Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

«Είναι εύκολο να καταδικάζεις εκ του ασφαλούς. Δύσκολο είναι να αναλαμβάνεις την ευθύνη όταν καταρρέουν τα πάντα.»
Είθισται στην εποχή μας, όταν θέλουν να στιγματίσουν κάποιον πολιτικό αντίπαλο, να τον αποκαλούν «Τσολάκογλου». Το όνομα ενός στρατηγού, που πολέμησε σε μεγάλους πολέμους, έγινε εύκολη πολιτική ρετσινιά στα στόματα ανθρώπων που, κατά πάσα πιθανότητα, αγνοούν ακόμη και τις βασικές σελίδες της ζωής του.
Μάλλον δεν γνωρίζουν ότι ο Γεώργιος Τσολάκογλου ήταν βετεράνος των βαλκανικών πολέμων πολέμων, ότι έζησε τη φρίκη της Μικρασιατικής Καταστροφής και ότι πέθανε το 1948, πάμφτωχος, άρρωστος και καταδικασμένος, μέσα σε συνθήκες που απέχουν πολύ από την εικόνα του βολεμένου και αδίστακτου προδότη, που σερβίρει η εύκολη συνθηματολογία.
Ας γυρίσουμε, λοιπόν, στον Απρίλιο του 1941. Η Ελλάδα δεχόταν τη γερμανική επίθεση. Το μέτωπο κατέρρεε, οι στρατιωτικές μονάδες κινδύνευαν να αποκοπούν, οι δρόμοι υποχώρησης έκλειναν και η συνέχιση του πολέμου απειλούσε να μετατρέψει την υποχώρηση σε μαζική αιχμαλωσία. Οι Έλληνες στρατιώτες, ύστερα από μήνες σκληρών αγώνων εναντίον των Ιταλών, βρίσκονταν πλέον αντιμέτωποι με μια συντριπτικά ισχυρότερη πολεμική μηχανή.
Και τότε εμφανίζεται η μεγάλη, άβολη ερώτηση ποιος θα αναλάμβανε την καυτή πατάτα; Ποιος θα έπαιρνε την ευθύνη να σταματήσει έναν αγώνα που κινδύνευε να οδηγήσει σε ολοκληρωτική στρατιωτική καταστροφή; Ποιος θα έβαζε την υπογραφή του σε μια απόφαση που, όποια κατεύθυνση κι αν έπαιρνε, θα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή; Ποιος θα δεχόταν να γίνει ο αποδιοπομπαίος τράγος, γνωρίζοντας ότι οι μεταγενέστεροι θα έκριναν με την πολυτέλεια της χρονικής απόστασης;
Ο Τσολάκογλου ανέλαβε αυτή την ευθύνη, πρωτοστατώντας στη συνθηκολόγηση της 20ής Απριλίου 1941, χωρίς την έγκριση της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας. Μπορεί κανείς να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της πρωτοβουλίας του, να συζητήσει αν υπήρχε άλλη στρατιωτική επιλογή ή να κρίνει τις συνέπειές της. Εκείνο που δεν δικαιούται να κάνει, είναι να προσποιείται ότι οι αποφάσεις εκείνων των ημερών λαμβάνονταν σε ένα ήρεμο γραφείο, με χάρτες, άφθονο χρόνο και εγγυημένες λύσεις.
Η ιστορία δεν προσφέρει πάντα καθαρές επιλογές. Κάποτε προσφέρει μόνο οδυνηρές αποφάσεις, και κάποιος πρέπει να αναλάβει την ευθύνη τους. Ο Τσολάκογλου είχε γνωρίσει τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ήξερε τι σήμαινε η διάλυση ενός στρατεύματος, η αιχμαλωσία, η προσφυγιά και η απώλεια ανθρώπινων ζωών. Η επιδίωξη να αποφευχθεί μια νέα εκατόμβη Ελλήνων στρατιωτών αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της δικής του αιτιολόγησης. Σίγουρα δεν αποδεικνύει ότι κάθε απόφασή του ήταν σωστή. Αποδεικνύει, όμως, ότι η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια λέξη που εκτοξεύεται σαν πέτρα.
Και εδώ αρχίζει η υποκρισία της εκ των υστέρων βεβαιότητας. Είναι πανεύκολο, ογδόντα και πλέον χρόνια αργότερα, να μοιράζεις πιστοποιητικά πατριωτισμού και προδοσίας. Είναι πανεύκολο να χρησιμοποιείς ένα ιστορικό πρόσωπο για να προσβάλεις έναν σημερινό πολιτικό αντίπαλο. Το δύσκολο είναι να μελετήσεις τα γεγονότα, να κατανοήσεις το στρατιωτικό αδιέξοδο και να διαχωρίσεις τη συνθηκολόγηση από όσα ακολούθησαν. Διότι οφείλουμε να είμαστε ακριβείς: ο Τσολάκογλου ανέλαβε στη συνέχεια την πρωθυπουργία κατοχικής κυβέρνησης και η συνεργασία του με τις γερμανικές αρχές υπήρξε πραγματικό και σοβαρό μέρος της ιστορικής του ευθύνης. Όμως ούτε αυτή η πραγματικότητα επιτρέπει να σβήσουμε με μία μονοκοντυλιά ολόκληρη την προηγούμενη στρατιωτική του διαδρομή ούτε η προγενέστερη προσφορά του αρκεί για να δικαιώσει κάθε μεταγενέστερη επιλογή του.
Και τώρα ας επιστρέψουμε στους σύγχρονους πολιτικούς που χρησιμοποιούν το όνομά του σαν έτοιμη ύβρη. Πριν αποκαλέσουν κάποιον «Τσολάκογλου», ας αναρωτηθούν αν γνωρίζουν πραγματικά τον στρατηγό, τις συνθήκες του 1941, το δίλημμα της συνθηκολόγησης και το βάρος των αποφάσεών του. Ας αναρωτηθούν αν επικαλούνται την ιστορία για να φωτίσουν την αλήθεια ή αν τη χρησιμοποιούν για να δηλητηριάσουν την πολιτική αντιπαράθεση.
Γιατί άλλο να καταδικάζεις μια ιστορική απόφαση με επιχειρήματα και άλλο να μετατρέπεις έναν άνθρωπο σε βρισιά, επειδή η ιστορία σού προσφέρει ένα όνομα που βολεύει την πολιτική σου σκοπιμότητα. Ο Τσολάκογλου δεν χρειάζεται αγιογραφίες. Χρειάζεται ιστορική κρίση, γνώση και δικαιοσύνη στην αποτίμηση των γεγονότων. Όσοι επιμένουν να τον επικαλούνται, ας θυμούνται ότι η ευθύνη μιας απόφασης δεν μετριέται με την ευκολία της μεταγενέστερης καταδίκης της.
Στην ιστορία είναι εύκολο να δείχνεις τον ένοχο. Το δύσκολο είναι να καταλάβεις το δίλημμα, να αποδείξεις την ευθύνη και να αντέξεις την αλήθεια ολόκληρη.
✍ Στυλ. Καβάζης
ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ
Η ΓΕΝΝΑΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ ΓΙΑ ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ (20.4.1941)
Από τις αρχές Μαρτίου του 1941, η ηγεσία των μάχιμων Σωμάτων Στρατού εξέφρασε την κάθετη αντίθεσή της στην απόφαση του Βασιλέως Γεωργίου Β’ για την αποβίβαση του αγγλικού εκστρατευτικού σώματος, καθώς και στην προοπτική μιας βέβαιης σύγκρουσης με τον γερμανικό στρατό. Η αντίθεση αυτή διατυπώθηκε μέσω γραπτής επιστολής προς τον Βασιλιά, την οποία υπέγραφαν οι μαχόμενοι σωματάρχες του Αλβανικού Μετώπου, γεγονός που οδήγησε στην άμεση καθαίρεσή τους.
Ο Αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου, ο οποίος απέφυγε την αποπομπή απαγορεύοντας κάθε σχετική συζήτηση στις μονάδες που διοικούσε, αντιλαμβανόταν πλήρως την καταστροφική πορεία στην οποία οδηγούσε το Έθνος η πολιτική του Παλατιού. Στα μέσα Μαρτίου 1941, επιδίωξε επικοινωνία με τις γερμανικές αρχές μέσω του προξενείου της Θεσσαλονίκης. Πρότεινε την επιβολή ουδετερότητας της Ελλάδας, την εκδίωξη των Άγγλων και τον τερματισμό του πολέμου με τους Ιταλούς, ζητώντας παράλληλα την εξασφάλιση της Βορείου Ηπείρου μέσω της παρεμβολής γερμανικών στρατευμάτων ανάμεσα στις δύο πλευρές. Προειδοποίησε, ωστόσο, πως σε αντίθετη περίπτωση οι Έλληνες θα αντιμετώπιζαν τους Γερμανούς μέχρι εσχάτων. Δυστυχώς, ο διπλωματικός χρόνος της Ελλάδας είχε ήδη εξαντληθεί.
Ο Τσολάκογλου οδηγήθηκε στη συνθηκολόγηση μόνον όταν ο αγώνας δεν είχε πλέον κανένα πρακτικό νόημα. Ο Πρωθυπουργός της χώρας είχε «αυτοκτονήσει με δύο σφαίρες», ενώ το Παλάτι και η «καμαρίλα» του δραπέτευαν υπεξαιρώντας τον ελληνικό χρυσό — δειλοί να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των επιλογών τους μαζί με τον λαό, σε αντίθεση με άλλους Ευρωπαίους μονάρχες. Την ίδια στιγμή, ο Στρατός της Ηπείρου βρισκόταν υπό διάλυση και οι αξιωματικοί πάσχιζαν να διατηρήσουν την πειθαρχία. Σε αυτή την ύστατη στιγμή, ο Τσολάκογλου, με μια πράξη γενναιότητας και αυτοθυσίας, επέλεξε να θυσιάσει την υστεροφημία του. Συνθηκολόγησε, γλιτώνοντας τον Ελληνικό Στρατό από την αιχμαλωσία και τη μεταφορά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη συνέχεια του ελληνικού κράτους υπό ελληνική διοίκηση για τα δύσκολα χρόνια που θα ακολουθούσαν.

“ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ”
“ΗΡΩΑΣ Η ΠΡΟΔΟΤΗΣ;”
– Παίζετε την στρατιωτική σας τιμή και την ζωή σας με αυτό που κάνετε.
– Και ποιος νοιάζεται; Βρίσκεται σε κίνδυνο τώρα ολόκληρο το έθνος. Η ζωή και η τιμή του καθ’ ενός ατόμου δεν έχει αξία τέτοιες στιγμές.
Αυτή ήταν η απάντηση του Τσολάκογλου που ανέλαβε διοικητής της Στρατιάς στον νομομαθή δεκανέα Παναγιώτη Κανελλόπουλο.
Ο βετεράνος έξι πολέμων, ως ανθυπολοχαγός στους Βαλκανικούς Πολέμους, ως επιτελάρχης στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην εκστρατεία στην Κριμαία και ως ηρωικός διοικητής του 1/39 Τάγματος Ευζώνων. Εκεί όπου διέσπασε τον θανάσιμο τουρκικό κλοιό στο Αλή Βεράν και έσωσε το τμήμα του από βέβαιη αιχμαλωσία και πολλούς από θάνατο. Η τελευταία δράση μάλιστα τον σημάδεψε ψυχολογικά στη ζωή του καθώς δεν ήθελε ποτέ να χαθεί ούτε μια στάλα αίματος Έλληνα στρατιώτη άνευ λόγου. Όταν ο Β’ ΠΠ χτύπησε και τη θύρα της Ελλάδος είχε το βαθμό του Αντιστράτηγου και ήταν διοικητής του Γ’ Σώματος Στρατού στη Δυτική Μακεδονία, όπου με επιτυχημένο ελιγμό και παρά τους δισταγμούς των ανωτέρων του, στη μάχη του Μόραβα, συνέβαλε στη νίκη των ελληνικών όπλων.
Η απόφαση για παράδοση του Ελληνικού Στρατού ήταν μονόδρομος. Έχοντας ως αποτοκο τη μνήμη από τον εφιάλτη στη Μικρά Ασία το 1922, δεν ήθελε να αφανιστούν 250.000 Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί που ήταν αγκιστρωμένοι στη Βόρεια Ηπειρο. Μετά την κατάρρευση του μετώπου στη γραμμή Μεταξά και στη δυτική Μακεδονία, συνέχιση του αγώνα, με εφόδια μόλις που επαρκουσαν για 2 μηνες μετά τη μεγάλη νίκη στην εαρινή επίθεση, απέναντι σε 550.000 πλέον Ιταλούς μαζί με 180.000 Γερμανούς με συντριπτική υλική υπεροχή, σήμαινε αποκοπή κάθε οδού ανεφοδιασμού και αφανισμό μιας ολόκληρης γενιάς Ελλήνων. Αυτά, την ίδια ώρα που το εξαιρετικά μικρό Βρετανικό τμήμα των 58.000 ανδρών είχε ήδη πάρει την απόφαση για υποχώρηση.
Οι όροι παράδοσης του Ελληνικού Στρατού δεν είχαν προηγούμενο. Ο βασικός όρος του Τσολάκογλου ήταν να μη συλληφθεί κανείς αιχμάλωτος και να πάει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης με την αναμενόμενη τύχη, αλλά αφού αφοπλισθούν οι στρατιώτες να αφεθούν ελεύθεροι να επιστρέψει καθ’ ένας στο σπίτι του, όμως υπήρχαν και άλλοι όροι που τους δέχθηκαν οι Γερμανοί, όπως να κρατήσουν οι αξιωματικοί τα διακριτικά του βαθμού τους, τα ξίφη τους και τα περίστροφα τους.
Στις 28 Απριλίου 1941, ο κόμης Τσιάνο σημειώνει στο ημερολόγιο του «Η ιστορία αυτή με τον Τσολάκογλου μ’ αρέσει όλο και λιγότερο… Ο στρατηγός το κάνει για να σώσει την εθνική ενότητα της Ελλάδας. Εξίσου φανερή είναι η γερμανική αποδοχή αυτών των σκοπών».
Ως πρωθυπουργός ο Τσολάκογλου ξεπούλησε την περιουσία του, καθώς κι εκείνη της συζύγου του, για την ολοκλήρωση του νοσοκομείου Ν.Ι.Μ.Τ.Σ., «Νοσηλευτικό Ίδρυμα Μετοχικού Ταμείου Στρατού». Διατήρησε ως νόμισμα τη δραχμή, όμως οι υποτιμήσεις της, οδήγησαν σε αυξήσεις τιμών και σκληρή πείνα, και το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις τον οδήγησε στην παραίτηση. Αντιστάθηκε με επιτυχία στο αυτονομιστικο κίνημα του Αλκιβιάδη Διαμαντή και προειδοποιούσε ότι «ο πόλεμος δεν έληξε. Συνεχίζεται εισέτι ειρηνικώς εν τη Ελλάδι» και ζητούσε «οι υπάλληλοι και τα όργανα της τάξεως» να μην «υποκύπτουν εις τας θρασείας ενεργείας των εκβιαστών και των οργάνων των πραπαγανδών» και είχε εκδώσει απόρρητη εγκύκλιο προς τους Νομάρχες εναντίον τους.
Επίσης, η δράση του Τσολάκογλου ήταν καταλυτική στο να ματαιώσει με οποιοδήποτε τίμημα την δημιουργία και την αποστολή της ελληνικής «Κυανόλευκης» λεγεώνας στο Ανατολικό Μέτωπο. Παράλληλα είχε αρνηθεί να κηρύξει, έστω και για καθαρά τυπικούς λόγους, τον πόλεμο κατά της ΕΣΣΔ μετά την γερμανική επίθεση.
Ο Γερμανός ιστορικός Newbacher γράφει στο έργο του για τον Τσολάκογλου: «Εν ώρα δυστυχίας του ελληνικού έθνους ετέθη επικεφαλής του κράτους χωρίς υπολογισμό του προσωπικού κόστους. Χάρις στην διαπραγματευτική του ικανότητα και το θάρρος του επέτυχε να συνάψει την ενδοξότερη κι επωφελή συνθηκολόγηση ολόκληρου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου» και «…Θυσίασε το λιγοστό υπόλοιπο της ζωής του στον βωμό του καθήκοντος».
Έχοντας λεμφοκυτταρική λευχαιμία νοσηλεύθηκε επί έναν χρόνο στο (ΝΙΜΤΣ), όπου ο μεγάλος αυτός Ελληνας, αδικημένος από την ιστορία κάτι που ευτυχώς αλλάζει τα τελευταία έτη, πέθανε στις 22 Μαΐου του 1948, στερημένος σύνταξης και πάμπτωχος.
Σύμφωνα με τον Φαίδωνα Ζάμπογλου, όπως το δημοσίευσε στην εφημερίδα «Ο Χρόνος» η απόφαση του δικαστηρίου δεν ήταν ομόφωνη καθώς μεταξύ αυτών που δίκασαν τους δοσίλογους υπήρξε και ο δικαστής Γ.Π., που αρνήθηκε να υπογράψει τη θανατική του καταδίκη και πρότεινε να ερευνήσουν τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η συνθηκολόγηση και είπε στο συμβούλιο: «…Προκειμένου να καταδικάσουμε αυτούς σε θάνατο ας βγάλουμε τα περίστροφα μας και ας αυτοκτονήσουμε όλοι εδώ επί τόπου, διότι η ιστορία που θα μας κρίνει είναι αδέκαστος…».
Via Έπαλξη

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΉ ΜΟΥ ΑΠΟΨΗ.
Η ταπεινή προσωπική μου άποψη, είναι ότι ο Στρατηγός Τσολάκογλου ήταν ο εύκολος στόχος. Ήταν εύκολο να προσωποποιηθεί ο κακός στα μάτια του απλού απονήρευτου κι αγράμματου εν πολλοίς κόσμου, που χειμαζόταν απληροφόρητος στην περιφέρεια. Η Χώρα έβραζε πριν τον πόλεμο, προσπαθώντας αφενός να πληρώσει τα χρωστούμενά της, αφετέρου να εντάξει σχεδόν το 50% του προσφυγικού πληθυσμού στην επικράτεια.
Από στρατιωτικής απόψεως οι κινήσεις του στρατηγού ήταν πάνω από κάθε λογική σωστές. Το εναλλακτικό σενάριο θα ήταν μια σκληρότερη γερμανική κατάκτηση, το 70% του ελληνικού στρατού νεκρό, κι εκατοντάδες ή χιλιάδες ανάπηροι, ανήμποροι να αυτοσυντηρηθούν. Με την πανστρατιά που θα απαιτείτο, να δω ποιά και πόσα ελληνόπουλα θα γεννιούνταν τη δεκαετία του 40…
Εάν κάποιος το αμφισβητεί αυτό, ας δει καλύτερα πως αντιμετώπισαν οι ίδιοι οι Ναζί αξιωματικοί το Γαλλικό στρατό στη μάχη του Βέρντεν στα 1916. Στην ουσία διηξήγαγαν μάχη βιολογικής εξόντωσης των Γάλλων.
Αυτοί οι αξιωματικοί είχαν προαχθεί και ήταν πλέον οι διοικητές του Γερμανικού στρατεύματος χωρίς ουμανισμό και με έντονο το μίσος για τον αντίπαλο. Αβρότητα οι Γερμανοί στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έδειξαν μόνο στους Γάλλους και τους λοιπούς Β. Ευρωπαίους που έτσι κι αλλιώς τους θεωρούν συγγενείς τους. Εμάς μάλλον μας περίμενε η τύχη της Λευκορωσίας, της Ρωσίας ή της Σερβίας. Μόνο που η Σερβική διένεξη ήταν περιορισμένη σε τόπο και χρόνο, σε αντίθεση με τη δική μας…

