Γράφει ὁ Ἰωάννης Κων. Νεονάκης

Σήμερα, 14 Σεπτεμβρίου τιμᾶται ἡ Παγκόσμιος Ὕψωσις τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Σήμερα, ὑψώνεται μπροστά μας ὁ Σταυρός τοῦ Ἰησοῦ. Τοῦ ἀνθρώπου Ἰησοῦ, τοῦ Θεανθρώπου, τοῦ Κυρίου τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου.
Στήν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης μᾶς παραδίδει μία συγκλονιστικὴ λεπτομέρεια τῆς τελευταίας στιγμῆς τοῦ Κυρίου ἐπάνω στὸν Σταυρό. Μία λεπτομέρεια ποὺ εὔκολα μπορεῖ νὰ περάσει ἀπαρατήρητη, ἀλλὰ μέσα της κρύβει ἕνα τεράστιο θεολογικὸ βάθος:
«Καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα» (Ἰω. ιθ΄ 30). Πρῶτα κλίνει τὴν κεφαλή Του ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔπειτα παραδίδει τὸ πνεῦμα.
Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι δὲν πεθαίνουμε ἔτσι. Ὅταν φθάσει ἡ ὥρα τοῦ θανάτου, ὁ ἄνθρωπος χάνει τὴν κυριαρχία ἐπάνω στὸ σῶμα του. Ἡ ψυχὴ χωρίζεται ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ τὸ σῶμα, χωρὶς πλέον τὴν ζωοποιὸ παρουσία της, ὑπακούει στοὺς νόμους τῆς φύσεως καί τῆς φθορᾶς καί ἡ κεφαλὴ πέφτει. Φεύγει ἡ ψυχή, καί ἡ κεφαλή κλίνει. Τὸ σῶμα νεκρώνεται. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐπιλέγει τὴν συγκεκριμένη στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία θὰ φύγει ἡ ψυχή του οὔτε μπορεῖ νὰ κρατήσει τὸ σῶμα του κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία του ὅταν ἔχει ἐπέλθει ὁ θάνατος.
Στὸν Χριστὸ ὅμως συμβαίνει τὸ ἀντίθετο.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος στέκεται ἀκριβῶς σὲ αὐτὴν τὴν τόσο χαρακτηριστικὴ λεπτομέρεια. Στοὺς κοινοὺς ἀνθρώπους, πρῶτα ἔρχεται ὁ θάνατος καὶ κατόπιν κλίνει ἡ κεφαλή. Στὸν Χριστό, ὅμως, προηγείται ἡ κλίση τῆς κεφαλῆς καὶ ἀκολουθεῖ ἡ παράδοση τοῦ πνεύματος. «Οὐδὲ γὰρ ἐπειδὴ ἐξέπνευσεν, ἔκλινε τὴν κεφαλήν, ὅπερ ἐφ’ ἡμῶν γίνεται, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔκλινε τὴν κεφαλήν, τότε ἐξέπνευσεν. Δι’ ὧν ἁπάντων ἔδειξεν ὁ Εὐαγγελιστής, ὅτι πάντων αὐτός ἐστι Κύριος.» (ΠΕ΄ Ὁμιλία εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην).
Ἐδῶ ἀποκαλύπτεται ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα μυστήρια τοῦ Σταυροῦ. Ὁ Χριστὸς δὲν πεθαίνει ἐπειδὴ ὁ θάνατος Τὸν νίκησε. Δὲν πεθαίνει ἐπειδὴ κάποια βιολογικὴ διαδικασία ἔφθασε σὲ ἕνα σημεῖο πέρα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ Ἴδιος δὲν μποροῦσε πλέον νὰ ἀντιδράσει. Δὲν ἔρχεται ὁ θάνατος νὰ Τὸν συναντήσει ὡς μία δύναμη μεγαλύτερη ἀπὸ Ἐκεῖνον. Ὁ Χριστὸς παραδίδει τὸ πνεῦμά Του. Ἡ λέξη τοῦ Εὐαγγελιστῆ εἶναι συγκλονιστική. «Παρέδωκε». Δὲν Τοῦ ἀφαιρεῖται ἡ ζωή. Τὴν παραδίδει ὁ Ἴδιος. Ὅπως ἄλλωστε εἶχε ἤδη προαναγγείλει: «Οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ᾿ ἐμοῦ, ἀλλ᾿ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν» (Ἰω. ι΄ 18).
Αὐτὴ ἡ «ἐξουσία» γίνεται τώρα ὁρατὴ ἐπάνω στὸν Γολγοθά. Ὁ Χριστὸς γνωρίζει τὴν ὥρα. Γνωρίζει τὴν στιγμή. «Τετέλεσται». Ὅλα ἔχουν ὁλοκληρωθεῖ. Καὶ τότε κλίνει τὴν κεφαλή. Σὰν νὰ ἔχει φθάσει στὸ τέλος, στην ὁλοκλήρωση μίας πορείας τὴν ὁποία ὁ Ἴδιος γνωρίζει καὶ ἀκολουθεῖ μέχρι τὴν τελευταία της στιγμή. Καὶ μόνον τότε παραδίδει τὸ πνεῦμα.
Ἐδῶ βρίσκεται ἡ μεγάλη διαφορά. Ὁ θάνατος γιὰ ἐμᾶς εἶναι κάτι ποὺ ἔρχεται. Γιὰ τὸν Χριστὸ εἶναι κάτι στὸ ὁποῖο εἰσέρχεται ἐκουσίως. Ἐμεῖς παραδιδόμαστε στὸν θάνατο. Ὁ Χριστὸς παραδίδει ὁ Ἲδιος τὸ πνεῦμα Του καὶ εἰσέρχεται ὁ Ἴδιος στὸ βασίλειο τοῦ θανάτου, γιὰ νά τὸ συντρίψει ἀπὸ μέσα. Ὁ θάνατος δὲν Τὸν κυρίευσε· ὁ Ἴδιος παραδίδεται ἐκουσίως στὸν θάνατο, γιὰ νὰ καταλύσει τὴν κυριαρχία του.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Σταυρὸς δὲν εἶναι τελικὰ ἡ εἰκόνα τῆς ἥττας τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ πρώτη μεγάλη φανέρωση τῆς νίκης Του. Ἐκεῖ ποὺ ὁ κόσμος βλέπει ἕναν καταδικασμένο ἄνθρωπο νά πεθαίνει, ἡ Ἐκκλησία βλέπει τὸν Βασιλέα τῆς δόξης νὰ εἰσέρχεται ἐκουσίως στὸν θάνατο. Ἐκεῖ ποὺ ὁ κόσμος βλέπει ἀδυναμία, ἡ Ἐκκλησία βλέπει τὴν ἀπόλυτη ἐλευθερία. Ἐκεῖ ποὺ ὁ κόσμος βλέπει τὸ τέλος, ἡ Ἐκκλησία βλέπει τὴν ἀρχὴ τῆς συντριβῆς τοῦ θανάτου.
«Κλίνας τὴν κεφαλήν». Πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο. Ὄχι μετὰ ἀπὸ αὐτόν. Μία τελευταία σωματικὴ κίνηση ποὺ δηλώνει ὅτι μέχρι καὶ τὴν ἔσχατη στιγμὴ Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Κύριος. Κύριος τοῦ σώματός Του, Κύριος τῆς ζωῆς Του, Κύριος τῆς στιγμῆς τῆς ἐξόδου Του, Κύριος καὶ τοῦ θανάτου.
Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται καὶ ἡ δική μας ἐλπίδα. Ἐὰν ὁ Χριστὸς ἦταν ἁπλῶς ἕνας ἀκόμη ἄνθρωπος ποὺ νικήθηκε ἀπὸ τὸν θάνατο, τότε ὁ Σταυρός Του θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς συγκινήσει, ἀλλὰ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς σώσει. Ὃμως Αὐτὸς ποὺ βρίσκεται ἐπάνω στὸν Σταυρὸ εἶναι ὁ Θεάνθρωπος, εἶναι ὁ Κύριος και τοῦ θανάτου. Νικᾶ τον θάνατο καί συντρίβει τὴν κυριαρχία τοῦ θανάτου καὶ ἐπάνω μας. Στὸν χῶρο ὅπου μέχρι τότε βασίλευε ἀπόλυτα ὁ θάνατος τώρα εἰσέρχεται ἡ ἴδια ἡ Ζωή. Ὁ Ἀθάνατος γεύεται τὸν θάνατο, χωρὶς νὰ παύει νὰ εἶναι ἡ Ζωή. Ὁ Κύριος τῶν πάντων κατέρχεται μέχρι τὸ ἔσχατο βάθος τῆς ἀνθρώπινης πτώσεως, χωρὶς νὰ παύει οὔτε μία στιγμὴ νὰ εἶναι ὁ Κύριος. Καὶ ὁ θάνατος, ποὺ μέχρι τότε κατάπινε κάθε ἄνθρωπο, δέχεται μέσα του τὸν μόνο Ἄνθρωπο τὸν ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ μέσα στὸν Σταυρὸ βρίσκεται ἤδη ἡ νίκη τῆς Ἀναστάσεως. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σήμερα δὲν προσκυνοῦμε ἕνα ὄργανο θανατικῆς καταδίκης. Προσκυνοῦμε τὸ σημεῖο τῆς νίκης. Τὸ σημεῖο ἐπάνω στὸ ὁποῖο ἀποκαλύφθηκε ὅτι ὁ θάνατος, αὐτὸς ὁ δυνάστης τοῦ ἀνθρώπου, δὲν εἶναι ὁ τελευταῖος κύριος τῆς ἱστορίας.
Ὑπάρχει ἕνας μόνος Κύριος. Ὁ Κύριος τῆς ζωῆς και Κύριος τοῦ θανάτου. Ὁ Ἐσταυρωμένος καὶ τριήμερος ἐνσάρκως Ἀναστάς Χριστός.
Σήμερα, κοιτάζοντας τὸν Σταυρό, ἂς σταθοῦμε γιὰ λίγο σ᾿ αὐτὴν τὴν μοναδικὴ φράση τοῦ Ἰωάννου: «Καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα». Γιατί μέσα σὲ αὐτὲς τὶς λίγες λέξεις κρύβεται ὁλόκληρη ἡ ἐλπίδα μας. Ὁ Χριστὸς δὲν νικήθηκε ἀπὸ τὸν θάνατο. Μπῆκε στὸν θάνατο ὡς Κύριός του. Γιὰ νὰ μπορέσομε καὶ ἐμεῖς νὰ περάσομε διὰ τοῦ θανάτου στὴν Ζωή.

