερία στὴν Ἐκκλησία· ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔβαλε τὸ θεμέλιο τῆς χριστιανικῆς Ρωμανίας· ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔδειξε ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐξουσία μπορεῖ νὰ γονατίσει μπροστὰ στὴν Ἀλήθεια.
Καὶ γι’ αὐτὸ παραμένει Μέγας.
Καὶ γι’ αὐτὸ παραμένει Ἅγιος.
Καὶ γι’ αὐτὸ θεωρεῖται καὶ εἶναι ὁ γενάρχης τοῦ Ρωμαίικου, ὁ γενάρχης μας.
Ἅγιε Μέγα Κωνσταντῖνε, Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ὅλων ἡμῶν καὶ ὑπὲρ τῆς ἀγαπημένης σου Ρωμανίας!

