Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Πάλι τα ίδια.
Κάθε φορά σχεδόν με… «θρησκευτική ευλάβεια», λίγο πριν από τις μεγάλες εορτές της Ορθοδοξίας, ξεσαλώνουν τα γνωστά ταγκάλακια του διαδικτύου. Σαν να έχουν κι αυτά το δικό τους εορτολόγιο. Μόλις πλησιάσει η Ανάσταση, ο Δεκαπενταύγουστος, τα Χριστούγεννα ή κάποια άλλη μεγάλη ημέρα της πίστης μας, παίρνουν τα «όργανά» τους και αρχίζει η γνωστή συναυλία της ειρωνείας, της χλεύης και της δήθεν διανοουμενίστικης αποδόμησης.
Προχθές, παραμονές της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ήταν ξανά η σειρά του Πέτρου Τατσόπουλου, αποκαλώντας με περισσό θράσος τους Έλληνες, που εκφράζουν την ορθόδοξη πίστη τους, «ραγιάδες».
Σήμερα λοιπόν, ανήμερα της Παναγίας στο τέλος της ημέρας, αξίζει να απαντήσουμε όχι στην προσβολή με προσβολή, αλλά στην αμετροέπεια με λίγη ιστορική μνήμη.
Γιατί αυτό που κάποιοι αντιμετωπίζουν ως αντικείμενο χλεύης δεν είναι ένα τυχαίο έθιμο ούτε μια γραφική συνήθεια κάποιων «καθυστερημένων». Είναι η πίστη ενός ολόκληρου λαού. Είναι ο άνθρωπος που γονατίζει μπροστά στην Παναγία χωρίς να αισθάνεται την παραμικρή ανάγκη να απολογηθεί σε κανέναν. Ούτε ο παππούς που ανάβει το κερί του. Ούτε η μάνα που παρακαλεί την Παναγία για το παιδί της. Ούτε η γιαγιά που σταυροκοπιέται πριν κοιμηθεί. Ούτε ο νέος άνθρωπος που, μέσα στην πνευματική ερημιά της εποχής μας, αναζητά στον Χριστό κάτι που δεν του προσφέρει ούτε η κατανάλωση ούτε η τεχνολογία ούτε οι έτοιμες βεβαιότητες των αυτοανακηρυγμένων «προοδευτικών».
Αυτοί είναι οι «ραγιάδες»;
Γιατί είναι πολύ εύκολο να χαρακτηρίζεις έναν άνθρωπο όταν δεν γνωρίζεις απολύτως τίποτε για τη ζωή του. Δεν γνωρίζεις τον πόνο του. Δεν γνωρίζεις τις στερήσεις του. Δεν γνωρίζεις τις νύχτες που πέρασε αγωνιώντας. Δεν γνωρίζεις τον προσωπικό του Γολγοθά. Δεν γνωρίζεις πόσες φορές μπορεί να λύγισε και ξανασηκώθηκε. Και εσύ μέσα σε μία λέξη, αισθάνεσαι ότι έχεις το δικαίωμα να τον κατατάξεις, να τον μειώσεις και να τον αποκαλέσεις «ραγιά».
Αυτό δεν είναι διανόηση αλλά αμετροέπεια και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται κάτι που φαίνεται να σπανίζει στις μέρες μας, η σοφία της σιωπής. Η διανόηση κάποτε δεν ήταν απλώς η τέχνη του να μιλάς. Ήταν και η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι πότε πρέπει να σωπαίνεις. Είχε υπαρξιακή αγωνία. Είχε αμφιβολία. Είχε αναζήτηση. Είχε σεβασμό απέναντι στο μυστήριο.
Σήμερα, ένα κομμάτι της δημόσιας «διανόησης» έχει μετατραπεί σε κάτι πολύ φτωχότερο σε αδιάκοπο θόρυβο. Θόρυβο εναντίον της πίστης, της παράδοσης, της Εκκλησίας και τελικά του απλού ανθρώπου που τολμά να πιστεύει.
Από το Άγιο Φως μέχρι την Παναγία, από τους Αγίους μέχρι τη λαϊκή ευσέβεια, από τα προσκυνήματα μέχρι τα βαθύτερα βιώματα ενός ολόκληρου λαού, όλα πρέπει να αποδομηθούν. Γιατί; Τι ακριβώς φοβάται τόσο πολύ αυτή η εμμονική ανάγκη αποδόμησης; Την εικόνα; Το κερί; Τον σταυρό; Τον ψαλμό; Τον άνθρωπο που γονατίζει; Ή μήπως φοβάται την ίδια την πιθανότητα να υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από τον άνθρωπο; Διότι εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Εκείνοι που μιλούν ασταμάτητα για ελευθερία σκέψης, γίνονται συχνά απίστευτα ανεκτικοί σε κάθε άποψη εκτός από εκείνη που πιστεύει στον Θεό.
Ο άνθρωπος μπορεί να αμφισβητεί τα πάντα, να ειρωνεύεται τα πάντα, να αποδομεί τα πάντα.
Αρκεί να μην τολμήσει να γονατίσει μπροστά σε μια εικόνα και αν τολμήσει να είναι Ορθόδοξος, τότε ξαφνικά γίνεται «ραγιάς». Όχι. Ραγιάς δεν είναι ο άνθρωπος που γονατίζει μπροστά στον Θεό. Το γονάτισμα ενώπιον του Θεού δεν είναι υποταγή στον άνθρωπο. Είναι αναγνώριση ότι ο άνθρωπος δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος.
Κάπου εδώ αξίζει θυμηθούμε κάτι που οι σύγχρονοι αποδομητές δυσκολεύονται να χωρέσουν στα σχήματά τους. Μπροστά στην Παναγία γονάτισαν οι μεγαλύτεροι ήρωες της Ρωμιοσύνης.
Ο Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος.
Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος.
Ο Κολοκοτρώνης.
Ο Καραϊσκάκης.
Οι αγωνιστές του 1821.
Οι ανώνυμοι εκείνοι Έλληνες που έμπαιναν στη μάχη με την εικόνα της Παναγίας στον κόρφο και την προσευχή στα χείλη.
Και ύστερα οι φαντάροι του ’40, στα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου.
Άνθρωποι που πολέμησαν μέσα στο κρύο, στην πείνα, στην εξάντληση και στον θάνατο. Άνθρωποι που έζησαν την πίστη τους ως παρηγοριά και ελπίδα, ενώ οι μαρτυρίες και οι παραδόσεις για την παρουσία της Παναγίας στο Μέτωπο έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της συλλογικής μνήμης εκείνων των ημερών.
Αυτούς λοιπόν θα τους αποκαλέσουμε «ραγιάδες»;
Τον Βουλγαροκτόνο;
Τον Παλαιολόγο;
Τον Κολοκοτρώνη;
Τον Καραϊσκάκη;
Τους αγωνιστές του ’21;
Τα παλικάρια του ’40;
Αυτοί ήταν άνθρωποι που ήξεραν να γονατίζουν μπροστά στην Παναγία ακριβώς επειδή ήξεραν να στέκονται όρθιοι απέναντι στον εχθρό. Από τη Βασιλεύουσα μέχρι τα βουνά της Πίνδου, η Παναγία υπήρξε για τον ελληνικό λαό σύμβολο ελπίδας, προστασίας, παρηγοριάς και ελευθερίας. Και αυτή την ιστορία δεν την ακυρώνει καμία ειρωνεία, κανένα podcast και καμία τηλεοπτική ατάκα. Πριν γίνει αντικείμενο χλευασμού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από κάποιους γραφικούς, η Παναγία είχε ήδη γίνει καταφύγιο ενός ολόκληρου λαού.
Η Ορθοδοξία δεν είναι ένα μουσειακό απολίθωμα που περιμένει την έγκριση κάποιου τηλεοπτικού σχολιαστή.
Είναι μνήμη.
Είναι γλώσσα.
Είναι τέχνη.
Είναι ύμνος.
Είναι κοινότητα.
Είναι δάκρυ.
Είναι παρηγοριά.
Είναι μεταφυσική αγωνία.
Είναι ιστορική συνέχεια.
Είναι οι καμπάνες στα χωριά και τα ξωκλήσια στα νησιά.
Είναι η μάνα που παρακαλεί την Παναγία.
Είναι ο πατέρας που κάνει τον σταυρό του πριν μπει το παιδί του στο χειρουργείο.
Είναι ο άνθρωπος που δεν έχει τίποτε άλλο να κρατήσει και κρατιέται από τον Θεό.
Αυτό δεν το αποδομείς με ειρωνείες.
Γιατί η πραγματική ελευθερία δεν είναι να χλευάζεις αυτό που πιστεύει ο άλλος.
Είναι να μπορείς να διαφωνείς χωρίς να χρειάζεσαι να τον εξευτελίσεις.
Ο σύγχρονος άνθρωπος κατέκτησε τεχνολογία, αλλά κινδυνεύει να χάσει το μυστήριο. Έμαθε να αναλύει τα πάντα, αλλά ξέχασε να σιωπά μπροστά σε όσα δεν χωρούν σε εργαστήριο και στατιστική.
Ο Πλάτων αναζητούσε το Αγαθό.
Ο Αριστοτέλης το Πρώτο Κινούν.
Ο Πλωτίνος το Ένα.
Ο Ντοστογιέφσκι πάλευε με το μυστήριο της ελευθερίας, της πίστης και του Θεού.
Ο Παπαδιαμάντης έκανε την ελληνική γλώσσα προσευχή και σήμερα κάποιοι πανηγυρίζουν επειδή ανακάλυψαν ότι μπορούν να προκαλέσουν έναν πιστό γράφοντας μια προσβολή για την Παναγία.
Η Ορθοδοξία προφανώς δεν κινδυνεύει από τον Πέτρο Τατσόπουλο και κανέναν άλλο εμμονικό σαν του λόγου του. Επέζησε αυτοκρατοριών, κατακτήσεων, σκλαβιάς, διωγμών και ιδεολογιών που πίστεψαν ότι θα εξαφανίσουν τον Θεό από την ανθρώπινη ιστορία. Θα επιζήσει και από τις τηλεοπτικές ειρωνείες και τα διαδικτυακά ξεσπάσματα της εποχής μας. Γιατί η πίστη δεν είναι μόδα. Δεν είναι τηλεοπτικό προϊόν. Δεν είναι ιδεολογία. Δεν είναι μια απλή «άποψη». Είναι τρόπος υπάρξεως και γι’ αυτό, όσο κι αν κάποιοι πολεμούν τον Ουρανό, ο άνθρωπος θα συνεχίσει να σηκώνει το βλέμμα προς τα πάνω.
Τέλος, επειδή σήμερα δεν είναι μια οποιαδήποτε ημέρα αλλά η μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, θα κλείσω διαφορετικά και όχι με θυμό. Θα ευχηθώ φως. Εύχομαι η Παναγία μας, η Μητέρα όλων μας, Αυτή που σήμερα τιμούμε και δοξάζουμε σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και της Ορθοδοξίας, να τον σκεπάσει με τη μητρική Της αγάπη. Να του χαρίσει υγεία, ειρήνη και φώτιση. Να μαλακώσει κάθε σκληρότητα της καρδιάς και να του δείξει κάποτε πως η πίστη δεν είναι εχθρός της ελευθερίας, αλλά για εκατομμύρια ανθρώπους ο δρόμος προς την αληθινή ελευθερία. Γιατί αυτή είναι η παράδοξη δύναμη της Παναγίας να είναι Μητέρα ακόμη και εκείνων που δεν την αναγνωρίζουν ως Μητέρα τους.
Και αυτή είναι η διαφορά. Εμείς δεν έχουμε ανάγκη να μισήσουμε εκείνον που χλευάζει τα ιερά μας. Έχουμε την Παναγία. Τη Μάνα του Χριστού. Τη Μάνα της Ρωμιοσύνης. Τη Μάνα που γονάτισαν μπροστά Της αυτοκράτορες και ήρωες, στρατιώτες και μανάδες, άρχοντες και απλοί άνθρωποι. Σήμερα, λοιπόν, ανήμερα της Κοιμήσεώς της, ας υψώσουμε το βλέμμα προς την εικόνα Της και ας Της ζητήσουμε αυτό που ζητούσαν πάντοτε οι άνθρωποι της πίστης:
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς».
Και ας αφήσουμε τον θόρυβο να χαθεί.
Γιατί η Παναγία δεν χρειάζεται τις δικές μας φωνές για να ακουστεί. Η σιωπή της προσευχής είναι πολύ δυνατότερη από τον θόρυβο όλων των άδειων βαρελιών.
15/8/2026

