Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

«Την ημέρα του Gay Pride μου ζήτησαν από ραδιοφωνικό σταθμό να μιλήσω, αλλά τους είπα ότι δεν συμφωνώ. Δεν είμαι περήφανος που είμαι ομοφυλόφιλος. Κανείς δεν μπορεί να είναι περήφανος για το τι κάνει στο κρεβάτι του. Είναι σαν να λες “είμαι περήφανος που έχω αυτιά”. Δεν μπορείς να είσαι περήφανος επειδή είσαι θηλαστικό ή επειδή έχεις δύο αυτιά. Περήφανος μπορείς να είσαι για χίλια δύο άλλα πράγματα».
Αυτά τα λόγια του αξιοσέβαστου μακαρίτη ηθοποιού Χρήστου Σιμαρδάνη, ο οποίος μπορεί να ήταν ομοφυλόφιλος αλλά είχε αυτοσεβασμό και αίσθηση του μέτρου, έρχονται κάθε χρόνο στο μυαλό μου, καθώς παρακολουθώ να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας ένα φαινόμενο, που έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όρια μιας απλής διεκδίκησης δικαιωμάτων και έχει μετατραπεί σε ένα μαζικό πολιτιστικό και πολιτικό γεγονός με διαρκώς αυξανόμενες αξιώσεις δημόσιας προβολής. Όλη η Ελλάδα από άκρη σε άκρη, από τη Θεσσαλονίκη μέχρι την Αθήνα, από την Πάτρα μέχρι τα Χανιά και το Ηράκλειο, ολόκληρος ο Ιούνιος, έχοντας σε πολλές περιπτώσεις ξεκινήσει τα προεόρτια από τον Μάϊο, έχει αναγορευθεί σε «Μήνα Υπερηφάνειας». Πορείες, φεστιβάλ, συναυλίες, ημερίδες, δημόσιες παρεμβάσεις, χορηγίες, φωταγωγήσεις κτιρίων και μια αδιάκοπη επικοινωνιακή καμπάνια που διαρκεί εβδομάδες. Και αναρωτιέμαι πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι αυτό αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα μιας κοινωνίας, που αντιμετωπίζει δημογραφική κατάρρευση, οικονομική ανασφάλεια, εθνικές προκλήσεις και ολοφάνερη κρίση αξιών;
Δεν με ενδιαφέρει τι κάνει ο καθένας στην προσωπική του ζωή. Η αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου είναι αυτονόητη. Αυτό που με προβληματίζει είναι η μετατροπή της ιδιωτικής ταυτότητας σε δημόσιο θέαμα και του προσωπικού χαρακτηριστικού σε πολιτικό λάβαρο. Διότι η υπερηφάνεια, στην πραγματική της έννοια, δεν γεννιέται από αυτό που είσαι. Γεννιέται από αυτό που πέτυχες. Από τις θυσίες που έκανες. Από τις δυσκολίες που ξεπέρασες. Από το έργο που άφησες πίσω σου. Από τα παιδιά που ανέθρεψες με αξίες. Από την προσφορά σου στην κοινωνία και στην πατρίδα.
Και εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση της εποχής μας. Για την Ελληνική Επανάσταση του 1821, για το γεγονός που γέννησε το σύγχρονο ελληνικό κράτος, αφιερώνουμε μία ημέρα. Μία ημέρα για τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Νικηταρά, τον Παπαφλέσσα, τον Μακρυγιάννη, για τους ήρωες του Μεσολογγίου και για χιλιάδες ανώνυμους Έλληνες που θυσίασαν τη ζωή τους για να μπορούμε εμείς σήμερα να μιλάμε ελεύθερα. Μία ημέρα. Για τους αγώνες που κράτησαν ζωντανό το έθνος. Για την ιστορία που μας διαμόρφωσε. Για τις θυσίες που μας παρέδωσαν πατρίδα. Και την ίδια στιγμή, ένας ολόκληρος μήνας αφιερώνεται σε εκδηλώσεις γύρω από τη σεξουαλική ταυτότητα.
Δεν είναι θέμα αντιπαράθεσης ανθρώπων αλλά θέμα μέτρου, συμβολισμών και προτεραιοτήτων. Τι ακριβώς διδάσκουμε στα παιδιά μας όταν αφιερώνουμε περισσότερη δημόσια ενέργεια στην προβολή ταυτοτήτων παρά στη μετάδοση της ιστορικής μνήμης; Τι μήνυμα εκπέμπει μια κοινωνία, όταν προβάλλει ως ύψιστη μορφή κοινωνικής αναγνώρισης κάτι, που ανήκει στην ιδιωτική σφαίρα, ενώ αντιμετωπίζει σχεδόν τυπικά τα γεγονότα που καθόρισαν την ίδια την ύπαρξή της; Η δημοκρατία ασφαλώς επιτρέπει σε όλους να εκφράζονται. Αλλά δημοκρατία σημαίνει επίσης το δικαίωμα να διαφωνείς και να τελειώνει η ελευθερία σου εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Να λες ότι δεν σε εκφράζει αυτή η λογική. Να αρνείσαι να χειροκροτήσεις κάθε νέο ιδεολογικό ρεύμα που παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη πρόοδος. Να υπερασπίζεσαι την οικογένεια, χωρίς να απολογείσαι. Να υπερασπίζεσαι την ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα της Ελλάδας, χωρίς να χαρακτηρίζεσαι αυτομάτως οπισθοδρομικός.
Ευτυχώς ακόμη για πολλούς Έλληνες, η οικογένεια παραμένει το υγιές κύτταρο της κοινωνίας. Είναι ο χώρος όπου μαθαίνουμε την ευθύνη, τη θυσία, την αγάπη και τη συνέχεια των γενεών και η Ορθοδοξία, ανεξάρτητα από τον βαθμό θρησκευτικότητας του καθενός, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ιστορικής διαδρομής του Ελληνισμού. Γι’ αυτό και όταν βλέπουμε συνθήματα που χλευάζουν ή επιτίθενται σε αυτά τα θεμέλια, πολλοί πολίτες δεν αισθάνονται ότι παρακολουθούν απλώς μια γιορτή διαφορετικότητας αλλά μια ευρύτερη πολιτισμική αμφισβήτηση όσων θεωρούν ότι συγκροτούν την ταυτότητά τους. Η μεγαλύτερη ειρωνεία όμως είναι άλλη. Την ώρα που η Ελλάδα γερνά. Την ώρα που οι γεννήσεις καταρρέουν. Την ώρα που χιλιάδες νέοι φεύγουν στο εξωτερικό. Την ώρα που ολόκληρες περιοχές ερημώνουν. Την ώρα που η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται. Η δημόσια συζήτηση μοιάζει εγκλωβισμένη σε συμβολικές μάχες ταυτοτήτων.
Σαν να έχουμε λύσει όλα τα μεγάλα προβλήματα και να μας απέμενε μόνο να οργανώνουμε ολοένα περισσότερες γιορτές γύρω από το ποιος είναι τι.
Και εδώ επιστρέφω στο αρχικό ερώτημα.
Στη Θεσσαλονίκη πραγματοποιήθηκαν ήδη εκδηλώσεις και πορεία στα τέλη Μαΐου (βλ. στο τέλος του άρθρου). Πριν καλά-καλά περάσει ένας μήνας, ακολουθεί νέο πενθήμερο εκδηλώσεων από τις 15 έως τις 20 Ιουνίου, με αποκορύφωμα ακόμη μία μεγάλη πορεία που θα επηρεάσει για ώρες τη λειτουργία του κέντρου της πόλης. Δικαίωμά τους θα πει κάποιος να διοργανώνουν εκδηλώσεις. Δικαίωμά μου όμως να αναρωτιέμαι..
Πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι αυτό αποτελεί τόσο κεντρικό ζήτημα της δημόσιας ζωής;
Πότε αποφασίσαμε ότι η σεξουαλική ταυτότητα πρέπει να βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο της κοινωνικής και πολιτικής συζήτησης;
Πότε αποφασίσαμε ότι ολόκληρες πόλεις θα προσαρμόζουν τον ρυθμό τους γύρω από εκδηλώσεις, που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν μια περιορισμένη δραστηριότητα συγκεκριμένων ομάδων;
Και, κυρίως, πώς φτάσαμε στο σημείο να αφιερώνουμε μία ημέρα στην Επανάσταση του 1821, μία ημέρα στο Έπος του ’40, μία ημέρα στη μνήμη όσων έπεσαν για την πατρίδα, αλλά εβδομάδες ολόκληρες σε γιορτές ταυτότητας;
Δεν ζητώ να αφαιρεθεί τίποτα από κανέναν.
Αναρωτιέμαι όμως γιατί αφαιρείται ολοένα και περισσότερο χώρος από εκείνα που επί αιώνες έδιναν συνοχή σε αυτόν τον λαό την ιστορική μνήμη, την οικογένεια, την παράδοση, την πίστη, την εθνική αυτογνωσία.
Γιατί οι κοινωνίες δεν καταρρέουν όταν αποκτούν νέες συνήθειες. Καταρρέουν όταν ξεχνούν τις παλιές αξίες που τις κράτησαν όρθιες.
Για τον Κολοκοτρώνη μία ημέρα.
Για το Μεσολόγγι μία ημέρα.
Για το Έπος του ’40 μία ημέρα.
Για τους ήρωες της Κύπρου μία ημέρα.
Για όσους έχτισαν αυτή τη χώρα με αίμα, κόπο και θυσίες, μία ημέρα και για τη σεξουαλική ταυτότητα ένας ολόκληρος μήνας.
Ας μη βιαστεί κανείς να απαντήσει. Ας αναρωτηθεί μόνο αν αυτή η αναλογία αποτυπώνει πραγματικά τις προτεραιότητες ενός έθνους, που γνωρίζει ποιο είναι, από πού έρχεται και πού θέλει να πάει.
Γιατί το πρόβλημα μιας κοινωνίας δεν αρχίζει μόνο όταν αλλάζουν οι συνήθειές της. Αρχίζει όταν αλλάζει η ιεράρχηση των αξιών της.
Όταν οι ήρωες γίνονται υποσημειώσεις και οι ταυτότητες γίνονται σημαίες.
Όταν η ιστορική μνήμη περιορίζεται σε επετειακούς λόγους, ενώ η ιδεολογία αποκτά μόνιμη θέση στο δημόσιο προσκήνιο.
Όταν θυμόμαστε όλο και λιγότερο εκείνους που μας παρέδωσαν πατρίδα και ασχολούμαστε όλο και περισσότερο με όσα μας χωρίζουν σε επιμέρους ομάδες τότε δεν αλλάζει απλώς η ατζέντα μιας κοινωνίας.
Αλλάζει η ψυχή της και όταν ένα έθνος αρχίζει να χάνει τη μνήμη του, αργά ή γρήγορα κινδυνεύει να χάσει και τον προορισμό του.
✍ Στυλ. Καβάζης




