Η Ορθόδοξη ανθρωπολογία και η ανθρωπολογία της Επιστήμης

Θέμα: Περί τῆς φύσεως
τοῦ ἀνθρώπου κατά τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας,σέ ἀντιδιαστολή μέ τήν
διδασκαλία τῆς Ἐπιστήμης περί τοῦ ἀνθρώπου, καίπερί τοῦ ὅτι ἡ γνῶσις τῆς Ὀρθοδόξου
Ἀνθρωπολογίας εἶναιἀπαραίτητη προϋπόθεσις γιά τήν ὀρθή τοποθέτησι σέ θέματα
βιοηθικῆς

Τό κύριο θέμα πού θά προσπαθήσω ἐν συντομίᾳ νά ἀναπτύξω εἶναι
τό ‘τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος κατά τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας’.
Δευτερευόντως, θά ἀναφερθῶ στό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος κατά τήν Ἐπιστήμη καί θά
προσπαθήσω νά κάνω μία σύγκρισι μεταξύ τῶν δύο προτύπων τοῦ ἀνθρώπου, ἐκείνου τῆς
Ἐκκλησίας καί ἐκείνου τῆς Ἐπιστήμης. Ἐπειδή δέν εἶμαι εἰδικός, οὔτε γιά τό ἕνα
θέμα, οὔτε γιά τό ἄλλο, οὔτε ἐκπροσωπῶ τήν Ἐκκλησία ἤ τήν Ἐπιστήμη, οἱ ἀπόψεις
πού κατατίθενται ἐδῶ εἶναι ἀποκλειστικά οἱ προσωπικές μου ἀπόψεις, δηλ. πῶς ἔχω
κατανοήσει, μέχρι σήμερα, τό θέμα περί ἀνθρώπου, ὅπως αὐτό προβάλλεται στούς
δύο αὐτούς χώρους.

Σήμερα, ὅταν κάποιος, πού εἶναι ἐνεργό μέλος τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας, ἀποφασίση νά ἀσχοληθῆ σοβαρά καί συστηματικά μέ τά βιοηθικά
διλήμματα πού κάθε τόσο τίθενται, κυρίως ἐξ αἰτίαςτῆς τεχνολογικῆς προόδου,
νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο, πρᾶγμα πού δέν συμβαίνει πάντοτε, ὁ ἄνθρωπος αὐτός
νά ἔχη προηγουμένως ἐντρυφήσει καί ἐμβαθύνει, ὅσο περισσότερο μπορεῖ, στήν φύσι
τοῦ ἀνθρώπου, καί ἐξ
ἐπόψεως δομῆς, καί ἐξ ἐπόψεως λειτουργίας, ὅπως αὐτά τά
διδάσκουν, καί
ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά καί ἡ σημερινή Ἐπιστήμη, ἄσχετα ἀπό τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος
παρουσιάζεται σάν
ἕνα
διαφορετικό πλάσμα στούς δύο α
ὐτούς
χώρους.

Αὐτή ἡ ἐνασχόλησις,
το
ῦ εἶναι, νομίζω, ἀπαραίτητη,
γιά δύο λόγους: Πρ
ῶτον, γιά
νά
ἔχη ὑπ᾽ ὄψιν του τά ἀπαραίτητα
δεδομένα τ
ῶν δύο αὐτῶν χώρων
καί νά
ἔχη
διαμορφώσει σαφ
ῆ εἰκόνα περί τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως αὐτός παρουσιάζεται στούς δύο αὐτούς χώρους, ὥστε,
ὅταν τοῦ ζητηθῆ, νά μπορῆ νά
διαλεχθ
ῆ, καί μέ
τούς
ἐκκλησιαστικούς
ἀνθρώπους, καί μέ τούς ἐπιστήμονες, ἐπάνω στά ἀνθρωπολογικά ζητήματα. Καί, δεύτερον καί κυριώτερον, γιά
νά μπορ
ῆ, μέ βάσι
τήν
ἀσκητική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἀποκεκαλυμμένη
ἀλήθεια περί τῆς
φύσεως καί το
ῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως αὐτές εἶναι
κατατεθειμένες στήν
Ἁγία Γραφή
καί στήν Παράδοσι τ
ῆςἘκκλησίας,νά ἀξιολογήση ὀρθά τίς νέες ἐπιτεύξεις
τ
ῆς Ἐπιστήμης, καθώς καί νά διακρίνη τήν ἀλήθεια ἀπό τήν
πλάνη, τό
ὀρθό ἀπό τό λάθος, στά ἀνακύπτοντα
βιοηθικά διλήμματα, τά
ὁποῖα σήμερα συνεχῶς
γενν
ῶνται σάν ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης, τῆς ἐφαρμογῆς νέων
τεχνολογι
ῶν καί τῆς ἰατρικῆς πρακτικῆς.

Καί, τοῦ δίδεται αὐτή ἡ
δυνατότητα,
ἐπειδή θεωρῶ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη
Ἐκκλησία
εἶναι Ἐκείνη πού γνωρίζει τήν ἀλήθεια περί τῆς
φύσεως το
ῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἀνθρώπου νοουμένου ὡς
τ
ῆς ὀντότητος ἐκείνης πού
μετέχει καί τ
ῆς ὑλικῆς καί τῆς νοερᾶς φύσεως,
καί
ὄχι ἡ Ἐπιστήμη,
πρ
ᾶγμα πού
σημαίνει,
ὅτι ἡ Ἐκκλησία
εἶναι Ἐκείνη πού κατέχει τά ὀρθά κριτήρια ἀξιολογήσεως
τ
ῶν νέων ἰατρικῶν πρακτικῶν ἀπό τῆν σκοπιά τῆς βιοηθικῆς, καί ὄχι ἡ Ἐπιστήμη. Ἕνα παράδειγμα: Ἡ ἰατρική πρακτική προσπαθεῖ σήμερα νά καθιερώση σάν νόμιμη τήν εὐθανασία στίς ἀνεπτυγμένες
χ
ῶρες. Εἶναι αὐτό ὀρθό; Εἶναι πρός
τό συμφέρον το
ῦ ἀνθρώπου; Εἶναι, αὐτή ἡ πρακτική,
μέσα στό
ἦθος τῆς Ἐπιστήμης;
Ε
ἶναι
σύμφωνη μέ τό
ἦθος μιᾶς πολιτισμένης κοινωνίας; Εἶναι μέσα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Εἶναι σύμφωνη μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ποιά εἶναι
ἡ ἀληθινή
φύσις καί
ὁ σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἐπίσης ποιό
ε
ἶναι τό
θέλημα το
ῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, ἀμέσως ἀποφαίνεται
γιά τήν
ὀρθότητα ἤ μή μιᾶς τέτοιας
πρακτικ
ῆς, ἐπειδή κατέχει τά ὀρθά
ἀνθρωπολογικά κριτήρια καίἐπειδή μπορεῖ νά διακρίνη
ἄν μιά τέτοια πρακτική εἶναι μέσα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἤ ὄχι.

Ἡ Ἐπιστήμη δέν μπορεῖ
νά
ἔχη τήν ἀληθῆ γνῶσι περί τῆς φύσεως
το
ῦ ἀνθρώπου, τήν πλήρη γνῶσι. Ἡ Ἐπιστήμη μπορεῖ
νά
ἀνακαλύψη
μόνο
ἕνα μέρος τῆς ἀληθείας
περί το
ῦ ἀνθρώπου, ἐπειδή ἡ γνωσεολογική της δυνατότητα εἶναι περιωρισμένη μόνο στόν φυσικό κόσμο καί ἡ ἐρευνητική
της δυνατότητα
ἀφορᾶ φαινόμενα τοῦ
φυσικο
ῦ κόσμου. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, μετέχει, καί τοῦ φυσικοῦ, καί τοῦ πνευματικοῦ κόσμου.
Τήν πνευματική φύσι το
ῦ ἀνθρώπου δέν μπορεῖ ἡ Ἐπιστήμη νά
τήν
ἀνιχνεύση
καί γι
᾽ αὐτό τό ἀνθρωπολογικό
της πρότυπο ε
ἶναι ἐλλειπές, ἄν μή τι ἐσφαλμένο. Ἡ Ἐπιστήμη ἔχει ἀνακαλύψει πολλά καί συνεχῶς ἀνακαλύπτει
περισσότερα περί τ
ῆς ἀληθείας τῆς δομῆς καί τῆς
λειτουργίας το
ῦ σώματος
το
ῦ ἀνθρώπου. Ὅμως, ἡ ἀλήθεια
περί τ
ῆς
πνευματικ
ῆς φύσεως
το
ῦ ἀνθρώπου τῆς
διαφεύγει,
ὅπως τῆς διαφεύγει καί ἡ ἀλήθεια περί τῶν ἀΰλων πνευμάτων ὡς
καί περί το
ῦ Θεοῦ. Καί τοῦτο, ἐπειδή ὁ
γνωσεολογικός της χ
ῶρος εἶναι μόνο ὁ φυσικός
κόσμος. Δέν ε
ἶναι, οὔτε ὁ
πνευματικός κόσμος, ο
ὔτε ὁ ἄκτιστος. Αὐτούς δέν μπορεῖ
νά τούς
ἀνιχνεύση
καί γι
᾽ αὐτό δέν ὑπεισέρχεται
σ
᾽ αὐτούς. Σ᾽ αὐτούς τούς κόσμους, ὅμως,
ἔχει λόγο ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία, ὅπως ὁ ἄνθρωπος, ἔτσι καί Αὐτή κινεῖται, καί στόν φυσικό κόσμο, καί στόν πνευματικό κόσμο.

Ἔτσι, ἡ Ἐπιστήμη,
δέν μπορε
ῖ νά
ταυτισθ
ῆ, ὅσο καί νά ἐξελιχθῆ, ὡς πρός τίς
ἀπόψεις καί τά συμπεράσματα της εἰς τό ἀνθρωπολογικό
ζήτημα, μέ
ἐκεῖνα πού ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει νά καταθέση, ὡς ἀποκάλυψι ἐκ μέρους
το
ῦ Θεοῦ καί ὡς ἐμπειρία Της, ἐπειδή,
ὅπως εἴπαμε, ἡ Ἐπιστήμη ἐξετάζει καί διερευνᾶ
τόν
ἄνθρωπο ἀποκλειστικά καί μόνον κατά τήν ὑλική του φύση, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι
διττός, μετέχων, καί τ
ῆς ὑλικῆς, καί τῆς νοερᾶς φύσεως.
Βεβαίως,
ὁ κάθε ἕνας ἀπό τούς
δύο α
ὐτούς
χώρους
ἐξειδικεύεται,
θά
ἔλεγα, σέ
διαφορετικούς τομε
ῖς στήν γνωσεολογία
του περί το
ῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ἐπιστήμη, π.χ., ἔχει
συσσωρεύσει γνώσεις κυρίως περί τ
ῆς δομῆς, τῆς
λειτουργίας καί τ
ῆς
θεραπείας το
ῦ σώματος
το
ῦ ἀνθρώπου, ὡς καί
γνώσεις περί τ
ῶν ‘ψυχικῶν’ λεγομένων λειτουργιῶν στόν ἄνθρωπο,
χωρίς
ὅμως νά
δέχεται
ὕπαρξι στόν
ἄνθρωπο αὐθυποστάτου
ψυχ
ῆς, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ἔχει συσσωρεύσει γνώσεις κυρίως περί τῆς φύσεως, τῆς
λειτουργίας καί τ
ῆς
θεραπείας τ
ῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ψυχῆς θεωρουμένης ὡς ἀθανάτου αὐθυποστάτου
ὀντότητος.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς ἀνθρώπινος
θεσμός, μπορε
ῖ νά
συγκρουσθ
ῆ μέ τήν Ἐπιστήμη, προκειμένου νά ὑπερασπίση τά συμφέροντα τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν αὐτά
θίγονται
ἀπό ἐνέργειες τῆς
κατευθυνομένης
Ἐπιστήμης ἤ τῆς ἐπιστημονικῆς πρακτικῆς, οἱ ὁποῖες
προσβάλλουν
ἄμεσα τό ἀνθρώπινο πρόσωπο καί ἔμμεσα τόν Θεό.Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, ὡς πνευματικό οἰκοδόμημα,
δέν
ἀντιμάχεται,
ο
ὔτε
συγκρούεται μέ τήν
ἀληθινή Ἐπιστήμη, ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία
κινε
ῖται στόν
πνευματικό κόσμο,
ἐνῶ ἡ Ἐπιστήμη στόν φυσικό κόσμο. Ἐξ ἄλλου, ἡ ἀληθινή Ἐπιστήμη, καί ὄχι
ἡ κατευθυνομένη, ὅπως
ε
ἶναι κατά ἕνα μεγάλο μέρος της ἡ σημερινή, εἶναι ἐκ τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον
παραμένει ε
ἰς τόν ἰδικό Της γνωσεολογικό χῶρο, δέν ἀντιμετωπίζει
ἀνθρωπολογικό πρόβλημα ἀπό τίς ὁποιεσδήποτε
ἀνακαλύψεις τῆς Ἐπιστήμης τίς σχετικές μέ τόν ἄνθρωπο. Καί τοῦτο,
ἀφ’ ἑνός μέν, ἐπειδή ἡ συνεχῶς προστιθεμένη γνησία ἐπιστημονική γνῶσις
περί το
ῦ ἀνθρώπου δέν ἔρχεται –
δέν μπορε
ῖ νά ἔλθη – σέ ἀντίθεσι μέ
τά θεμέλια τ
ῆς Ὀρθοδόξου Ἀνθρωπολογίας,
καί,
ἀφ’ ἑτέρου, ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία ἔχει, ἐξ Ἀποκαλύψεως, τά κριτήρια ἐκεῖνα πού Τῆς ἐπιτρέπουν
νά διακρίνη τήν
ἀλήθεια, ἐάν ὑπάρχη, εἰς τήν ὁποιαδήποτε
προβαλλομένη
ἑρμηνεία τῶν ἐπιστημονικῶν δεδομένων, ἤ εἰς τήν ὁποιαδήποτε
προβαλλομένη
ἐπιστημονική
θεωρία μέ βάση κάποια
ἐπιστημονικά
δεδομένα, ε
ἴτε αὐτή προβάλλεται ὡς ἀμιγῶς ἐπιστημονική θεωρία, εἴτε ὡς
φιλοσοφία (π.χ. θεωρία τ
ῆς Ἐξελίξεως).

Τί, λοιπόν, διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία περί τῆς
φύσεως το
ῦ ἀνθρώπου;

Σέ γενικές γραμμές, διδάσκει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι
μόνο σ
ῶμα, ἀλλά εἶναι σῶμα μέ ψυχή αὐθυπόστατη.
Ἡ αὐθυπόστατη
ψυχή στόν
ἄνθρωπο εἶναι καί αὐτή κτίσμα
το
ῦ Θεοῦ, ἀποτέλεσμα
το
ῦ ‘ἐμφυσήματος’ τοῦ
Θεο
ῦ στόν ἄνθρωπο, μυστήριο κατά τήν οὐσία της, κατά Χάριν ἀθάνατη, καί εἶναι
ἐκείνη πού ζωοποιεῖ
τό σ
ῶμα. Ἡ ἀθάνατη
ψυχή το
ῦ ἀνθρώπου ‘κτίζεται’, δημιουργεῖται ἀπό τόν
Θεό,
ἀρρήτως καί
ἀγνώστως, κατά τήν σύλληψη τοῦ ἀνθρώπου.
Κατά τόν βιολογικό θάνατο το
ῦ ἀνθρώπου, χωρίζει ἡ
ψυχή
ἀπό τό σῶμα, τό σῶμα
πεθαίνει,
ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, ζεῖ, ἐπειδή ἡ ψυχή του ζεῖ καί μετά
τόν βιολογικό θάνατο το
ῦ σώματος.
Ζε
ῖ μετά τόν
βιολογικό του θάνατο
ὁ ἄνθρωπος, μόνο κατά τήν ψυχή, περιμένοντας τήν Κοινή Ἀνάστασι τῶν σωμάτων,
γιά νά ξαναπάρη τό σ
ῶμα του,
καί νά ξαναγίνη πλήρης
ἄνθρωπος.

Σέ ἀντιδιαστολή
μέ α
ὐτά, ἡ Ἐπιστήμη
δέν δέχεται τόν
ἄνθρωπο ὡς ὕπαρξι μέ
κατ’ ο
ὐσίαν ψυχή,
δηλ. μέ ψυχή α
ὐθυπόστατη,
ο
ὔτε ὅτι ὁ ἄνθρωπος συνεχίζει νάὑπάρχη ὡς ὀντότητα, ὡς αὐτοδύναμη ὕπαρξις,
καί μετά τόν βιολογικό του θάνατο. Τόν δέχεται μόνο
ὡς βιολογική ὕπαρξι μέ
κατ’
ἐνέργειαν
ψυχή,
ὅπως τά ζῶα, εἰς τά ὁποῖα ἡ ψυχή τους πεθαίνει μαζί μέ τό σῶμα τους, διότι τόν θεωρεῖ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς βιολογικῆς ἐξελίξεως τῶν εἰδῶν. Συγκεκριμένα,
τόν θεωρε
ῖ ὡς προερχόμενο ἀπό
ἕναν κοινό πρόγονο μέ ἐκεῖνον τοῦ χιμπαντζῆ, ὡς ἕνα
βιολογικό ε
ἶδος δηλ.,
τό
ὁποῖο προῆλθε ἐξελικτικά,ἀπό τυχαῖα γεγονότα, χωρίς καμμία θεία ἐπέμβαση πού νά τόν διαφοροποιῆ ἀπό τά ζῶα, ὡς πρός τήν
φύσι καί τόν προορισμό του.
Ἀποτέλεσμα
α
ὐτῆς τῆς ὑλιστικῆς, ἤ ἐπιστημονικῆς θεωρήσεως περί τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν Ἐπιστήμη, εἶναι ὅτι, σήμερα, ἡ σύγχρονη Ἰατρική, ἔφθασε νά
θεωρ
ῆ τόν ἄνθρωπο ὡς μηχανή
μέ ζωϊκή ψυχή.
Ἔτσι, στήν Ἰατρική ἐπιστήμη,
τά ζωτικά
ὄργανα τοῦ ἀνθρώπου
θεωρο
ῦνται ὡς ‘ἀνταλλακτικά’
πού
ὑπόκεινται
σέ
ἀντικατάστασι
ἤδιατίθενται γιά μεταμόσχευσι,τό γονιμοποιημένο του ὡάριο, τό ζυγωτό του, ἤ τό ἔμβρυο
θεωρο
ῦνται ὡς γενετικό ὑλικό ὑποκείμενο σέ πειραματισμό, σέ ἐπεμβάσεις, τροποποιήσεις καί προσθῆκες στόν γενετικό του κώδικα.

Ὁ καθηγητής
Ἰατρικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Ἠλίας Κουρούμαλης, σέ δημοσιευθέν ἄρθρο του μέ τίτλο “Ἡ εἰκόνα
το
ῦ
Θεο
ῦ
καί
ἡ εἰκονική πραγματικότητα στήν σύγχρονη ἐπιστήμη”[i],
ἀναφέρει, σχετικά, τά ἑξῆς:
«…….
Ὁ Καρτέσιος
ὑπεβίβασε τόν ἄνθρωπο
σέ
ἐπίπεδο ἁπλῆς μηχανῆς, πού δέν χρειαζόταν νά ἔχη μιάν ἀρχή. Στήν
α
ὐταπόδεικτη
α
ὐτή ἀνοησία, πού ὅμως
κυριάρχησε γιά δύο α
ἰῶνες στήν
Δυτική σκέψη,
ἦλθε νά
προσφέρη
ἐπιστημονική
κάλυψη
ἡ Βιολογία
καί
ἡ Γενετική,
στά πρ
ῶτα βήματά
τους.
Ὁ Κάρολος
Δαρβίνος θεμελιώνει τήν περίφημη
Ἐξελικτική
Θεωρία του,
ὅπου οἱ αὐτόματες
μεταλλαγές στό γενετικό
ὑλικό ὁδηγοῦν σέ
φυσική
ἐπιλογή τῶν πλέον προικισμένων νά ἐπιζήσουν εἰδῶν. Ἡ σύγχρονη
Γενετική, μέ τήν
ἀποκρυπτογράφηση
το
ῦ ἀνθρωπίνου γονιδιώματος, θριαμβολογεῖ. Ὁ ἄνθρωπος καί ἡ μύγα ἔχουν 95% κοινά γονίδια, ἄρα τό ἕνα εἶδος προέρχεται ἀπό
τό
ἄλλο (λένε
ο
ἱ ἐξελικτικοί). Ὅμως,
ἐξ ἴσου
λογικό,
ἄν ὄχι λογικώτερο, ἀκούγεται
τό
ἐπιχείρημα,
ὅτι αὐτή ἡ ταυτότητα γονιδίων ἁπλῶς ὑποδεικνύει, ὅτι ὁ ἴδιος
Δημιουργός χρησιμοποίησε τά
ἴδια ὑλικά, ἀλλά μέ
τόσο διαφορετικό
ἀποτέλεσμα…..».

Πιό συστηματικά, ἡ Ἐκκλησία διδάσκει τά ἑξῆς περί τοῦ ἀνθρώπου:

Κατά τήν ᾽Ορθόδοξη Ἀνθρωπολογία,ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου
πλάσθηκε
ἀπό τήν Ἁγία Τριάδα «κατ᾽ εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἀνείδεος, ἁπλός καί ἀσχημάτιστος εἶναι
ὁ Θεός, ἔτσι ἁπλῆ καί ἀσχημάτιστη εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ δέ Χριστός
ε
ἶναι τό
πρωτότυπο το
ῦ ἀνθρώπου, νοουμένου σάν σύνολο, ἀπό ψυχή καί σῶμα.
Ὁ Χριστός, ὁ σαρκωμένος
Λόγος, ε
ἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἰς τόν κόσμον, ὁ
δέ
ἄνθρωπος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὄχι κατά
τήν Θεότητα,
ἀλλά κατά
τήν
ἀνθρωπότητα
το
ῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀδάμ ἐπλάσθη κατά τό μεταγενέστερον χρονικά πρωτότυπόν του, πού
ε
ἶναι ὁ Χριστός. Ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ
προπτωτικός
ἄνθρωπος εἶναι γνησία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος,
δηλ.
ἐμεῖς, εἴμαστε ἀμαυρωμένες εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος εἶναι καθαρή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἁμαρτωλός εἶναι ἀμαυρωμένη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί καλεῖται, διά τῆς
μετανοίας, νά γίνη καθαρή ε
ἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, δηλ. ἅγιος. Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας,
διδάσκει
ἡ Ἐκκλησία, εἶναι νά
γίνωμε καθαρές ε
ἰκόνες τοῦ πρωτοτύπου, τοῦ
Χριστο
ῦ. Αὐτό συμβαίνει ὅταν
ὁ ἄνθρωπος ἁγιάση. Ἄρα, ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας εἶναι ὁ ἁγιασμός. ὉΧριστιανός, καλεῖται,
σ
᾽ αὐτήν τήν ζωή, νά φθάση νά ὁμοιωθῆ μέ τόν
Χριστόν.
Ὁ Ἅγιος πού
φθάνει ε
ἰς τήν
τελειότητα γίνεται
ὅμοιος μέ
τόν Χριστόν, κατά τήν καθαρότητα καί τήν ε
ὐσπλαγχνίαν. ὉἍγιος
γίνεται κατά Χάριν α
ὐτό πού εἶναι ὁ Χριστός
κατά φύσιν,
ἐφ᾽ὅσον φθάση εἰς τό
μέτρον
ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ
Χριστο
ῦ. Ὁ Χριστός, ὅμως, εἶναι Θεός καί ἄνθρωπος,
Θεάνθρωπος. Κατά φύσιν. Ο
ἱ ἅγιοι, ὅταν
φθάνουν νά γίνουν
ὅμοιοι μέ
τόν Χριστόν, κατά τήν ε
ὐσπλαγχνίαν
καί τήν
ἀγάπην,
δηλ. ε
ἰς τό ‘καθ’
ὁμοίωσιν’, τότε γίνωνται ‘Χριστοί κατά Χάριν’ καί δέν
διαφέρουν
ἀπό τόν
Χριστόν παρά μόνον κατά τήν φύσιν.

Ὁ Χριστός,
λοιπόν, ε
ἶναι τό
πρωτότυπο το
ῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά, ποιά
ε
ἶναι ἡ φύσις τοῦ Χριστοῦ; Ὁ Χριστός εἶναι Θεάνθρωπος. Θεός καί ἄνθρωπος. Ὄχι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος. Ὁ Χριστός ἔχει δύο φύσεις, ἐξ ἄκρας συλλήψεως, θεία καί ἀνθρωπίνη, «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως»
καί διηνεκ
ῶς ἑνωμένες. Ἑνωμένες
στό Πρόσωπό Του,
ἐκεῖνο τοῦ Θεοῦ Λόγου. Κατά τήν Ἀνάστασί
Του,
ἡ θεία Του
φύσις,
ἐπανενώνει
τήν ψυχή Του, πού
ἦταν στόν Ἅδη, μέ τό σῶμα Του,
πού
ἦταν στόν
τάφο, καί
ἀνασταίνει
τό σ
ῶμα Του. Ὁ Χριστός ἀνεστήθη ἀφ᾽ Ἑαυτοῦ καί ἀπέδειξε ὅτι ἐστί Θεός σεσαρκωμένος. Ἀνεστήθη ἀφ᾽ Ἑαυτοῦ, ἐπειδή εἶναι Θεός καί ἄνθρωπος.
Θεάνθρωπος. Ο
ἱ ἄνθρωποι, ἐμεῖς δηλ., ἀνασταινόμεθα
δυνάμει καί
ἐνεργείᾳ τῆς Χάριτος
το
ῦ Χριστοῦ. Καί σωματικά, καί ψυχικά.

Ὁ θάνατος
το
ῦ σώματος
το
ῦ Χριστοῦ, πού ἔλαβε χώρα ἐπάνω εἰς τόν
Σταυρόν,
ἦταν ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς Του ἀπό τό σῶμα Του καί ἦταν ἕνας προσωρινός χωρισμός, ἀφοῦ σέ τρεῖς ἡμέρες ὁ Χριστός ἀνεστήθη. Ὁ θάνατος τοῦ σώματος
το
ῦ Χριστοῦ ἐπάνω εἰς τὀν Σταυρόν
συνέβη κατά μίαν συγκεκριμένην στιγμήν. «
Ὁ δὲ Ἰησοῦς πάλιν κράξας φωνῇ
μεγάλ
ῃ ἀφῆκε τὸ πνεῦμα» (Ματθ.
27, 50), «
ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀφεὶς φωνὴν μεγάλην ἐξέπνευσεν» (Μάρκ. 15, 37), «καὶ φωνήσας φωνῇ μεγάλῃ ὁ Ἰησοῦς εἶπε: Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμα μου. Τοῦτο δὲ εἰπὼν ἐξέπνευσε» (Λουκ. 23, 46), «ὅτε οὖν ἔλαβε τὸ ὄξος ὁ Ἰησοῦς εἶπε: Τετέλεσται. Καὶ
κλίνας τ
ὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα» (Ἰωάν. 19,
30).
Ὁ Χριστός ἔδειξε, μέ αὐτόν τόν
τρόπον,
ὅτι ὁ σωματικός, ὁ
βιολογικός θάνατος,
ὁ χωρισμός
δηλ. τ
ῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, ἐπέρχεται
στιγμια
ῖα.

Ἔτσι, καί ὁ θάνατος τοῦ κάθε ἀνθρώπου ἐπέρχεται στιγμιαῖα, δηλ. ὁ χωρισμός
τ
ῆς ψυχῆς του ἀπό τό σῶμα του. Ἡ πορεία ἑνός βαρέως ἀσθενοῦς πρός τόν θάνατο, ναί, εἶναι σταδιακή, ὁ
θάνατος,
ὅμως, καθ᾽ ἑαυτός,
δηλ.
ὁ χωρισμός
τ
ῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα του, ἐπέρχεται
στιγμια
ῖα. Ἔτσι, ἡ ρῆσις «ὅταν ἡ θνητότητα γίνη μή ἀναστρέψιμη,
ὡς διαδικασία, τότε ὁ ἄνθρωπος ἔχει
πεθάνει βιολογικά», δέν ε
ἶναι ὀρθή. Οὔτε ἡ ρῆσις «τό σῶμα παύει νά ὑπάρχη ὡς σῶμα ἀπό τήν στιγμή πού παύει νά στηρίζη τό πρόσωπο» εἶναι ὀρθή.
Διότι,
ὅπως θά δοῦμε παρακάτω, τό πρόσωπο ἔχει ἄμεση σχέσι
μέ τήν ψυχή το
ῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχή εἶναι ἐκείνη πού
στηρίζει τό πρόσωπο, καί
ὄχι τό σῶμα. Καί, πῶς
γνωρίζει,
ἐκεῖνος πού τήν εἶπε,
πότε, σέ
ἕναν βαρέως
ἀσθενῆ, ἡ ψυχή ἀναχωρεῖ ἀπό τό σῶμα καί παύει νά στηρίζη τό πρόσωπο;

Κάποιοι, ἀναφέρουν
περιστατικά
ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ζωή γιά νά ὑποστηρίξουν ὅτι ὁ βιολογικός θάνατος τοῦ σώματος δέν ταυτίζεται ἀπαραίτητα μέ τήν ἀναχώρησι
τ
ῆς ψυχῆς ἀπό αὐτό. Καί, σάν ἕνα
παράδειγμα,
ἀναφέρουν
τήν περίπτωσι το
ῦ ἁγίου Σεραφείμ τοῦ
Σάρωφ: «Πρ
ῶτα, λένε,
‘
ἔφυγε ἡ ψυχή του’ καί στήν συνέχεια πέθανε τό σῶμα του. Ἀπεβίωσε
προσευχόμενος κρατ
ῶντας στό
χέρι του
ἀναμμένο
κερί». Σάν
ἄλλο
παράδειγμα
ἀναφέρουν
τήν περίπτωσι
ἑνός Ρώσου Ἁγίου, τοῦ ἱεροδιακόνου Σεραπίωνος, τοῦ ὁποίου τό σῶμα ἐκινεῖτο καί μετά τήν ἀναχώρησι
τ
ῆς ψυχῆς του. Καί στά δύο αὐτά παραδείγματα (παρόμοια ὑπάρχουν πολλά μέσα στούς βίους τῶν Ἁγίων), ὅσοι ὑποστηρίζουν
ὅτι τό σῶμα ζοῦσε μετά τήν ἀναζώρησι τῆς ψυχῆς τῶν Ἁγίων,
κάνουν παρερμηνεία τ
ῶν
φαινομένων.

Ἀσφαλῶς, καί στούς Ἁγίους αὐτούς ὁ
βιολογικός θάνατος
ἐπῆλθε μαζί μέ τήν ἀναχώρησι
τ
ῆς ψυχῆς τους. Ὅμως, ἐπειδή ὁ Θεός ἤθελε νά τούς δοξάση, ἡ Χάρις κινοῦσε τό
πεθαμένο σ
ῶμα τους.
Καί το
ῦτο, διότι
«
ὅπου Θεός
βούλεται νικ
ᾶται φύσεως
τάξις». Τέτοια,
ὅμως,
φαινόμενα συμβαίνουν μόνο στούς
Ἁγίους.
Παρομοίας φύσεως παρερμηνεία κάνουν ο
ἱ ἴδιοι καί μέτό θαυμαστό γεγονός τοῦ ἁγίου
Διονυσίου το
ῦ Ἀρεοπαγίτου, ὁ ὁποῖος
περιεπάτησε κρατ
ῶντας τήν
κεφαλή του στά χέρια του μετά τήν
ἀποτομή
της, φαινόμενο γιά τό
ὁποῖο ὑποστηρίζουν,
πάλι παρερμηνεύοντας,
ὅτι «ἀπό τό θαυμαστό αὐτό
περιστατικό καταφαίνεται τό π
ῶς εἶναι δυνατόν νά παραμένη ἡ ψυχή στό σῶμα, νά
συνεχίζη νά τό ζωογον
ῆ καί τό σῶμα νά ἔχη κάποιες
ἐκδηλώσεις καί μετά τόν θάνατο». Ἐνῶ, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ ψυχή τοῦ Ἁγίου εἶχε ἀναχωρήσει ἀπό τό σῶμα του κατά τήν ἀποτομή
τ
ῆς κεφαλῆς του καί ἡ Χάρις,
καί
ἐδῶ, ἐκινοῦσε τό σῶμα του, ἐπειδή ὁ Θεός ἤθελε νά δοξάση τόν Ἅγιο.
Παλαιότερα, ε
ἶχα καί ἐγώ τήν ἄποψι ὅτι, στήν περίπτωσι τοῦ ἁγίου
Διονυσίου το
ῦ Ἁρεοπαγίτου, ἡ ψυχή του
δέν ε
ἶχε ἀποχωρισθῆ ἀπό τό σῶμα του, ὅταν τό σῶμα του
περπατο
ῦσε. Τώρα, ὅμως, τό βλέπω πιό ἁπλᾶ, ὅτι ἡ Χάρις ἐκινοῦσε τό σῶμα.

Ἐπανερχόμενοι
στόν Χριστό, λέμε,
ὅτι, γιά
τόν Χριστό,
ἐν ἀντιθέσει μέ τόν ἄνθρωπο,
δέν μπορο
ῦμε νά μιλοῦμε γιά ‘ἀνθρωπολογία’,
ἀλλά γιά ‘Θεανθρωπολογία’, ἐπειδή ὁ Χριστός ἦταν καί εἶναι κατά
φύσιν Θεάνθρωπος.
Ἀντίστοιχα,
γιά
ὅσους Ἁγίους ἔμοιασαν μέ
τόν Χριστό, δέν μπορο
ῦμε νά μιλοῦμε γιά ἁπλῆ ἀνθρωπολογία,
ἀλλά γιά ‘ὑπέρ φύσιν ἀνθρωπολογία’, διότι οἱ Ἅγιοι αὐτοί ἔπαυσαν νά
ε
ἶναι
συνηθισμένοι
ἄνθρωποι, ἐπειδή ἀπέκτησαν
χαρίσματα το
ῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλ. χαρίσματα ὑπερφυσικά.

Ἄν
ἐρευνήσωμε
τό θέμα τ
ῆς
ἀνθρωπολογίας
λίγο βαθύτερα, θά διαπιστώσωμε,
ὅτι ἄλλη
ε
ἶναι
ἡ
ἀνθρωπολογία
το
ῦ
“πεπτωκότος”
ἀνθρώπου,
το
ῦ
ε
ἰς
τό “παρά φύσιν” ε
ὑρισκομένου,
καί
ἄλλη
ἡ
ἀνθρωπολογία
το
ῦ
ε
ἰς
τό “
ὑπέρ
φύσιν” ε
ὑρισκομένου
ἀνθρώπου.
Ἐπειδή διαφοροποιεῖται
ὁ ἄνθρωπος
στίς καταστάσεις α
ὐτές ὅσον ἀφορᾶ καί στίς βιολογικές του λειτουργίες. Διαφορετικός,
βιολογικά, ε
ἶναι π.χ. ὁ σαρκικός ἄνθρωπος
καί διαφορετικός ε
ἶναι ὁ πνευματικός ἄνθρωπος.
Διαφορετικός ε
ἶναι ὁ ἄνθρωπος
πού δέν
ἔχει
μετάνοια
ἀπό ἐκεῖνον πού ἔχει μετάνοια, διαφορετικός εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού εὑρίσκεται
σέ κατάστασι φωτισμο
ῦ ἀπό ἐκεῖνον πού εὑρίσκεται
σέ μετάνοια, καί διαφορετικός ε
ἶναι ὁ ἄνθρωπος
πού ε
ὑρίσκεται
σέ κατάστασι θεώσεως
ἀπό ἐκεῖνον πού εὑρίσκεται σέ κατάστασι φωτισμοῦ. Βιολογικά, ἐννοῶ.

Ἡ
διαφοροποίησις α
ὐτή γίνεται
α
ἰσθητή
κυρίως
ὅταν ἀρχίση στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου νά ἐνεργῆ πλούσια ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἐνεργήση πλούσια σέ ἕναν
ἄνθρωπο, τότε, ὁ ἔσω ἄνθρωπος, ὁ “κρυπτός τῆς
καρδίας
ἄνθρωπος”,
ἀποκτᾶ
διαφορετικά χαρακτηριστικά
ἀπ’ ὅ,τι εἶχε
προηγουμένως, διότι
ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ
μεταμορφώνει τό βάθος το
ῦ ἀνθρώπου. Μεταμορφοῦται
ἡ ψυχή, μαζί μέ ὅλες
τίς δυνάμεις της.
Ἡ
μεταμόρφωσις,
ὅμως, τῆς καταστάσεως τῆς
ψυχ
ῆς καθώς
καί τ
ῶν δυνάμεων
τ
ῆς ψυχῆς, ὅταν ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ σκηνώση πλούσια σέ ἕναν ἄνθρωπο, ἐπηρεάζει καί τήν λειτουργία τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου, μέχρι μάλιστα τοῦ σημείου νά φθάση νά ἀποκτᾶ καί τό σῶμα νέα χαρακτηριστικά, νέες ἰδιότητες, πού δέν τίς εἶχε προηγουμένως. Καί, τοῦτο συμβαίνει, ἐπειδή
τό σ
ῶμα εἶναι ἄρρηκτα
δεμένο μέ τήν ψυχή καί ο
ἱ ἀλλοιώσεις τῆ ψυχῆς ἐπιδροῦν ἄμεσα στό σῶμα. Ὅταν ἡ ψυχή χαριτώνεται, χαριτώνεται καί τό σῶμα. Ὅταν ἡ ψυχή ἁγιάζη, ἁγιάζη καί τό σῶμα.
Α
ὐτή ἡ ψυχοσωματική ἀλλαγή
ἀρχίζει στόν ἄνθρωπο νά
γίνεται
ἐμφανής, ὅταν ἀρχίση νά ἐνεργῆ ἐπάνω του ἡ Χάρις τῆς μετανοίας. «Ἄνθρωπος»,
ὅπως τόν ἔπλασε ὁ Θεός, δέν εἶναι ἁπλᾶ ἕνα πλάσμα πού συνίσταται ἀπό δύο συστατικά, σῶμα
καί ψυχή,
ἀλλά ἐκεῖνο τό
πλάσμα, πού, διά τ
ῆς
καθάρσεως
ἀπό τά πάθη
καί το
ῦ ἁγιασμοῦ,
κατέστησε τό σ
ῶμα του ναό
το
ῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἕνας
τέτοιος
ἄνθρωπος,
πού ε
ἶναι ὁ ὄντως ἄνθρωπος, δέν συνίσταται ἀπό δύο συστατικά, ἀλλά
ἀπό τρία: Σῶμα, ψυχή
καί
Ἅγιον Πνεῦμα.

Βλέπομε δηλ., ὅτι
ἀνιχνεύοντες τήν φύση καί τίς δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου,
καί προχωρ
ῶντας ἀπό τόν παρά φύσιν ἄνθρωπο,
διά μέσου το
ῦ κατά
φύσιν
ἀνθρώπου,
πρός τόν
ὑπέρ φύσιν ἄνθρωπο, πού εἶναι
ὁ κατά Χάριν θεός, ἀναγκαστικά
ἐρχόμεθα ἀντιμέτωποι
μέ τήν
ἐνέργεια,
δηλ. μέ τήν Χάρι, τήν δόξα το
ῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μεταμορφώνει τόν ἄνθρωπο μέχρι τοῦ
σημείου,
ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά
δοξάζεται,
ὅπως
δοξάσθηκε
ἡ ἀνθρωπίνη φύσις τοῦ
Χριστο
ῦ στό ὄρος Θαβώρ κατά τήν θεία Αὐτοῦ
Μεταμόρφωσι.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος
μετέχη πλούσια στήν Χάρη το
ῦ Θεοῦ, ἀποκτᾶ νέες δυνατότητες, οἱ ὁποῖες αὐξάνονται,
κατά τήν ποσότητα καί ποιότητα,
ὅσο ὁ ἄνθρωπος
συνεχίζει νά μετέχη
ὅλο καί
περισσότερο στήν Χάρη το
ῦ Θεοῦ.

Ἄν, λοιπόν,
κάποιος παρακολουθήση τήν πορεία το
ῦ ἁγιασμοῦ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος ἑνός ἀνθρώπου, ἀντιλαμβάνεται
τήν καταπληκτική δυναμική τ
ῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὅπως
καί τήν μεταμόρφωσί της πού λαμβάνει χώραν
ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀξιωθῆ νά λάβη ὑπερφυσικά
χαρίσματα το
ῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τότε, ὁ ἄνθρωπος
μπορε
ῖ νά φθάση
νά ζ
ῆ χωρίς νά
τρώη, χωρίς νά διψ
ᾶ, χωρίς νά
κρυώνη, χωρίς νά
ἀρρωσταίνη,
μπορε
ῖ νά περπατᾶ ἐπάνω στά
κύματα, νά πετ
ᾶ σάν τό
πουλί, νά μεταφέρεται
ἀλλοῦ ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ, καί πολλά ἄλλα. Αὐτά, εἶναι μεταξύ
ἐκείνων πόυ ἀγνοεῖ ἡ σημερινή Ἐπιστήμη, τά ὁποῖα,ὅμως, εἶναι πασίγνωστα εἰς
τήν
Ἐκκλησία
καί
ἔχουν
κατατεθ
ῆ εἰς τούς βίους τῶν Ἁγίων.

Θά διερωτηθῆ, ὅμως, κάποιος: «Ἐμεῖς, ὀφείλομε νά
ἀσχοληθοῦμε μέ τόν ἄνθρωπο, ὅταν εὑρίσκεται σέ τέτοιες καταστάσεις καί γιατί; » Ἡ ἀπάντησις εἶναι: «Ναί, ἄν θέλωμε
νά
ἐμβαθύνωμε
στό μυστήριο το
ῦ ἀνθρώπου». Διότι, τότε, γίνεται κατανοητώτερο τί εἶναι “νοῦς”,
τί “καρδία”, τί “νοερά
ἐνέργεια”,
τί “νοερή α
ἴσθησις”,
τί “
ὑπέρ πᾶσαν νόησιν ὅρασις”.
Ὑπάρχουν ἐν δυνάμει
δυνατότητες το
ῦ ἀνθρώπου πού ἐνεργοποιοῦνται μόνον ὅταν ἐνεργήση εἰς τόν ἄνθρωπο ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ σημερινός
ἄνθρωπος ἀποκτήση ἐπίγνωσι αὐτῶν τῶν ἐν δυνάμει δυνατοτήτων του, τότε θά τοῦ γίνη σαφές πόσο ἡ
σημερινή
Ἐπιστήμη ἀγνοεῖ τήν
πραγματική φύσι το
ῦ ἀνθρώπου, ἐξισώνοντάς
τον μέ τά ζ
ῶα, ἀλλά καί ποιά ὀντολογική
σχέσι καί συνάφεια
ἔχει τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν αὐθυπόστατη
ψυχή του.
Ἐάν κάποιος
δέν προσεγγίση τήν
ἀνθρωπολογία
μέσα
ἀπό αὐτόν τόν δρόμο, δηλ. μέσα ἀπό τήν ἀνθρωπολογία
τ
ῶν Ἁγίων πού μετέχουν στό νοερό Φῶς, στήν Χάρη τοῦ
Θεο
ῦ, μέσα
δηλ.
ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία,
δέν θά μπορέση νά προσεγγίση τό βάθος το
ῦ
μυστηρίου το
ῦ ἀνθρώπου, νά προσεγγίση δηλ. τῇ ἀληθείᾳ τό “τί ἐστιν
ἄνθρωπος”. Γιά νά γίνη, ὅμως, αὐτό ἐφικτό, ἀπαιτοῦνται ὡρισμένες προϋποθέσεις
ἐκ μέρους ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου
πού θέλει νά κατανοήση τό βάθος το
ῦ μυστηρίου
το
ῦ ἀνθρώπου, ὅπως τό
διδάσκει
ἡ Ὀρθόδοξη Ἀσκητική
Παράδοσις, μία
ἀπό τίς ὁποῖες εἶναι τό νά γνωρίση καί νά κάνη κτῆμα του τήν Ὀρθόδοξη
θεολογική μέθοδο, πού
ἔχει σάν
βάσι της τήν νοερή προσευχή.

Συνοψίζοντας,
καταλήγομε στό
ὅτι
γιά νά
ἐμβαθύνωμε
στό μυστήριο το
ῦ
ἀνθρώπου
θά πρέπη νά
ἐξετάσωμε
τόν
ἄνθρωπο,
ὄχι
μόνον
ὅταν
ε
ὑρίσκεται
στήν συνήθη παρά φύσιν κατάστασι,
ἀλλά ὅταν
ἐνεργῆ
ἐπάνω
του
ἡ
θεία Χάρις.
Ἐπίσης,
θά πρέπη νά
ἀπαντήσωμε
στό
ἐρώτημα
τί ε
ἶναι
‘νο
ῦς’,
ποιά ε
ἶναι
ἡ
ἐργασία
το
ῦ
‘νο
ῦ’
το
ῦ
ἀνθρώπου
(
ὄχι
τ
ῆς
διανοίας,
ἀλλά
τ
ῆς
νοερ
ᾶς
ο
ὐσίας
τ
ῆς
ψυχ
ῆς),
καθώς καί νά διερωτηθο
ῦμε
γιά ποιόν σκοπό
ὁ
ἄνθρωπος
ἔχει
‘νο
ῦν’.
Σέ τί το
ῦ
χρειάζεται
ὁ
‘νο
ῦς’;
Ἡ
διάνοια,
ἡ
λογική, δέν
ἐπαρκοῦν;
Γιατί νά
ἔχη
καί ‘νο
ῦν’
ὁ
ἄνθρωπος,
ὡς
ο
ὐσία,
καί ‘νο
ῦν’
ὡς
ἐνέργεια,
δηλ. νοερή
ἐνέργεια;
Καί
ἔχει
νοερή
ἐνέργεια
ὁ
ἄνθρωπος
ἐπειδή
ἡ
ψυχή του ε
ἶναι
ζ
ῶσα
νοερή ο
ὐσία.

Ξεκινᾶμε,
λοιπόν, γιά νά δώσωμε
ἀπαντήσεις
στά
ἐρωτήματα αὐτά.

Εἴπαμε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα μυστήριο, ἀφοῦ μετέχει τῆς ὑλικῆς καί τῆς ἀΰλου, τῆς ζωώδους καί τῆς ἀγγελικῆς ζωῆς. Εἴπαμε,ἐπίσης, ὅτι ὁ ἄνθρωποςεἶναι εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί ὅτι ἐπλάσθηκε ἀπό τήν Ἁγία Τριάδα «κατ᾽ εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ. Αὐτό, ὅμως, νομίζω, σημαίνει καί κάτι ἄλλο, τό ἑξῆς:

Ὁ Θεός εἶναι Πατήρ, Υἱός, Ἅγιον Πνεῦμα. Νοῦς (Πατήρ), Λόγος (Υἱός),
Πνε
ῦμα (Ἅγιον Πνεῦμα). Ἀλλά, καί ἡ κατά
προσέγγισιν ε
ἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος, συνίσταται ἀπό νοῦν, λόγον
καί πνε
ῦμα. Ἡ διαφορά, ὅμως, ποιά
ε
ἶναι; Ὁ Θεός, πού εἶναι Νοῦς, Λόγος, Πνεῦμα,
ἔχει τρεῖς Ὑποστάσεις. Ὁ Νοῦς εἶναι ὑπόστασις (ὁ Πατήρ), ὁ Λόγος εἶναι ὑπόστασις (ὁ Υἱός), τό Πνεῦμα εἶναι ὑπόστασις
(τό
Ἅγιον Πνεῦμα). Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, ἄν καί ἔχη, ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, νοῦν, λόγον
καί πνε
ῦμα, εἶναι μία ὑπόστασις.
Κάθε
ἄνθρωπος εἶναι μία ὑπόστασις. Ὁ Θεός ὅμως εἶναι Τρεῖς Ὑποστάσεις. Ἄρα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία
κατά προσέγγισιν ε
ἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, εἶναι ἀκριβής εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου καλεῖται νά ὁμοιάση.

Καί, ὅπως ὁ Θεός ἔχει Νοῦν, πού βούλεται καί ἀποφασίζει, Λόγον, πού ἀποκαλύπτει τήν βουλήν καί ἀπόφασιν τοῦ Νοῦ καί ἐντέλλεται,
καί Πνε
ῦμα, πού
φέρει ε
ἰς πέρας
καί πραγματοποιε
ῖ τήν
βουλήν το
ῦ Νοῦ διά τοῦ Λόγου, τό
ἴδιο ἔχει καί ὁἄνθρωπος: Νοῦν, πού
βούλεται καί
ἀποφασίζει,
λόγον, πού
ἀποκαλύπτει
καί
ἐκφράζει (ἐνδιαθέτως, προφορικῶς ἤ γραπτῶς) τήν
βουλήν, τήν
ἐπιλογήν,
τήν
ἀπόφασιν
καί τό θέλημα το
ῦ νοῦ, καί πνεῦμα
(δύναμιν), τό
ὁποῖον πραγματοποιεῖ
τήν
ἐκπεφρασμένην
διά το
ῦ λόγου
βουλήν το
ῦ νοῦ. Ὅπως εἰς τόν Θεόν ἡ πηγή τοῦ Λόγου καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι
ὁ Πατήρ, ὁ ὑπέρτατος Νοῦς, ἔτσι καί εἰς τόν ἄνθρωπον ἡ πηγή τῶν πάντων εἶναι ὁ νοῦς του. Ἀπό αὐτόν ξεκινοῦν ὅλα. Ὁ νοῦς του, εἶναι ἡ κατά
φύσιν πηγή το
ῦ λόγου, τῶν σκέψεων καί τῶν
λογισμ
ῶν του.Ὅπως εἰς τόν Θεόν
ὁ Λόγος γεννᾶται ἀενάως, ἔτσι καί εἰς τόν ἄνθρωπον ὁ νοῦς του γεννᾶ ἀενάως
λόγον (νοήματα, λογισμούς),
ἐνδιαθέτως.
Α
ὐτός ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ
νά
ἐκφρασθῆ, εἴτε ὡς προφορικός, εἴτε
ὡς γραπτός, εἴτε ὡς νοηματικός,εἴτε
ὡς συμβολικός, κλπ.

Τί ἀκριβῶς, ὅμως, ἐννοοῦμε ὅταν λέγωμε ‘νοῦν’;
Τί ε
ἶναι ὁ ‘νοῦς’ τοῦ ἀνθρώπου; Συμβαίνει, εἰς τήν Ὀρθόδοξη
Παράδοσι,
ὁἴδιος ὅρος, ‘νοῦς’, νά
χρησιμοποι
ῆται, καί
γιά τό κέντρο, τόν
ὀφθαλμό,
τήν ο
ὐσία τῆς ψυχῆς, καί γιά
τήν
ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, ἀλλά καί γιά τήν διάνοια, πού εἶναι ἡ ἐνέργεια, ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς, ὅταν αὐτή ἐνεργεῖ εἰς τόν ἐγκέφαλον.

Γιά τόν πιστό, ‘νοῦς’
μπορε
ῖ νά
σημαίνη,ε
ἴτε τόν ‘ὀφθαλμό’, τόν ‘πυρῆνα’
τ
ῆς αὐθυπόστατης ψυχῆς
του, τήν πηγή τ
ῶν νοημάτων
καί τ
ῶν λογισμῶν του, δηλ. τήν πηγή
το
ῦ λόγου, εἴτε τήν ἐνέργεια τοῦ λόγου, εἴτε τήν
‘διάνοια’,
ἐκείνη τήν
δύναμιτ
ῆς ψυχῆς πού ἐπεξεργάζεται,διά
το
ῦ ἐγκεφάλου, τόν λόγο, ὁ ὁποῖος πηγάζει ἀπό τόν ὀφθαλμό, τό κέντρο τῆς
ψυχ
ῆς. Γιά τόν
ἐπιστήμονα, ὁ ὅρος ‘νοῦς’ (mind)
σημαίνει μόνο τήν ‘διάνοια’,
ὄχι ὅμως σάν μία δύναμι μιᾶς αὐθυποστάτου
ψυχ
ῆς, ἀλλά σάν μία δύναμι μιᾶς ψυχῆς πού δέν
ε
ἶναι αὐθύπαρκτη ὀντότητα, ἀλλά πεθαίνει μαζί μέ τόν θάνατο τοῦ σώματος, ὅπως στά ζῶα.Ἤ,
διαφορετικά, σημαίνει τήν
ἐνέργεια τοῦ ἐγκεφάλου.

Κάθε, ὅμως, νόημαἤ λογισμός πού γεννᾶται
ε
ἰς τόν ἄνθρωπον γεννᾶται πάντα ἀπό τήν φυσικήν του πηγήν, πού εἶναι ὁ νοῦς του; Ὄχι πάντα.
Διότι, νοήματα
ἤ λογισμοί ὑποβάλλονται εἰς
τόν
ἄνθρωπον
καί
ἀπό δύο ἄλλες ὀντότητες: Ἀπό τόν Θεόν, ἤ
ἀ
πό τόν διάβολον. Δηλ., ἕνας λογισμός πού ἐμφανίζεται
νά
ἐνεργῆ εἰς τόν νοῦν τοῦἀνθρώπου
μπορε
ῖ νά προέρχεται,
ε
ἴτε ἀπό τόν νοῦν τοῦἀνθρώπου, τήν φυσικήν του πηγήν, εἴτε ἀπό τόν ὑπέρτατον Νοῦν, τόν
Θεόν, πού θέλει νά σώση καί βοηθήση τόν
ἄνθρωπον,
ε
ἴτε ἀπό τόν διάβολον, πού θέλει νά πλανήση καί καταστρέψη τόν ἄνθρωπον. Ὁ νοῦς, λοιπόν, τοῦἀνθρώπου
ε
ἶναι, ἀφ᾽ ἑνός μέν ἡ πηγή τῶν νοημάτων καί τῶν
λογισμ
ῶν τοῦ ἀνθρώπου, ἐάν αὐτές
προέρχωνται
ἀπό τόν ἴδιον, καί ἀφ᾽ ἑτέρου ὁ νοητός χῶρος πού ἐμφανίζονται καί δροῦν ἄλλα νοήματα καί λογισμοί, ὄχι ἰδικά του,
πού προέρχονται, ε
ἴτεἀπό τόν Θεόν, εἴτεἀπό τόν διάβολον. Ἐπίσης,
ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἐνέργεια, εἶναι ἡ νοερή του ἐνέργεια, ἡ ὁποία, ὅταν μετατοπισθῆ εἰς τόν ἐγκέφαλον,
ταυτίζεταιμέ τήν διάνοιαν.
Ὁ νοῦς κινεῖ τήν
διάνοιαν,
ἡ ὁποία κινεῖ τόν ἐγκέφαλον καί διά τοῦ ἐγκεφάλου τό σῶμα.Ἔτσι, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ ὑπεύθυνος
γιά τίς πράξεις το
ῦἀνθρώπου.

Ἡ ψυχή τοῦἀνθρώπου διαχέεται εἰς ὅλο τό σῶμα τοῦἀνθρώπου, τό συνέχει καί τό ζωοποιεῖ, ὅπως ἡ φωτιά τόν πυρακτωμένο σίδηρο. Ἡ ψυχή, ὅμως, ἄν καί διαχέεται εἰς ὅλο τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά διατηρῆ
στήν ζωή κάθε κύτταρο το
ῦ σώματος, ἔχει τό κέντρο της, τό μάτι της, πού εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ὁ νοῦς. Ἡ καθαρή
ψυχή γίνεται
ὅλη νοῦς, ὅλη ὀφθαλμός. Ὁ νοῦς, ὅμως, τοῦ ἀνθρώπου,
νοουμένου
ὡς οὐσία καί ὄχι ὡς ἐνέργεια, εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα μέ αὐτό πού
λέμε πνευματική «καρδιά».
Ὁ νοῦς, σάν οὐσία, σάν ὀντότητα, ταυτίζεται μέ τήν ‘καρδία’ ἤ ‘καρδιά’ τοῦἀνθρώπου,
τό πνευματικό δηλ. κέντρο το
ῦἀνθρώπου, ἀπό τό ὁποῖο ἐκπορεύονται,
κατά τόν Κύριο, ο
ἱ πονηροί
διαλογισμοί το
ῦἀνθρώπου. «Ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχονται πονηροί διαλογισμοί…» λέει τό Εὐαγγέλιο (Ματθ. 15, 19), καί «Καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει ἐν δὲ λύπαις οὔσης σκυθρωπάζει», λέει ὁ Παροιμιαστής (15, 13). Σέ αὐτά τά χωρία, καί σέ ὅλα τά ἄλλα μέσα
στήν
Ἁγία Γραφή,
ἐννοεῖται ἡ πνευματική
καρδιά καί
ὄχι ἡ σαρκική καρδιά, πού κακῶς ἐκλαμβάνουν
ο
ἱ ἁπλοϊκοί. Δηλ. ἐννοεῖται ὁ «νοῦς» τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς του,
δηλ.
ἡ ψυχή του. Ἔτσι,λοιπόν, τό Εὐαγγέλιο
ἐννοεῖ ὅτι ἀπό τήν ἀκάθαρτη ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἐξέρχονται
ο
ἱ πονηροί
λογισμοί στόν
ἄνθρωπο καί
ὄχι ἀπό τήν
φυσική του καρδιά.
Ἀπό αὐτό δέ τό κέντρο ὑπάρξεως,
δηλ. τόν ‘νο
ῦν’, τήν
πνευματικήν ‘καρδίαν’, δέν
ἐκπορεύονται
μόνον ο
ἱ πονηροί
λογισμοί,
ἀλλά ὅλοι οἱ λογισμοί
καίτά νοήματα το
ῦἀνθρώπου, εἴτε αὐτές
πηγάζουν
ἀπό τόν ἴδιο, εἴτε ὑποβάλλονται εἰς
α
ὐτόν ἀπό τόν Θεόν ἤἀπό τόν
διάβολον.

Αὐτό, τώρα,
τό κέντρο το
ῦ λόγου καί
τ
ῶν λογισμῶν τοῦἀνθρώπου,
πού ε
ἶναιἡ πηγή τοῦ λόγου τοῦἀνθρώπου, δηλ. ὁ
νο
ῦς του,
πού,
ὅπως εἴπαμε, εἶναι ὁὀφθαλμός, τό κέντρο, τό βάθος τῆς ψυχῆς τοῦἀνθρώπου, ἑδράζεται, ὄχι εἰς τόν ἐγκέφαλο τοῦἀνθρώπου, ἀλλά εἰς τόν χῶρο
τ
ῆς
φυσικ
ῆς
καρδι
ᾶς
το
ῦ ἀνθρώπου. Ὄχι μέσα στήν φυσική καρδιά, δέν εἶναι δηλ. ὁ νοῦς ἐγκλωβισμένος
μέσα στήν φυσική καρδιά,
ἀλλά ἑδράζεται στόν χῶρο
το
ῦ στήθους
καί πρός τό μέρος τ
ῆς φυσικῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό, μπορεῖ νά τό
γνωρίση κάποιος
ἐπάνω στόν ἑαυτό του, ὅταν ἐνεργοποιήση, διά τῆς
μετανοίας καί τ
ῆς προσευχῆς, τήν νοερή του ἐνέργεια,
ὁπότε αἰσθάνεται,
κατά τήν
ὥρα τῆς προσευχῆς, διά τῆς νοερᾶς ἐνεργείας, ποῦ ἑδράζεται ὁ νοῦς, τό κέντρο δηλ. τῆς
ψυχ
ῆς του.Ἄν ἡ νοερή ἐνέργεια σέ ἕναν ἄνθρωπο λειτουργῆ
συνεχ
ῶς, διά τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἄνθρωπος αὐτός
νοιώθει, μέσα στό στ
ῆθος του,
τήν
ὕπαρξι καί ἐνέργεια τοῦ νοῦ του, δηλ. τῆς
πνευματικ
ῆς του
καρδι
ᾶς, συνεχῶς, ἡμέρα καί
νύκτα. Α
ὐτό, εἶναι γνωστό ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. «Ἐγὼ καθεύδω
κα
ὶ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ», ἀναφέρεται στό
Ἆσμα Ἀσμάτων (5,
2).

Ὁ χῶρος, λοιπόν, τῆς
φυσικ
ῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ τόπος, ἡ ἕδρα, καί τῆς
πνευματικ
ῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου,
το
ῦ νοῦ, διότι ὁ νοῦς ταυτίζεται, ὅπως
ε
ἴπαμε, μέ
τήν πνευματική καρδιά το
ῦἀνθρώπου,
πού ε
ἶναι τό
κέντρο τ
ῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου.
Δηλ., τό κέντρο τ
ῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου ἐνεργεῖ στόν
χ
ῶρο
το
ῦ
στήθους
καί ὄχι εἰς τόν ἐγκέφαλον, ὅπως διατείνεται ἡ Ἐπιστήμη.Ἐπειδή, ὅμως, κατά τήν Ὀρθόδοξη
Ἀνθρωπολογία, τό ‘πρόσωπο’ καί ἡ ‘πνευματική καρδιά’ τοῦ ἀνθρώπου
ταυτίζονται,
ἐκεῖ, στόν χῶρο τοῦ στήθους, ἑδράζεται καί τό ἀνθρώπινο
πρόσωπο,δηλ.
ὁ ‘κρυπτός
τ
ῆς καρδίας ἄνθρωπος’, καί ὄχι
εἰς τόν ἐγκέφαλο, ὅπως πάλι ἰσχυρίζεται ἡ Ἐπιστήμη. Εἰς αὐτό δέ τό κέντρο, εἰς
τήν πνευματική δηλ. καρδιά το
ῦ ἀνθρώπου,
πού
ἐνεργεῖ εἰς τόν χῶρο τῆς φυσικῆς του καρδιᾶς, ἔρχεται καί ἐνεργεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι
δεκτικός τ
ῆς Χάριτος,
κράζον «
ἀββᾶ ὁ πατήρ», κατά τόν Ἀπόστολον
(Γαλ. 4, 6), καί ποιε
ῖ τόν ἄνθρωπον πνευματικόν, δηλ. υἱόν Θεοῦ, καί
καθιστ
ᾶ τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ναόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν
συμβ
ῆ αὐτό, τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται πρόσωπο τῇ ἀληθείᾳ.

Ἄς ποῦμε, τώρα, ἀκόμη
μερικά πράγματα γιά τήν διάνοια.

Εἴπαμε, ὅτι, εἰς τήν Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία,
ἡ διάνοια εἶναι ἁπλᾶ μία ἀπό τίς δυνάμεις τοῦ
νο
ῦ, τῆς ψυχῆς, καί ὅτι ταυτίζεται μέ τήν νοερή ἐνέργεια τοῦ νοῦ, τῆς ψυχῆς, ὅταν αὐτή ἐνεργῆ εἰς τόν ἐγκέφαλον. Ἡ
πνευματική καρδιά το
ῦ ἀνθρώπου ταυτίζεται μέ τήν οὐσία τοῦ νοῦ, ἐνῶ ἡ διάνοια
ταυτίζεται μέ τήν
ἐνέργεια τοῦ νοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐν ζωῇ, ἡ διάνοια ἐνεργοποιεῖ τόν ἐγκέφαλο τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται ἐν ἐγρηγόρσει, εἴτε κοιμᾶται. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται ἐν ἐγρηγόρσει, ἡ διάνοια
χρησιμοποιε
ῖ τόν ἐγκέφαλο, ὥστε ὁ ἐγκέφαλος νά κινήση τό σῶμα καί νά φέρη εἰς
πέρας, νά
ἐκτελέση, ἐκεῖνο πού
βούλεται
ὁ νοῦς. Ἡ διάνοια εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ, ὅταν αὐτή ἡ ἐνέργεια χρησιμοποιεῖ
τόν
ἐγκέφαλο
γιά νά
ἐκφρασθῆ.

Εἴπαμε, ἐπίσης, ὅτι, εἰς τόν ἄνθρωπον, ὁ νοῦς, ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς, εἶναι ἐκεῖνος πού γεννᾶ τόν
λόγον, τόν λογισμόν,
ἤ ἀποδέχεται
τόν λογισμόν πού το
ῦ ὑποβάλλει ὁ Θεός, ἤ ὁ διάβολος,
καί
ὅτι ὁ νοῦς ἐνεργεῖ εἰς τόν χῶρο τῆς φυσικῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό
σημαίνει,
ὅτι εἰς τόν ἄνθρωπο, τά
νοήματα καί ο
ἱ λογισμοί
του πηγάζουν
ἀπό τόν χῶρον τῆς φυσικῆς του καρδιᾶς καί ὄχι ἀπό τόν ἐγκέφαλον. Ὁ λόγος εἰς τόν κατά φύσιν ἄνθρωπον
ἐκπορεύεται ἐκ τῆς πνευματικῆς καρδιᾶς του, πού ἐνεργεῖ εἰς τόν χῶρο τοῦ στήθους,
καί
ὄχι ἐκ τοῦ ἐγκεφάλου του, ὅπως
ἰσχυρίζεται ἡ Ἐπιστήμη. Αὐτός ὁ λόγος, αὐτοί οἱ λογισμοί, πού ἐκπορεύονται
ἐκ τοῦ νοῦ, τῆς
πνευματικ
ῆς καρδίας,
καί
ἐνεργοῦνται εἰς τόν χῶρον τοῦ
στήθους,γίνονται σκέψεις καί νοήματα
ὅταν
ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ ἀνεβῆ ἀπό τόν χῶρον τοῦ στήθους εἰς τόν ἐγκέφαλον. Ἐκεῖ, ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ ταυτίζεται μέ τήν διάνοια. Ἔτσι, ἡ διάνοια εἶναι ἐκείνη ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς πού ἐπεξεργάζεται
τόν λόγον πού πηγάζει
ἀενάως εἰς τόν νοῦν, τό
κέντρο τ
ῆς ψυχῆς, ὅταν αὐτός ὁ λόγος, ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ, ἐκ τοῦ χώρου τῆς καρδίας ἀνεβῆ εἰς τόν ἐγκέφαλον.

Αὐτή ἡ ἐπεξεργασία
το
ῦ λόγου ἀπό τήν διάνοιαν λαμβάνει χώραν εἰς τόν ἐγκέφαλον, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐν ζωῇ, εἴτε εἶναι ἐν ἐγρηγόρσει,
ε
ἴτε κοιμᾶται, καί ὅταν ὁ ἐγκέφαλος εἶναι ὑγιής.Εἰς ἕνακατεστραμμένο
ἐγκέφαλο, π.χ. ἑνός
βαρειά τραυματισμένου
ἀσθενοῦς, τοῦ ὁποίου, ὅμως ἡ καρδιά λειτουργεῖ, ἡ διάνοιά τουδέν εὑρίσκει
ὄργανο γιά νά ἐκφρασθῆ. Εἰς τόν ἀσθενή αὐτόν, ὅμως, ἐπειδή ἡ καρδιά του πάλλει, ὁ νοῦς του, πού
ἐνεργεῖ εἰς τόν χῶρον τοῦ στήθους του, παράγει ἐνδιάθετο λόγο. Αὐτός,
ὅμως, ὁ λόγος δέν
μπορε
ῖ νά ἀνεβῆ εἰς τόν ἐγκέφαλο,
νά
ἐπεξεργασθῆ ἀπό τήν
διάνοια καί νά
ἐκφρασθῆ διά τοῦ ἐγκεφάλου καί, ἔτσι,
δίδεται
ἡ ἐντύπωσις, ἡ
ψευδαίσθησις,
ὅτι ὁ ἀσθενής αὐτός δέν ἔχει ζωή,
δέν
ἔχει
συνείδησι, δέν
ἔχει
πρόσωπο, δέν
ἔχει ἐσωτερική ζωή.

Προσεγγιστικά, μποροῦμε νά ποῦμε καί τοῦτο, περί τοῦ ζεύγους
διανοίας-
ἐγκεφάλου: Ὅτι ὁ ἐγκέφαλος εἶναι τό ὑλικό ὑπόστρωμα εἰς τό ὁποῖο «ἐγκαθίσταται» τό λογισμικό, δηλ. ἡ διάνοια. Ἡ διάνοια εἶναι τό «λογισμικό» τοῦ ἐγκεφάλου καί ἐνεργεῖ εἰς τόν ἐγκέφαλον. Ὁ ἐγκέφαλος εἶναι ἁπλᾶ ὁ ἐπεξεργαστής τῶν
σκέψεων το
ῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἐγκέφαλος εἶναι ὁ ἠλεκτρονικός ὑπολογιστής
το
ῦἀνθρώπου.
Καί,
ὅπως ὁ ἄνθρωπος χειρίζεται τόν ἠλεκτρονικό ὑπολογιστή
του, διά τ
ῆς διανοίας
του,
ἔτσι καί ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς του, χειρίζεται, διά τῆς διανοίας, τόν ἐγκέφαλο
το
ῦ ἀνθρώπου.

Ἄρα, ἡ πηγή τοῦ λόγου, ἡ πηγή τῶν νοημάτων
καί τ
ῶν λογισμῶν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ διάνοια; Ὄχι, δέν εἶναι ἡ διάνοια. Εἶναι ὁ ἐγκέφαλος τοῦ ἀνθρώπου; Ὄχι, βέβαια. Ἡ πηγή τοῦ λόγου εἶναι ὁ νοῦς, ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς. Τόν ἐγκέφαλο,
ποιός τόν κινε
ῖ; Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, ἡ νοερή ἐνέργεια τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου.
Καί, τήν διάνοια το
ῦ ἀνθρώπου
ποιός τήν κινε
ῖ; Ὁ νοῦς τοῦἀνθρώπου, ὁὀφθαλμός τῆς ψυχῆς, δηλ. ἡ ψυχή. Καί τήν
ψυχή ποιός τήν κινε
ῖ; Ὁ Θεός, τό Πνεῦμα
τό
Ἅγιον. Αὐτά, συμβαίνουν σέ κάθε
ἄνθρωπο ἐπάνω στήν
γ
ῆ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος καταφέρη καί καταστήση, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, τό σῶμα του ναό
το
ῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε καί τό σῶμα του κινεῖται ἀπο τό Πνεῦμα τό Ἅγιον.

Ποιά, τώρα, εἶναι
ἡ διαφορά μας ἀπό
τά ζ
ῶα;
Συμβαίνει,
ὅπως εἴπαμε, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου,
νοουμένου
ὡς ἡ πηγή τῶν νοημάτων
καί τ
ῶν λογισμῶν του, πού εἶναι ὁ ὀφθαλμός, ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς τοῦἀνθρώπου,
δηλ.
ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, νά εἶναι
ἕνα αὐθυπόστατο
κτίσμα, νά
ἔχη δηλ. ἰδική της ὑπόστασι, ἡ ὁποία
παραμένει ζωντανή καί μετά τόν βιολογικό θάνατο το
ῦ ἀνθρώπου, ἐπειδή εἶναι ἀθάνατη. Εἶναι δηλ. ἡ ψυχή μία ὀντότητα ξεχωριστή ἀπό
τό σ
ῶμα τοῦ ἀνθρώπου, πού ζεῖ
καί μετά τόν βιολογικό του θάνατο, κάτι πού δέν συμβαίνει ε
ἰς τά ζῶα. Τά ζῶα, καί δή ὁ χιμπαντζῆς, πού λέγουν οἱ
ἐ
ξελικτικοί ὅτι εἶναι τό πλησιέστερο πρός τόν ἄνθρωπο, ἐξελικτικά,
ζ
ῶο, δέν ἔχουν ψυχή ὡς αὐθυπόστατη ὀντότητα, ἀλλά εἶναι
θνητόψυχα.
Ἡ ψυχή τῶν ζώων πεθαίνει μαζί μέ τόν βιολογικό θάνατο τοῦ σώματός τους. Ἐπίσης,
τά ζ
ῶα δέν ἔχουν ψυχή ὅμοια μέ τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. πού νά συνίσταται ἀπό νοῦν, λόγον
καί πνε
ῦμα, γι᾽ αὐτό καί τά
ζ
ῶα δέν ἔχουν λόγον. Ἔχουν
φωνήν,
ἀλλά δέν ἔχουν λόγον. Ἔχουν ὑποτυπώδη λογικήν, ἀλλά
δέν
ἔχουν
λόγον. Γιατί δέν
ἔχουν
λόγον;
Ἐπειδή δέν ἔχουν νοῦν, πού εἶναι, ὅπως εἴπαμε,ἡ πηγή τοῦ λόγου. Εἰς τά ζῶα δέν ὑπάρχει ἡ δυνατότης νά ἔλθη
καί νά
ἐνεργήση εἰς αὐτά τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἐπειδή τά ζῶα δέν ἔχουν νοῦν, ὡς οὐσία, πού
νά δέχεται τό Πνε
ῦμα τό Ἅγιον. Δέν ἔχουν ψυχή ἀθάνατη κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πλασμένη.

Ἀλλά, τά ζῶα, οὔτε αὐτεξούσιον ἔχουν, ἀλλά κινοῦνται
νομοτελειακά. Δέν
ὑπάρχει
περίπτωσις
ἕνα ζῶο πού πεινάει νά μή προσεγγίση τήν τροφήν, ὅταν αὐτή τοῦ προσφερθῆ. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, μπορεῖ νά τήν ἀρνηθῆ, ἐπειδή ἔχει αὐτεξούσιο. Ἐξ ἄλλου, ποτέ
ε
ἰς τήν ἀνθρωπίνην ἱστορίαν
δέν
ἔχει
καταγραφ
ῆ
περιστατικόν, κατά τό
ὁποῖον ἕνα ζῶον νά ἐμφανίσθηκε
ε
ἰς ἕναν ζῶντα ἄνθρωπον μετά τόν θάνατον τοῦ ζώου αὐτοῦ. Καί τοῦτο, διότι ἁπλούστατα τά ζῶα
δέν
ἔχουν ψυχή
πού νά ζ
ῆ μετά τόν
βιολογικό τους θάνατο.
Ὑπάρχουν, ὅμως, καταγεγραμμένες χιλιάδες μαρτυρίες ἐμφανίσεως νεκρῶν ἀνθρώπων, ἁγίων καί
μή, ε
ἰς ἄλλους ἀνθρώπους
πού ζο
ῦν. Τί ἐμφανίζεται εἰς τούς ζῶντας; Ἡ ψυχή τοῦ νεκροῦ, ἡ ὁποία ζεῖ καί μετά
τόν βιολογικό του θάνατο.

Πῶς, λοιπόν,
ε
ἶναι
δυνατόν ποτέ
ὁ ἄνθρωπος νά
προέρχεται,
ἐξελικτικά,
ἀπό τά ζῶα; Ἐπειδή ἔχει
παραπάνω
ἀπό 99% τό ἴδιο DNA
μέ τόν χιμπαντζ
ῆ; Ἤ, ἐπειδή ὁ ἐγκέφαλός
του μοιάζει νά ε
ἶναι ἴδιος, κατά τήν δομή, μέ ἐκεῖνον τοῦ χιμπαντζῆ; Ἐπειδή, δηλ., σωματικά, φαίνεται νά ἔχη συγγένεια μέ τόν χιμπαντζῆ; Μά, σωματικά, τά ζῶα καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι
πλασμένα
ἀπό τό ἴδιο ὑλικό. Ἀπό ὕλη, ἀπό χῶμα, εἰς τό ὁποῖο, καί τά ζῶα, καί ἐμεῖς
καταλήγομε.
Ἡ διαφορά
μας
ἀπό τά ζῶα δέν εἶναι τόσο
στό
ὑλικό
μέρος,
ἀλλά στό
νοερό, στό πνευματικό μέρος. Τό πνευματικό μέρος το
ῦ ἀνθρώπου ἁγιάζει τό σωματικό του μέρος. Κάτι τέτοιο δέν μπορεῖ νά γίνη στά ζῶα.
Καί
ἡ διαφορά αὐτή εἶναι αὐτή πού ἀνεπτύξαμε,
δηλ. χαώδης. Ε
ἶναι
τέτοιας φύσεως, πού δέν μπορε
ῖ νά γεφυρωθῆ. Ἄρα, δέν εἶναι δυνατόν ὁ ἄνθρωπος νά προέρχεται ἐξελικτικά ἀπό τά ζῶα.

Ἀπό ὅλα τά ἐκτεθέντα
μέχρις
ἐδῶ, ἤδη
καταφαίνεται, νομίζω, ξεκάθαρα, τό μέγα χάσμα πού
ὑπάρχει μεταξύ τῆς Ἐπιστήμης καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τό ἀνθρωπολογικό
ζήτημα. Καί,
ἡ μέν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
διδάσκει
ὅλα τά ἀνωτέρω, ἐπειδή
γνωρίζει,
ἐξ ἀποκαλύψεως καί ἐκ
τ
ῆς ἀσκητικῆς Της ἐμπειρίας, τήν φύσι τοῦἀνθρώπου. Ἡ δέ Ἐπιστήμη διδάσκει ὅ,τι
διδάσκει, περί τ
ῆς φύσεως
το
ῦ ἀνθρώπου,
βασισμένη ε
ἰς τήν ἐπιστημονική ἔρευνα καί
ε
ἰς τήν Ἐξελικτική Θεωρία, πού εἶναι ἡ φιλοσοφία
της.

Τά δύο πρότυπα, τά δύο ὑποδείγματα, τά δύο μοντέλλα, ἄν θέλετε, περί ἀνθρώπου,
πού προβάλλουν
ἡ Ἐκκλησία καί ἡ ᾽Επιστήμη, φάνηκε καθαρά, ὅτι δέν εἶναι
συμβατά μεταξύ τους. Παρ
᾽ ὅλα αὐτά,
σήμερα, κάποιοι ‘φωταδιστές’ μέσα στήν
Ὀρθόδοξη
Ἐκκλησία, λαϊκοί, ἱερεῖς καί ἐπίσκοποι,
προσπαθο
ῦν νά
παντρέψουν α
ὐτά τά δύο
μοντέλλα, στήν
ἀγωνιώδη
προσπάθειά τους νά παντρέψουν τήν
Ἐπιστήμη μέ
τήν
Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία, ἴσως
γιατί τούς φαίνεται βαρύ
ἤ ὀπισθοδρομικό, σήμερα, ἡ Ἐκκλησία νά
διαφοροποι
ῆται ἀπό τήν Ἐπιστήμη
στό
ἀνθρωπολογικό
ζήτημα. Στήν προσπάθειά τους α
ὐτή,
φθάνουν νά
ὑποστηρίζουν
ὅτι ὁ Θεός
χρησιμοποίησε τήν
Ἐξέλιξι σάν
μέθοδο δημιουργίας τ
ῶν φυτῶν, τῶν ζώων, ἀλλά καί τοῦ ἀνθρώπου, καί ἔχουν
διαμορφώσει
ἰδική τους ἀνθρωπολογία, βασισμένη σέ καινοφανῆ ἐπιχειρήματα,
πού ε
ἶναι, ἀποκλειστικά, προϊόντα λογικῆς ἐπεξεργασίας,
καί ο
ἱ ὁποῖοι φθάνουν
νά
ὑποστηρίζουν,
τελείως α
ὐθαίρετα, ὅτι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὑπεννόουν, εἰς τήν ἀνθρωπολογία τους, τήν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὡς προερχομένη, ἐξελικτικά,
ἀπό τά ζῶα,
διαστρέφοντας καί παρερμηνεύοντας τήν διδασκαλία τους. Α
ὐτό τό φαινόμενο,γιά ὅσους δέν τό γνωρίζουν, δυστυχῶς εἶναι σήμερα
ἕνα γεγονός μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἀποτελεῖ, κατά τήν γνώμη μου, μία ὡρολογιακή βόμβα μέσα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία
κάποτε θά σκάση καί θά δημιουργήση καινούργια α
ἵρεσι. Τό φαινόμενο αὐτό, ἔχει ἄμεσι σχέσι μέ τό πνεῦμα τοῦ
νεοβαρλααμισμο
ῦ πού ἔχει ἀρχίσει νά
πνέη καί μέσα στήν
Ἑλλαδική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τά
τελευτα
ῖα χρόνια.

Ἄς
συνεχίσωμε,
ὅμως. Ἔχομε ἤδη
σκιαγραφήσει τό π
ῶς θεωρεῖ ἡ Ἐπιστήμη τόν ἄνθρωπο.
Στήν συνέχεια, θά
ἐκθέσωμε ἀναλυτικώτερα τί διδάσκει ἡ Ἐπιστήμη
περί τ
ῆς φύσεως
το
ῦ ἀνθρώπου.

Ἡ Ἐπιστήμη διδάσκει ὅτι
ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου – μέ αὐτόν
τόν
ὅρον, ‘νοῦν’, ἡ Ἐπιστήμηἐννοεῖ ἀποκλειστικά
τήν διάνοια (
mind)
το
ῦ ἀνθρώπου –
ε
ἶναι μία
ψυχική
ἐνέργεια,
μία ψυχική δύναμις το
ῦἀνθρώπου,
καί τήν ταυτίζει μέ τήν
ἐνέργεια τοῦ ἐγκεφάλου. Ἡ Ἐπιστήμη
δέν
ὁμιλεῖ, δέν ἀσχολεῖται, δέν γνωρίζει, ὅτι
ὑπάρχει καί ἕνας ἄλλος ‘νοῦς’, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὀφθαλμός, ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Δέν γνωρίζει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἐκτός ἀπό τό σῶμα του, ἔχει καί αὐθυπόστατη ψυχή, ἡ
ὁ
ποία τό ζωοποιεῖ
καί τ
ῆς ὁποίας ὁ πυρῆνας εἶναι αὐτός ὁ ἄλλος νοῦς. Δέν γνωρίζει, ὅτι
τήν ψυχή το
ῦἀνθρώπου
τήν ζωοποιε
ῖ ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δέν γνωρίζει, ὅτι αὐτός ὁ ἄλλος ‘νοῦς’, καί
κατ
᾽ἐπέκτασιν ἡ ψυχή, ὑφίσταται, ὑπάρχει, καί μετά τόν βιολογικό θάνατο τοῦἀνθρώπου, πάλι σάν αὐθυπόστατη
ὀντότητα, σάν οὐσία.
Ἡ Ἐπιστήμη ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει
ε
ἰς τήν ἀνυπαρξία μετά τόν βιολογικό του θάνατο, ὅπως τά ζῶα. Ὅτι, δηλ., πέραν τοῦ
τάφου δέν
ὑπάρχει
τίποτε
ἀπολύτως.

Ἡ Ἐπιστήμη δέχεται μόνον, ὅτι τά νοήματα καί οἱ
σκέψεις το
ῦ ἀνθρώπου
πηγάζουν
ἀποκλειστικά
ἀπό τόν ἐγκέφαλό
του,
ὁὁποῖος, λέγουν, ὅτι εἶναι ἡἕδρα ὄχι μόνο τῶν σκέψεων,
ἀλλά καί τῶν
συναισθημάτων καί το
ῦ αὐτεξουσίου, τό ὁποῖο, κατά τούς ἐπιστήμονες,
ε
ἶναι ἀνελεύθερο ὡς ἐπηρεαζόμενο ἀπό τό DNA
καί
ὡς ἀποτέλεσμα βιοχημικῶν
διεργασι
ῶν. Ἡ Ἐπιστήμη, ἔτσι, δέχεται, ὅτι
ὁ ἄνθρωπος λειτουργεῖ
λίγο-πολύ νομοτελειακά,
ὅπως τά ζῶα, ἡ δέ
φαινομενική
ἐλευθερία ἐπιλογῆς πού ἔχει εἶναι προϊόν
το
ῦ ἐξελιγμένου
ἐγκεφάλου του, ὁ
ὁ
ποῖος τοῦ παρέχει καί μία πιό ἐξελιγμένη λογική.

Ἀποτέλεσμα
α
ὐτῆς τῆς ὡς ἄνω
θεωρήσεως το
ῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν Ἐπιστήμη εἶναι νά καταβάλλεται σήμερα προσπάθεια ἀπό τούς νευροεπιστήμονες νά χαρτογραφηθῆ ὁ ἀνθρώπινος ἐγκέφαλος
μέ τίς νέες τεχνολογίες πού
ἀναπτύσσονται
γιά νά
ἀνιχνευθοῦν καί νά ἐντοπισθοῦν τά κέντρα ἐνεργείας
το
ῦ αὐτεξουσίου, τῆς
προσωπικότητοςκαί το
ῦ λόγου (τῆς ἐπεξεργασίας
το
ῦ λόγου, ὄχι τῆς πηγῆς τοῦ λόγου).
Ταυτίζουν,
ὅμως, ἐσφαλμένα,τό κέντρο ἐνεργείας,
π.χ. το
ῦ λόγου,
πού νομίζω ε
ὑρίσκεται εἰς τόν ἀριστερόν
λωβόν το
ῦ ἐγκεφάλου, μέ τό κέντρο πηγῆς, ἐκπορεύσεως
το
ῦ λόγου, τό
ὁποῖο, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς του.

Μετά τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ψυχή του
διατηρε
ῖ τά πάντα,
ὅλα ὅσα εἶχε ὁ ἄνθρωπος
πρό το
ῦ θανάτου
του. Μετά θάνατον,
ὁἄνθρωπος
διατηρε
ῖ καί τήν
προσωπικότητά του, καί τόν λόγο του καί τό α
ὐτεξούσιό του, καί τήν μνήμη του, πλήρως, ὡς καί τά συναισθήματά του. Αὐτό, τό γνωρίζομε ἀπό
τήν
ἴδια τήν
μαρτυρία
ὅλων ὅσων ἐνεφανίσθησαν
μετά θάνατον ε
ἰς τούς ζῶντες καί ἀπεκάλυψαν
τήν κατάστασιν τ
ῆς ψυχῆς των πέραν τοῦ
τάφου. Π
ῶς ἐμφανίζονται εἰς
τούς ζ
ῶντες ἀνθρώπους οἱ
κεκοιμημένοι
Ἅγιοι καί
διαλέγονται μαζί τους; Ποιός
ὁμιλεῖ, ἀφοῦ τό σῶμα τοῦ Ἁγίου εἶναι εἰς τόν τάφον; Ἀσφαλῶς, ἡ ψυχή τοῦ Ἁγίου, ἡ ὁποία συνεχίζει νά παράγη λόγον. Ἀλλά, αὐτό,τό
γνωρίζομε καί
ἀπό
μαρτυρίες ζώντων
ἀνθρώπων, οἱὁποῖοι, κατά
παραχώρησιν Θεο
ῦ, εἶχαν ἐξωσωματική
ἐμπειρία, κατά τήν ὁποία
«βγ
ῆκαν» πρός
στιγμήν
ἀπό τό σῶμα τους,γεγονός πού μαρτυρεῖ γιά τό αὐθυπόστατο
τ
ῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού βγῆκαν
πρός στιγμήν
ἀπό τό σῶμα τους, πού πέθαναν δηλ. γιά λίγο, καί εἶδαν τό σῶμα τους
νεκρό,
ὅπως τό ἔβλεπαν καί οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι γύρω τους. Καί, μετά ἀπό λίγο, ἐπανῆλθαν εἰς τό σῶμα τους, τό ὁποῖο ἔκειτο
νεκρό, καί συνέχισαν νά ζο
ῦν. Πῶς ἀνεστήθη τό
σ
ῶμα τους
καί ζωοποιήθηκε,
ἀφοῦ πρίν λίγο ἔκειτο
νεκρό;
Ἀσφαλῶς, μέ τήν ζωοποιό δύναμι τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία πῆρε ἐντολή ἀπό τόν Θεό
νά ε
ἰσέλθη
πάλιν ε
ἰς τό σῶμα. Καί, ὅταν ἡ ψυχή τους εἶχε χωρισθῆἀπό τό σῶμα τους,
μέ ποιό
ὄργανο ἔβλεπαν τό σῶμα τους; Ἀσφαλῶς μέ τόν
νο
ῦν, τήν
ψυχή τους.

Εἰς τήν
Παράδοσι τ
ῆς Ἐκκλησίας ἔχουν
καταγραφ
ῆ μαρτυρίες
ἀνθρώπων, οἱὁποῖοι ‘εἶδαν’, ἔζησαν, τόν Παράδεισο καί τήν Κόλαση. Τέτοιοι ἄνθρωποι ὑπάρχουν
καί σήμερα, ζ
ῶντες. Καί ἐδῶ, πάλι,
πρόκειται γιά μία πραγματικότητα, κατά τήν
ὁποία ὁἄγγελος τοῦἀνθρώπου παίρνει τήν ψυχή του, τήν στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος κοιμᾶται, καί
τήν πηγαίνει ε
ἰς τόν
τόπον το
ῦ
Παραδείσου
ἤ τῆς Κολάσεως, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά ἀποκτήση ἐμπειρία περί τῆς ἀληθείας τῶν
καταστάσεων α
ὐτῶν. Μετά, ὁ ἄγγελος ἐπαναφέρει εἰς τό σῶμα τήν ψυχή τοῦ
ἀ
νθρώπου ἐκείνου,
καί,
ὅταν ὁἄνθρωπος ξυπνήση, διηγεῖται πράγματα ὄχι
το
ῦ κόσμου
τούτου. Α
ὐτά, δέν ἦταν τῆς
φαντασίας του. Ε
ἰς αὐτήν τήν περίπτωσιν, κατά τό χρονικό διάστημα τῆς ἐμπειρίας αὐτῆς, νομίζω,
τό σ
ῶμα τοῦἀνθρώπου συντηρεῖται
ε
ἰς τήν ζωήνἀπό τήν Χάριν τοῦ
Ἁ
γίου Πνεύματος, ἄν καί ἔχη βγῆ ἡ ψυχή του,
μέχρις
ὅτου ὁ ἄγγελος ἐπαναφέρη τήν ψυχήν εἰς τό σῶμα.

Ἡ Ἐπιστήμη, λοιπόν, ἐφ᾽ὅσον δέν δέχεται ὅτι
ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀθάνατη ψυχή, ἡ
ὁ
ποία ζεῖ σάν αὐθυπόστατο κτίσμα καί μετά τόν βιολογικό θάνατο τοῦ σώματος, δέν μπορεῖ
νά δεχθ
ῆ σάν πηγή
τ
ῶν νοημάτων
καί τ
ῶν λογισμῶν τοῦἀνθρώπου
κάτι
ἄλλο ἔξω ἀπό τόν ἐγκέφαλο τοῦἀνθρώπου
καί ε
ἶναι
καταδικασμένη νά
ἔχη ἐσφαλμένη εἰκόνα καί ἀντίληψι περί τῆς
φύσεως το
ῦἀνθρώπου.Ἡ ζωή εἰς τό σῶμα τοῦἀνθρώπου ὀφείλεται εἰς τήν ὕπαρξι τῆς ψυχῆς του. Ἐάν ἡ ψυχή ἀποχωρισθῆ ἀπό τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, πρᾶγμα πού
συμβαίνει κατά τήν στιγμήν το
ῦ βιολογικοῦ θανάτου, τότε τό σῶμα
νεκρο
ῦται,
πεθαίνει.
Ὅταν ὁ Χριστός ἀνέστησε ἄνθρωπο, ἐπανέφερε
τήν ψυχή ε
ἰς τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου καί τό σῶμα
ἀνεστήθη. Ἡ Ἐπιστήμη δέν μπορεῖ
νά
ἑρμηνεύση πῶς γίνεται μία ἀνάστασις
ἑνός νεκροῦ σώματος, ἀφοῦ δέν
δέχεται
ὕπαρξι ψυχῆς εἰς τόν ἄνθρωπο. Ἀναστάσεις,
ὅμως, νεκρῶν σωμάτων
ε
ἶναι ἕνα ἀδιαμφισβήτητο
γεγονός μέσα ε
ἰς τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ψυχή,
λοιπόν, ζωοποιε
ῖ καί
συντηρε
ῖ ζωντανό
τό σ
ῶμα τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ἡ ἴδια ἡ ψυχή
ζωοποιε
ῖται ἀπό τήν Χάρη, τήν ἐνέργεια,
το
ῦ Ἁγίου
Πνεύματος. Δηλ., ζωή τ
ῆς ψυχῆς εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ζωή τοῦ σώματος εἶναι ἡ ψυχή. Φεύγει ἡ
Χάρις
ἀπό τήν
ψυχή;
Ἀρρωσταίνει
ἡ ψυχή καί νεκρώνεται. Φεύγει ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα; Τό σῶμα
πεθαίνει. Α
ὐτά
συμβαίνουν ε
ἰς τόν ἄνθρωπο.

Σέ κάποιο σημεῖο
μίλησα γιά κατευθυνομένη
Ἐπιστήμη.
Ναί, α
ὐτό,
σήμερα, ε
ἶναι
γεγονός, γιά
ὅσους
γνωρίζουν τήν πραγματική κατάστασι ε
ἰς
τούς χώρους τ
ῆς ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης. Σήμερα, ἡ
κατευθυνομένη
Ἐπιστήμη
διαπράττει,
ἐν τῇ ἀγνοίᾳ της, τήν μεγαλύτερη ἀδικία εἰς βάρος τοῦ ἀνθρώπου,
παρά τίς
ἐπιστημονικές
ἐπιτεύξεις καί προόδους της, ἀκριβῶς διότι
τόν
ἀντιμετωπίζει καί παρουσιάζει σάν “φυσικόν ζῶον”, καί ὄχι
σάν “ζ
ῶον….τῇ νεύσει πρός τόν Θεόν θεούμενον”, κατά τήν γνωστήν ρῆσιν τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ
Θεολόγου[
ii]. Ἡ σημερινή Ἐπιστήμη, ἐν τῇ ἀγνοίᾳ της, δέν
διανοε
ῖται τό
πόσο φωτίζεται καί
ἀποκαλύπτεται
τό μυστήριο το
ῦ ἀνθρώπου, καί τί νέες δυνατότητες ἀποκτᾶ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν φωτισθῆ καί ἐλλαμφθῆ ἀπό τήν Χάρι τοῦ
Θεο
ῦ. Καί δέν
μπορε
ῖ, ἡ σημερινή Ἐπιστήμη,
νά τό διανο
ῆται,
διότι,
ἄν καί κινῆται εἰς τόν χῶρο τῆς
παρατηρήσεως καί το
ῦ
πειράματος, δηλ. τ
ῆς ἐμπειρικῆς ἐρεύνης, ὅμως ἀδυνατεῖ νά
συλλάβη τήν
ἐμπειρία τῶν Ἁγίων,
διότι
ἡ Ἐπιστήμη κινεῖται ἀποκλειστικά εἰς
τόν χ
ῶρο τοῦ κτιστοῦ, ἐνῶ οἱ Ἅγιοι ἐρευνοῦν καί
γεύονται τόν χ
ῶρο τοῦ ἀκτίστου.

Ἀναφερόμενοι,
τώρα,
ἐν ὀλίγοις, εἰς τό θέμα
το
ῦ «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου»,
ἔχομε νά ποῦμε, ὅτι, ὄχι μόνο
μεταξύ τ
ῶν ἰατρῶν ἔχομε διάστασι ἀπόψεων
ὡς πρός τό ἄν ὁ «ἐγκεφαλικά
νεκρός» ε
ἶναι καί
βιολογικά νεκρός,
ἀλλά,
δυστυχ
ῶς, καί
μέσα στήν
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχομε
διάστασι
ἀπόψεων στό
ἴδιο θέμα. Στήν πρᾶξι,
στήν
ἰατρική
πρακτική,
ἔχει ἐπικρατήσειὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός» νά θεωρῆται βιολογικά νεκρός. Γι᾽ αὐτό καί τοῦ παίρνουν τά ζωτικά ὄργανα γιά μεταμόσχευσι. Ὅμως, ὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός» εἶναι
ἕνας νεκρός ἤ ἕνας βαρειά ἀσθενής, ὁ ὁποῖος πορεύεται πρός τόν θάνατο;

Μέσα στήν Ἐκκλησία,τώρα,
κάποιοι
ὑποστηρίζουν
ὅτι ὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός» εἶναι
καί βιολογικά νεκρός,
ἐνῶ, ἄλλοι, ὅτι εἶναι ἕνας βαρειά ἀσθενής
πορευόμενος πρός τόν θάνατο. Τό θέμα α
ὐτό
δέν
ἔχει ἀκόμη τελεσιδικήσει μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἄν καί κάποιοι, ἐδῶ καί χρόνια, προσπαθοῦν νά ἐπιβάλουν de facto
τήν
ἄποψι ὅτι ὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός» εἶναι
βιολογικά νεκρός, νά
ἐμφανίσουν
δηλ. τόν «
ἐγκεφαλικά
νεκρό» σάν βιολογικά νεκρό.

Σύμφωνα, ὅμως, μέ ὅσα ἤδη εἴπαμε, ἕνας βαρειά
ἀσθενήςμέ κατεστραμμένο ἐγκέφαλο, ἀλλά μέ
καρδιά πού πάλλει,
ἔστω μέ τήν
βοήθεια το
ῦ ἀναπνευστῆρα, δέν
μπορε
ῖ νά εἶναι νεκρός.Ἕνας
Χριστιανός
Ὀρθόδοξος,
κληρικός
ἤ λαϊκός,
πού
ἔχει βιώσει
ἐμπειρικά, διά τῆς
προσευχ
ῆς, τήν ὕπαρξι τῆς νοερῆς, τῆς
πνευματικ
ῆς του
καρδι
ᾶς, δέν εἶναι δυνατόν ποτέ νά δεχθῆ ὅτι ἕνας ἀσθενής, ὅπως ὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός», εἶναι βιολογικά νεκρός.Γι᾽ αὐτόν, ὁ «ἐγκεφαλικά
νεκρός» ε
ἶναι ἕνας βαρειά ἀσθενής καί
ὄχι ἕνας
βιολογικά νεκρός.Α
ὐτήν τήν
θέσι ε
ἶχαν καί οἱ τρεῖς ἅγιοι Γέροντες τῆς ἐποχῆς μας,
Σωφρόνιος, Πορφύριος καί Παΐσιος.

Σήμερα,συμβαίνει καί κάτι ἄλλο εἰς τόν χῶρο τῆς ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης. Ἐπειδή ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη
ἐξευρέσεως ζωτικῶν ὀργάνων γιά μεταμόσχευσι καί ἐπειδή τά διατιθέμενα ὄργανα εἶναι λίγα
σέ σχέσι μέ τά
ἀπαιτούμενα,
καταβάλλεται
ἐρευνητική
προσπάθεια νά παρασκευασθο
ῦν εἰς τό ἐργαστήριο
ζωτικά
ὄργανα ἀπό βλαστοκύτταρα, ὥστε
νά
ἀποφευχθῆ ἡ ἀνάγκη τῶν
μεταμοσχεύσεων ζωτικ
ῶν ὀργάνων ἀπό «ἐγκεφαλικά νεκρούς» ἀσθενεῖς. Ἐδῶ, ὅμως,
τίθεται
ἕνα ἄλλο βιοηθικό δίλημμα, διότι ὡς μία πηγή τέτοιων βλαστοκυττάρων θεωρεῖται τό «ζυγωτό», ἡ βλαστοκύστη,
δηλ.
ἕνα
γονιμοποιημένο
ἀνθρώπινο ὡάριο ἡλικίας
κάποιων
ὡρῶν ἤ ἡμερῶν. Αὐτό, ὅμως, εἶναι ἐν δυνάμει ἄνθρωπος, ἔχον ἀνθρώπινη ψυχή, διότι τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου
τήν δημιουργε
ῖ ὁ Θεός κατά τήν στιγμή τῆς συλλήψεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὁπότε, πάλι
τίθεται θέμα
ἀνθρωπίνου
φόνου. Βλέπομε, δηλ.,
ὅτι σήμερα
σέ κάθε πεδίο
ἐφαρμογῆς τῆς
σύγχρονης
ἰατρικῆς τεχνολογίας, τίθεται θέμα βιοηθικῆς δεοντολογίας, θέμα τό ὁποῖο ἔχει ἄμεση σχέσι
μέ τήν
ἀνθρωπολογία.
Ἄν κάποιος ἔχη ἐσφαλμένη ἀνθρωπολογία,
σέ
ἐσφαλμένο
συμπέρασμα
ἀσφαλῶς θά καταλήξη.

Τό θέμα τοῦ «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου» ἤ τῶν
μεταμοσχεύσεων ζωτικ
ῶν ὀργάνων μερικοί τό συσχετίζουν μέ τό θέμα τοῦ ἀνθρωπίνου
προσώπου. Ε
ἴτε τό
θέλομε, ε
ἴτε ὄχι, μεταμοσχεύσεις ζωτικῶν ὀργάνων
γίνονται. Διερωτ
ῶνται ὅμως μερικοί: Μήπως ἐκεῖνος πού δέχεται ἕνα
ζωτικό
ὄργανο,
καρδιά π.χ.,
ἀλλάζει καί
πρόσωπο
ἤ ἐπηρεάζεται ἡ
προσωπικότητά του;
Ἐπ᾽ αὐτοῦ, δέν ἔχομε ἐπιστημονικές μελέτες πού νά ἔχουν ἐρευνήσει αὐτό τό θέμα, ἤ ἐγώ ἀγνοῶ ἄν ὑπάρχουν, ὅμως,
σύμφωνα μέ τά προηγούμενα,
ἐφ᾽ ὅσον τό
κέντρο τ
ῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι
στήν σαρκική του καρδιά,
ἀλλά στόν χῶρο τῆς καρδιᾶς, δέν πρέπει νά ὑπάρχη
πρόβλημα τέτοιο.

Κατά τήν δεκαετία τοῦ ᾽70, στίς
ΗΠΑ
ἔλαβε χώρα ἕνα ἐγχείρημα
μεταμοσχεύσεως κεφαλ
ῆς ἀπό πίθηκο σέ πίθηκο,μέ προοπτική νά ἀνοιγῆ ὁ δρόμος γιά νά ἐπιχειρηθῆ κάποτε κάτι ἀνάλογο
σέ
ἄνθρωπο. Μέ
ἀφορμή ἐκεῖνο τό ἐγχείρημα, ὁ τότε ἐπιφανής
νευροεπιστήμων
Steven Rose ἔκανε τά ἀκόλουθα ἀξιόλογα, ἀλλά ἀρνητικά, γιά
τήν
ἐφαρμογή ἑνός τέτοιου ἐγχειρήματος
σέ
ἄνθρωπο,
σχόλια,
ἀναφερόμενος
στό
ἀνθρώπινο
πρόσωπο. Ε
ἶπε
συγκεκριμένα: «
Ὁ ἐγκέφαλος
καί τό σ
ῶμα ἑνός ἀνθρώπου εἶναι ἄρρηκτα
συνδεδεμένα μεταξύ τους.
Ὁ ἐγκέφαλος εἶναι καί αὐτός ἕνα ὄργανο τοῦ
σώματος….
Ἕνας ἀπομονωμένος (ἀποκομμένος)
ἐγκέφαλος ἀπό τό σῶμα στό ὁποῖο ἀνήκει δέν εἶναι πλέον τό πρόσωπο στό ὁποῖο ἀνῆκε. Τό πρόσωπο εἶναι ἐκεῖνο πού ἔχει
συνείδησι. Δέν ε
ἶναι ὁ ἐγκέφαλος πού ἔχει
συνείδησι. Τό πρόσωποε
ἶναι ἐκεῖνο πού ἔχει νοῦν (mind).
Δέν
ἔχει ὁ ἐγκέφαλος νοῦν. Τό πρόσωπο εἶναι πού ἔχει
συναισθήματα.
Ὁ ἐγκέφαλος δέν ἔχει συναισθήματα. Δέν
α
ἰσθάνεται. Τό πρόσωπο αἰσθάνεται. Μεταμοσχεύοντας ἕναν ἐγκέφαλο ἀπό ἕνα σῶμα σέ ἕνα ἄλλο εἶναι ἕνα ἐγχείρημα
πού δέν
ἔχει ἔννοια, διότι ὅλη
ἡ προϊστορία, ἡ
ζωή καί
ἡ ἀνάπτυξις αὐτοῦ τοῦ ἐγκεφάλου εἶναι
συνδεδεμένη μέ
ἕνα
συγκεκριμένο πρόσωπο καί σ
ῶμα. Τά
νευρικά κύτταρα α
ὐτοῦ τοῦ ἐγκεφάλου ἔχουν ἀναπτυχθῆ σέ σχέσι
μόνο μέ τό συγκεκριμένο πρόσωπο καί μο
ῦ εἶναι δύσκολο νά φαντασθῶ πῶς θά μποροῦσαν νά ἀντιδράσουν
σέ
ἕνα ἐντελῶς
καινούργιο περιβάλλον (
ἄλλο δηλ. σῶμα)……. Δέν νομίζω, ὅτι ὁποιοσδήποτε
νευροχειρουργός,
ἤ
νευροεπιστήμων,
ἤ
ψυχίατρος,
ἤ
ψυχολόγος, σήμερα, θά
ἀντιμετώπιζε
σοβαρά
ἕνα τέτοιο ἐνδεχόμενο (μεταμοσχεύσεως δηλ. ἀνθρωπίνης κεφαλῆς)».

Αὐτά εἶπε τότε αὐτός ὁ ὡς φαίνεται
φωτισμένος
ἀπό τόν Θεό
ἐπιστήμων, ὁ ὁποῖος, μέσα ἀπό τήν ἰδική μας
προοπτική, νομίζω, ε
ἶχε δίκιο σ᾽ αὐτά πού εἶπε.Ἄν καί δέν ὥρισε τί εἶναι κατ᾽ αὐτόν τό
«πρόσωπο»,
ἀπεφάνθη
σωστά, νομίζω,
ὅταν εἶπε ὅτι τό πρόσωπο εἶναι ὁ φορέας τῆς συνειδήσεως, τῆς
διανοίας καί τ
ῶν
συναισθημάτων, καί
ὅτι τό
πρόσωπο δέν
ἑδράζεται εἰς τόν ἐγκέφαλο, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνα ἁπλό ὄργανο τοῦ σώματος, ὅπως εἶναι καί ἡ σαρκική καρδιά.

Σήμερα, συμβαίνει, κάποιοι σοβαροί ἐπιστήμονες νά προβληματίζωνται ὡς πρός τήν ἰσχύ τοῦ ὑπάρχοντος ἐπιστημονικοῦ ἀνθρωπολογικοῦ μοντέλου.
῎Ηδη, π.χ., ἕνας
νομπελίστας,
ὁ John Ecless,
δυσκολεύεται νά δεχθ
ῆ, ὅτι π.χ. τό αὐτεξούσιο,
δηλ.
ἡ ἐλεύθερη βούλησις τοῦ ἀνθρώπου, τό ὁποῖο, κατά τήν Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία, δέν ὑπόκειται
σέ νομοτέλεια, ε
ἶναι προϊόν
μόνον βιοχημικ
ῶν διεργασιῶν στόν χῶρο τοῦ ἐγκεφάλου, ὅπως ὑποστηρίζει
σήμερα
ἡ Ἐπιστήμη, ἐξισώνοντάς
μας μέ τά ζ
ῶα, στά ὁποῖα ἡ συμπεριφορά εἶναι
καθαρά νομοτελειακή. Α
ὐτά, καί ἀρκετά παρόμοια περιστατικά, δηλώνουν τό ἀδιέξοδο εἰς τό ὁποῖο
περιέρχεται
ἡ Ἐπιστήμη ὅλο καί
περισσότερο, ε
ἰς τό ἀνθρωπολογικό ζήτημα, ὅταν προσπαθῆ νά εἰσχωρήση σέ πεδία πού εἶναι ἔξω ἀπό τίς γνωσεολογικές της δυνατότητες, καί τά ὁποῖα μᾶς καθιστοῦν ὅλο καί περισσότερο ὑπευθύνους
ὡς πρός τήν συμβολή μας, ὡς Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἰς τήν
προστασία καί προβολή τ
ῆς ἀληθείας περί τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τό ὁποῖο σήμερα
βάλλεται πανταχόθεν.

Ἀπό μία
πρόχειρη ματιά στό Διαδίκτυο[
iii],θά
σ
ᾶς μεταφέρω
τί ε
ἰκόνα ἀπεκόμισα ἀπό τήν ἰδέα πού ἐπικρατεῖ στόν ἐπιστημονικό
χ
ῶρο, αὐτήν τήν στιγμή, περί τῆς σχέσεως μεταξύ ἐγκεφάλου
καί
ἀνθρωπίνου
προσώπου. Νά μήν ξεχν
ᾶμε, ὅμως, ὅτι, στόν χῶρο τῆς Ἐπιστήμης, τό πρόσωπο δέν τό ἐννοοῦν ὅπως τό ἐννοοῦμε ἐμεῖς στήν Ἐκκλησία.
Στόν
ἐπιστημονικό
χ
ῶρο,
λοιπόν, συνεχίζουν νά θεωρο
ῦν τόν ἐγκέφαλο ὡς τό
κέντρο το
ῦ ἑαυτοῦ (center of the self),
ὡς τό κέντρο δηλ. τοῦ
προσώπου,
ἤ,
διαφορετικά,
ὅτι τό
πρόσωπο
ἑδράζεται
στόν
ἐγκέφαλο.
Καί,
ἀρχίζουν νά
μιλο
ῦν γιά μία
νέα προοπτική περί το
ῦ προσώπου
πού
ἀνοίγεται
στούς
ἐρευνητές,
καί
ἡ ὁποία συμπυκνώνεται στήν φρᾶσι: «Ἐσύ, εἶσαι ὁ ἐγκέφαλός σου!» (“You are your brain”).
Καταλαβαίνετε, τί συνέπειες
ἔχει μία
τέτοια θεώρησι.
Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται.
Πάλι θεοποιο
ῦν τόν ἄνθρωπο, ἀλλά, τώρα,
μέ
ἀφορμή τήν
σημερινή γν
ῶσι περί τοῦ ἐγκεφάλου
καί τίς
ὑποσχόμενες
προοπτικές στόν τομέα τ
ῆς ἐξερευνήσεώς του.

Σέ ἕνα πρόσφατο
συμπόσιο πού
ἔλαβε χώρα
μέ τόν τίτλο «
Ἡ
προσωπικότης σέ μία νευροβιολογική
ἐποχή»[iv],
ἐτέθη ὁ ἑξῆς
προβληματισμός: «Φαίνεται,
ὅτι ἔχομε μάθει περισσότερα γιά τόν ἐγκέφαλο κατά τήν τελευταία δεκαετία ἀπ᾽ ὅ,τι κατά τίς παρελθοῦσες χιλιετίες τῆς ἀνθρωπίνης ἱστορίας. Ἡ ἀνάπτυξις, ὅμως, τῶν νέων ἐπιστημῶν γιά τήν ἔρευνα τοῦ ἐγκεφάλου σέ ποιό βαθμό, ἄραγε, μᾶς ἔχει ὁδηγήσει
στήν βαθύτερη κατανόησι το
ῦ τί εἶναι ἡ
προσωπικότης; Μήπως κινούμεθα πρός μία ριζική
ἀνακατάταξι τῆς
κατανοήσεως τ
ῆς
Ψυχολογίας,
ὡς ἐπιστήμης, ἐπάνω σέ ἕναν καινούργιον ἄξονα,
ἐκεῖνον ‘ἀπό τήν ψυχή πρός τόν ἐγκέφαλο’, καί τήν ἀνατολή
ἑνός ἀνθρωπίνου
προσώπου πού θά καθορίζεται
ἀποκλειστικά
ἀπό τόν νευρικό ἱστό;»[v],
δηλ., λέμε
ἐμεῖς,ἀπό τόν ἐγκέφαλο καί τίς νευρικές του συνάψεις;

Δηλ., βλέπομε, ὅτι
ἡ Ἐπιστήμη ἀποκλίνει ὅλο καί
περισσότερο πρός μία καθαρά
ὑλιστική
θεώρησι περί
ἀνθρώπου, ἀφοῦ τείνει νά
ταυτίση τό
ἀνθρώπινο
πρόσωπο μέ τήν λειτουργία το
ῦ νευρικοῦ ἱστοῦ, δηλ. τοῦ ἐγκεφάλου. Δέν δέχεται, ὅτι τό πρόσωπο ἔχει
ο
ὐσία, ἀλλά μόνο ἐνέργεια,
πού σημαίνει
ὅτι τό
πρόσωπο
ἐξαφανίζεται
ὅταν ὁ νευρικός ἱστός καταστραφῆ.
Γιατί, τότε, μ
ᾶς ἐκπλήσσει τό ὅτι οἱ γιατροί τόν «ἐγκεφαλικά
νεκρό» τόν θεωρο
ῦν
βιολογικά νεκρό,
ἀφοῦ ὑποστηρίζουν
ὅτι χωρίς ἐνεργό ἐγκέφαλο τό ἀνθρώπινό
του πρόσωπο
ἔχει ἐξαφανισθῆ;

Κλείνω τήν ὁμιλία μου
μέ
ἕνα
συμπέρασμα το
ῦ κ. Ἠλία Κουρούμαλη:

«Μετά ἀπό πολλά χρόνια
στόν χ
ῶρο τῆς ἐπιστήμης, εἶμαι σχεδόν πεπεισμένος, ὅτι, τελικῶς, ὁ ὁρίζοντας αὐτῶν πού πολύ πρόσφατα χαρακτηρίσθηκαν ὡς παλαιᾶς κοπῆς ἄνθρωποι, καί πού ἀνάβουν, χωρίς πολλή γνώση, τό καντήλι τους, εἶναι ἀπείρως εὐρύτερος ἀπό τόν ὁρίζοντα πολλῶν ἐπιστημόνων, κατόχων βραβείου Νόμπελ, πού αὐτοβούλως ἀπαρνοῦνται τήν ἐντός τους εἰκόνα τοῦ Θεοῦ».


Δαμασκηνός
μοναχός Ἁγιορείτης

Ο μοναχός
Δαμασκηνός Άγιορείτης
έχει συγγράψει και το αξιόλογο βιβλίο Ορθόδοξη
ανθρωπολογία και μεταμοσχεύσεις ζωτικών οργάνων. Άγιον Όρος 2007, Εκδ.
ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ – ΚΑΡΕΛΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ρητή επιθυμία του συγγραφέα είναι να υπάρχει το κείμενο
δημοσιευμένο μόνο στο πολυτονικό σύστημα. Για απροβλημάτιστη ανάγνωση του
κειμένου μετά από αντιγραφή-επικόλληση χρησιμοποιήστε γραμματοσειρά
Palatino Linotype.

[i] Βλέπε:
ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΤΑΛΛΑΓΗΣ, Ὀρθόδοξος Ἀκαδημία Κρήτης, Κολυμπάρι, Ἰαν.-Μάρτ. 2004,
σελ. 723.

[ii] Ὁ ἅγιος
Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁρίζει τόν ἄνθρωπον ὡς ἑξῆς: «῎Ανθρωπός ἐστι ζῶον ἐνθάδε οἰκονομούμενον
καί ἀλλαχοῦ μεθιστάμενον καί τέλος τοῦ μυστηρίου τῇ νεύσει πρός τόν Θεόν
θεούμενον».

[iii] http://www.somatosphere.net/2011/07/brain–person–and–social–workshop–report.html

[iv] Personhood in a Neurobiological Age (https://www.somatosphere.net/search/label/personhood).

[v] (It seems that we have
learned more about the brain in the last decade than over the previous
millennia of human history. But to what extent are developments in the ‘new
brain sciences’ leading to a mutation in our understanding of selfhood? Are we
in the midst of a move from ‘soul to brain’, a radical restructuring of our
understanding of human ‘psychology’ and the rise of a ‘neuronal self’?).

Σχετικά άρθρα

2 COMMENTS

  1. Θερμά συγχαρητήρια στον π. Δαμασκηνό, για το τόσο αξιόλογο και κατατοπιστικό κείμενό του.

    Οι ενδιαφερόμενοι για το θέμα, αξίζει τον κόπο να διαβάσουν και το βιβλίο του

    Ορθόδοξη ανθρωπολογία και μεταμοσχεύσεις ζωτικών οργάνων. Άγιον Όρος 2007, Εκδ. ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ – ΚΑΡΕΛΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ.

    (περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο υπάρχουν εδώ http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=783)

    Όσο για τον Andreas Lioumpas (Δεν είναι κακό οι άνθρωποι να πιστεύουν στις νεράιδες και στα ξωτικά αλλά είναι διαφορετικό να δημιουργούν μια θεωρία που να ασχολείται με το πώς τα ξωτικά επιδρούν επί του κόσμου μας και είναι επικίνδυνο να προσπαθούν να μας πείσουν ότι ο φανταστικός τους κόσμος είναι κάτι υπαρκτό – αλλοιώνει την εικόνα της πραγματικότητας.)

    θα ήταν χρήσιμο να αναφερθεί το εξής.

    Άλλο πράγμα είναι οι νεράιδες και τα ξωτικά (παραμύθι) και άλλο η Ορθόδοξη αλήθεια για το Θεό και τον άνθρωπο (πραγματικότητα).

    Ας μη συγχέουμε το παραμύθι με την πραγματικότητα.

    Όποιος θέλει, είναι ελεύθερος να μην πιστεύει στην ύπαρξη του Θεού, χρειάζεται όμως να σέβεται την Πίστη των άλλων.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Συνδεθείτε!

14,561FansLike
2,472FollowersFollow
7,040SubscribersSubscribe