Περί της Καταγωγής των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων – μέρος ΣΤ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ

[Μέρος Α – Μέρος Β – Μέρος Γ – Μέρος Δ – Μέρος Ε – Μέρος ΣΤ]

ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
(ΜΕΡΟΣ ΣΤ’)

Μανώλης Καρακώστας
MSc Διοίκησης Επιχειρήσεων
Επαγγελματίας Υγείας – Ερευνητής

Το παρόν μέρος είναι το τελευταίο που πραγματεύεται την καταγωγή των Αυτοκρατόρων της Κωνσταντινουπόλεως, και αφορά όσους βασίλευσαν την πρωτοβυζαντινή περίοδο (330 – 610). Στην περίοδο αυτή κυβέρνησαν τέσσερις δυναστείες, με πρώτη εκείνη του Μεγάλου Κωνσταντίνου (330 – 378), έπειτα του Μ. Θεοδοσίου (379 – 457), κατόπιν αυτή του Λέοντος Α’ (457 – 518) και τέλος του Ιουστινιανού (518 – 610).

Ο πρώτος Αυτοκράτορας και ιδρυτής της Κωνσταντινουπόλεως είναι ο Άγιος Κωνσταντίνος ο Μέγας, ο οποίος ήταν γιος του  Αυτοκράτορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Κωνστάντιου Χλωρού (293 – 306), που ήταν ιλλυρικής καταγωγής 289, 290, 291 και της Αγίας Ελένης, η οποία ήταν Ελληνίδα από το Δρέπανο Βηθυνίας, πόλη η οποία μετονομάστηκε σε Ελενόπολη προς τιμή της Αγίας Ισαποστόλου.291, 292, 293, 294, 295 Ο Μ. Κωνσταντίνος γεννήθηκε πιθανώς το 272 294, 295 στην Ναϊσσό (σημερινή Νις της Σερβίας) της Μοισίας,294, 295, 296, 297, 298, 299 και όπως ο πατέρας του ήταν κι αυτός ιλλυρικής καταγωγής.299, 300, 301 Ο Αυτοκράτορας μιλούσε την λατινική γλώσσα και ορισμένα κηρύγματά του θα τα εκφωνήσει στα ελληνικά από επαγγελματίες μεταφραστές,302, 303 όμως εκτός από λατινική λογοτεχνία είχε μάθει ελληνικά και φιλοσοφία.302 Στον αυτοκρατορικό θρόνο τον διαδέχτηκαν οι τρεις γιοι του Κωνσταντίνος Β’ (337 – 340), Κώνστας Α’ (337 – 350) και Κωνστάντιος Β’ (337 – 361),304, 305 και μετά τον θάνατο του τελευταίου ανήλθε στον θρόνο ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο οποίος ήταν ανιψιός του Μ. Κωνσταντίνου, αφού ο πατέρας του Κωνστάντιος ήταν ετεροθαλής αδελφός του.306 Έπειτα ο στρατός ανέδειξε Αυτοκράτορα τον διοικητή της αυτοκρατορικής φρουράς Ιοβιανό, που καταγόταν από την Σιγγηδόνα (σημερινό Βελιγράδι) της Άνω Μοισίας, και η οικογένειά του πιθανώς να καταγόταν από νομαδικά φύλα που είχαν εγκατασταθεί στα αυτοκρατορικά εδάφη.307, 308 Ο τελευταίος της δυναστείας ήταν ο Ουάλης που κυβέρνησε το ανατολικό μέρος της Αυτοκρατορίας ενώ ο αδελφός του Βαλεντιανός Α’ το δυτικό, έχοντας με αυτόν τον τρόπο την πρώτη διάκριση μεταξύ των δύο κομματιών της Αυτοκρατορίας, έστω και ανεπίσημα.309 Αυτοί ήταν Ιλλυριοί και είχαν γεννηθεί στην πόλη Cibalae της Παννονίας (σημερινή Κροατία).310, 311

Φαίνεται λοιπόν, πως όλα τα μέλη της πρώτης δυναστείας που κυβέρνησε στην Κωνσταντινούπολη ήταν ιλλυρικής καταγωγής, όμως αναγκαίο είναι να γίνουν ορισμένες διευκρινήσεις για το πρόσωπο και το έργο του Μ. Κωνσταντίνου. Ο Μ. Κωνσταντίνος δεν ήταν Έλληνας, όμως είναι ένας από του δύο μη Έλληνες, που ο Ελληνισμός τους χρωστάει αιώνια χάρη. Ο πρώτος είναι ο Άγιος Απόστολος των Εθνών Παύλος που γνώρισε τον Θεό στους Έλληνες, γι’ αυτό και είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Ελλάδος,312 και ο δεύτερος ο Μ. Κωνσταντίνος, διότι με την μετακίνηση της Πρωτεύουσας ουσιαστικά έθεσε τα θεμέλια για τον εξελληνισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.313 Η ιστορία τον ονόμασε Μέγα, και μία από τις πολλές πράξεις του που τον κατέστησαν τέτοιον ήταν η μεταφορά του κέντρου του Κράτους,313 γεγονός διόλου αμελητέο, διότι δεν μπορεί αυτή η πολιτική και στρατιωτική διάνοια να μην γνώριζε τα αποτελέσματα αυτής της κίνησης. Άλλωστε, αυτός είναι ο λόγος που οι παπικοί τον αποστρέφονται ή και τον μισούν ακόμα, και μετά το Σχίσμα κανένας πάπας ή δυτικός ηγεμόνας δεν ονομάστηκε Κωνσταντίνος.314 Εύλογο είναι λοιπόν, ότι δεν είναι δυνατόν να έχουν γίνει τόσες αναλύσεις από ειδικούς ιστορικούς για τις ενέργειες του Μ. Κωνσταντίνου και εκείνος να μην διείδε το τι μέλλει γενέσθαι.313

Σε αυτό σίγουρα θα συνέβαλλε και η ανατροφή του από την Αγία Ελένη, αφού πέρασε μαζί της πολλά χρόνια,315 αλλά και ο Χριστιανισμός, που έδωσε νέα ώθηση στον παραπαίοντα μέχρι τότε Ελληνισμό. Το γεγονός ότι ο Ελληνισμός βρισκόταν σε παρακμή φαίνεται καθαρά στις ομιλίες του ρήτορα Δίωνος του Προυσαέως, που προσπαθεί να θυμίσει στους Έλληνες το χαμένο παλαιό τους κλέος.316 Όλα αυτά λοιπόν, κατά κύριο λόγο τα οφείλουμε στον Μ. Κωνσταντίνο, χρονολογικά τον δεύτερο πραγματικά μεγάλο της παγκοσμίου ιστορίας, μετά τον Μ. Αλέξανδρο, και έναν από τους στρατηγούς που δεν ηττήθηκαν ποτέ σε μάχη (Μ. Αλέξανδρος, Ιούλιος Καίσαρας, Βελισάριος, Νικηφόρος Φωκάς οι υπόλοιποι).317 Κάτι τελευταίο που δείχνει την σχέση του Μ. Κωνσταντίνου με τον Ελληνισμό είναι μια αναφορά του Runciman, που έχει να κάνει με τον στολισμό της Κωνσταντινουπόλεως με αρχαία μνημεία τέχνης.318 Ο μεγάλος βυζαντινολόγος, ίσως ο μεγαλύτερος όλων των εποχών, αναφέρει πως «ο Κωνσταντίνος γέμισε τους δρόμους, τις πλατείες και τα μουσεία της νέας πρωτεύουσας με αρχαίους Ελληνικούς καλλιτεχνικούς θησαυρούς για να δώσει έμφαση στον Ελληνισμό του. Οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης που κυκλοφορούσαν κάθε μέρα μέσα στην πόλη δεν θα ήταν δυνατόν να ξεχάσουν ποτέ την δόξα της Ελληνικής τους κληρονομιάς».319

Η επόμενη δυναστεία είναι αυτή του Μ. Θεοδοσίου, που ήταν γιος του Θεοδοσίου του Πρεσβύτερου, αξιωματικού του στρατού, και καταγόταν από την πόλη Καούκα της Γαλικίας της Ισπανίας,320, 321 αν και νεώτερες έρευνες υποστηρίζουν την προέλευσή του από την Ιταλική της Βαιτικής (νότια Ισπανία).322 Ο Θεοδόσιος είναι ο τελευταίος Αυτοκράτορας που κυβέρνησε ενιαία την Αυτοκρατορία,323 κληροδοτώντας το ανατολικό τμήμα στον γιο του Αρκάδιο και το δυτικό στον έτερο γιο του Ονώριο, και ο διαχωρισμός αυτός έμελλε να είναι και ο οριστικός.323 Την δυναστεία κλείνουν ο εγγονός του Θεοδόσιος ο Μικρός, και ο σύζυγος της αδελφής του Πουλχερίας, Μαρκιανός, που καταγόταν από την Θράκη 324 ή την Ιλλυρία,325 με την πρώτη περίπτωση να μοιάζει πιο πιθανή.326 Ο άνθρωπος που βοήθησε στην ανάρρηση του θρόνου τον Μαρκιανό είναι ο Άσπαρ, που ήταν Γερμανός στρατιωτικός και πατρίκιος και υποστηριζόταν από τον γοτθικό προάγοντα, σε σημείο να είναι ο πιο ισχυρός άνδρας της Αυτοκρατορίας.327 Αυτός, μετά τον θάνατο του Μαρκιανού, ο οποίος δεν είχε αφήσει διάδοχο, ανέβασε στον θρόνο τον Λέοντα Α΄,327 τον ιδρυτή της Δυναστείας του Λέοντα ή Θρακικής Δυναστείας.

Κατά τον ιστορικό της εποχής Ιωάννη Μαλάλα, ο Λέων είχε καταβολές από τους Βησσούς,328 οι οποίοι κατοικούσαν στην σημερινή νοτιοδυτική Βουλγαρία,329 ενώ υπάρχει και η άποψη, που υποστηρίζεται από τον Κάνδιδο τον Ίσαυρο (5ος – 6ος αι.), ότι η καταγωγή του ανάγεται στην Δακία,330 η οποία υποστηρίζεται και από νεώτερους ιστορικούς.330, 331, 332, 333 Ο Tredgold σημειώνει πως ήταν Θράκας από την Δακία, και αυτό μπορεί να ισχύει,333 διότι καταγόταν από την Διοίκηση της Μοισίας,332 που περιείχε κομμάτι της Θράκης,334 και ίσως να βρισκόταν κοντά στους Βησσούς, που αναφέρει ο Μαλάλας. Ο Λέων απάλλαξε την Αυτοκρατορία από τους Γότθους, οι οποίοι λόγω του στρατού είχαν μεγάλη ισχύ,335 και ονομάστηκε Μέγας.336 Γι’ αυτό επί των ημερών του μπήκαν οι βάσεις για την δημιουργία εθνικού στρατού.337 Επίσης, είναι ο πρώτος Αυτοκράτορας που εστέφθη από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως,338 ένα τυπικό το οποίο διατηρήθηκε καθ’ όλη την διάρκεια της Αυτοκρατορίας, όπως επίσης είναι ο πρώτος που νομοθέτησε στα ελληνικά.339 Αξιοσημείωτο είναι πως ο Λέων είναι Άγιος και τιμάται από την Ορθόδοξο Εκκλησία στις 20 Ιανουαρίου εκάστου έτους.340

Άλλα μέλη της δυναστείας είναι ο σύζυγος της κόρης του Αριάδνης, Ζήνων και ο γιος του Λέων Β’, ο οποίος βασίλευσε πριν τον πατέρα του, αλλά πέθανε σε μικρή ηλικία.341 Ο Ζήνων ήταν Ίσαυρος,342 και ονομαζόταν Tarasicodissa Rousombladadiotes (Ταρασισκωδισέος Ρουσομπλαδαδιώτης), όμως μετονομάστηκε όταν έγινε Αυτοκράτορας, διότι ο ελληνοποιημένος πληθυσμός της Πρωτεύουσας επιθυμούσε ένα πιο εύηχο όνομα και κατά προτίμηση ελληνικό.343 Πρέπει να ονομαζόταν Tarasis, ένα σύνηθες όνομα στην Ισαυρία, με το δεύτερο συνθετικό του ονόματός του, Kodisa, να ήταν το όνομα του πατέρα του,344, 345 και καταγόταν από την πόλη Rusumblada, που μετονομάστηκε σε Ζηνούπολη, απ’ όπου πήρε το δεύτερο όνομά του.346 Πρέπει να προσθέσουμε πως οι Ίσαυροι είχαν εξελληνιστεί από πολύ παλιά,347, 348, 349 όμως θεωρούνταν έθνος βάρβαρο,350 αλλά αυτό ίσως να ευθύνεται στον τραχύ και φιλοπόλεμο χαρακτήρα τους.349, 350 Τον Ζήνωνα προς στιγμή τον είχε ανατρέψει ο Βασιλίσκος, αδελφός της Αιλίας Βερίνας, συζύγου του Λέοντος Α’, που η καταγωγή του λέγεται ότι είναι από τα Βαλκάνια,351 όμως κατά μία άλλη εκδοχή ήταν θείος του Οδόακρου, όπως φαίνεται από ένα απόσπασμα του Ιωάννου Αντιοχείας, που αναφέρει πως ο Οδόακρος ήταν αδελφός με τον Αρμάτιο, ανιψιό του Βασιλίσκου, με την εκδοχή αυτήν όμως να μην είναι κοινώς αποδεκτή.351, 352, 353, 354  Η δυναστεία του Λέοντος κλείνει με τον Αναστάσιο Α’ τον Δίκορο, που καταγόταν από το Δυρράχιο,355, 356 χωρίς να υπάρχουν άλλες πληροφορίες για την καταγωγή του. Έχει χαρακτηριστεί από ιστορικούς ως Ιλλυρικιανός (Illyricianus), γιατί ήταν κάτοικος της ιλλυριακής επαρχίας,357 αλλά αυτό δεν συνεπάγεται την ιλλυρική καταγωγή του, αφού ως γνωστόν το Δυρράχιο, η παλαιά Επίδαμνος, είναι ελληνική πόλη,358 ιδρυθείσα το 627 ή 625 π.Χ.,359 από Κορίνθιους και Κερκυραίους.360 Επομένως, ο Αναστάσιος ήταν Έλληνας ή Ιλλυριός.

Την δυναστεία αυτή διαδέχτηκε εκείνη του Ιουστινιανού, ιδρυτής της οποίας υπήρξε ο Ιουστίνος Α’, για την καταγωγή του οποίου οι γνώμες διίστανται, με ορισμένους ιστορικούς να τάσσονται υπέρ της θρακικής καταγωγής του και άλλους υπέρ της ιλλυρικής.361 Ο Ιουστίνος γεννήθηκε στο Ταυρίσιο, μια πόλη κοντά σε αυτήν των Σκουπών (σημερινή πόλη των Σκοπίων),362, 363, 364, 365, 366, 367 που άνηκε στην επαρχία του Ιλλυρικού, κοντά στην Δαρδανία,368, 369, 370, 371, 372 και ήταν λατινόφωνος,373, 374, 375, 376, 377 αν και μιλούσε καλά και τα ελληνικά.377 Οι ιστορικοί του 20ου αιώνα τείνουν προς την ιλλυρική καταγωγή του, όμως σύμφωνα με ειδική έρευνα του Vasiliev για την ζωή του Ιουστίνου, η θρακική καταγωγή φαίνεται πιθανότερη.378 Αυτό γιατί ο Ρώσος ιστορικός πιστεύει πως ήταν πιθανό τα μέλη της οικογένειας του Ιουστίνου να ήταν Θράκες και να διέμεναν στην Ιλλυρία.378 Άλλα στοιχεία που συνεπικουρούν της θρακικής προέλευσης είναι οι μαρτυρίες των ιστορικών της εποχής της Ρωμανίας, που σχεδόν καθολικά τον ονομάζουν Θράκα,378 όπως επίσης και τα ονόματα της οικογένειάς του που ήταν θρακικά.379 Ο Ιουστίνος γεννήθηκε το 450 ή 452, και άνηκε σε μία πολύ φτωχή οικογένεια, όπου εξασκούσε το επάγγελμα του βοσκού, και περίπου είκοσι ετών μετέβη στην Κωνσταντινούπολη,380 όπου εντάχθηκε στον στρατό και αργότερα έγινε κόμης των εξκουβιτόρων, δηλαδή φρουρός των ανακτόρων.381 Ο Ιουστίνος έφερε μαζί του στην Πρωτεύουσα τον γιο της αδελφής του, Πέτρο Σαββάτιο Ιουστινιανό, που το τελευταίο όνομά του σημαίνει γιος του Ιουστίνου, και του παρείχε εκπαίδευση και μόρφωση, με αποτέλεσμα να μάθει θεολογία, νομολογία και ιστορία.382 Ουσιαστικά, ο Ιουστινιανός κυβερνούσε το κράτος από την εποχή διακυβέρνησης του θείου του,383 και αναγορεύτηκε Αυτοκράτορας το 527.

Όπως και για τον θείο του, έτσι και για τον Ιουστινιανό υπάρχει διχασμός των απόψεων, ανάμεσα στην θρακική 384, 385, 386 και ιλλυρική 387, 388, 389 καταγωγή του. Γεννήθηκε κι αυτός στο Ταυρίσιο,390, 391 όπου εκεί κοντά ίδρυσε και την πόλη Ιουστινιανή Πρώτη,392, 393, 394 και κατά πάσα πιθανότητα αποτελεί τον τελευταίο λατινόφωνο Αυτοκράτορα της Ρωμανίας, που όπως φάνηκε από τις «Νεαρές», πρέπει να γνώριζε και την ελληνική.395, 396, 397, 398 Ο Ιουστινιανός ήταν Θράκας, και αυτό γίνεται φανερό από το όνομα του πατέρα του Σαββατίου, το οποίο αποτελεί ένα  κατ’ εξοχήν θρακικό όνομα.399 Αξιοσημείωτη είναι και μία αναφορά του Σ. Καργάκου, που καλεί τον Ιουστίνο Μακεδόνα, με τον χαρακτηρισμό αυτόν να είναι απολύτως ορθός.400 Ο λόγος είναι πως το Ταυρίσιο βρίσκεται γεωγραφικά σε μακεδονική γη,401, 402 ανεξαρτήτως από τον διαχωρισμό των επαρχιών, που τότε το συγκεκριμένο μέρος της άνηκε στο Ιλλυρικό. Αυτός είναι ένας λόγος κατά τον Vasiliev που στηρίζεται η ιλλυρική καταγωγή των Αυτοκρατόρων, η ύπαρξη δηλαδή του Ταυρισίου στην επαρχία του Ιλλυρικού.403 Όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε πως οι επαρχίες και αργότερα τα θέματα μεταβάλλονταν με τον καιρό, όμως η Μακεδονία γεωγραφικά είναι η ίδια, την οποία ποτέ δεν έπαψαν να την κατοικούν Έλληνες, και κατά την ρωμαϊκή κυριαρχία, την τουρκοκρατία αλλά και αργότερα μέχρι και σήμερα. Βέβαια δεν ισχυριζόμαστε ότι ο Ιουστίνος και ο Ιουστινιανός ήταν Μακεδόνες στην καταγωγή, αφού δεν υπάρχει κάποια σχετική βιβλιογραφική αναφορά, όμως είναι κάτι αξιοπρόσεχτο, αφού ο τόπος καταγωγής πολλές φορές δίνει το όνομα στους γεννηθέντες σε αυτόν, όπως στον Βασίλειο Α’ και τον Αυτοκράτορα της Ρώμης Μαξιμίνο, που έχει περάσει στην ιστορία ως «Θραξ» επειδή γεννήθηκε στην Θράκη, παρ’ όλο που ο πατέρας του ήταν Γότθος και η μητέρα του Αλανή.404

Κατά το παρελθόν είχε υποστηριχθεί η άποψη περί της σλαβικής καταγωγής του Ιουστινιανού,405 η οποία όμως σήμερα είναι καθολικά απορριπτέα, αφού ανακαλύφθηκε πως οι πηγές που υποστήριζαν την θέση αυτήν ήταν πλαστές.406, 407, 408, 409 Ο Ιουστινιανός επειδή δεν είχε απογόνους, στον θρόνο ανέβηκε ο ανιψιός του Ιουστίνος Β’, ο πατέρας του οποίου ονομαζόταν Δουλκίσιμος, χωρίς όμως να έχουμε κάποιο στοιχείο για την καταγωγή του,410 αλλά και κατά πάσα πιθανότητα ήταν και αυτός Θράκας ή Ιλλυριός.

Μετά τον Ιουστίνο Β’, ο θρόνος περιήλθε στον φίλο του Τιβέριο Κωνσταντίνο, ο οποίος καταγόταν από την Θράκη 411, 412, 413, 414 και άνηκε στο λατινόφωνο κομμάτι των Βαλκανίων.415 Αυτόν διαδέχτηκε ο σύζυγος της κόρης του, Μαυρίκιος, που καταγόταν από την Αραβησσό της Καππαδοκίας,416 ο οποίος ήταν ελληνικής καταγωγής,417, 418, 419 και μάλιστα ήταν ο πρώτος Αυτοκράτορας που είχε την ελληνική ως μητρική του γλώσσα, από την εποχή του Αναστασίου Α’ και έπειτα.420 Έχει καταγραφεί από τον Ευάγριο τον Σχολαστικό ότι ο πατέρας του, Παύλος,421 καταγόταν από την αρχαία Ρώμη,421, 420, 419 με τον Άμαντο να σημειώνει πως «είχε πατέρα ίσως Ρωμαίον αλλά μητέρα ελληνίδα. Η ελληνική γλώσσα ωμιλείτο εις την οικογένειά του η οποία ανέδειξε λόγιους άνδρας»,422 πεποίθηση η οποία μάλλον δεν ισχύει, αλλά αποτελεί ενέργεια για εξύψωση του γοήτρου του Αυτοκράτορα. Υπάρχει επίσης η άποψη ότι ήταν Αρμένιος 423, 424 έστω και εξελληνισμένος,425 κάτι όμως που είναι εξαιρετικά αμφίβολο και απροσδιόριστο,426, 427 και βέβαια επ’ ουδενί δεν μπορεί να ισχύει, για τον απλό λόγο ότι ο Μαυρίκιος είχε επιτεθεί εναντίον τους και είχε την χειρίστη γνώμη γι’ αυτούς, χαρακτηρίζοντάς τους έθνος άτιμο και απείθαρχο.427 Τέλος, ο Λομβαρδός ιστορικός Παύλος ο Διάκονος (8ος αι.) τον χαρακτηρίζει ως τον πρώτο Έλληνα Αυτοκράτορα της Ρωμανίας.428 Την θέση του Μαυρίκιου, αφού τον ανέτρεψε, πήρε ο Φωκάς, ο οποίος ήταν ελληνόφωνος Θράκας,429, 430 με τον οποίο κλείνει η πρωτοβυζαντινή περίοδος.

Πριν ολοκληρώσουμε το παρόν μέρος, είναι αναγκαίο να γίνει μία παρατήρηση σχετικά με τους Θράκες, αφού στην πρωτοβυζαντινή περίοδο υπάρχουν πολλοί Αυτοκράτορες που η καταγωγή τους ανάγεται στην γεωγραφική περιοχή της Θράκης. Η επιστημονική κοινότητα ονομάζει Θράκες όσους κατάγονται από τα μέρη της Θράκης, χωρίς να τους συσχετίζει με τους Έλληνες, πράγμα που συμβαίνει και με τους καταγόμενους εκ της Μ. Ασίας.431 Αυτό πιστεύω πως γίνεται, διότι τα μέρη αυτά δεν απελευθερώθηκαν κατά τους Αγώνες του ελληνικού Γένους, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σε αυτές τις περιοχές ζούσαν και ζουν Έλληνες. Ειδικά, για την Θράκη που εξετάζουμε, είναι γνωστό πως ο εξελληνισμός της ξεκίνησε από τον 8ο αι. π.Χ.,432 επεκτάθηκε στην θρακική ενδοχώρα κατά την ελληνιστική εποχή και ολοκληρώθηκε στην Ν. Θράκη την ρωμαϊκή περίοδο ενώ σημείωσε μεγάλη πρόοδο στην Βόρεια,433 καθώς και πως «οι Θράκες μετείχαν σε όλες τις περιπέτειες του Ελληνισμού».434 Επομένως την εποχή του 5ου – 6ου αιώνα που ερευνούμε ο εξελληνισμός μάλλον ήταν ολοκληρωτικός, όμως στην ρωμαϊκή περίοδο υπάρχει μια ιδιαιτερότητα, που αφορά τον εκλατινισμό της βαλκανικής χερσονήσου.

Αυτός διενεργήθηκε περισσότερο στα μέρη από τον Αίμο μέχρι τον Δούναβη, στα σύνορα της Αυτοκρατορίας, και ο λόγος είναι ότι η λατινική ήταν η γλώσσα του στρατού και του κράτους, επομένως αν κάποιος ήθελε να ασχοληθεί με αυτά θα έπρεπε να γνωρίζει ή να μάθει λατινικά.435, 436, 437 Χαρακτηριστική περίπτωση Ελλήνων που επιστρατευτήκαν στα σύνορα βρίσκουμε στον Κ. Παπαρρηγόπουλο, που αναφέρει πως επί Καρακάλλα είχαν μεταφερθεί στον Ίστρο πολλοί νέοι Σπαρτιάτες, που σχημάτισαν δύο λόχους, τον Λακωνικό και τον Πιτανάτη.438 Επίσης, η περιοχή άνω του Αίμου, η Κάτω Μοισία, που η λατινική επικρατούσε, είχε δεχθεί πολύ μεγάλο αριθμό Ελλήνων εποίκων, κυρίως από τον ελληνικό πληθυσμό της Μ. Ασίας, τον 2ο και 3ο αιώνα.439 Επομένως, πρέπει να υπήρχαν πολλοί Έλληνες στην Θράκη, και γηγενείς ακόμη, που είχαν εκλατινιστεί λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν, που ανάμεσα σε αυτούς ίσως να υπάγονται και οι Θράκες Αυτοκράτορες, που όλοι άνηκαν στον στρατό, αλλά και ο Αυτοκράτορας Αναστάσιος Α’, διότι αυτό συνέβαινε και στην περιοχή της Ιλλυρίας, και όπως είδαμε παραπάνω, κατά τον Treadgold, ίσως να ήταν κι αυτός λατινόφωνος.440 Αυτός είναι ο λόγος που Έλληνες ιστορικοί θεωρούν τον Λέοντα Α’ και τον Τιβέριο Έλληνες,441 άποψη την οποία συμμεριζόμαστε, αλλά επισημαίνουμε πως είχαν εκλατινιστεί, όπως και οι λοιποί των Αυτοκρατόρων εκείνης της περιόδου, ο καθένας κατά το ίδιον επίπεδο.

Όσον αφορά τον προαναφερθέντα εκλατινισμό χρήσιμες είναι κάποιες σκέψεις. Ο εκλατινισμός αυτός δεν πρέπει να ήταν ίδιος με τον αντίστοιχο εξελληνισμό των Αρμενίων για παράδειγμα, ούτε να επετεύχθη στον ίδιο βαθμό, διότι οι εξελληνισμένοι Αρμένιοι Αυτοκράτορες, στην ουσία έγιναν Έλληνες και έδρασαν σε τόπο εκτός της χώρας προέλευσής τους. Αντιθέτως, οι εκλατινισμένοι Έλληνες μπορεί να μιλούσαν λατινικά και να μην μετείχαν ενδεχομένως όσο άλλοι Έλληνες στην ελληνική παιδεία, όμως κατάγονταν από ελληνικές περιοχές και εντός αυτών έδρασαν. Για παράδειγμα, οι εξ Αρμενίας εξελληνισμένοι δεν διδάσκονταν την ιστορία της Αρμενίας ούτε καν γνώριζαν την γλώσσα, σε αντίθεση με τους εκλατινισμένους Έλληνες, που όπως είδαμε γνώριζαν ελληνικά, έστω κι αν για ορισμένους από αυτούς δεν ήταν η μητρική τους γλώσσα, και σίγουρα γνώριζαν και ελληνική ιστορία, αφού αυτή διδασκόταν ακόμα από την ρωμαϊκή εποχή.442

Σχετικά με την γλώσσα, έχει κάνει μια καίρια αναφορά ο Treadgold, λέγοντας πως ο Ιουστίνος Α’ είναι ο πρώτος Αυτοκράτορας από τον Μ. Θεοδόσιο και μετά, που είχε την λατινική ως μητρική του γλώσσα,443 γεγονός που δείχνει πως όλοι οι Βασιλείς που μεσολάβησαν, παρ’ όλο που μιλούσαν λατινικά, πιθανόν είναι να μην την είχαν μητρική τους γλώσσα, αλλά να την έμαθαν ως γλώσσα του κράτους, τηρώντας τις τότε συνθήκες της Αυτοκρατορίας. Όσον αφορά τον Ιουστίνο και την οικογένειά του, ο τόπος καταγωγής του βρίσκεται στα όρια της λατινόγλωσσης βαλκανικής χερσονήσου, όπως τα όρισε πρώτος ο βαλκανιολόγος Jivecek, επομένως πρέπει να άνηκε στο αντίστοιχο κομμάτι της χερσονήσου, όπου ομιλούταν η λατινική.444

Επομένως, συμπεραίνουμε πως ο εκλατινισμός των Ελλήνων δεν είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο εξελληνισμό άλλων λαών, αφού ο πρώτος κατά κύριο λόγο πραγματοποιήθηκε περισσότερο κατ’ ανάγκη, και ίσως να μην ήταν καθολικός, ούτε να είχε επιτευχθεί στον ίδιο βαθμό σε όλα τα άτομα. Αυτό φαίνεται από αρχαιολογικές έρευνες που διενεργήθηκαν στις επιγραφές της Θράκης, οι οποίες έδειξαν πως ακόμα και σε μέρη που η λατινική είχε υπερισχύσει της ελληνικής γλώσσας, η δεύτερη ποτέ δεν εξέλειψε, και μάλιστα λόγω του Χριστιανισμού άρχισε και πάλι να ανθεί.445 Άλλωστε, οι ίδιες έρευνες έχουν αποδείξει πως οι περισσότερες περιοχές της Θράκης, ιδίως η περιοχή νότια του Αίμου, είχαν γνωρίσει πλήρη γλωσσικό εξελληνισμό στο τέλος της αρχαιότητας, δηλαδή στην ρωμαϊκή περίοδο, στα τέλη του 3ου με αρχές του 4ου αιώνα.445 Τέλος, θα μπορούσε κανείς να εικάσει πως η λατινοφωνία των Αυτοκρατόρων αυτών, οφείλεται στην καταγωγή τους από ρωμαϊκές οικογένειες που είχαν μεταναστεύσει στην χερσόνησο του Αίμου,446 όμως κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει, διότι δεν αναφέρεται πουθενά στις ιστορικές πηγές. Αν ίσχυε αυτό, σίγουρα θα αναφερόταν και θα υπερτονιζόταν μάλιστα, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας πως σε πολλούς Αυτοκράτορες αποδόθηκε  ευγενής καταγωγή, ακόμη και από την παλαιά Ρώμη, χωρίς να ισχύει, πόσο μάλλον θα συνέβαινε αυτό, αν υπήρχε σχέση μεταξύ των Θρακών Αυτοκρατόρων και της ρωμαϊκής καταγωγής.

Συμπεραίνουμε λοιπόν, πως ο Παύλος ο Διάκονος ορθώς ονόμασε πρώτο Έλληνα Αυτοκράτορα τον Μαυρίκιο, αφού ήταν Έλληνας στην καταγωγή, την γλώσσα και τις συνήθειες, ενώ τους πριν από αυτόν τους ονομάζουμε εκλατινισμένους Έλληνες. Αυτό ίσως να φαίνεται παράξενο, που ονομάζουμε δηλαδή Έλληνες τους Αυτοκράτορες αυτούς και τους Θράκες εν γένει, ειδικά της εποχής εκείνης, όμως όπως σωστά επεσήμανε ο Σ. Καργάκος, «κάποτε πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα θρακοκεντρικά και όχι αθηναιοκεντρικά»,447 εννοώντας προφανώς πως Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα και η μητροπολιτική Ελλάδα, αλλά ότι ο Ελληνισμός είναι ευρύτερος και ιστορικότερος. Οι παραπάνω αναφορές που διενεργήσαμε δεν είναι αυθαίρετες, αλλά κατά μία έννοια προσυπογράφονται από τον Π. Καρολίδη, ο οποίος στο έργο του «Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας» γράφει πως όλοι οι Αυτοκράτορες από Μαρκιανού έως και Τιβερίου «μάλλον ή ήττον ήσαν Έλληνες», συμπεριλαμβανομένου του Μ. Κωνσταντίνου, διότι η μητέρα του ήταν Ελληνίδα, και πως «από του Μαυρικίου πάντες οι Βασιλείς κατήγοντο εκ των εξηλληνισμένων χωρών της Ανατολής και ιδίως από της Μικράς Ασίας».448

Στην πρωτοβυζαντινή περίοδο λοιπόν, έχουμε την Δυναστεία του Μ. Κωνσταντίνου που αποτελούταν εξ ολοκλήρου από Ιλλυριούς, του Θεοδοσίου που είχε τρεις Ίβηρες και έναν Θράκα, του Λέοντος Α’, με δύο Ισαύρους, έναν Θράκα, έναν Έλληνα ή Ιλλυριό και έναν καταγόμενο από την βαλκανική χερσόνησο ή από γερμανικά φύλα, και του Ιουστινιανού, που αποτελούταν από λατινόφωνους και έναν ελληνόφωνο Θράκα, καθώς και έναν Έλληνα Καππαδόκη.

Βιβλιογραφία

  1. Historia Augusta, Life of Claudius, 13, http://penelope.uchicago.edu/Thayer/E/Roman/Texts/Historia_Augusta/Claudius*.html#13
  2. B. Martindale, A.H.M. Jones, J. Morris, eds. (1992), The Prosopography of the Later Roman Empire III: A.D. 527–641, σελ. 227, Cambridge: Cambridge University Press
  3. Ηλίας Λάσκαρης (1995), Βυζαντινοί Αυτοκράτορες, τόμος Α’, σελ. 10, έκδοση Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα
  4. W. Drijvers (1991), Helena Augusta: The Mother of Constantine the Great and the Legend of Her finding the True Cross, σελ. 15-17, Brill, Leiden
  5. Kazhdan (1991), The Oxford Dictionary of Byzantium, σελ. 909, Oxford University Press
  6. http://constantinople.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaId=4997
  7. Epps (2012), Roman Empire Hostile takeover of the Church, σελ. 59, CreateSpace Independent Publishing Platform
  8. A. Pohlsander (1999), “Constantine I (306 – 337)”, De Imperatoribus Romanis, http://www.roman-emperors.org/conniei.htm
  9. Ηλίας Λάσκαρης (1995), σελ. 10
  10. Σ.Ι. Καργάκος (2012), Η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως, τόμος Α’, σελ. 46-47, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα
  11. A.A. Vasiliev (1954), Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453, σελ. 64, Α’ έκδοση 1925, μετάφραση Δημοσθένης Σαβράμης, εκδόσεις Μπεργάδη
  12. M. Odahl (2001), Constantine and the Christian empire, σελ. 40-41, London: Routledge
  13. Gabucci (2002), Ancient Rome: art, architecture and history, 141, Los Angeles, CA: J. Paul Getty Museum
  14. H. Tejirian, R.S. Simon, (2012), Conflict, conquest, and conversion two thousand years of Christian missions in the Middle East, σελ. 15, New York: Columbia University Press
  15. Encyclopaedia Britannica, “Constantine I, Roman Emperor”, https://www.britannica.com/biography/Constantine-I-Roman-emperor
  16. A.A. Vasiliev (1954), σελ. 89
  17. Σ.Ι. Καργάκος (2012), τόμος Α’, σελ. 161
  18. Σ.Ι. Καργάκος (2012), τόμος Α’, σελ. 169
  19. Banchich (1996), “Jovian (363 – 364)”, De Imperatoribus Romanis, http://www.roman-emperors.org/jovian.htm
  20. http://asiaminor.ehw.gr/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=4591
  21. Ηλίας Λάσκαρης (1995), σελ. 30
  22. E. Lenski (2002), Failure of empire: Valens and the Roman state in the fourth century A.D., σελ. 88, University of California Press
  23. Lenski (1997), “The Pannonian Emperors, Valens (364 – 378)”, De Imperatoribus Romanis, http://www.roman-emperors.org/valens.htm
  24. Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, “Ο Εορτασμός του Αποστόλου Παύλου”, http://iaath.gr/content/o-eortasmos-toy-apostoloy-payloy
  25. Σ.Ι. Καργάκος (2012), τόμος Α’, σελ. 122-123, 130-131
  26. National geographic (2011), Μέγας Κωνσταντίνος, Μέγας και Άγιος, τόμος 1, σελ. 147, National Geographic, Ειδική Έκδοση
  27. National geographic (2011), σελ. 106
  28. Paul Veyne (2005), L’empire gréco-romain, Éditions du Seuil, Paris, http://www.hellinon.net/NeesSelides/NEOTERES/EllinesRomaioi.htm
  29. Ηλίας Λάσκαρης (1995), τόμος Β’, σελ. 196
  30. http://constantinople.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaid=10956&boithimata_State=&kefalaia_State=#chapter_1
  31. http://www.hellinon.net/TheGreekByzantium.htm
  32. Hydatius, Chronicon, year 379, II
  33. Zos, Historia Nova, 4.24.4
  34. M. Canto (2006), «Sobre el origen bético de Teodosio I el Grande, y su improbable nacimiento en Cauca de Gallaecia», Latomus (Bruselas) 65 (2)
  35. Σ.Ι. Καργάκος (2012), τόμος Α’, σελ. 187, 206-207
  36. Ευάγριος Σχολαστικός, Εκκλησιαστική Ιστορία,1
  37. Θεόδωρος Αναγνώστης, Historia Tripartita, σελ. 354
  38. A. Vasiliev (1950), Justin the First, An Introduction to the Epoch of Justinian the Great, σελ. 43, Harvard University Press, Cambridge, Massachusetts
  39. A.A. Vasiliev (1954), σελ. 136
  40. Ιωάννου Μαλάλα, Χρονογραφία, σελ. 118, http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Malalas_PG%2097/Chronographia.pdf
  41. Ηρόδοτος, Ιστορίαι, Ζ, 111
  42. Β. Bury (1958), History of the Later Roman Empire, τόμος 1, σελ. 315, Dover Publications
  43. A. Vasiliev (1950), σελ. 43
  44. Friell, S. Williams (1998), The Rome That Did Not Fall: The Survival of the East in the Fifth Century, σελ. 170, 261, Ancient history. London: Taylor & Francis
  45. Treadgold (1997),A History of the Byzantine State and Society, σελ. 149, Stanford: Stanford University Press
  46. Roisman, I. Worthington (2010), A Companion to Ancient Macedonia, σελ. 587, Wiley – Blackwell
  47. Ostrogorsky (1969),History of the Byzantine State, σελ. 68
  48. A. Vasiliev (1954), σελ. 136
  49. Ηλίας Λάσκαρης (1995), τόμος Β’, σελ. 52
  50. Ostrogorsky (1969),σελ. 67
  51. Wickham (2009), The Inheritance of Rome, σελ. 90, Penguin Books Ltd.
  52. Μέγας Συναξαριστής, «Ο Άγιος Λέων Μακκέλης ο Μέγας», http://www.synaxarion.gr/gr/sid/1818/sxsaintinfo.aspx
  53. Ιωάννου Μαλάλα, Χρονογραφία, σελ. 118, http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Malalas_PG%2097/Chronographia.pdf
  54. A.A. Vasiliev (1954), σελ. 129
  55. Σ.Ι. Καργάκος (2012), τόμος Β’, σελ. 111
  56. M. Harrison (1981), “The Emperor Zeno’s Real Name”, Byzantinische Zeitschrift, 74, 27–28)
  57. Feissel (1984), “Deux inscriptions d’Asie mineure et le consuls de 448 et 452”, in Bulletin de correspondance hellénique, σελ. 105, vol. 108
  58. Mitchell (2007), A history of the later Roman Empire, AD 284–641: the transformation of the ancient world, σελ. 114, Wiley-Blackwell
  59. Κ. Παπαρρηγόπουλος (1932), Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1930, προσθήκες, σημειώσεις και βελτιώσεις υπό Παύλου Καρολίδου, τόμος 4, μέρος Β’, σελ. 300-302, εκδόσεις Ελευθερουδάκης, Αθήνα
  60. Ηλίας Λάσκαρης (1995), τόμος Α’, σελ. 179-180
  61. Σ.Ι. Καργάκος (2012), τόμος Β’, σελ. 110
  62. Κ. Παπαρρηγόπουλος (1860-1876), Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, βιβλίο δέκατο, σελ. 90, εκδόσεις Κάκτος, 1992
  63. Elton (1998), “Flavius Basiliscus (AD 475 – 476)”, De Imperatoribus Romanis, http://www.roman-emperors.org/basilis.htm
  64. Krautschick (1986), «Zwei Aspekte des Jahres 476», Historia (35): 344–371
  65. Maas (2015), The Cambridge Companion to the Age of Attila, σελ. 110, Brian Croke, Cambridge University Press
  66. Macgeorge (2003), Late Roman Warlords, σελ. 284-285, Oxford University Press
  67. Elton (1998), “Anastasius (AD 491 – 518)”, De Imperatoribus Romanis, http://www.roman-emperors.org/anastasi.htm
  68. Σ.Ι. Καργάκος (2012), τόμος Β’, σελ. 119
  69. Croke (2001), Count Marcellinus and his chronicle, σελ. 89, Oxford University Press, Retrieved 2010
  70. J. Wilkes (1992), The Illyrians, σελ. 96, Wiley – Blackwell, Oxford
  71. H. Hansen (2005), An Inventory of Archaic and Classical Poleis: An Investigation Conducted by The Copenhagen Polis Centre for the Danish National Research Foundationy, σελ. 330, Oxford University Press, Oxford
  72. J. Rhodes (2010), A History of the Classical Greek World 478-323 BC, σελ. 88, 2nd edition, Wiley-Blackwell, Chichester
  73. A. Vasiliev (1950), σελ. 43-53
  74. Προκόπιος Καισαρείας, Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία, σελ. 57, εκδόσεις Άγρα
  75. Cameron (2001), The Cambridge Ancient History, XIV: Late Antiquity: Empire and Successors, Chapter III: Justin I and Justinian, σελ. 63, Cambridge University Press
  76. Adkins, R.A. Adkins (2004), Handbook to Life in Ancient Rome, σελ. 38, updated edition, Facts On File
  77. Mócsy (1974), Pannonia and Upper Moesia: A History of the Middle Danube Provinces of the Roman Empire, σελ. 350, Routledge Revivals
  78. A. Vasiliev (1950), σελ. 53
  79. Σ.Ι. Καργάκος (2012), τόμος Β’, σελ. 129-130
  80. Πρκόπιος Καισαρείας, Περί Κτισμάτων, σελ. 38
  81. J. Norwich (1988), Byzantium: The Early Centuries, σελ. 70, Viking
  82. Binns (1996), Ascetics and Ambassadors of Christ: The Monasteries of Palestine, 314–631, σελ. 13, Clarendon Press
  83. The Encyclopedia Americana, Volume 16, Grolier Incorporated, 1989, σελ. 244
  84. B. Martindale, A.H.M. Jones, J. Morris, eds. (1980), The Prosopography of the Later Roman Empire – Volume II: A.D. 395-527, σελ. 648-649, Cambridge: Cambridge University Press
  85. A. Vasiliev (1950), σελ. 43-53
  86. Moorhead (1994), Justinian, σελ. 15, London and New York: Longman
  87. Binns (1996), σελ. 13
  88. Cameron (2001), σελ. 63
  89. Treadgold (1997),A History of the Byzantine State and Society, σελ. 174, Stanford: Stanford University Press
  90. A. Vasiliev (1950), σελ. 43-53
  91. A.S. Evans (1996), The Age of Justinian: The Circumstances of Imperial Power, σελ. 96, Routledge
  92. A. Vasiliev (1950), σελ. 63
  93. H.M. Jones (1986), The Later Roman Empire, 284–602: A Social, Economic, and Administrative Survey, σελ. 658, Baltimore: JHU Press
  94. Browning (2003), Justinian and Theodora, σελ. 23, Gorgias Press LLC
  95. Προκόπιος Καισαρείας, Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία, σελ. 59, εκδόσεις Άγρα
  96. Browning (2003), σελ. 23
  97. Mócsy (1974), σελ. 350
  98. Greatrex, H. Elton, L. McMahon (2015), Shifting Genres in Late Antiquity, σελ. 259, Ashgate Publishing, Ltd.
  99. Treadgold (1997),σελ. 246
  100. Maas (2005), The Cambridge Companion to the Age of Justinian, σελ. 9-12, Cambridge University Press
  101. W. Barker (1966), Justinian and the later Roman Empire, σελ. 75, University of Wisconsin
  102. Ostrogorsky (1969),σελ. 73
  103. Σ.Ι. Καργάκος (2012), τόμος Β’, σελ. 136
  104. Πρκόπιος Καισαρείας, Περί Κτισμάτων, σελ. 38
  105. M. Cirkovic (2004), The Serbs, σελ. 36, Wiley – Blackwell
  106. Necipoglou (2001), Byzantine Constantinople: Monuments, Topography and Everyday Life, σελ. 37, Brill, Leiden, Boston, Koln
  107. A.S. Evans (1996), The Emperor Justinian and the Byzantine Empire, σελ. 24-25, Greenwood Press
  108. A. Vasiliev (1950), σελ. 49
  109. Wickham (2009), The Inheritance of Rome, σελ. 90. Penguin Books Ltd.
  110. Moorhead (1994), σελ. 18
  111. A. Vasiliev (1950), σελ. 49
  112. Σ.Ι. Καργάκος (2012), τόμος Β’, σελ. 129-130
  113. Par Bianconi (1885), Map of Macedonia, https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/9/9e/85mapmacedonia.jpg
  114. Π. Καρολίδης (1905), Ο Αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, σελ. 9, εκδόσεις του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναις
  115. A. Vasiliev (1950), σελ. 43-53
  116. Historia Augusta, Life of Maximinus, 1,5, http://penelope.uchicago.edu/Thayer/E/Roman/Texts/Historia_Augusta/Maximini_duo*.html
  117. Κ. Παπαρρηγόπουλος (1860-1876), Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, βιβλίο ένατο, σελ. 106-108, εκδόσεις Κάκτος, 1992
  118. A. Vasiliev (1954), σελ. 165
  119. C. Diehl (2002), Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τόμος Α’, σελ. 12, εκδόσεις Ηλιάδη, Α’ έκδοση 1920
  120. Σ.Ι. Καργάκος (2012), τόμος Β’, σελ. 136
  121. Κ. Παπαρρηγόπουλος (1932), Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1930, προσθήκες, σημειώσεις και βελτιώσεις υπό Παύλου Καρολίδου, τόμος 3, μέρος Α’, σελ. 79, εκδόσεις Ελευθερουδάκης, Αθήνα
  122. A. Vasiliev (1950), σελ. 62-63
  123. Άγιος Θεοφάνης Ομολογητής, Χρονογραφία, σελ. 120
  124. Kazhdan Alexander(1991), Oxford Dictionary of Byzantium, σελ. 2083, Oxford University Press
  125. A.A. Vasiliev (1954),σελ. 166
  126. Treadgold (1997),A History of the Byzantine State and Society, σελ. 223, Stanford: Stanford University Press
  127. Lawler (2004), Encyclopedia of Byzantine Empire, σελ. 289, Library of Congress Cataloguing in Publication Data
  128. http://asiaminor.ehw.gr/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=5249
  129. Corradini (2006), Texts and identities in the early Middle Ages, σελ. 57, Verl. der Österr. Akad. der Wiss
  130. Stark (2012), Rome on the Euphrates: The Story of a Frontier, σελ. 390, Tauris Parke Paperbacks
  131. A.A. Vasiliev (1954),σελ. 166
  132. Treadgold (1997),σελ. 227
  133. B. Martindale, A.H.M. Jones, J. Morris, eds. (1992), The Prosopography of the Later Roman Empire III: A.D. 527–641, σελ. 855, Cambridge: Cambridge University Press
  134. Ηλίας Λάσκαρης (1995), τόμος Α’, σελ. 180
  135. A. Vasiliev (1954), σελ. 167
  136. Charanis (1959) “Ethnic Changes in the Byzantine Empire in the Seventh Century”, Dumbarton Oaks Papers, Dumbarton Oaks, 13: 23–44
  137. H. Rosser (2011), Historical Dictionary of Byzantium, σελ. 199, Second edition, Scarecrow Press
  138. Kazhdan Alexander(1991), σελ. 1318
  139. Charanis (1959) “Ethnic Changes in the Byzantine Empire in the Seventh Century”, Dumbarton Oaks Papers, Dumbarton Oaks, 13: 23–44
  140. Paulus Diaconus, Historia Longobardorum, III, 15, σελ. 18
  141. Treadgold (1997),σελ. 236
  142. A.A. Vasiliev (1954),σελ. 167
  143. A. Vasiliev (1950), σελ. 43-44
  144. http://blacksea.ehw.gr/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=11282
  145. Δημήτρης Κ. Σαμσάρης (1980), Ο Εξελληνισμός της Θράκης κατά την Ελληνική και Ρωμαϊκή Αρχαιότητα, σελ. 323, Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Θεσσαλονίκη
  146. Σ.Ι. Καργάκος, «Η αρχαία Θράκη», Οικονομικός, http://sarantoskargakos.gr
  147. H.M. Jones (1964), The Later Roman Empire, 284-602: A Social Economic and Administrative Survey, vol. II, σελ. 986, The Johns Hopkins University Press, Baltimore
  148. Stoianovich (1994), Balkan Worlds: The First and Last Europe, σελ. 123-124, Routledge, London and New York
  149. Valeva, E. Nankov, D. Graninger (2015), A Companion to Ancient Thrace, σελ. 75-90, Wiley – Blackwell
  150. Κ. Παπαρρηγόπουλος (1860-1876), Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, βιβλίο όγδοο, σελ. 99-100, εκδόσεις Κάκτος, 1992
  151. Δημήτρης Κ. Σαμσάρης (1980), σελ. 92-94
  152. Treadgold (1997),σελ. 227
  153. Ηλίας Λάσκαρης (1995), τόμος Α’, σελ. 52, 180
  154. Laes (2011), Children in the Roman Empire: Outsiders Within, σελ. 132, Cambridge University Press
  155. Treadgold (1997),σελ. 174
  156. Δημήτρης Κ. Σαμσάρης (1980), σελ. 321
  157. Δημήτρης Κ. Σαμσάρης (1980), σελ. 315, 320
  158. Δημήτρης Κ. Σαμσάρης (1980), σελ. 169
  159. Σ.Ι. Καργάκος, «Η αρχαία Θράκη», Οικονομικός, http://sarantoskargakos.gr
  160. Π. Καρολίδης (1906), Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας, σελ. 83, εκδόσεις Νικ. Τζάκας

(438) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *