Γράφει ο Ευστάθιος Δαφνομήλης.

Στην πρόσφατη είδηση σχετικά με την εγκατάσταση μιας νέας Ταξιαρχίας Τούρκων Καταδρομέων στα Σώκια της Ιωνικής ακτής απέναντι από την Σάμο είδα κυρίως δύο χαρακτηριστικές αντιδράσεις από σχολιαστές.
Η μία ήταν ψυχολογική και επεδείκνυε φωτογραφίες Τούρκων στρατιωτών σε υποτιμητική κατάσταση μετα το αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Ερντογάν, με τον ισχυρισμό πως αυτοί θα βρεθούν απέναντι μας και “τους έχουμε”. Θεωρώ ανόητη αν όχι κάτι χειρότερο μια τέτοια τοποθέτηση από ανθρώπους που υποτίθεται είναι και σχετικοί με ζητήματα της Άμυνας. Μια κακή φωτογραφία δεν αναιρεί την ύπαρξη ποσότητας ΚΑΙ ποιότητας απο τους απέναντι, αλλά ακόμα χειρότερα θυμίζω πως, αν και πάντοτε είχαμε μια ανώτερη βαθμίδα ποιότητας, ωστόσο η προετοιμασία τους και η δέσμευση τους στον σκοπό, ανεξαρτήτως εμποδίων και απωλειών, έφερε αποτελέσματα ΚΑΙ στην εκστρατεία του ’21 αλλά και στην Κύπρο. Και δυστυχώς για κάθε φωτογραφία Τούρκων στρατιωτών του 2015, έχουμε μια φωτογραφία Ελλήνων αιχμαλώτων του 1974. Τέτοια χαζοεπιχειρήματα ψυχολογικού χαρακτήρα λοιπόν, μόνο άσκοπη επανάπαυση μπορούν να προσφέρουν, σε στυλ, “μην αγχώνεστε, τους έχουμε” κάτι που είναι εντελώς ανόητο να το λέμε σήμερα μετά από 25 χρόνια ανάπτυξης για την Τουρκία και υπανάπτυξης για την Ελλάδα.
Η δεύτερη αντίδραση ήταν πως “το επόμενο πρωινό” της εγκατάστασης της Ταξιαρχίας, δηλαδή μιας δυνάμεως 2.500 ανδρών, έπρεπε κι εμείς να στείλουμε δυνάμεις στην Σάμο. Αν οι υπηρεσίες μας γνώριζαν αυτή την μετακίνηση είτε από πληροφορίες είτε από ενδείξεις, (δημιουργία εγκαταστάσεων, μεγέθυνση χώρων κλπ), θα ήταν εξαιρετικό δείγμα απάντησης 2 μέρες πριν η την ίδια ημέρα η μεταφορά ενός τάγματος, επιδεικνύοντας πως υπάρχει ΚΑΙ αντίληψη, ΚΑΙ προετοιμασία στα μετόπισθεν της παραμεθορίου.
Όμως κατόπιν εορτής να μαζέψεις κάνα Λόχο (όπως στο Σουφλί), που δεν κάνει σαν αριθμός ούτε για να γεμίζει τα όπλα, και να τον στείλεις, είναι ένδειξη αδυναμίας και κυρίως ενάρξεως ενός παιχνιδιού που είναι εις βάρος μας: διότι όταν μια υπέρτερη σε αριθμούς δύναμη παρατάσσει μονάδες εμφατικά, δεν πας να παίξεις στο ίδιο επίπεδο βάζοντας σαν σκακιέρα ακριβώς τα ίδια πιόνια απέναντί της. Το μόνο σίγουρο είναι πως διαθέτει πολύ περισσότερα πιόνια και στο παιχνίδι αυτό θα φανείς λίγος.
Επιπλέον, όταν βρίσκονται δυο δυνάμεις σε αντιπαράθεση εκ των οποίων η μία διαθέτει συγκριτικό αποτέλεσμα αριθμών, ποσοτήτων, εξοπλισμών κ.λ.π., η έτερη δύναμη οφείλει να κινηθεί ασύμμετρα.

Παρακάτω θα διαβάσετε την δική μου πρόταση/άποψη.
Με αφορμή λοιπόν την αντιπαράθεση δυνάμεων στο Αιγαίο, όπου η μια χώρα διαθέτει πλεονέκτημα σε αριθμούς και υλικά και έχει επεκτατικές τάσεις, ενώ η δεύτερη είναι ακριβώς το αντίθετο, θα ήθελα εδώ να επισημάνω το παράδειγμα Ηπειρωτικής Κίνας και Ταϊβάν. Η Ταϊβάν εδώ και χρόνια ειχε την ίδια τάση με εμάς, να επενδύει σε ακριβές πλατφόρμες και πρεστίζ αμυντικά συστήματα, και όσο μάλιστα η Κίνα ήταν ακόμα σε περίοδο ανάπτυξης και άρα πίσω απο την τρέχουσα τεχνολογία, αυτό είχε μια λογική και ένα αποτέλεσμα.
Ωστόσο διαβάζοντας για τον Ναύαρχο Σαμ Παπάρο τον πολυβραβευμένο Διοικητή των Αμερικανικών Δυνάμεων Ειρηνικού (η μεγαλύτερη στρατιωτική διοικηση των ΗΠΑ), ομολογώ πως εντυπωσιάστηκα από την διορατικότητά του, που ήδη απο το 2020 είχε σχολιάσει και αναφέρει το τεράστιο άλμα της Κίνας όπου από 35 ναυτικές μοναδες το 2000 έφτασε τις 350 το 2020, και είχε προτείνει πως απέναντι σε μια τέτοια αυξανόμενη απειλή, η οποία ακολουθείται και από υπερυψηλή τεχνολογία, πλέον είναι ανούσια η συνέχιση της κούρσας (μόνο) ακριβών εξοπλισμων της Ταϊβάν και προέτρεψε σε στροφή προς την τακτική “Άμυνας-σκαντζόχοιρου” (Porcupine defence).
Μάλιστα λίγο καιρό μετά και αφού είχε ήδη τεθεί σε εξέλιξη ο πόλεμος στην Ουκρανία, το Ίδρυμα RAND ήρθε συμπληρωματικά και πρότεινε στην Ταϊβάν την υιοθέτηση ενός σχεδίου τεσσάρων στρωμάτων (ζωνών) Άμυνας απέναντι σε μια επερχόμενη εισβολή.
Τα 170 χλμ που χωρίζουν την Κίνα από την Ταϊβάν, (όσα περιπου χωρίζουν τις ακτές της Αττικής από τον Τσεσμε της Σμύρνης, χωρίστηκαν σε 3 ζώνες ανάσχεσης:
Από τα 170 εως τα 80 χλμ δεν υπάρχει εμπλοκή παρά μόνο αναγνώριση των δυνάμεων. Απο τα 80 χλμ ξεκινάει η πρωτη ζώνη που περιλαμβάνει δρόνους μονής κατεύθυνσης μακρού βεληνεκούς, πυραύλους πλεύσης (cruise), δρόνους δολώματα/αντιπερισπασμού, θαλασσιους και υποθαλάσσιους δρόνους σε μεγάλες ποσότητες χωρίς κατανομή στόχων, με σκοπό τον κορεσμό της άμυνας του αποβατικού στόλου και την εξασθένιση/εξάντληση των αμυντικών αντιμετρων των επιτιθέμενων.
Η δεύτερη ζώνη περιλαμβάνει ενέργειες απο τα 40 εως τα 5 χλμ από την ακτή με επιλεκτική στόχευση και συγκέντρωση πυρών στα αποβατικά/μεταγωγικά, χρήση περιφερομενων πυρομαχικών ως πλέγμα για την δημιουργία “ιπτάμενου ναρκοπεδίου” και την καταστροφή είτε εχθρικών εναέριων δρόνων και άλλων μέσων, είτε και πάλι την πρόκληση πληγμάτων σε μονάδες επιφανείας.
Η τρίτη ζώνη που βρίσκεται σε WVR (Within Visual Range) δηλαδή σε ορατό οπτικό πεδίο στη θάλασσα μέχρι και τον αιγιαλό (ζώνη απόβασης), περιλαμβάνει πυκνά κύματα δρόνων fpv κατά αποβατικών λέμβων και μονάδων, που πάτησαν στην ακτή, και αντιπλοϊκούς πυραύλους κατά πλοίων υποστήριξης (καταδρομικά, φρεγάτες, κ.λ.π.).
Η τέταρτη ζώνη αφορά μικρά και μεσαία όπλα σε μάχη επι του πεδίου της απόβασης, δρόνους, και ναρκοπεδια που πιθανώς έχουν προεγκατασταθεί για αποκλεισμό περιοχών και εξαναγκασμό των εχθρικών δυνάμεων να κατευθυνθούν μέσα απο προσχεδιασμενους διαδρόμους (χοάνες θανάτου).
Το Αιγαίο για εμάς διαθέτει ένα πλεονέκτημα: Τις δεκάδες διάσπαρτες αβύθιστες πλατφόρμες μας, τα νησιά, που μπορούν με βάση τις αποστάσεις και τις τοποθεσίες τους να λειτουργήσουν ως ζώνες αλλά και ως αλληλοϋποστηριζόμενους προμαχώνες μιας αρχιτεκτονικής “οχυρού” σε όλο το Αιγαίο. Όμως τα πλεονεκτήματα (assets) μπορούν να μετατραπούν σε μειονέκτηματα (liabilities) αν ο εχθρός δεν εχει ΑΝΣΚ την προσβολή του ενδοτερου πυρήνα του “οχυρού” (ηπειρωτική Ελλάδα) αλλά απλως την κατάληψη ενός ή περισσότερων προμαχώνων της εξωτερικης περιμέτρου. Και περί αυτού πρόκειται.
Άρα το διαθέσιμο πεδίο διάρθρωσης άμυνας μειώνεται δραστικά (εκμηδενίζεται) και τα νησιά μετατρέπονται από διαρθρωτικά στοιχεία άμυνας, σε μεμονωμένους πιθανούς στόχους. Γι’ αυτόν τον λόγο οφείλουν να γίνουν περισσότερο αυτάρκη (με υπόγειες αποθήκες, χώρους διασποράς, και βάσεις εκτόξευσης βλημάτων) αλλά και να αποκτήσουν καλύτερη αλληλοϋποστήριξη μεταξύ τους ως δίκτυο.
Η αναφορά μου δεν φιλοδοξεί να σταθεί ως ειδική ανάλυση, καθώς γνωρίζουν (θέλω να πιστεύω) πολύ καλύτερα οι επιτελικοί το τι χρειάζεται, πώς και πού. Ωστόσο αναφορικά με την είδηση της εγκατάστασης τουρκικής Ταξιαρχίας στα Σώκια απέναντι από την Σάμο, οι ΕΔ της χώρας μας οφείλουν (αν είναι σε θέση) να κάνουν μια άσκηση, όπως αυτές που κάνουν (πολύ) τακτικά οι Ταιβανεζοι στο Pingtung από την βάση Jiupeng, συνδυάζοντας πληθώρα όπλων, που ανηκουν σε διαφορετικα στρώματα άμυνας. Οφείλουν να επιδείξουν, έστω και για το θεαθήναι, πως υπάρχουν ήδη εξοπλισμοί δρόνων στα νησιά, πως υπάρχουν ήδη μονάδες, που έχουν εκπαιδευτεί στην χρήση τους, και πως μια χώρα με 7 δις ετήσιο προϋπολογισμό άμυνας μπορεί να ξοδέψει 50-100 δρόνους σε θαλάσσιους στοχους ή σε παραλίες σε μια σχετική άσκηση, ανά πάσα ώρα και στιγμή με τον ίδιο εύκολο τρόπο που κάποιος βγάζει το όπλο από τον οπλοβαστό και εκτελεί βολές.
Αν μη τι άλλο, με τόσες εξαγγελίες για την ατζέντα 2030, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να κάνουμε μια άσκηση με στόχους επιφανείας και χρήση drone, fpv, usv έξω από το Κουσάντασι σε κάποια παραλία στη Μουρτιά ή από κάτω στο Ηραίο, και να δούμε (δούνε), τι ψάρια πιάνουμε….
Σε κάθε περίπτωση, σαφέστατα οι απαντήσεις πρέπει να δίδονται με τον τρόπο και τον χρόνο που θέλουμε εμείς, αλλά πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι να τις δώσουμε. Μια υπερβολική καθυστέρηση ενεργειών δείχνει ανετοιμότητα, αν όχι και αιφνιδιασμό.


