Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Ο αληθινός Άγιος Βασίλειος δεν γεννήθηκε σε μιαν ανέμελη εποχή. Γεννήθηκε το 330 μ.Χ. στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, σε έναν κόσμο που έβγαινε τραυματισμένος από τους διωγμούς και εισερχόταν σε μια νέα, πιο ύπουλη δοκιμασία τη διάβρωση της αλήθειας εκ των έσω. Οι αιρέσεις, και κυρίως ο Αρειανισμός, είχαν διεισδύσει βαθιά στην Εκκλησία, απειλώντας όχι απλώς τη θεολογία, αλλά την ίδια την εμπειρία της σωτηρίας.
Καταγόταν από οικογένεια αγίων. Η μητέρα του Εμμέλεια, η γιαγιά του Μακρίνα η Πρεσβύτερη, τα αδέλφια του ανάμεσά τους ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης και η Οσία Μακρίνα συγκροτούν ένα μοναδικό φαινόμενο αγιότητας στην ιστορία του Χριστιανισμού. Η πίστη δεν του ήταν μια απλή θεωρία αλλά βίωμα από την κούνια.
Ο Βασίλειος έλαβε την καλύτερη παιδεία της εποχής του. Σπούδασε στην Καισάρεια, στην Κωνσταντινούπολη και κυρίως στην Αθήνα, το μεγάλο πνευματικό κέντρο του τότε κόσμου. Εκεί συνδέθηκε με βαθιά φιλία με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο. Μαζί μελέτησαν φιλοσοφία, ρητορική, μαθηματικά, αστρονομία, ιατρική και κλασική γραμματεία. Ο Βασίλειος γνώρισε όσο λίγοι το ελληνικό πνεύμα αλλά δεν αιχμαλωτίστηκε από αυτό αλλά το υπέταξε στην Αποκάλυψη της υπέρτατης αλήθειας.
Η επιστροφή του από την Αθήνα δεν ήταν θρίαμβος κοσμικός. Ήταν εσωτερική κρίση. Αντιλήφθηκε ότι η γνώση χωρίς μετάνοια γεννά κενοδοξία. Έτσι αποσύρθηκε στην άσκηση, στην έρημο του Πόντου, κοντά στον ποταμό Ίρι, όπου έζησε μοναχικά, με νηστεία, προσευχή και μελέτη της Αγίας Γραφής. Εκεί διαμόρφωσε το μοναχικό του όραμα, το οποίο δεν ήταν φυγή από τον κόσμο, αλλά μεταμόρφωσή του. Οι Μοναχικοί του Κανόνες έως σήμερα αποτελούν θεμέλιο του κοινοβιακού μοναχισμού.
Όταν χειροτονήθηκε ιερέας και κατόπιν επίσκοπος Καισαρείας, δεν ζήτησε εξουσία. Την επωμίστηκε ως σταυρό. Βρέθηκε αντιμέτωπος με αυτοκράτορες, έπαρχους και πολιτικές πιέσεις. Ο Ουάλης, φίλα προσκείμενος στους Αρειανούς, τον απείλησε με εξορία, δήμευση και θάνατο.
Η απάντηση του Βασιλείου έμεινε ιστορική:
«Τίποτε δεν έχω να μου πάρεις, παρά μόνο αυτά τα φτωχά ρούχα και λίγα βιβλία».
Ο Βασίλειος δεν υπερασπίστηκε την Ορθοδοξία με φανατισμό, αλλά με ακρίβεια. Τα θεολογικά του έργα, ιδίως το Περί Αγίου Πνεύματος, θεμελίωσαν δογματικά την πίστη της Εκκλησίας και προετοίμασαν το έδαφος για τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο. Δεν μιλούσε αόριστα, ορθοτομούσε τον λόγο της αληθείας, γνωρίζοντας ότι μια αλλοιωμένη θεολογία γεννά αλλοιωμένο άνθρωπο.
Όμως η θεολογία του δεν έμεινε στα συγγράμματα. Έγινε πράξη. Ο Μέγας Βασίλειος διέθεσε όλη του την περιουσία για τη δημιουργία της Βασιλειάδας ενός πρωτοφανούς για την εποχή κοινωνικού συγκροτήματος. Εκεί στεγάζονταν φτωχοί, άρρωστοι, ηλικιωμένοι, ορφανά παιδιά. Υπήρχαν εργαστήρια, σχολές τεχνών, νοσοκομεία και λεπροκομεία. Και ο ίδιος ο επίσκοπος υπηρετούσε τους λεπρούς, τους πιο περιφρονημένους ανθρώπους της εποχής.
Αυτή ήταν η απάντησή του στην αδικία όχι λόγια, αλλά θυσία.
Ο οργανισμός του, καταπονημένος από άσκηση, νηστεία, χρόνια ασθένεια και συνεχείς κόπους, λύγισε νωρίς. Πέθανε τον Δεκέμβριο του 378 μ.Χ., σε ηλικία μόλις 48 ετών. Η κηδεία του έγινε την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. και πλήθος λαού, χριστιανοί και μη, τον συνόδευσαν. Γιατί είχαν καταλάβει κάτι βαθύ, ότι έχαναν έναν πατέρα.
Γι’ αυτό η Εκκλησία τον τοποθέτησε στην αρχή του εκκλησιαστικού χρόνου.
Όχι για να φέρει δώρα υλικά,
αλλά για να ευλογεί τον χρόνο.
Όχι για να καλλιεργεί κατανάλωση,
αλλά μετάνοια και αγάπη.
Ο Άγιος Βασίλειος δεν είναι προϊόν.
Δεν είναι παραμύθι.
Δεν είναι εμπορικό σύμβολο πολυεθνικών.
Είναι ιστορικό πρόσωπο.
Θεολόγος ακριβείας.
Ποιμένας θυσίας.
Άγιος της Εκκλησίας.
Και η μορφή του Μεγάλου Βασιλείου μένει ως μέτρο και κρίση κάθε εποχής που προτιμά τον μύθο από την αλήθεια, μέσα στο φως των Χριστουγέννων, μας καλεί όχι σε κατανάλωση, αλλά σε μετάνοια και αγάπη.
✍ Στυλ. Καβάζης


“Πέθανε τον Δεκέμβριο του 378 μ.Χ., σε ηλικία μόλις 48 ετών. Η κηδεία του έγινε την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ.”
Είναι βέβαιο αυτό; Διότι από τα μαθητικά μου χρόνια, αλλά και απ’ όπου κατά καιρούς έτυχε να διαβάσω σχετικά, ξέρω (ήξερα;) ότι ο Μ. Βασίλειος πέθανε την 1η Ιανουαρίου του 379 σε ηλικία 49 ετών. Ακριβώς γι αυτό η Εκκλησία τιμά την μνήμη του την ημερομηνία αυτή. Κανονικά, η μνήμη των αγίων τιμάται την ημέρα τού θανάτου των, ασχέτως αν αυτό δεν τηρείται πάντα.
Στην Αθήνα συνδέθηκε με φιλία και με τον μετέπειτα Αυτοκράτορα Ιουλιανό Α’, τον αποκαλούμενο “Παραβάτη”. Γνωστή η ιστορία με το «Ανέγνων, έγνων, κατέγνων», η οποία ενέπνευσε και στον Καφάφη το ποίημα Οὐκ ἔγνως.