Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

16 Αυγούστου 963 μ.Χ., η Ρωμανία υποδεχόταν στον θρόνο της έναν από τους πιο επιβλητικούς στρατηλάτες και αυτοκράτορές της. Είχε προηγηθεί, στις 3 Ιουλίου, η αναγόρευσή του από τα στρατεύματά του. Στις 16 Αυγούστου, ο Νικηφόρος Φωκάς εισήλθε θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη και στέφθηκε αυτοκράτορας από τον Πατριάρχη Πολύευκτο. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 20 Σεπτεμβρίου, παντρεύτηκε τη χήρα του Ρωμανού Β΄, τη Θεοφανώ.
Μα πίσω από το στέμμα υπήρχε ένας άνθρωπος που είχε ήδη γράψει το όνομά του με σίδηρο και αίμα στα πεδία των μαχών. Ο Νικηφόρος Φωκάς ήταν παιδί της μεγάλης στρατιωτικής οικογένειας των Φωκάδων της Καππαδοκίας. Ένας άνδρας που μεγάλωσε μέσα στην παράδοση εκείνων των γενεών που θεωρούσαν την υπεράσπιση της Ρωμανίας όχι επάγγελμα, αλλά ιερό χρέος. Ως δομέστικος των Σχολών της Ανατολής, το 960 ανέλαβε την εκστρατεία εναντίον του ισχυρού μουσουλμανικού εμιράτου της Κρήτης.
Τρία χρόνια αργότερα, η Κρήτη είχε επιστρέψει στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο Χάνδακας έπεσε. Οι πειρατές που για δεκαετίες λυμαίνονταν το Αιγαίο συνετρίβησαν. Η Κρήτη, ύστερα από περίπου 135 χρόνια αραβικής κυριαρχίας, επέστρεψε στην αγκαλιά της Ρωμανίας. Και δεν ήταν παρά η αρχή.
Ο Νικηφόρος συνέχισε την επίθεση στη Συρία, κατέλαβε την Ταρσό και τη Μοψουεστία, προχώρησε στην Κιλικία και το 962 κατέλαβε το Χαλέπι. Δεν ήταν ένας αυτοκράτορας που περίμενε τους εχθρούς πίσω από τα τείχη της Βασιλεύουσας. Ήταν ο αυτοκράτορας που πήγαινε να τους συναντήσει εκεί, όπου πίστευαν ότι ήταν ασφαλείς. Γι’ αυτό και οι Άραβες της εποχής τον αποκάλεσαν «ελ-Νικφούρ», ενώ η πολεμική του φήμη έγινε θρύλος. Ο Νικηφόρος ήταν ο αυτοκράτορας της αντεπίθεσης. Σε μια εποχή κατά την οποία η Ρωμανία άρχισε να περνά από την άμυνα στην ανακατάκτηση, εκείνος έγινε το ξίφος της.
Όμως υπάρχει κάτι βαθύτερο στην προσωπικότητα του Νικηφόρου που κάνει τη μορφή του ακόμη πιο συγκλονιστική. Δεν ήταν μόνο ο στρατιώτης. Ήταν και ο άνθρωπος που ποθούσε τον μοναχικό βίο. Η παράδοση και οι πηγές της εποχής τον παρουσιάζουν ως άνθρωπο αυστηρής εγκράτειας, αγρυπνίας και προσευχής. Η σχέση του με τον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη υπήρξε ιδιαίτερα στενή. Ο Νικηφόρος συνδέθηκε βαθιά με το Άγιο Όρος και με την ίδρυση και οικονομική ενίσχυση της Μεγίστης Λαύρας.
Εκεί, στο Άγιο Όρος, βρίσκεται και η άλλη όψη του πολεμιστή. Ο άνθρωπος που στους πολέμους κρατούσε το ξίφος, στην πνευματική του ζωή αναζητούσε τον σταυρό. Ο άνθρωπος που κυνηγούσε τους εχθρούς της Ρωμανίας στα πέρατα της Ανατολής, ποθούσε να αφήσει κάποτε το στέμμα και να φορέσει το μοναχικό ένδυμα. Αυτή ακριβώς η αντίθεση κάνει τη μορφή του τόσο ιδιαίτερη, ο αυτοκράτορας που ήθελε να γίνει μοναχός. Ο στρατηλάτης που αναζητούσε τη σιωπή. Ο κυρίαρχος της αυτοκρατορίας που γνώριζε ότι κανένα επίγειο στέμμα δεν είναι αιώνιο.
Ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, στο Τυπικό της Μεγίστης Λαύρας, αναφέρεται με εξαιρετικά τιμητικούς λόγους στον ήδη δολοφονημένο Νικηφόρο, παρουσιάζοντάς τον ως άνθρωπο ανδρείας και αρετής και ως εκείνον που αξιώθηκε να εκπορθήσει βαρβαρικές πόλεις. Η μνήμη του, επομένως, δεν έμεινε μόνο στα στρατιωτικά χρονικά. Πέρασε και στη μνήμη του Αγίου Όρους. Έτσι εξηγείται γιατί η μορφή του εμφανίζεται με φωτοστέφανο στη μεγαλειώδη τοιχογραφία της Μεγίστης Λαύρας, έργο του Θεοφάνη του Κρητός.
Η ιστορία όμως του Νικηφόρου δεν τελείωσε στο πεδίο της μάχης αλλά το 969, μέσα στα ίδια τα ανάκτορα, δολοφονήθηκε. Πίσω από τη συνωμοσία βρισκόταν η Θεοφανώ και ο Ιωάννης Τσιμισκής, ο οποίος λίγους μήνες αργότερα θα γινόταν ο ίδιος αυτοκράτορας. Έτσι έπεσε ο άνθρωπος που είχε νικήσει τόσους εχθρούς. Όχι από ξένο ξίφος στο πεδίο της μάχης, αλλά από συνωμοσία μέσα στην ίδια του την αυλή.
Και έμεινε να αιωρείται πάνω από τη μνήμη του εκείνη η περίφημη φράση που η μεταγενέστερη παράδοση συνέδεσε με τον τάφο του: «Τους νίκησε όλους, εκτός από μια γυναίκα». Μια φράση που συμπυκνώνει με συγκλονιστικό τρόπο την τραγικότητα της μοίρας του.
Ο Νικηφόρος Φωκάς υπήρξε μεγάλος γιατί δεν έζησε σε εποχή εύκολων νικών. Έζησε σε έναν κόσμο όπου η αυτοκρατορία πολεμούσε για την επιβίωσή της. Κι εκείνος δεν αρκέστηκε να επιβιώσει. Αντεπιτέθηκε. Ανακατέλαβε. Προχώρησε. Έσπασε εχθρικές άμυνες. Έφερε ξανά τη ρωμαϊκή σημαία στην Κρήτη και στην Ανατολή. Για λίγα χρόνια, η Ρωμανία έμοιαζε ξανά να ανασαίνει με το παλιό της μεγαλείο.
Δεν ήταν όμως μόνο η στρατιωτική του ιδιοφυΐα που τον έκανε ξεχωριστό. Ήταν η παράδοξη συνύπαρξη δύο κόσμων μέσα του, του αυτοκράτορα και του μοναχού, του πολεμιστή και του ασκητή, του ανθρώπου του ξίφους και του ανθρώπου της προσευχής. Ακριβώς εδώ πιστεύω ότι βρίσκεται το βαθύτερο θεολογικό νόημα της μνήμης του. Για την Ορθόδοξη παράδοση, η δύναμη δεν είναι αυτοσκοπός. Το στέμμα είναι πρόσκαιρο. Η δόξα είναι πρόσκαιρη. Η νίκη είναι πρόσκαιρη. Η ζωή η ίδια είναι πρόσκαιρη. Μόνο ο Θεός μένει. Γι’ αυτό και ο Νικηφόρος, όσο κι αν υπήρξε χαλκέντερος απέναντι στους εχθρούς της Ρωμανίας, γνώριζε ότι μπροστά στον θάνατο ακόμη και ο αυτοκράτορας είναι άνθρωπος. Γιατί τελικά το πιο μεγάλο του όνειρο δεν ήταν να κατακτήσει περισσότερες πόλεις αλλά να κερδίσει την ψυχή του.
Αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση του Νικηφόρου Φωκά. Ένας από τους πιο φοβερούς στρατηλάτες της εποχής του, που ποθούσε τη σιωπή του Αγίου Όρους. Ένας άνθρωπος που οι εχθροί του φοβούνταν ως «χλωμό θάνατο», αλλά ο ίδιος αναζητούσε τον θάνατο του παλαιού ανθρώπου μέσα στην άσκηση και την προσευχή. Και γι’ αυτό, εννέα αιώνες αργότερα, η μορφή του εξακολουθεί να στέκει στους τοίχους της Μεγίστης Λαύρας. Όχι απλώς ως ανάμνηση ενός αυτοκράτορα. Αλλά ως υπενθύμιση ότι η μεγαλύτερη μάχη δεν δίνεται πάντοτε εναντίον ενός εξωτερικού εχθρού. Η μεγαλύτερη μάχη είναι εκείνη που δίνει ο άνθρωπος μέσα του.
Νικηφόρε Φωκά, στρατηλάτη της Ρωμανίας, αυτοκράτορα της Βασιλεύουσας, άνθρωπε που αγάπησες το ξίφος αλλά πόθησες τον μοναχικό σταυρό, η μνήμη σου παραμένει ζωντανή. Και όσο η Κρήτη θυμάται την ανακατάληψή της, όσο το Άγιο Όρος θυμάται τη φιλία σου με τον Αθανάσιο τον Αθωνίτη, όσο η Μεγίστη Λαύρα κρατά τη μορφή σου στους τοίχους της, το όνομά σου θα εξακολουθεί να αντηχεί μέσα στην ιστορία.
ΕΛ ΝΙΚΦΟΥΡ.
Ο Νικηφόρος.
Ο Φέρων τη Νίκη.
Ο αυτοκράτορας που νίκησε στα πεδία των μαχών, αλλά στο τέλος αναμετρήθηκε με τον μόνο αντίπαλο που κανένας στρατός δεν μπορεί να νικήσει:
τον θάνατο.
🕯️✝️ Αιωνία η μνήμη του Νικηφόρου Φωκά. Ας στέκει η μορφή του στη Μεγίστη Λαύρα ως μια σιωπηλή υπενθύμιση ότι ακόμη και οι πιο ένδοξοι θρόνοι του κόσμου είναι μικροί μπροστά στην αιωνιότητα του Θεού.
✍️ Στυλ. Καβάζης
ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ
«Ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς ἔκανε κάθε μέρα τὴν προσευχή του, καὶ στὸν πόλεμο φοροῦσε ἀπὸ μέσα, κάτω ἀπὸ τὸν θώρακά του ἕνα παλιόρασο τοῦ θείου του ἀσκητῆ Γεωργίου τοῦ ἐν τῷ Μαλεῷ ποὺ εἶχε ἁγιάσει, γιὰ νὰ τὸν φυλάγει. Ὁ Ἀλέξιος Κομνηνὸς ὅποτε ἤτανε νὰ πάγει σὲ καμμιὰ ἐκστρατεία, ἔβαζε τὰ πολεμικὰ σχέδιά του κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, κι ὅλη τὴ νύχτα προσευχότανε γονατιστὸς ἀπάνω στὰ σκαλοπάτια τοῦ ἱεροῦ, καὶ τὸ πρωὶ ἔπαιρνε τὸ σχέδιο ποὺ ἔβγαινε κάτω ἀπὸ τὸ σκέπασμα τῆς ἁγίας Τράπεζας, γιατὶ πίστευε πὼς τοῦ τὸ ἔδινε ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ. Ὁ Ἰωάννης Τσιμισκὴς γονάτιζε σὰν παιδὶ μπροστὰ στὴν ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγίας Σοφίας παρακαλώντας μὲ δάκρυα νὰ τοῦ δώσει ὁ θεὸς ἕναν ἄγγελο φύλακα ποὺ νὰ τὸν φωτίζει κατὰ τὸν πόλεμο.
Ὅσοι θελήσανε καὶ θέλουνε νὰ κρίνουνε τὸ Βυζάντιο μὲ τὸν συνηθισμένον χονδροειδῆ ἀντιπνευματικὸν τρόπο καὶ μὲ τὶς γνωστὲς ἀνόητες εὐφυολογίες, καὶ νὰ τὸ γελοιοποιηθοῦνε σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ ὀνομάζουνε “βυζαντινισμὸ” κάθε ἀφηρημένη συζήτηση καὶ οὐτοπία, αὐτοὶ φανερώνουνε μ᾿ αὐτὸ πόσο ἀνίδεοι εἶναι ἀπὸ ἀληθινὴ πνευματικότητα, μὲ ὅλους τοὺς ψεύτικους τίτλους τῆς σοφίας καὶ τῆς ἐπιστήμης ποὺ εἶναι στολισμένοι.
Τὸ Βυζάντιο εἶναι πολὺ λεπτὸ πρᾶγμα γιὰ νὰ μπορέσουνε νὰ τὸ πιάσουνε τὰ χοντροκανωμένα ἐργαλεῖα τους. Τὸ Βυζάντιο εἶναι ἡ ἀληθινὴ χριστιανικὴ θρησκεία, ἀνάμεσα στὰ ψεύτικα καὶ ἐλεεινὰ παραμορφωμένα ὁμοιώματά της, ποὺ τὰ φτιάξανε λαοὶ βάρβαροι καὶ ὑλιστές, ἀνίκανοι νὰ τὴν καταλάβουνε καὶ νὰ τὴν αἰσθανθοῦνε. Γιὰ τοῦτο, τὸ Βυζάντιο κρίνεται ἀπὸ τοὺς λεγόμενους σοφοὺς τοῦ κόσμου ὅπως κρίνεται τὸ Εὐαγγέλιο, δηλ. σὰν μωρία, μπροστὰ στὴ δική τους γνώση, κι ἡ γνώμη τους ἴσια-ἴσια, πὼς τὸ Βυζάντιο εἶναι «μωρία», πιστοποιεῖ πὼς ἀληθινὰ στάθηκε ἡ Νέα Σιών, ἡ ἔμψυχος κιβωτός, ποὺ μέσα σ᾿ αὐτὴ φυλάχθηκε ἡ ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους πὼς θὰ γίνουνε τέκνα του, καὶ “ἡ μακαρία ἐλπὶς τῆς αἰωνίου ζωῆς”»
(Φώτης Κόντογλου, “Τὸ ἀληθινὸ Βυζάντιο. Ἡ ἀρχοντικὴ καὶ βασιλικὴ πολιτεία”)

Ο Νικηφόρος Β΄ καταλαμβάνει την Βέροια (Χαλέπι) Αμέσως μετά την πτώση της Αντιόχειας ο στρατός του Βυζαντίου κατέλαβε ακόμα ένα σπουδαίο κέντρο της Συρίας, το Χαλέπι, την πρωτεύουσα των Χαμσανιδών.
Στα έργα του Άραβα ιστορικού του 13ου αιώνα Kamal-al-Din, υπάρχει ακόμα το ενδιαφέρον κείμενο της συνθήκης του βυζαντινού στρατηγού και του διοικητή της πόλης. Η συνθήκη αυτή όριζε προσεκτικά τα όρια και τα ονόματα των περιοχών της Συρίας, που παραχωρούνταν στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου κι εκείνων των οποίων επρόκειτο να έχει την επικυριαρχία. Από όλα τα μέρη που καταλήφθηκαν ξεχωρίζει η Αντιόχεια.
Το Χαλέπι έγινε πόλη υποτελής της αυτοκρατορίας, της οποίας ο μουσουλμανικός πληθυσμός θα πλήρωνε φόρο στο Βυζάντιο, ενώ οι Χριστιανοί των υποτελών περιοχών ήταν απαλλαγμένοι από κάθε φορολογία. Ο Εμίρης της πόλης συμφώνησε να βοηθήσει τον αυτοκράτορα σε περίπτωση πολέμου με τους μη Μουσουλμάνους των επαρχιών αυτών. Επίσης υποχρεώθηκε να υπερασπίζεται τα εμπορικά καραβάνια του Βυζαντίου, που τυχόν θα βρίσκονταν στην περιοχή του. Στους Χριστιανούς δόθηκε το δικαίωμα ανασυγκρότησης των κατεστραμμένων εκκλησιών, ενώ συγχρόνως επιτράπηκε η μεταστροφή από τον Χριστιανισμό στον Μουσουλμανισμό και το αντίθετο. Η συνθήκη αυτή έγινε μετά το θάνατο του Νικηφόρου Φωκά, που δολοφονήθηκε γύρω στα τέλη του 969.
Ποτέ άλλοτε δεν είχαν υποστεί οι Μουσουλμάνοι τέτοια ταπείνωση. Η Κιλικία και μέρος της Συρίας (συμπεριλαμβανομένης της Αντιόχειας) αποσπάστηκε από τους Άραβες, ενώ ένα πολύ μεγάλο τμήμα της περιοχής τους τέθηκε κάτω από την επικυριαρχία της αυτοκρατορίας.
Ο Άραβας ιστορικός του 11ου αιώνα Yahya γράφει ότι ο μουσουλμανικός λαός ήταν βέβαιος ότι ο Νικηφόρος Φωκάς θα μπορούσε να κατακτήσει όλη τη Συρία καθώς και άλλες επαρχίες. «Οι επιδρομές του Νικηφόρου», γράφει ο χρονογράφος αυτός, «έγιναν μια διασκέδαση για τους στρατιώτες του, επειδή κανείς δεν αντιστεκόταν στον αυτοκράτορα. Βάδιζε εκεί όπου τον ευχαριστούσε και κατέστρεφε ό,τι ήθελε χωρίς να συναντά κανένα Μουσουλμάνο ή οποιονδήποτε άλλον που θα τον εμπόδιζε να κάνει εκείνο που επιθυμούσε… Κανείς δεν μπορούσε να του αντισταθεί».
Ο Βυζαντινός ιστορικός της εποχής αυτής Λέων ο Διάκονος έγραφε ότι, αν δε δολοφονιόταν ο Νικηφόρος θα μπορούσε να επεκτείνει τα σύνορα της αυτοκρατορίας του στην Ανατολή μέχρι τις Ινδίες και στη Δύση μέχρι τον Ατλαντικό ωκεανό.

Ο τάφος του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη
Ι.Μ.Μεγίστης Λαύρας
Ὅταν τό 963 ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς ἐστέφθη αὐτοκράτωρ, διότι ἦσαν ἀνήλικα τά τέκνα τοῦ ἀποθανόντος Ρωμανοῦ Β΄, τότε ὁ Ἀθανάσιος τόν ἐπεσκέφθη στήν Κωνσταντινούπολη καί ὁ βασιλεύς ἐξέδωσε Χρυσόβουλλο, διά τοῦ ὁποίου χορηγήθηκε στήν Λαύρα βοήθεια ἐκ 244 χρυσῶν νομισμάτων. Στήν ἴδια Μονή παρεχωρήθη καί ἡ Μονή τῶν Περιστερῶν, ἡ ὁποία βρισκόταν στήν Θεσσαλονίκη. Κατά τήν ἐπίσκεψή του αὐτή ὁ Ἅγιος ἔλαβε ἀπό τόν Νικηφόρο βοήθεια χρηματική καί γιά τήν οἰκοδόμηση τοῦ Ναοῦ τοῦ Πρωτάτου, κατόπιν αἰτήματος τῶν μοναχῶν τῶν Καρυῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Γιά τήν ἀποπεράτωση τῆς Λαύρας, ἡ ὁποία ἔχει μορφή καστροπολιτείας, τόν Ἀθανάσιο βοήθησαν ἀργότερα καί ἄλλοι αὐτοκράτορες, ὅπως ὁ Ἰωάννης Τσιμισκῆς, ὁ Βασίλειος Β΄ ὁ Μακεδών (Βουλγαροκτόνος), ὁ Μιχήλ Στ΄Στρατιωτικός, ὁ Κωνσταντῖνος Ι΄ Δούκας καί ὁ Ἀλέξιος Α΄ Κομνηνός.
Στό Τυπικόν τῆς Μεγίστης Λαύρας, τό ὁποῖο ἐγράφη μεταξύ τοῦ 970 καί τοῦ 975 ὁ Ἀθανάσιος ἀναφέρεται τιμητικά καί στόν ἀοίδιμο πλέον Νικηφόρο. Τόν χαρακτηρίζει ζηλωτή τοῦ μοναχικοῦ βίου, μέγαν ἐν βασιλεῦσι καί πολύν τήν ἀνδρείαν καί τήν ἀρετήν, τόν ὁποῖον ὁ ἀπροιστοτέχνης Θεός τόν ἀξίωσε «ὡς γέρας (βραβεῖον) ἄξιον» νά ἐκπορθήσει τίς βαρβαρικές πόλεις. Ὅμως δέν κατόρθωσε νά ἐπληρώσει τήν φιλόθεο πρόθεσή του νά γίνει μοναχός, διότι κατέλαβε «τά τῆς βασιλείας τῶν Ρωμαίων σκῆπτρα». Τόν ἐπαινεῖ ἐπίσης, διότι ἔζησε μέσα στόν κόσμο ὡς μοναχός μέ μακρές νηστεῖες καί κοιμώμενος κάτω στό σκληρό πάτωμα, γεγονός πού βεβαιώνουν καί οἱ βιογράφοι τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου. Ὁ Ἀγιος Ἀθανάσιος τιμᾶ τόν Νικηφόρο γράφοντας ὅτι ξεπέρασε τούς μοναχούς τῶν ὀρέων μέ τίς ἀγρυπνίες του καί τίς συνεχεῖς γονυκλισίες.
Ἄς εὐχηθοῦμε ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος νά πρεσβεύει ὑπέρ τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν του. Ἐπίσης ἄς προσευχηθοῦμε ὁ Ἑλληνορθόδοξος λαός μας νά βρεῖ καί σήμερα κυβερνῆτες μέ πίστη καί πατριωτισμό, σάν τόν Νικηφόρο Φωκᾶ.

Μόνο ένα άγαλμα του Νικηφόρου Φωκά στέκεται στο Τέμενος Ηρακλείου αλλά κανένα στις πλατείες, κανένα στα κεντρικά σημεία των πόλεων σε όλους τους νομούς της Κρήτης. Από την άλλη πλευρά, σε κεντρικό σημείο του Ηρακλείου υπάρχει άγαλμα ακόμη και του Ρώσου κοσμοναύτη Γιούρι Γκαγκάριν. Κι όμως, ο Νικηφόρος Φωκάς είναι ένας από τους βασικούς λόγους που οι Κρητικοί μιλούν ελληνικά σήμερα. Χίλια χρόνια πέρασαν, κι εμείς τον αφήνουμε στην άκρη, σαν να ήταν απλώς μια υποσημείωση της ιστορίας.
Λαός που ξεχνά την ιστορία του, δεν έχει μέλλον.



