Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Χθες το βράδυ, με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο του Νίκου Καλογερόπουλου, κάθισα και ξαναείδα, ύστερα από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, το «Μάθε παιδί μου γράμματα». Την είχα δει τότε σε μια άλλη ηλικία, σε μια άλλη φάση της ζωής μου. Θυμόμουν την υπόθεση, τους χαρακτήρες, κάποιες ατάκες. Χθες όμως ένιωσα ότι έβλεπα μια διαφορετική ταινία. Γιατί δεν αλλάζει μόνο η εποχή αλλά και ο άνθρωπος που την παρακολουθεί.
Γυρισμένη το 1981, η ταινία μιλά για τα προβλήματα της παιδείας, της αναζήτησης εργασίας, το φαινόμενο της αστυφιλίας και της συνεχούς εγκατάλειψης της επαρχίας, τη φυγή των νέων, την πολιτική πόλωση, την ιδεολογική σύγκρουση και τη προβληματική σχέση της Ελλάδας με την Ευρώπη. Το παράδοξο είναι πως, σαράντα πέντε χρόνια μετά, σε πολλά σημεία μοιάζει σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Η Ελλάδα του 1981 άδειαζε από τα χωριά και γέμιζε τις πόλεις. Η παιδεία γινόταν πεδίο ιδεολογικών συγκρούσεων και η χώρα έμπαινε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αναζητώντας τη θέση της στον νέο κόσμο.
Όμως η ταινία αξίζει να ξαναθεαθεί, όχι μόνο επειδή πολλά από τα προβλήματα που θίγει παραμένουν επίκαιρα. Αξίζει να τη δει κανείς και για έναν ακόμη λόγο: επειδή βλέπει μπροστά του, σχεδόν ζωντανά, πώς διαμορφώθηκαν και επικράτησαν ορισμένα αφηγήματα και ιδεοληψίες της εποχής, τα οποία σε μεγάλο βαθμό εξακολουθούν να επαναλαμβάνονται μέχρι σήμερα.
Για παράδειγμα, η φράση ότι «η Εκκλησία αφόρισε την Επανάσταση», που ακούγεται με σιγουριά στην ταινία, δεν μπορεί να σημαίνει ότι η Εκκλησία ήταν εναντίον του 1821. Οι αφορισμοί πρέπει να ιδωθούν μέσα στο ασφυκτικό οθωμανικό πλαίσιο και στην προσπάθεια να κατευναστεί η εξουσία και να προστατευθούν οι χριστιανοί από τα αντίποινα. Γι’ αυτό άλλωστε και ο ίδιος ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ πλήρωσε με τη ζωή του, απαγχονιζόμενος από τους Οθωμανούς το Πάσχα του 1821. Ακόμη και η περίφημη «προδοσία του Κολοκοτρώνη από την Εκκλησία», που αναφέρεται όχι μια αλλά τρεις φορές, δεν αντέχει ως ιστορική γενίκευση. Ο Γέρος του Μοριά συγκρούστηκε μέσα στις τραγικές εσωτερικές αντιθέσεις του Αγώνα και τελικά φυλακίστηκε από την ίδια την ελληνική πολιτεία.
Η ιστορία του 1821 δεν είναι σύνθημα και δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο κομματικής προπαγάνδας και ιδεοληψιών. Είναι πολύ πιο σύνθετη, πολύ πιο τραγική και πολύ πιο μεγάλη.
Το ίδιο συμβαίνει και με τη Μεταπολίτευση. Υπήρξαν πραγματικές διώξεις της Αριστεράς πριν από αυτήν, οι οποίες σε κάποιο βαθμό ήταν και δικαιολογημένες. Όμως η εικόνα που προβάλλεται ως σχεδόν κύριο θέμα στην ταινία, ότι δηλαδή «οι κομμουνιστές εξακολουθούν να διώκονται», δεν μπορεί να περιγράψει τη μεταπολιτευτική Ελλάδα για δεκαετίες, ειδικότερα τις τελευταίες δεκαετίες μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Η Αριστερά νομιμοποιήθηκε πολιτικά, απέκτησε ισχυρότατη παρουσία στην πολιτική, στα πανεπιστήμια, στον πολιτισμό και στη δημόσια ζωή και τελικά έφτασε μέχρι την κυβερνητική εξουσία.
Παρόλαυτα ορισμένα από τα σχήματα της εποχής εξακολούθησαν να αναπαράγονται σαν να μην πέρασε ο χρόνος. Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον μάθημα της ταινίας. Δεν βλέπουμε μόνο την Ελλάδα του 1981. Βλέπουμε και την Ελλάδα που διαμορφώθηκε από την Ελλάδα του 1981. Κι εδώ βρίσκεται για μένα το βαθύτερο νόημα του τίτλου.
Μάθε παιδί μου γράμματα.
Μάθε να σκέφτεσαι.
Μάθε να ψάχνεις την πηγή.
Μάθε να ξεχωρίζεις το γεγονός από την ερμηνεία και την ιστορία από την ιδεολογία.
Μάθε να αγαπάς την Ελλάδα χωρίς να χρειάζεται να μισείς κανέναν.
Να γνωρίζεις την Επανάσταση χωρίς εθνικό μηδενισμό, αλλά και χωρίς εξιδανικεύσεις.
Να γνωρίζεις την Αριστερά και τη Δεξιά χωρίς να κληρονομείς τα χαρακώματα των προηγούμενων γενεών.
Γιατί αυτό με συγκλόνισε περισσότερο χθες. Πριν από δεκαπέντε χρόνια είδα μια ταινία αλλά τώρα είδα έναν καθρέφτη. Είδα μια Ελλάδα που άλλαξε πολύ, αλλά και μια Ελλάδα που σε ορισμένα από τα βασικότερα προβλήματά της μοιάζει να βρίσκεται ακόμη εκεί. Η επαρχία εξακολουθεί να αδειάζει. Η παιδεία εξακολουθεί να αναζητά τον προσανατολισμό της. Η ιδεολογική πόλωση άλλαξε λεξιλόγιο, αλλά δεν εξαφανίστηκε.
Ο Καλογερόπουλος έφυγε. Ο Σωκράτης όμως μένει. Ανυπότακτος. Ατίθασος. Ενοχλητικός. Έτοιμος να τα βάλει με όλους. Ίσως γι’ αυτό η ταινία δεν μοιάζει σήμερα παλιά. Γιατί τα μεγάλα ερωτήματα δεν γερνούν. Κάπως έτσι, ύστερα από σαράντα πέντε χρόνια, το «Μάθε παιδί μου γράμματα» ακούγεται ακόμη σαν μια αγωνιώδης κραυγή μιας Ελλάδας που φοβάται μήπως χάσει τα παιδιά της.
Και τότε σκέφτομαι τα δικά μας παιδιά. Τι θα τους παραδώσουμε; Άλλη μία ιδεολογία; Άλλο ένα κομματικό αφήγημα; Άλλο ένα διχασμένο μέλλον; Ή θα τους δώσουμε κάτι πολύ δυσκολότερο αλλά και πολύ πιο ωφέλιμο: την ελευθερία να αναζητήσουν μόνοι τους την αλήθεια; Γιατί τα παιδιά μας δεν χρειάζονται να μάθουν απλώς τι να πιστεύουν. Χρειάζονται να μάθουν πώς να σκέφτονται.
Μάθε παιδί μου γράμματα.
Μάθε για να ξέρεις από πού έρχεσαι.
Μάθε για να καταλαβαίνεις πού βρίσκεσαι.
Μάθε για να αποφασίσεις εσύ πού θέλεις να πας.
Και κυρίως, μάθε για να μην μπορεί κανείς να σου ξαναγράψει την ιστορία κατά παραγγελία.

