Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Στην ιστορία των λαών υπάρχουν στιγμές όπου η αλαζονεία της εξουσίας συγκρούεται με τη βαθύτερη σοφία της φύσης. Τότε γεννιούνται τραγωδίες που ξεπερνούν τα όρια μιας απλής πολιτικής αποτυχίας και μετατρέπονται σε ανθρώπινες καταστροφές κολοσσιαίων διαστάσεων…
Μια τέτοια στιγμή υπήρξε η Κίνα στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Στην κορυφή της εξουσίας βρισκόταν ο άνθρωπος που είχε οδηγήσει τους κομμουνιστές στη νίκη και φιλοδοξούσε να μεταμορφώσει ριζικά μια χώρα δισεκατομμυρίων, ο Mάο Τσε Τουνγκ. Το 1958 ξεκίνησε ένα γιγαντιαίο κοινωνικό πείραμα, που έμεινε γνωστό ως “Μεγάλο Άλμα Προς τα Εμπρός”. Σκοπός του ήταν να μετατρέψει μέσα σε λίγα χρόνια την αγροτική Κίνα σε βιομηχανική υπερδύναμη. Οι αγρότες συγκεντρώθηκαν σε τεράστιες κολεκτίβες, η παραγωγή οργανώθηκε κεντρικά και ολόκληρη η κοινωνία τέθηκε σε μια κατάσταση μόνιμης επαναστατικής κινητοποίησης.
Μέσα σε αυτό το κλίμα γεννήθηκε και μια από τις πιο παράξενες εκστρατείες στην ιστορία της πολιτικής, η εκστρατεία εναντίον των «Τεσσάρων Παρασίτων». Οι εχθροί που ανακηρύχθηκαν υπεύθυνοι για την υπονόμευση της εθνικής παραγωγής ήταν τέσσερις: οι αρουραίοι, οι μύγες, τα κουνούπια και τα σπουργίτια. Η συλλογιστική της εξουσίας ήταν απλή. Τα σπουργίτια, υποστήριζαν οι αξιωματούχοι, κατανάλωναν τεράστιες ποσότητες σιτηρών από τα χωράφια των αγροτών. Αν εξαφανίζονταν, η παραγωγή τροφίμων θα αυξανόταν και η Κίνα θα έκανε το μεγάλο της άλμα προς τα εμπρός. Έτσι, ένα μικρό και άκακο πλάσμα της φύσης μετατράπηκε σε εχθρό ενός ολόκληρου κράτους.
Και το κράτος κινητοποίησε τον λαό. Σε πόλεις και χωριά, σε σχολεία και εργοστάσια, εκατομμύρια άνθρωποι ξεχύθηκαν σε έναν πρωτοφανή «πόλεμο» εναντίον των πουλιών. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά χτυπούσαν κατσαρόλες και μεταλλικά αντικείμενα για να τρομάζουν τα σπουργίτια και να τα αναγκάζουν να πετούν ασταμάτητα. Οι φωλιές καταστρέφονταν, τα αυγά συνθλίβονταν, τα πουλιά κυνηγιούνταν με σφεντόνες και όπλα.
Η τακτική ήταν απλή αλλά αποτελεσματική τα εξαντλημένα πουλιά, χωρίς δυνατότητα να καθίσουν πουθενά, έπεφταν τελικά νεκρά στο έδαφος. Η εκστρατεία εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα. Αναφορές της εποχής κάνουν λόγο για εκατομμύρια νεκρά πουλιά.
Στη Σαγκάη, σύμφωνα με στοιχεία που καταγράφει ο ιστορικός Frank Dikötter, ανακοινώθηκε ότι σε μία μόνο εξόρμηση εξοντώθηκαν πάνω από ένα εκατομμύριο σπουργίτια. Επίσης αναφέρει ότι στην περιοχή γύρω από το Nanjing, τα έντομα κατέστρεψαν το 60% των χωραφιών, μετά από τον ανηλεή πόλεμο κατά των σπουργιτιών. Στην περιοχή του Jingzhou, οι ακρίδες κατέφαγαν το 15% του ρυζιού και στο Yichang χάθηκε εξαιτίας τους η μισή παραγωγή του βαμβακιού. Πολλά άλλα είδη βλαβερών εντόμων άρχισαν να αναπτύσσονται· ρυγχίτες, τζιτζίκια, ανθονόμοι, τετράνυχοι.
Το πρόβλημα έγινε ακόμα μεγαλύτερο από την απουσία εντομοκτόνων, τα οποία είχαν τελειώσει από τα πρώτα σημάδια του λιμού. Απελπισμένοι αγρότες, αναζητώντας τροφή, είχαν ρίξει χημικά σε νερόλακκους και λίμνες, με σκοπό να σκοτώσουν τα άγρια ζώα. Ήταν μια εποχή ακραία, και για τους ανθρώπους και για τη φύση.
Μέσα σε αυτή την κρίση ξέσπασε μια από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες τραγωδίες της σύγχρονης ιστορίας ο Μεγάλος Κινέζικος Λιμός. Ο λιμός δεν ήταν αποτέλεσμα βέβαια ενός μόνο λάθους. Ήταν το αποτέλεσμα μιας αλυσίδας αποτυχιών λανθασμένων οικονομικών πολιτικών, καταναγκαστικής κολεκτιβοποίησης, ψευδών στοιχείων παραγωγής, υπερβολικών κρατικών επιτάξεων τροφίμων και οικολογικών καταστροφών όπως η εξόντωση των σπουργιτιών η οποία ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Οι συνέπειες ήταν τρομακτικές.
Σύγχρονες ιστορικές έρευνες εκτιμούν ότι από την πείνα και τις κακουχίες πέθαναν από 15 έως 45 εκατομμύρια άνθρωποι. Ορισμένοι ιστορικοί, όπως ο Yang Jisheng, περιγράφουν κοινωνίες, που κατέρρευσαν κάτω από την πίεση της επιβίωσης, με σκηνές ακραίας ανθρώπινης απόγνωσης.
Ήταν ο μεγαλύτερος λιμός του 20ού αιώνα και μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές τραγωδίες όλων των εποχών. Μπροστά στο χάος που δημιουργήθηκε, η κινεζική ηγεσία αναγκάστηκε τελικά να παραδεχθεί το λάθος. Το 1960 τα σπουργίτια αφαιρέθηκαν από τη λίστα των «παρασίτων» και αντικαταστάθηκαν από κοριούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις η Κίνα αναγκάστηκε ακόμη και να εισαγάγει σπουργίτια από το εξωτερικό για να αποκαταστήσει την οικολογική ισορροπία. Αλλά η ζημιά είχε ήδη γίνει. Οι ουρανοί γέμισαν ξανά πουλιά. Οι νεκροί όμως δεν επέστρεψαν ποτέ.
Η τραγωδία εκείνων των χρόνων αποτελεί σήμερα ένα σκοτεινό μνημείο για τις καταστροφικές συνέπειες που μπορεί να έχει η απόλυτη εξουσία, όταν συνδυάζεται με ιδεολογικό δογματισμό και περιφρόνηση της επιστημονικής γνώσης. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα έχουν συχνά την τάση να αντιμετωπίζουν την κοινωνία και τη φύση σαν μηχανισμούς που μπορούν να ελεγχθούν πλήρως από την πολιτική βούληση. Όταν όμως η πραγματικότητα αρνείται να υπακούσει σε τέτοιους σχεδιασμούς, το τίμημα πληρώνεται από τους λαούς.
Ο μεγάλος λιμός της Κίνας παραμένει μία από τις πιο τραγικές αποδείξεις αυτής της αλήθειας. Για πολλούς ιστορικούς αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπογενείς τραγωδίες και, με την ευρύτερη έννοια της μαζικής εξόντωσης ανθρώπων λόγω πολιτικών αποφάσεων, μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές που προκάλεσε ποτέ ανθρώπινο καθεστώς. Και έτσι η ιστορία θυμάται εκείνη την εποχή με έναν παράξενο συμβολισμό, όταν σίγησαν τα σπουργίτια, άρχισε να ακούγεται η πιο βαριά σιωπή της ανθρώπινης τραγωδίας.


