Home «Όταν φοβάσαι τα πεις ότι αγαπάς την πατρίδα σου και όταν -ακόμα...
Previous article «Τὸ παιγνίδι αὐτὸ μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων διανοητῶν τὸ ἀντιλήφθηκε καλύτερα ὁ Παπαδιαμάντης ὅταν, ἐγκαταλείποντας τὰ ξένα πρότυπα ποὺ τοῦ ἐπέτρεψαν τὴν συγγραφὴ τῆς Φόνισσας, μᾶς χαρίζει στὰ τέλη του διηγήματα, σχεδὸν δίχως περιεχόμενο, ἀρχὴ καὶ τέλος, ἐκφράσεις τοῦ ὀντολογικοῦ του εἶναι περισπούδαστες. Τὸν τελευταῖο καιρὸ δὲν χορταίνω νὰ διαβάζω τὸ διήγημά του «Φλώρα ἢ Λαύρα». Θέμα του ὁ περίπατος «παρὰ θῖν’ ἁλός». Θέμα ποὺ ἀπ’ τὸν Ὅμηρο ἴσαμε τὸν Τζόυς δὲν ἔπαψε ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ νὰ τὸ ἐπεξεργάζεται. Κατὰ τοῦτο μ’ ἀρέσει τὸ ἐπίτευγμα τῆς σκέψης τοῦ μεγάλου Σκιαθίτη, ποὺ ἀφ’ ἕνὸς μᾶς φέρνει στὴν πιὸ μακρινή μας παράδοση, τὸν Ὅμηρο, καὶ ἀφ’ ἑτέρου προπορεύεται τῶν σύγχρονων Εὐρωπαίων ποὺ ζηλοφθονοῦμε. Πιστεύω ὅτι, ἂν προσπαθήσουμε νὰ λάβουμε συνείδηση τῆς πνοῆς μας, ὅπως τό ’καμε ὁ Παπαδιαμάντης, ὄχι μόνο θὰ συνδεθοῦμε μὲ τὴν νεοελληνική μας πνευματικὴ παράδοση, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ Βυζάντιο καὶ διὰ μέσου αὐτοῦ ὀρθῶς πρὸς τῆν ἀρχαιότητα. Κι’ ὅταν, διὰ τῆς παραδόσεώς μας καὶ τοῦ Βυζαντίου, μάθουμε ὀρθὰ νὰ διαβάζουμε τὸν Ὅμηρο, τότε ἀδίσταχτα θὰ μποροῦμε νὰ διδάσκουμε καὶ κείνους ποὺ λάβαμε ὡς πρότυπα.»
Next article «[…] Τη φωτιά της δημιουργίας δεν την συντηρούν οι φυλακισμένοι φύλακες της κληρονομιάς των νεκρών, ούτε οι λογικοί και πραχτικοί που περπατούν πάντα στα σίγουρα και αποφεύγουν να κάνουν ένα βήμα εκεί που το έδαφος κουνιέται κάτω από τα πόδια τους, ούτε οι ήρεμοι επιστήμονες οι φορτωμένοι σοφία μα χωρίς μακρινά οράματα και καμιά ανησυχία στην ψυχή, ούτε οι μικροί φιλόδοξοι, που έταξαν ως σκοπούς της ζωής τους τους επαίνους των πρεσβύτερων, την κοινωνική υπόληψη κι ένα τιμητικό αξίωμα. Είναι γεμάτοι τέτοιους ανθρώπους οι δρόμοι της Αθήνας κι ωστόσο η Ελλάδα δεν δημιουργεί, η Ελλάδα δεν πραγματοποιεί τίποτα το όμορφο. Η Ελλάδα – ας πω την τρομερή λέξη – δεν επιδιώκει τίποτα το μεγάλο. Τη φωτιά τη συντηρούν οι ανυπόταχτοι, οι ανικανοποίητοι, οι τυχοδιώκτες της ψυχής και τους πνεύματος, οι άνθρωποι που τους σέρνει το πλεόνασμα των δυνάμεών τους πιο μακριά από τους ορίζοντες και πιο υψηλά από το επίπεδο του πλήθους. Τη συντηρεί ο Άσωτος Υιός. Αν αυτός λείψει, ο τόπος σας όσο κι αν τον νοικοκυρέψετε δεν θα αξίζει πολλά. Αλίμονο στην Ελλάδα, αν στηρίζει το μέλλον της μονάχα στις άμορφες μάζες των φρόνιμων παιδιών. Το ιδανικός τους είναι μια ήρεμη και γλυκιά μεσημβρινή Ελβετία, υπόδειγμα τάξης, άνεσης και μακαριότητας, χωρίς καμιά αγωνία, κανένα μεγάλο όνειρο, καμιά τρέλα, καμιά δημιουργική πνοή. Μα είναι δυνατόν να καταντήσει Ελβετία αυτή η χώρα του Οδυσσέα; […]»