Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Σήμερα θέλω να γράψω για μια ιστορία, που, όσο περισσότερο τη διαβάζω, τόσο περισσότερο αισθάνομαι ότι δεν έχουμε δικαίωμα να την αφήσουμε στη λήθη. Μια ιστορία που ελάχιστοι γνωρίζουν και έμεινε απόρρητη για 52 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το 2016, όταν η Πολιτεία ήρε το απόρρητο και άρχισε να αποκαλύπτεται μια από τις πιο άγνωστες και συγκλονιστικές σελίδες της ελληνικής παρουσίας στην Κύπρο. Η ίδια η μαρτυρία του τότε κυβερνήτη, Δημήτρη Μητσάτσου, φωτίζει σήμερα γεγονότα, για τα οποία εκείνος και οι επιζώντες είχαν υποχρεωθεί να σιωπούν.
Βρισκόμαστε περίπου τέτοιες μέρες στις 8 Αυγούστου του 1964. Κύπρος. Όρμος του Ξερού. Η Κύπρος βρίσκεται μέσα σε μια από τις πιο επικίνδυνες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Στην περιοχή της Τηλλυρίας μαίνονται σφοδρές συγκρούσεις και η Τουρκία έχει δημιουργήσει προγεφύρωμα στην περιοχή της Μανσούρας (βλ. επίμετρον). Η Ελλάδα, χωρίς να έχει κηρύξει πόλεμο στην Τουρκία, έχει αποφασίσει να ενισχύσει μυστικά την άμυνα της Κύπρου.
Στο πλαίσιο αυτής της μυστικής αποστολής στέλνονται στο νησί δύο ακταιωροί, ο «Φαέθων» και ο «Αρίων», για να υποστηρίξουν από θαλάσσης τις κυπριακές δυνάμεις. Τα πλοία είχαν αγοραστεί μεταχειρισμένα και δωρηθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία από τον Κύπριο επιχειρηματία Αναστάση Λεβέντη, ενώ επανδρώθηκαν με Έλληνες αξιωματικούς και ναύτες.
Δεν πήγαιναν λοιπόν σε έναν επίσημα κηρυγμένο ελληνοτουρκικό πόλεμο. Πήγαιναν σε μια μυστική αποστολή, σε έναν τόπο όπου ο πόλεμος ήδη μαινόταν και ήξεραν πολύ καλά ότι μπορεί να χρειαστεί να πολεμήσουν.
Στον «Φαέθων» επέβαιναν 23 άνδρες. Το συγκλονιστικό είναι ότι μόλις τρεις ήταν μόνιμα στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού. Οι υπόλοιποι ήταν ναύτες που υπηρετούσαν τη θητεία τους. Κυβερνήτης ήταν ένας μόλις 27 ετών ανθυποπλοίαρχος ο Δημήτρης Μητσάτσος.
Κι εδώ βρίσκεται μία από τις λεπτομέρειες που με συγκλονίζουν περισσότερο. Όταν ο Μητσάτσος αντιλήφθηκε την επικείμενη τουρκική αεροπορική επίθεση, οι άνδρες του γνώριζαν πλέον ότι βρίσκονταν μπροστά σε πραγματικό κίνδυνο και έδωσε την δυνατότητα σε όποιον ήθελε να φυγαδευτεί με μικρότερο πλωτό μέσο. Κι όμως…κανείς δεν έφυγε και 23 έμειναν. Παρέμειναν πάνω στο πλοίο τους, γνωρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν βρισκόταν τυπικά σε πόλεμο με την Τουρκία, αλλά ότι εκείνοι βρίσκονταν μέσα σε μια πολεμική ζώνη και μπορεί ανά πάσα στιγμή να καλούνταν να πολεμήσουν. Δεν ήταν μια κινηματογραφική σκηνή. Ήταν πραγματικοί άνθρωποι. Νέοι άνθρωποι. Ναύτες. Αξιωματικοί. Άνθρωποι που είχαν οικογένειες, μητέρες, πατέρες, αγαπημένους ανθρώπους που περίμεναν να γυρίσουν.
Έτσι στις 8 Αυγούστου 1964 ήρθε η ώρα. Τα τουρκικά αεροσκάφη εμφανίστηκαν. Ο «Φαέθων» δέχθηκε επίθεση και τότε, μέσα σε λίγα λεπτά, το μικρό πλοίο μετατράπηκε σε κόλαση. Οι άνδρες του πληρώματος αντιστάθηκαν. Η μάχη ήταν άνιση. Ο «Φαέθων» όμως πολέμησε σθεναρά, ώσπου τελικά δέχθηκε επίθεση με ναπάλμ από την τουρκική αεροπορία.
Η επίθεση κόστισε τη ζωή σε επτά ανθρώπους και τραυμάτισε βαριά τον κυβερνήτη. Μέσα στην κόλαση εκείνης της στιγμής, μία ριπή χτύπησε τη γέφυρα. Ο ύπαρχος έπεσε νεκρός. Ο νοσοκόμος έπεσε νεκρός. Ο Κύπριος εθελοντής Άντης Φιλήτας έπεσε νεκρός. Άνδρες του πληρώματος τραυματίστηκαν και ο Μητσάτσος δέχθηκε τα πυρά στο δεξί του χέρι κόβοντας το σχεδόν από τον αγκώνα.
Η συγκλονιστική δική του μαρτυρία περιγράφει με ανατριχιαστική απλότητα εκείνες τις στιγμές. Το αίμα έτρεχε. Το πλοίο καιγόταν. Οι άνθρωποί του σκοτώνονταν και όμως, ο κυβερνήτης δεν εγκατέλειψε το πλοίο. Πήρε το πηδάλιο. Προσπάθησε να οδηγήσει τον πληγωμένο «Φαέθων» στην προβλήτα, ώστε να σωθούν όσοι μπορούσαν ακόμη να σωθούν, και, όταν τελικά δόθηκε η εντολή εγκατάλειψης, ο ίδιος έμεινε πίσω. Έψαξε για τους ανθρώπους του. Βεβαιώθηκε ότι δεν είχε μείνει κανείς και ύστερα έκανε κάτι που, για μένα, συμπυκνώνει ολόκληρη την έννοια του καθήκοντος, έμεινε για να βεβαιωθεί ότι η σημαία δεν είχε κατέβει.
Σκεφτείτε την συγκλονιστική εικόνα ή οποία ξεπερνά ακόμη και τα πιο ευφάνταστα σενάρια πολεμικών ταινιών του Χόλιγουντ. Ένας 27χρονος αξιωματικός. Βαριά τραυματισμένος. Με νεκρούς γύρω του. Με το πλοίο να φλέγεται. Με το δεξί καλό χέρι του σχεδόν κατεστραμμένο και εκείνος να σκέφτεται ακόμη τη σημαία. Ύστερα έπεσε στη θάλασσα. Τραυματισμένος και στο πόδι, δυσκολευόταν να κολυμπήσει. Σώθηκε. Όμως το τίμημα δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί.
Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Πεντάγιας. Ο γιατρός Δημητριάδης προσπάθησε επί πέντε ώρες να σώσει το χέρι του, ενώ οι τουρκικοί βομβαρδισμοί συνεχίζονταν. Δεν τα κατάφερε. Μέσα σε 24 ώρες εμφανίστηκε γάγγραινα και πέντε ημέρες αργότερα ήρθε η οριστική απόφαση. Το δεξί χέρι του Δημήτρη Μητσάτσου ακρωτηριάστηκε από τον αγκώνα. Μπήκε στη μάχη με δύο χέρια. Βγήκε από αυτήν με ένα.
Δυστυχώς όμως η ιστορία δεν τελείωσε εκεί. Ίσως τότε άρχισε το πιο παράξενο και πικρό κομμάτι της. Η σιωπή. Ο Μητσάτσος και οι επιζώντες υποχρεώθηκαν να μη μιλήσουν. Η ελληνική παρουσία στην περιοχή έπρεπε να μείνει κρυφή. Η αποστολή έπρεπε να παραμείνει απόρρητη και έτσι μια ολόκληρη ιστορία ανείπωτου ηρωισμού και αυτοθυσίας έμεινε κλειδωμένη για δεκαετίες. 52 χρόνια. Μέχρι το 2016. Μέχρι την άρση του απορρήτου. Τότε άρχισε να βγαίνει στο φως η αλήθεια.
Οι επτά νεκροί ήταν οι εξής:
Σημαιοφόρος Παναγιώτης Χρυσούλης.
Υποκελευστής Σπυρίδων Αγάθος.
Υποκελευστής Νικόλαος Πανάγος.
Ναύτης Παναγιώτης Θεοδωράτος.
Ναύτης Νικόλαος Νιάφας.
Ναύτης Νικόλαος Καπαδούκας.
Εθελοντής Άντης Φιλήτας.
Επτά άνθρωποι.
Επτά ζωές.
Επτά οικογένειες.
Κι ύστερα ήρθε ακόμη μία τραγωδία. Τα λείψανα των πεσόντων είχαν ταυτοποιηθεί λανθασμένα και χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες μέχρι να αποκατασταθεί η αλήθεια και να επιστρέψουν στους συγγενείς τους. Το 2018 επαναπατρίστηκαν τα λείψανα των έξι Ελλήνων πεσόντων.
Κοιτάζω αυτή την ιστορία σήμερα και αναρωτιέμαι, πώς γίνεται επτά άνθρωποι να πέσουν στη μάχη και για δεκαετίες να μη γνωρίζει σχεδόν κανείς την ιστορία τους; Πώς γίνεται ένας άνθρωπος να χάσει το χέρι του στον πόλεμο και να πρέπει ύστερα να ζήσει και με το βάρος της σιωπής; Πώς γίνεται ένα μικρό πλοίο να πολεμά, να καίγεται, να χάνεται και η ιστορία του να κλειδώνεται σε έναν φάκελο; Κι όμως έγινε. Γι’ αυτό σήμερα δεν θέλω να μιλήσω απλώς για ένα πολεμικό επεισόδιο. Θέλω να μιλήσω για μνήμη.
Ο «Φαέθων» ήταν μια μυστική αποστολή που μετατράπηκε σε πραγματική πολεμική σύγκρουση. Ήταν η μάχη ενός μικρού πλοίου απέναντι στην τουρκική αεροπορία. Ήταν ο θάνατος επτά ανθρώπων. Ήταν ο ακρωτηριασμός ενός 27χρονου αξιωματικού. Ήταν η σιωπή που ακολούθησε. Μα πάνω απ’ όλα ήταν η απόδειξη ότι εκείνον τον Αύγουστο του 1964 υπήρχαν άνθρωποι που, όταν ήρθε η ώρα, έμειναν στη θέση τους. Ο «Φαέθων» χάθηκε. Η σημαία όμως δεν παραδόθηκε.
Ο Μητσάτσος έχασε το δεξί του χέρι. Δεν έχασε όμως τη μνήμη του. Οι επτά νεκροί έφυγαν. Δεν πρέπει όμως να φύγουν ποτέ από τη συλλογική μας μνήμη. Στο τέλος αυτή είναι η πραγματική σημασία της άρσης του απορρήτου. Όχι απλώς ότι άνοιξαν κάποιοι φάκελοι. Αλλά ότι ύστερα από 52 χρόνια άνοιξε επιτέλους ο δρόμος για να ακουστεί η φωνή εκείνων που είχαν υποχρεωθεί να σωπάσουν.
Σήμερα, όταν ακούμε το όνομα «ΦΑΕΘΩΝ», ας μη σκεφτόμαστε μόνο ένα παλιό πλοίο. Ας σκεφτούμε έναν 27χρονο κυβερνήτη που, μέσα στη φωτιά, έμεινε μέχρι τέλους για τους ανθρώπους του και για τη σημαία. Ας σκεφτούμε επτά άνδρες που δεν γύρισαν ποτέ. Ας σκεφτούμε ένα δεξί χέρι που χάθηκε από τον αγκώνα. Ας σκεφτούμε 52 χρόνια σιωπής και ας θυμόμαστε.
Γιατί η ιστορία δεν είναι μόνο οι μεγάλες μάχες που γράφτηκαν στα βιβλία. Είναι και εκείνες οι μικρές, άγνωστες μάχες που έδωσαν άνθρωποι οι οποίοι δεν ζήτησαν τίποτε. Μόνο έκαναν το καθήκον τους.
ΤΙΜΗ ΣΤΟΥΣ ΕΠΤΑ ΠΕΣΟΝΤΕΣ ΤΟΥ «ΦΑΕΘΩΝ»🇨🇾
ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΗΤΣΑΤΣΟ, ΤΟΝ 27ΧΡΟΝΟ ΑΝΘΥΠΟΠΛΟΙΑΡΧΟ ΠΟΥ ΕΧΑΣΕ ΤΟ ΔΕΞΙ ΤΟΥ ΧΕΡΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΚΩΝΑ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΧΑΣΕ ΠΟΤΕ ΤΗ ΜΝΗΜΗ.
✝️ ΑΘΑΝΑΤΟΙ.
Ο «Φαέθων» μπορεί να χάθηκε στα νερά της Κύπρου. Η μνήμη του όμως δεν πρέπει να βυθιστεί ποτέ.
✍ Στυλ. Καβάζης
ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ
Στις 7 Αυγούστου 1964 ξέσπασαν στην περιοχή της Τηλλυρίας αιματηρές συγκρούσεις, όταν η Εθνοφρουρά προσπάθησε να εξουδετερώσει τον θύλακα Μανσούρας – Κοκκίνων, που είχαν συγκροτήσει οι Τούρκοι με απώτερο στόχο τη δημιουργία προγεφυρώματος για μια ενδεχόμενη απόβαση στην Κύπρο. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, που κράτησαν τέσσερις μέρες μέχρι την 10 Αυγούστου, αεροσκάφη της Τουρκίας επιτέθηκαν με βόμβες ναπάλμ εναντίον θέσεων της Εθνικής Φρουράς, αλλά και κατοικημένων περιοχών.
Παρά τη σθεναρή αντίσταση των κατοίκων και των στρατιωτών, περισσότεροι από 50 Ελληνοκύπριοι, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονταν και αρκετοί άμαχοι, βρήκαν τραγικό θάνατο, κτυπημένοι από τις βόμβες ναπάλμ και τα τούρκικα πολυβόλα, ενώ εκατοντάδες ήταν οι τραυματίες.
Στις μάχες αυτές έλαβαν μέρος και δύο ακταιωροί, που είχαν αποσταλεί παράλληλα με τη μεραρχία. Τα πλοία λέγονταν «Φαέθων» και «Αρίων», και ήταν δωρεά από τον Αναστάση Λεβέντη στην Κυπριακή Δημοκρατία το 1964, με σκοπό να προασπίσουν τα βόρεια παράλια της Κύπρου από τυχόν τουρκικές αποβάσεις και άλλες παράνομες πράξεις, διότι η Κύπρος δεν είχε προστασία από τη θάλασσα.
Τα καράβια ήταν γερμανικά, του 1935 και σε άσχημη κατάσταση. Δεν είχαν δύναμη να σταματήσουν κάποιο στόλο. Προσπάθησαν να τα επισκευάσουν στην Ελλάδα πολύ γρήγορα, με αποτέλεσμα φεύγοντας απο το ναυπηγείο να υπάρχουν ακομα ζημιές, κυρίως στο «Φαέθων».
Τα πλοία έφτασαν στο νησί χωρίς σημαία, με ψεύτικα ονόματα, χωρίς ταυτότητα… Τα πληρώματα των πλοίων ήταν Έλληνες. Στο καράβι «ΦΑΕΘΩΝ» υπηρετούσαν τρία μόνιμα στελέχη από τους 23 που ήταν το πλήρωμα. Ο κυβερνήτης Ανθυποπλίαρχος Δ. Μητσάτσος, απόφοιτος της Σχολής Δοκίμων, δύο υπαξιωματικοί ενώ οι υπόλοιποι ήταν ναύτες που έκαναν τη θητεία τους.
Μόλις έφτασαν στο νησί, τα δύο πλοία ανήρτησαν την κυπριακή σημαία και αποτέλεσαν τη μοναδική ναυτική δύναμη της Κύπρου.

Στις 7 Αυγούστου η Εθνική Φρουρά ενεπλάκη σε εχθροπραξίες στην περιοχή Μανσούρας – Κοκκίνων επειδή οι Τ/Κ είχαν τοποθετήσει φυλάκιο στο ύψωμα «Λωρόβουνος» και είχαν αποκόψει την ελεύθερη επικοινωνία δημιουργώντας ένα προγεφύρωμα ενώ στη συνέχεια άρχισαν να το επεκτείνουν προσπαθώντας να δημιουργήσουν ένα καντόνιο, σαν χώρο αποβίβασης ή και τόπο απόβασης Τούρκων στρατιωτικών.
Η επίθεση εκδηλώθηκε στις 15.30 της 7ης Αυγούστου. Η οργάνωση που επικρατούσε στις ελληνικές δυνάμεις δεν ήταν η καλύτερη. Στην ουσία, τα ελληνικά τμήματα δεν κατάφεραν παρά να φτάσουν σε απόσταση αναπνοής από τις εχθρικές αντιστάσεις.
Στο Λωρόβουνο οι καταδρομείς επιτέθηκαν από δυτικά, επί δύο κατευθύνσεων: οδηγούσαν στο αριστερό ο 1ος ΛΚ (βόρεια) και στο δεξιό ο 3ος ΛΚ (νότια). Ακολουθούσαν κατά σειρά ο 2ος ΛΚ και ο ΛΥ-ΔΜ. Ο διοικητής της Μοίρας βρισκόταν μαζί με τον 3ο ΛΚ, στην πιο δύσκολη κατεύθυνση. Το έδαφος ήταν δύσβατο και εξαιρετικά ανώμαλο.
Ο 3ος ΛΚ συνάντησε τις σοβαρότερες αντιστάσεις και υπέστη απώλειες. Ο Υπολοχαγός Παπαγεωργίου οδηγούσε τους άνδρες του και ετοιμαζόταν να εισέλθει σε ένα εχθρικό φυλάκιο που είχε εκκαθαριστεί, όταν δέχθηκε πυρά που τον έπληξαν στο στήθος.
Ένας από τους άνδρες του βρέθηκε δίπλα, έσκισε το πουκάμισό του και έδεσε το τραύμα με τον ατομικό επίδεσμο. Ο Παπαγεωργίου, επιδιώκοντας να μη διακοπεί η ορμή της επίθεσης, φώναξε: «Δεν είναι τίποτα, παιδιά, μάχεσθε». Λίγο αργότερα ξεψύχησε. Ο Ταγματάρχης Καρούσος που έσπευσε επιτόπου, γονάτισε, πήρε τον σφυγμό του και διαπίστωσε τον θάνατό του.
Λίγο μετά τον υπολοχαγό, νεκρός έπεσε και ο διαβιβαστής του, καταδρομέας Γεώργιος Απληκιώτης. Ενώ τραυματιοφορείς προσπαθούσαν να απομακρύνουν τους πεσόντες, ο οπλοπολυβολητής Μιχαήλ Κουσουλίδης προωθήθηκε και άνοιξε πυρ για να τους καλύψει. Μια βολίδα τον πέτυχε στο μέτωπο φονεύοντάς τον ακαριαία.
Βλέποντας το μάταιο της προσπάθειας των τραυματιοφορέων να τον μεταφέρουν πιο πίσω, ο Ταγματάρχης Καρούσος τους φώναξε: «Άστε τον ήρωα μου εκεί. Δεν τον βλέπετε; Είναι νεκρός!».
Η επίθεση της 31 ΜΚ σταμάτησε εκεί στη νοτιοδυτική κορυφή του υψώματος. Απέμενε η κύρια κορυφή του Λωρόβουνου, με το κεντρικό φυλάκιο. Αλλά η έλλειψη χρόνου για την απαραίτητη αναγνώριση είχε οδηγήσει τη Μοίρα σε ένα σημείο, από το οποίο δεν μπορούσε να κινηθεί εύκολα προς την κύρια κορυφή. Για να γίνει αυτό, θα έπρεπε να καλύψουν οι άνδρες έναν ακάλυπτο αυχένα στον οποίο υπήρχε χαράδρα.
Άνδρες της 31 ΜΚ. γίνονται δεκτοί με επευφημίες από τους κατοίκους Ευρύχου, κατά την επιστροφή τους από τις μάχες στην Τηλλυρία.
Προ της γενικότερης προβληματικής εξέλιξης της επίθεσης, το 216 ΤΠ διατάχθηκε να ενισχύσει τις δυνάμεις, κινούμενο από τη Λάρνακα μέσω Πάφου στην περιοχή Πωμού. Τη νύχτα επάνω στο Λωρόβουνο οι καταδρομείς έμειναν ξάγρυπνοι, με το όπλο στο χέρι, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τυχόν εχθρική ενέργεια. Τα πυρά πυροβολικού και όλμων είχαν προκαλέσει φωτιά στο δάσος, η οποία τη νύχτα δυνάμωσε με αποτέλεσμα η ατμόσφαιρα να γίνει αποπνικτική.
Στις 8 Αυγούστου 1964, πέφτει μαχόμενος από τουρκικά πυρά, υπερασπιζόμενος την Κύπρο μας, ο Λαμιώτης Νικόλαος Νιάφας. Ο Νικόλαος Νιάφας υπηρετούσε τη θητεία του ως ναύτης στην ακταιωρό «Φαέθων», ένα από τα δύο περιπολικά που είχαν αποκτηθεί με δωρεά του Κύπριου επιχειρηματία Αναστάσιου Λεβέντη για τις ανάγκες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατά τις μάχες της Τηλλυρίας, που είχαν ως στόχο την εκκαθάριση του τουρκοκυπριακού θύλακα Μανσούρας – Κοκκίνων, τα δύο σκάφη κλήθηκαν να υποστηρίξουν από θαλάσσης τις επιχειρήσεις της Εθνικής Φρουράς.
Στο μικρό παραθαλάσσιο χωριό Κόκκινα (Ερένκιοϊ στα τουρκικά) βρισκόταν η καρδιά της τουρκοκυπριακής αντίστασης και το λιμάνι μέσω του οποίου η Τουρκία τροφοδοτούσε τον θύλακα με άνδρες, όπλα και πολεμοφόδια, με επικεφαλής τον ίδιο τον Ραούφ Ντενκτάς.
Στις 8 Αυγούστου 1964, η Τουρκία εξαπέλυσε την πρώτη μεγάλης κλίμακας αεροπορική επίθεσή της στην Κύπρο. Η ακταιωρός «Φαέθων», ενώ κατευθυνόταν με μηχανική βλάβη προς το καραβοστάσι του Ξερού, στον κόλπο της Μόρφου, δέχθηκε σφοδρή επίθεση από τουρκικά αεροσκάφη με βόμβες ναπάλμ. Παρά τη συντριπτική υπεροχή του αντιπάλου, το πλήρωμα πολέμησε με απαράμιλλο θάρρος και, με το μοναδικό πυροβόλο του σκάφους, κατάφερε να καταρρίψει ένα τουρκικό αεροσκάφος.
Κατά τη διάρκεια της μάχης, ο κυβερνήτης της ακταιωρού «Φαέθων», Ανθυποπλοίαρχος Δημήτριος Μητσάτσος, υπέστη βαρύτατο τραυματισμό στο δεξί του χέρι, το οποίο στη συνέχεια ακρωτηριάστηκε. Παρ’ όλα αυτά, όταν αντιλήφθηκε ότι η κατάσταση είχε καταστεί κρίσιμη, έδωσε εντολή να προσαράξει το σκάφος στην ακτή, ώστε να διασωθούν όσο το δυνατόν περισσότερα μέλη του πληρώματος.
Η πολύωρη και άνιση αναμέτρηση είχε βαρύ απολογισμό. Από τα 23 μέλη του πληρώματος της ακταιωρού, έξι Έλληνες έπεσαν κατά τη διάρκεια της μάχης: ο Σημαιοφόρος Παναγιώτης Χρυσούλης από την Αθήνα, οι Υποκελευστές Σπυρίδων Αγάθος από την Κέρκυρα και Νικόλαος Πανάγος από την Αρκαδία και οι ναύτες Νικόλαος Καπαδούκας από τη Σκόπελο, Παναγιώτης Θεοδωράτος από την Κεφαλονιά και ο Λαμιώτης Νικόλαος Νιάφας. Μαζί τους έχασε τη ζωή του και ο Κύπριος εθελοντής Άντης Φιλήτας από τη Μόρφου, ο οποίος πολέμησε στο πλευρό τους.
Επτά παλικάρια έδωσαν τη ζωή τους υπερασπιζόμενα την Κύπρο, δέκα ολόκληρα χρόνια πριν το νησί γνωρίσει την τραγωδία της τουρκικής εισβολής του 1974. Η θυσία τους αποτελεί μία από τις ενδοξότερες, αλλά και λιγότερο γνωστές, σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Η Πολιτεία, αναγνωρίζοντας την προσφορά και την ηρωική τους στάση, τίμησε μεταθανάτια τους Έλληνες πεσόντες, προάγοντάς τους στους αντίστοιχους ανώτερους βαθμούς. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Νικόλαος Νιάφας, ο οποίος προήχθη στον βαθμό του Ανθυπασπιστή του Πολεμικού Ναυτικού.
Θα χρειαστούν 53 ολόκληρα χρόνια για να επιστρέψει ο ήρωας στη γενέθλια γη του. Τον Ιούνιο του 2017, η Λαμία θα υποδεχθεί με συγκίνηση και τιμές τα οστά του συντοπίτη της, σε μια ιδιαίτερα συγκινητική τελετή, παρουσία πλήθους κόσμου, στην οποία είχα την τιμή να παρευρεθώ. Οι γονείς του, όμως, δεν θα προλάβουν να τον υποδεχθούν ξανά στην πατρίδα του· θα φύγουν από τη ζωή έχοντας μαζί τους τον καημό μιας αναμονής που δεν έμελλε να τελειώσει. Η πόλη του, όμως, δεν τον ξέχασε και, έστω και αργά, τον πήρε ξανά στην αγκαλιά της.
Ο Νικόλαος Νιάφας και οι συμπολεμιστές του δεν πολέμησαν για δόξα ούτε για προσωπική αναγνώριση. Πολέμησαν και θυσιάστηκαν για την Κύπρο και για τον Ελληνισμό. Η μνήμη τους αποτελεί ιερή παρακαταθήκη και υπενθυμίζει πως η ελευθερία δεν χαρίζεται, αλλά κατακτάται και διαφυλάσσεται με αφοσίωση και θυσίες.
Αιωνία τους η μνήμη.
ΑΘΑΝΑΤΟΙ!!
Πηγές:
Cyprus Times — «“Φαέθων” 1964: Η ιστορία που έμεινε στην αφάνεια».
Η Καθημερινή — «Οι πληγές μιας μυστικής αποστολής στην Κύπρο».
Σύνδεσμος των Αξιωματικών του Κυπριακού Στρατού — «Ο Βομβαρδισμός της Ακταιωρού “Φαέθων”».
Olympia — «Το έπος Τηλλυρίας 8/9 Αυγούστου 1964».
✍️ Δημήτριος Τ. Φαράντος

Ακταιωρός Φαεθων εναντίον των Τούρκων στασιαστών ΑγΤυλληρια 8-8-1964 Παραθέτουμε απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο τότε κυβερνήτης και τραυματίας στην μάχη Δ. Μητσάτσος στον δημοσιογράφο Στέφανο Χελιδόνη:
«Ήρθαν τα αεροπλάνα και άρχισαν τις επιθέσεις. Η μάχη κράτησε αρκετή ώρα, διότι έκανα ελιγμούς ανάμεσα από κάτι αμερικανικά φορτηγά που ήταν εκεί για να φορτώσουν μετάλλευμα. Φαντάστηκα ότι οι Τούρκοι δεν θα χτυπούσαν γιατί θα έβλεπαν τις αμερικανικές σημαίες, αλλά οι επιθέσεις ήταν αγριότατες.
Ρίξαμε ένα αεροπλάνο και χτυπήσαμε ένα άλλο, που, νομίζω, προσγειώθηκε στην Τουρκία. Με μία μηχανή δεν μπορείς να χειριστείς το πλοίο καλά, γιατί δεν στρίβει εύκολα. Χάνει τις ελικτικές του δυνατότητες και την ταχύτητά του, η οποία δεν ήταν υψηλή, αλλά άλλο αν πηγαίνεις με οκτώ μίλια, και άλλο με δεκαεπτά. Οχι ότι θα γινόταν τίποτα σοβαρό, αλλά θα ήταν πιο εύκολες οι κινήσεις μου για να αποφύγω περισσότερες ζημιές.
Άρχισαν να σκοτώνονται άνθρωποι. Στην προσπάθειά μου να σώσω το υπόλοιπο πλήρωμα, σκέφτηκα ότι το καλύτερο θα ήταν να το κάτσω πάνω στην άμμο. Εκεί υπήρχε μια προβλήτα, όπου πουλούσαν το μετάλλευμα στα καράβια που περίμεναν να φορτώσουν. Την ώρα που έδινα τη διαταγή να στρίψουμε, το καράβι δεν έστριβε. Κοίταξα στην τιμονιέρα και είδα ότι ο πηδαλιούχος είχε σκοτωθεί. Πήρα το πηδάλιο και μετά ήρθε δίπλα μου ο ύπαρχος, ο νοσοκόμος και κάποιοι άλλοι.
Ενα αεροπλάνο, που ερχόταν πολύ κοντά με το νερό και δεν το είδε κανείς, έριξε μία ριπή στη γέφυρα και σκοτώθηκαν ο ύπαρχος, ο νοσοκόμος και ένας Κύπριος που ήταν μαζί μας, τραυματίστηκε κάποιος άλλος και πέρασαν οι σφαίρες μέσα από το χέρι μου. Οπότε, στην έξαψη και με ένα χέρι, το έριξα στην παραλία και διέταξα εγκατάλειψη πλοίου. Οι άνθρωποι πήδηξαν στο νερό για να κολυμπήσουν κάτω από την προβλήτα, αλλά τα αεροπλάνα συνέχισαν τις επιθέσεις και στους ναυαγούς στη θάλασσα. Τελικά βγήκαμε έξω. Είπα στο πλήρωμα να βρουν αυτοκίνητο να μας πάνε σε νοσοκομείο. Πήγαμε.
Οι Τούρκοι έκαψαν το καράβι με βόμβες ναπάλμ, όπως και πολλούς ανθρώπους στις παραλίες εκεί στο καραβοστάσι «Ξερός». Από τους 23 μέσα στο πλοίο, σκοτώθηκαν οι δύο υπαξιωματικοί, τέσσερις ναύτες και ο Κύπριος. Είμαι ο μόνος επιζών αξιωματικός, που είμαι ανάπηρος, με κομμένο το δεξί χέρι.».


