Friday, March 20, 2026

30 χρόνια χωρίς τον Οδυσσέα: Όταν η Ελλάδα έχασε λίγο από το φως και την ψυχή της.

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

«Κάθε φορά που μπαίνω σε μια από τις μισογκρεμισμένες και μισοζωγραφισμένες εκείνες μικρές εκκλησίες που απόμειναν ενσωματωμένες, ίδια βράχια, μέσα στο ελληνικό ύπαιθρο, και με χτυπήσει η μυρωδιά της υγρασίας των τοίχων, μου φαίνεται ότι έρχομαι σε άμεση, σε δερματική σχεδόν επαφή με το σόι μου, λες κι έχω αποδείξεις ότι αυτό κρατάει ολόισα από το Βυζάντιο.».

~Οδυσσέας Ελύτης~

Σαν σήμερα, πριν 30 χρόνια ακριβώς, 18 Μαρτίου του 1996, η Ελλάδα έμεινε πιο φτωχή σε φως και ψυχή. Ο Οδυσσέας Ελύτης, ο ποιητής που μετέτρεψε τις λέξεις σε φτερά, πέρασε στον δρόμο της Άνω Ελλάδας, αφήνοντας πίσω του μια χώρα που πλέον στερείται τη λάμψη της πνευματικής του παρουσίας.

Ο Ελύτης δεν ήταν απλώς ποιητής, ήταν φύλακας της ψυχής του ελληνικού έθνους. Στα έργα του, η γλώσσα ήταν η ίδια η ζωή, η ψυχή που κουβαλούσε αιώνες ελληνικής ιστορίας και πνευματικής συνέχειας. Από τον Όμηρο και τον Πλάτωνα έως το Ρωμανό τον Μελωδό και το Βυζάντιο, η ποίηση του Ελύτη συνέδεε την παράδοση με το σύγχρονο πνεύμα.
Στο «Άξιον Εστίν», έργο που χρειάστηκε τέσσερα χρόνια αδιάπτωτης πάλης, διακρίνεται η ίδια η ελληνική ψυχή η «Γένεσις», τα «Πάθη», το «Δοξαστικόν» όλα δομημένα με την αρχιτεκτονική του “Βυζαντινού” Ρωμανού, ενός από τους μεγαλύτερους υμνογράφους της Ελληνικής γλώσσας, ονομαζόμενος και «ο Πίνδαρος της ρυθμικής ποίησης», όπου η παράδοση συναντά τη δημιουργική φλόγα του σύγχρονου ποιητή. Κάθε λέξη, κάθε φράση, κάθε εικόνα χτυπά σαν σφυρί που σμιλεύει την ψυχή μας.

Ο Ελύτης βέβαια ποτέ δεν ξεχνούσε την βαθιά πίστη του. Το τάμα του στην Παναγία Παντοχαρά της Σίκινου, που υλοποιήθηκε μετά το θάνατό του, ήταν ένα προσωπικό ευχαριστώ, ένα μνημείο που αγκαλιάζει τη θέα του Αιγαίου και φέρνει στον νου μας την ένωση της φύσης, της πίστης και της ποίησης. Εκεί, όπου η θάλασσα και ο ουρανός γίνονται ένα, η ψυχή του ποιητή αναπαύεται, ενώ η δική μας παραμένει ζωντανή μέσα στη μνήμη του.

Ο Οδυσσέας Ελύτης ήταν ο φάρος που φώτισε τη χώρα μας στο εξωτερικό, που έδειξε στον κόσμο ότι η ελληνική γλώσσα είναι η πιο παλιά, η πιο πλούσια, η πιο ζωντανή γλώσσα του κόσμου. Με το «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ», με το «Άξιον Εστίν», με κάθε στίχο του, μας δίδαξε ότι η ποιητική πράξη είναι η ίδια η ζωή ότι μόνο αν κάνεις σωστά τη δουλειά σου, η ψυχή δεν πάει χαμένη. Σήμερα, οι λέξεις του ηχούν σαν καμπάνες στον χρόνο σαν κύματα που αγκαλιάζουν τα νησιά, σαν άνεμος που σηκώνει τη σκόνη της ιστορίας και φέρνει μαζί τη δόξα του ελληνικού πνεύματος. Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας που μας περιβάλλει, μας θυμίζει ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι συνεχίζουν να παλεύουν να εξουδετερώσουν τη φθορά ότι η ελληνική ψυχή ζει, και η ποίηση της είναι αιώνια.

Ο Οδυσσέας Ελύτης δεν έφυγε. Ζει στις λέξεις του, στις θάλασσες και στα νησιά που αγαπούσε, στον ήλιο και στον ουρανό που μόνο εμείς μπορούμε να αποκαλούμε ουρανό και θάλασσα. Ζει μέσα σε κάθε νέο που διαβάζει την ποίησή του και ανακαλύπτει τον κόσμο με την καρδιά ανοιχτή. Σήμερα λοιπόν, ας τιμήσουμε τον μεγάλο μας ποιητή. Ας κρατήσουμε τη φλόγα του ζωντανή γιατί όσο ζει η ποίηση, η Ελλάδα δεν θα πεθάνει ποτέ. Τέλος δεν θα μπορούσα να μην κλείσω το κείμενο μου όπως το άρχισα με τα σπουδαία λόγια του ανθρώπου που έκανε το Αιγαίο μας παγκόσμια γλώσσα🌊🕊️:

Είμαστε οι μόνοι σε όλη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο να λέμε τον ουρανό ”ουρανό” και τη θάλασσα ”θάλασσα”, όπως την έλεγαν ο Όμηρος και ο Πλάτωνας πριν 2.500 χρόνια.

✍ Στυλ. Καβάζης (Τε. 18/3/2026)

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ

Όσο περνάν τα χρόνια, τόσο και περισσότερο η δημοσιότητα με τρομάζει.
Με απωθεί, θα έλεγα.

Ως και τα βιβλία μου, όταν τα βλέπω στη βιτρίνα, αισθάνομαι παράξενα.
Τι να με κάνετε, λοιπόν, εμένα;
Δεν είμαι καμωμένος για τη βιτρίνα.

Πολλοί νομίζουν ότι αυτό είναι έλλειψη φιλοδοξίας. Καθόλου.
Απλούστατα, δεν καταλαβαίνω τι σόι φιλοδοξία είναι να είσαι δαχτυλοδειχτούμενος και να σε υποδέχονται με χειροκροτήματα.

Εμένα η φιλοδοξία μου είναι να αισθάνομαι τρυπωμένος με τη μορφή βιβλίων στη τσάντα κάποιου νέου ή κάποιας κοπέλας, σε ώρες μοναξιάς.
Η μυστική επικοινωνία είναι το παν. Και η διάρκεια.

Ποίηση για μένα είναι πόλεμος προς τον χρόνο και τη φθορά.
Κλεισμένος στα πενήντα τετραγωνικά μου, συνεχίζω αυτόν τον πόλεμο.
Και άσχετα εντελώς αν βγαίνω νικητής ή όχι, σε μια τέτοιου είδους μάχη, ομολογώ, βρίσκω την ύψιστη ικανοποίηση.
Σε μιαν εποχή θριάμβου των ποσοτικών εκτιμήσεων, βλέπω την ποίηση σαν τη μόνη ενδεδειγμένη να διαφυλάξει το ιερό και απαραβίαστο της ανθρώπινης προσωπικότητας.
.
.
| Οδυσσέας Ελύτης | Στον Γιάννη Φλέσσα, «Το Βήμα της Κυριακής», 24 Δεκεμβρίου 1978 |

Η γλώσσα δεν είναι μόνο ένα μέσον επικοινωνίας.
Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας.
Τη ζωή μου την πέρασα κλεισμένος σε 50 τετραγωνικά, παλεύοντας με τη γλώσσα.
Στο βάθος αυτό είναι η ποίηση: μια συνεχής πάλη με τη γλώσσα.
Τη γλώσσα την ελληνική, που είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου.
Ταπεινά εργάστηκα σε όλη μου τη ζωή.
Και η μόνη ανταμοιβή που γνώρισα, πριν από τη σημερινή,
ήταν να ακούσω τους συμπατριώτες μου να με τραγουδούν.
Να τραγουδούν το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ,
που μου χρειάστηκε τεσσάρων χρόνων μοναξιά
και αδιάπτωτη προσπάθεια για να το τελειώσω.
Δεν το λέω για να περηφανευτώ.
Δεν έρχομαι σήμερα για να σας κάνω τον σπουδαίο.
Κανείς δεν είναι σπουδαίος από εμάς.
Από εμάς, άλλος κάνει τη δουλειά του σωστά κι άλλος δεν την κάνει.
Αυτό είναι όλο.
Όμως θέλω να μάθετε, όπως το έμαθα κι εγώ στα 68 μου χρόνια:
Mόνον αν κάνεις σωστά τη δουλειά σου, ο κόπος δε θα πάει χαμένος.
Είπε ένας Γάλλος ποιητής, ο Ρεμπώ, πως η πράξη για τον ποιητή είναι ο λόγος του.
Και είχε δίκιο.
Αυτό έκανε ο Σολωμός, που για να γράψει το αθάνατο ποίημά του
”Ελεύθεροι Πολιορκημένοι”, έσωσε και παράδωσε
στη φυλετική μας μνήμη το Μεσολόγγι και τους αγώνες του.
Αυτό έκαναν ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης.
Στα φτωχά μου μέτρα το ίδιο πάσχισα να κάνω κι εγώ.
Πάσχισα να κλείσω μέσα στην ψυχή μου,
την ψυχή όλου του ελληνικού λαού.
Αυτή είναι η πράξη μου.
Και το γεγονός ότι έφτασαν να την αναγνωρίσουν οι ξένοι, είναι μια νίκη.
Όχι δική μου νίκη. Δική σας.
Με την έναρξη του πολέμου του 1940, ο Ελύτης κατατάχθηκε ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α΄ Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός. Στις 26 Φεβρουαρίου 1941 μεταμεταφέρθηκε με σοβαρό κοιλιακό τύφο στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Ο Ελύτης πίστευε ότι είχε αρρωστήσει εξαιτίας του βρώμικου νερού που πίνανε, το οποίο το “έβρισκαν ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών”.
Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με ζώο σε βατόδρομο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων” είχε αναφέρει στο περιοδικό “Πανσπουδαστική” με τίτλο “Έζησα το θαύμα της Αλβανίας” το 1965. Όταν έγινε καλά, πήγε στην Αθήνα. Το 1945 παρουσίασε το ποιητικό του έργο “Άσμα ηρωικό και πένθιμο”, το οποίο αναφερόταν σε έναν χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Εκτιμάται ότι γράφτηκε είτε το 1941 είτε το 1943. Κάποιοι πιστεύουν ότι αναφέρεται στους συμπολεμιστές του στο αλβανικό μέτωπο, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι γράφτηκε για τον φίλο του ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, ο οποίος επίσης πολέμησε στην Αλβανία και πέθανε αφού μεταφέρθηκε βαριά άρρωστος στην Αθήνα.
Ο Ελύτης στο μέτωπο.

Σχετικά άρθρα

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Συνδεθείτε!

14,550FansLike
2,452FollowersFollow
6,950SubscribersSubscribe