Βασίλης Λεβέντης (1951–2026): Ο τελευταίος ρομαντικός της Μεταπολίτευσης.

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Ο Βασίλης Λεβέντης δεν υπήρξε ποτέ πρωθυπουργός, δεν έγινε υπουργός, δεν διαχειρίστηκε δημόσιο χρήμα ούτε άσκησε εξουσία με την κλασική έννοια. Κι όμως, για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες αποτελούσε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της ελληνικής πολιτικής ζωής.

Για όσους γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε τη δεκαετία του ’80 και κυρίως του ’90, ο Λεβέντης δεν ήταν απλώς ένας πολιτικός. Ήταν τηλεοπτικό φαινόμενο. Μόνος απέναντι σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, με μια κάμερα, ένα τραπέζι, τον αγαπημένο του φραπέ και ατελείωτες ώρες ζωντανών εκπομπών, κατήγγελλε αδιάκοπα τη διαφθορά, τη διαπλοκή, τον δικομματισμό και τις πολιτικές δυναστείες. Σε μια εποχή όπου η δημόσια εικόνα χτιζόταν από πανίσχυρα τηλεοπτικά συγκροτήματα, εκείνος επέλεξε να σταθεί απέναντί τους, σχεδόν χωρίς συμμάχους.

Για πολλούς ήταν γραφικός, για άλλους ένας άνθρωπος εκτός πραγματικότητας. Για αρκετούς όμως ήταν η φωνή ενός αυθεντικού πολιτικού ρομαντισμού που είχε αρχίσει να εξαφανίζεται. Η ελληνική κοινωνία τον αντιμετώπισε συχνά με ειρωνεία. Οι τηλεοπτικές φάρσες εις βάρος του έγιναν σχεδόν λαϊκό έθιμο. Οι μιμήσεις του πέρασαν στην ποπ κουλτούρα. Το όνομά του έγινε συνώνυμο της πολιτικής περιθωριοποίησης. Κι όμως, εκείνος δεν εγκατέλειψε ποτέ.

Επί δεκαετίες συνέχισε να εμφανίζεται μπροστά στις κάμερες με την ίδια επιμονή, την ίδια πίστη και σχεδόν τις ίδιες προειδοποιήσεις. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με τις αναλύσεις του ή να θεωρεί υπερβολικές πολλές από τις εκφράσεις του. Δεν μπορεί όμως να αμφισβητήσει ότι πίστευε πραγματικά σε όσα έλεγε. Ίσως και γι’ αυτό να άντεξε τόσο.

Η μεγάλη ειρωνεία της ιστορίας όμως ήταν ότι, όταν η οικονομική κρίση γκρέμισε το μεταπολιτευτικό πολιτικό οικοδόμημα, ένα μέρος όσων επί χρόνια τον χλεύαζαν άρχισε να τον ακούει διαφορετικά. Το 2015 η Ένωση Κεντρώων μπήκε στη Βουλή, κάτι που στις αρχές της δεκαετίας του 1990 θα φάνταζε όνειρο θερινής νυκτός. Ασφαλώς, η κοινοβουλευτική του παρουσία δεν δικαίωσε όλες τις προσδοκίες. Ο ίδιος δεν κατάφερε να μετατρέψει τον τηλεοπτικό αντισυστημισμό σε ουσιαστική πολιτική επιρροή. Η φλόγα του διαμαρτυρόμενου πολίτη δεν αρκούσε πλέον για να αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις της κοινοβουλευτικής πολιτικής.
Αυτό όμως δε καμία περίπτωση δεν ακυρώνει τη διαδρομή του. Ο Λεβέντης υπήρξε προϊόν μιας Ελλάδας που σήμερα δεν υπάρχει πια. Της Ελλάδας των ιδιωτικών καναλιών, των ατελείωτων πολιτικών εκπομπών, των τηλεφωνικών παρεμβάσεων, των μεγάλων κομματικών παθών και της πίστης ότι ένας άνθρωπος μπορούσε μόνος του να αλλάξει τη χώρα.

Γι’ αυτό και ο θάνατός του σήμερα δεν σηματοδοτεί μόνο την απώλεια ενός πολιτικού αλλά το οριστικό τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Της εποχής όπου η πολιτική είχε ακόμη χώρο για παράδοξες προσωπικότητες. Για ανθρώπους που δεν χωρούσαν στα επικοινωνιακά καλούπια. Για πρόσωπα που, είτε τα αγαπούσες είτε τα απέρριπτες, δεν μπορούσες να αγνοήσεις. Η ιστορία είναι συχνά πιο επιεικής από την επικαιρότητα. Εκεί όπου η καθημερινότητα βλέπει τη γραφικότητα, η απόσταση του χρόνου αναγνωρίζει την επιμονή.

Εκεί όπου η τηλεόραση αναζητούσε το εύκολο γέλιο, η ιστορία καταγράφει έναν άνθρωπο που επί σαράντα και πλέον χρόνια δεν εγκατέλειψε ποτέ τις ιδέες του. Ο Βασίλης Λεβέντης σίγουρα δεν άλλαξε την Ελλάδα. Άφησε όμως το δικό του, απολύτως μοναδικό αποτύπωμα στη συλλογική της μνήμη. Και αυτό, τελικά, είναι κάτι που ελάχιστοι πολιτικοί καταφέρνουν.

Καλό ταξίδι, Πρόεδρε, αναπαύσου σε τόπο φωτεινό, σε τόπο χλοερό, σε τόπο αναψύξεως και ξεκούρασης, όπου δεν υπάρχει οδύνη, λύπη και στεναγμός…

Η Ελλάδα θα θυμάται τον πολιτικό όπως τον έκρινε ο καθένας. Η γενιά όμως που έζησε τα τηλεοπτικά 90s θα θυμάται και κάτι ακόμη: ότι υπήρξε ένας άνθρωπος που, σωστός ή λανθασμένος, δημοφιλής ή περιθωριακός, δεν σταμάτησε ποτέ να πιστεύει πως η πολιτική μπορεί να υπηρετεί αρχές και όχι συμφέροντα. Αυτό, σε μια εποχή γενικευμένου κυνισμού, είναι ίσως η σημαντικότερη κληρονομιά του.

Σχετικά άρθρα

1 COMMENT

  1. Ποιες ήσαν οι ιδέες τού αποθανόντος; Ομολογώ ότι μη έχοντας ασχοληθεί ιδιαιτέρως με τον άνθρωπο αυτό, είχα αποκομίσει την γενική εντύπωση ότι πρόκειται μάλλον για φαιδρό πρόσωπο. Ως φαίνεται, από τα παρακάτω που διάβασα στην ΤΝ και τη Βικιπαίδεια, μάλλον λάθος τον έκρινα, αν βέβαια τα πράγματα είναι όντως έτσι:

    Οι βασικότερες θέσεις και προτάσεις του περιελάμβαναν:

    Περικοπές προνομίων: Υποστήριζε την κατάργηση των διπλών και τριπλών συντάξεων, καθώς και την περικοπή συντάξεων όσων είχαν υψηλά εισοδήματα από άλλες πηγές.

    Μείωση του κοινοβουλευτικού κόστους: Είχε προτείνει τη δραστική μείωση του αριθμού των βουλευτών, την απόλυση υπαλλήλων της Βουλής και την κατάργηση των βουλευτικών προνομίων.

    Αξιοκρατία στο δημόσιο: Πρότεινε την αξιολόγηση και την απομάκρυνση των δημοσίων υπαλλήλων που δεν εκτελούσαν σωστά τα καθήκοντά τους, καθώς και την κατάργηση των κομματικών διορισμών.

    Οικουμενικές κυβερνήσεις: Πρέσβευε την ιδέα των κυβερνήσεων εθνικής συνεργασίας και συναίνεσης, μακριά από τις διχαστικές πολιτικές των δύο μεγάλων κομμάτων. (AI)

    Παρενοχλήσεις εναντίον του

    Στις αρχές του 1994 ο δημοσιογράφος – και μετέπειτα υπουργός της Ν.Δ., Πάνος Παναγιωτόπουλος, κάλεσε τον Βασίλη Λεβέντη σε εκπομπή του στην τηλεόραση του ΑΝΤ1 με εμφανή διάθεση εμπαιγμού.[11] Ο Λεβέντης όμως κατάφερε να κρατηθεί ψύχραιμος και μάλιστα ανέφερε και σε εκείνη την εκπομπή την εκτίμησή του ότι η οικονομική πολιτική που ασκείτο στην Ελλάδα από τα δυο μεγάλα κόμματα που κυβερνούσαν μετά το 1974 οδηγεί τη χώρα σε πτώχευση, κάτι που επαληθεύτηκε το 2010.[11] Τις επόμενες ημέρες ο Παναγιωτόπουλος δέχθηκε έντονη κριτική από τα ΜΜΕ, κλήθηκε και σε απολογία από την ΕΣΗΕΑ και τερματίστηκε η συνεργασία του με τον ΑΝΤ1. (Bικιπαίδεια)

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Συνδεθείτε!

14,593FansLike
2,460FollowersFollow
6,980SubscribersSubscribe