Αλέξιος Α΄ Κομνηνός: Ο Αυτοκράτορας που αρνήθηκε να πεθάνει η Ρωμανία.

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

15 Αυγούστου 1118, ανήμερα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, εκοιμήθη ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός. Ένας από τους μεγαλύτερους αυτοκράτορες της μεσαιωνικής Ρωμανίας και της ιστορίας του Ελληνικού έθνους πέρασε στην αιωνιότητα ύστερα από 37 ολόκληρα χρόνια βασιλείας, έχοντας παραλάβει το κράτος σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της ιστορίας του.

Όταν ο Αλέξιος ανέβηκε στον θρόνο, το 1081, η αυτοκρατορία δεν ήταν η πανίσχυρη Ρωμανία των προηγούμενων αιώνων. Εμφύλιοι πόλεμοι, οικονομική εξάντληση και αλλεπάλληλες εξωτερικές απειλές είχαν κλονίσει επικίνδυνα το κράτος. Και τότε εμφανίστηκε εκείνος. Όχι για να κυβερνήσει ένα έτοιμο μεγαλείο. Αλλά για να αναστήσει ένα μεγαλείο που κινδύνευε να χαθεί.

Στο Δυρράχιο, απέναντι στους Νορμανδούς του Ροβέρτου Γυισκάρδου, πολέμησε ο ίδιος στην πρώτη γραμμή. Η μάχη χάθηκε, όμως εκεί γράφτηκε μία από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές της Αλεξιάδας. Τρεις Νορμανδοί ιππείς όρμησαν εναντίον του. Ο πρώτος αστόχησε. Ο δεύτερος δέχθηκε το χτύπημα του αυτοκράτορα και έπεσε με κομμένο το χέρι. Ο τρίτος κατάφερε να τον πλήξει στο μέτωπο. Ο Αλέξιος όμως δεν έπεσε. Αιμόφυρτος, με το κράνος του να έχει πέσει στη γη και τα πυρόξανθα μαλλιά του να έχουν σκορπιστεί πάνω στο πρόσωπό του, ανασηκώθηκε στη σέλα, κράτησε το γυμνό ξίφος στο δεξί του χέρι και στράφηκε ξανά προς τον εχθρό.

Έτσι τον παραδίδει η κόρη του, Άννα Κομνηνή, στην Αλεξιάδα ένα από τα σημαντικότερα έργα της βυζαντινής ιστοριογραφίας και τη μεγάλη αφήγηση της εποχής του. Η μάχη είχε χαθεί. Ο Αλέξιος όμως όχι, και ίσως αυτή να είναι ολόκληρη η ιστορία της βασιλείας του.

Απέναντι στους Νορμανδούς, στους Πετσενέγους, στους Σελτζούκους, στους εσωτερικούς αντιπάλους και στις διαρκείς πολιτικές θύελλες, ο Αλέξιος δεν είχε την πολυτέλεια της ειρήνης.
Είχε όμως κάτι άλλο πολύ πιο σημαντικό: χρόνο, στρατηγική, επιμονή και τη βούληση να κρατήσει όρθια τη Ρωμανία.

Το Δυρράχιο δεν ήταν το τέλος. Ο Αλέξιος ανασύνταξε τις δυνάμεις του και τα επόμενα χρόνια ανέτρεψε μεγάλο μέρος των απωλειών. Το 1085 οι Νορμανδοί έχασαν το Δυρράχιο, ενώ το 1091 ο αυτοκράτορας πέτυχε τη μεγάλη νίκη επί των Πετσενέγων στο Λεβούνιο, με τη συνδρομή των Κουμάνων.

Όταν ήρθε η Α΄ Σταυροφορία, ο Αλέξιος δεν στάθηκε απλώς θεατής των γεγονότων. Επιδίωξε να αξιοποιήσει τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα προς όφελος της αυτοκρατορίας. Το 1097, μέσω του έμπιστου στρατηγού και διπλωμάτη του Μανουήλ Βουτουμίτη, εξασφάλισε την παράδοση της Νίκαιας στις αυτοκρατορικές δυνάμεις, ώστε η σημαντική αυτή πόλη να επιστρέψει στον βυζαντινό έλεγχο.

Ακολούθησε νέα νορμανδική απειλή, αυτή τη φορά με τον Βοημούνδο. Ο Αλέξιος άντεξε ξανά, πολέμησε ξανά, διαπραγματεύθηκε ξανά και τελικά με τη Συνθήκη της Δεαβόλεως το 1108 περιόρισε αποφασιστικά τη νορμανδική απειλή. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο του επίτευγμα δεν δημιούργησε μια νέα αυτοκρατορία άλλα εκεί που έμοιαζαν όλα χαμένα έδωσε παράταση ζωής στην παλαιά. Έσωσε το κράτος από την άμεση διάλυση, αναδιοργάνωσε τους θεσμούς, ανασυγκρότησε τις στρατιωτικές και οικονομικές του δυνατότητες και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την Κομνήνεια αναγέννηση.

Η δυναστεία που ίδρυσε θα κυριαρχούσε στη Ρωμανία για περισσότερο από έναν αιώνα και οι διάδοχοί του ο Ιωάννης Β΄ και ο Μανουήλ Α΄ θα συνέχιζαν την ανοδική πορεία που εκείνος είχε καταστήσει δυνατή.

Γι’ αυτό ο Αλέξιος δεν πρέπει να κρίνεται μόνο από τις μάχες που κέρδισε. Πρέπει να κρίνεται και από την αυτοκρατορία που δεν άφησε να πεθάνει. Ήταν στρατηγός. Ήταν πολεμιστής. Ήταν διπλωμάτης. Ήταν αναμορφωτής του κράτους. Μα πάνω απ’ όλα υπήρξε ο άνθρωπος που βρέθηκε στο τιμόνι της Ρωμανίας όταν όλα έμοιαζαν να οδηγούν στο τέλος της.

Και όταν ήρθε η δική του ώρα, δεν έφυγε σε μια οποιαδήποτε ημέρα. Έφυγε στις 15 Αυγούστου 1118. Ανήμερα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εκεί όπου η Εκκλησία ψάλλει: «Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε…». Ένας αυτοκράτορας που είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του αγωνιζόμενος για να μη χαθεί ο κόσμος της Ρωμανίας, παρέδωσε την ψυχή του την ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία τιμά Εκείνη που, κατά την πίστη της, «τον κόσμον ου κατέλιπε».

Η ιστορία δεν χαρίζει τίποτε. Ο Αλέξιος πλήρωσε με ήττες, αίμα, προδοσίες, πολέμους και αδιάκοπο αγώνα. Αλλά στο τέλος πέτυχε το αδιανόητο. Παρέλαβε μια αυτοκρατορία που κατέρρεε και την παρέδωσε στους διαδόχους του ζωντανή. Δεν έφερε πίσω το μεγαλείο των αιώνων του Ιουστινιανού ή του Βασιλείου Β΄. Έκανε όμως κάτι ίσως δυσκολότερο. Κράτησε αναμμένη τη φλόγα μέχρι να έρθει η επόμενη γενιά και γι’ αυτό το όνομά του έμεινε δεμένο με μία από τις σημαντικότερες καμπές της ιστορίας της Ρωμανίας.

ΑΛΕΞΙΟΣ Α΄ ΚΟΜΝΗΝΟΣ.
Ο στρατηγός του Δυρραχίου.
Ο νικητής του Λεβουνίου.
Ο αντίπαλος των Νορμανδών.
Ο αυτοκράτορας της Α΄ Σταυροφορίας.
Ο γενάρχης της Κομνήνειας εποχής.
Ο άνθρωπος που, όταν η ιστορία έμοιαζε να γράφει το τέλος, πήρε την πένα από τα χέρια της και έγραψε την συνέχεια της.

Εκοιμήθη πριν από 908 χρόνια. Η μνήμη του όμως έμεινε. Στην Κωνσταντινούπολη. Στην Αγία Σοφία. Στην Αλεξιάδα. Στην ιστορία της Ρωμανίας και του Ελληνικού έθνους. Στη μνήμη όλων εκείνων που γνωρίζουν πως μερικοί αυτοκράτορες δεν γεννιούνται για να κυβερνήσουν εποχές ακμής αλλά για να κρατήσουν όρθια την πατρίδα τους μέσα στην καταιγίδα.

Αιωνία η μνήμη του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ

Όταν ο Αλέξιος Κομνηνός πήρε την εξουσία από τον ηλικιωμένο Νικηφόρο Γ’ ήταν 24 ετών. Ο Αλέξιος ήταν μέλος της στρατιωτικής αριστοκρατίας και, παρά την ηλικία του, ήταν ήδη επιτυχημένος στρατηγός υπό τον Μιχαήλ Ζ’ και τον Νικηφόρο Γ’. Η βασιλεία του Αλεξίου σηματοδοτεί την οριστική νίκη της στρατιωτικής αριστοκρατίας, μέλη της οποίας θα παρέμεναν στην εξουσία από εδώ και στο εξής. Ο Αλέξιος Κομνηνός ήταν ο πρώτος δυναστικός ιδρυτής μετά τον Βασίλειο Α’ δύο αιώνες νωρίτερα, και ήταν ο πιο επιτυχημένος αυτοκράτορας από τον Βασίλειο Β’. Σε αντίθεση με τον Βασίλειο, ωστόσο, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε την ορμή των προηγούμενων αυτοκρατόρων για να φέρει την αυτοκρατορία στο απόγειό της, ο Αλέξιος ανοικοδόμησε το κράτος μετά από διαδοχικές εισβολές, εμφύλιους πολέμους και οικονομική κρίση. Αυτό το έκανε όχι μέσω της μεγάλης καινοτομίας, αλλά μέσω της επιτυχούς προσαρμογής του κρατικού μηχανισμού στις νέες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές πραγματικότητες.
Φωτό)

Πίνακας των αδελφών Φοσσάτι (οι τελευταίοι που “είδαν” το εσωτερικό της Αγ. Σοφίας όπως ήταν πριν τις αλλαγές των Οθωμανών) πού απεικονίζει την Αγία Σοφία, τον δωδέκατο αιώνα, κατά την διάρκεια Ορθόδοξης Θείας Λειτουργίας με την παρουσία του Αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού. Πάντα στη καρδιά, στη σκέψη μας και στα μύχια της κάθε ελληνικής ψυχής…

“ΔΙΑ ΜΙΑ ΗΜΕΡΑΝ ΟΙ ΣΚΥΘΑΙ ΤΟΝ ΜΑΪΟ ΟΥΚ ΕΙΔΟΝ”

Ο Ουσπένσκι, Ρώσος ιστορικός γράφει ότι “τον χειμώνα του 1090-1091 η κατάσταση του Αλεξίου Κομνηνού μπορεί να συγκριθεί μόνο με την των τελευταίων ετών της αυτοκρατορίας όταν οι Οθωμανοί πολιορκούσαν από όλες τις μεριές την Κωνσταντινούπολη αποκόπτοντας της κάθε εξωτερική επικοινωνία.

Αντιλαμβανόμενος πλήρως την δεινή κατάσταση της αυτοκρατορίας ο Αλέξιος ακολούθησε την συνήθη βυζαντινή διπλωματική τακτική της εξεγέρσεως ενός βάρβαρου κατά του άλλου. Έκανε έκκληση στους Χάνους (πρίγκιπες) των Κούμανων, ζητώντας τους την βοήθεια τους εναντίον των Πατζινάκων. Οι άγριοι και θηριώδεις Χάνοι των Κούμανων, Tugorkhan και Boniak, πολύ γνωστοί στους Ρώσσους χρονογράφους εκλήθησαν στην Βασιλεύουσα, όπου έγιναν δεκτοί κατά τον πιο κολακευτικό τρόπο. Ο Αλέξιος Κομνηνός, ταπεινά ζήτησε την βοήθεια των βαρβάρων, οι οποίοι ήταν πολύ περήφανοι που αντίκριζαν στα μάτια τον μέχρι πρότινος απρόσιτο για αυτούς Αυτοκράτωρα του Βυζαντίου.

Οι Χάνοι έδωσαν τον λόγο τους και προς τιμήν τους τον κράτησαν μέχρι τελευταίου γράμματος. Στην μάχη του Λεβούνιου (29 Απριλίου 1091) οι Πατζινακές νικήθηκαν και εκμηδενίστηκαν ανελέητα, η Άννα Κομνηνή σημειώνει χαρακτηριστικά ότι μπορούσε κανείς εκείνη την ημέρα να δει αναρίθμητους ανθρώπους να χάνονται μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Η συγκεκριμένη μάχη άφησε τα ίχνη της σε ένα βυζαντινό τραγούδι της εποχής, που λέει ότι “δια μια ημέραν οι Σκύθαι (έτσι ονομάζει η Άννα τους Πατζινάκες) τον Μάιον ουκ είδον”.

Επεμβαίνοντας με το μέρος του Βυζαντίου οι Κουμάνοι (έστω και άθελά τους, μιας και βασικό ρόλο στην συμμετοχή τους υπήρξε και το μένος τους εναντίον του συγγενούς του φύλου, των Πατζινακών) προσέφεραν μια τεράστια υπηρεσία στον χριστιανικό κόσμο. Οι αρχηγοί τους δίκαια πρέπει να συμπληρωθούν στους σωτήρες της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Ο Αλέξιος επέστρεψε στην πρωτεύουσα θριαμβευτικά. Μόνο ένα μικρό μέρος των αιχμαλώτων Πατζινακών επέζησε, το οποίο εγκαταστάθηκε στην βυζαντινή χερσόνησο για να συμμετάσχει αργότερα στον βυζαντινό στρατό, του οποίου αποτέλεσε ιδιαίτερο σώμα. Οι υπόλοιποι Πατζινάκες, που κατάφεραν να ξεφύγουν πέρα από τα Βαλκάνια, ήταν τόσο εξασθενημένοι, ώστε δεν μπορούσαν πια να κάνουν τίποτα εναντίον της αυτοκρατορίας.

Ακολουθεί το χαρακτηριστικό απόσπασμα από το σπουδαίο ιστορικό έργο της Άννας Κομνηνής:

Το τέλος των Πετσενέγων.
Λεβούνιον 29 Απριλίου 1091 μ.Χ.

Κάνουν επίθεση με το ιππικό τους οι βάρβαροι, αλαλάζοντας όπως κρώζουν οι κούρκοι και τα τουρκικά κοκόρια, καθώς τρέχουνε κοπάδι. Μόλις πλησιάζουνε στα τείχη, τραβιούνται οι Ρωμαίοι δεξιά και αριστερά ,αφήνοντας το κέντρο ελεύθερο. Κόβουν ψηλά στις επάλξεις άλλοι στρατιώτες τα σχοινιά, και οι τεράστιες ρόδες αρχίζουν να κατρακυλάνε με ορμή προς τα κάτω.

– Εκεί να ‘σουν κόρη μου να έβλεπες τι έγινε, μου λέγε μετά από χρόνια ο πατέρας μου. Πέφτανε οι ρόδες από το κάστρο το Ξηρόγυψο, κι αφήνανε ξερούς τους Σκύθες. Θερίσανε όλο το ιππικό τους και λιώσανε σαν το βούτυρο πλήθος από δαύτους. Από τα πλάγια τοξοβολούσαμε εμείς και τους πετάξαμε στο πλαϊνό ποτάμι. Το ορμητικό του ρεύμα, άλλους τους έπνιξε και άλλους τους παρέσυρε. Ακόμη πλέουν και ταξιδεύουν στα νερά .

Τα χρόνια περνούσαν και οι μάχες με τους Σκύθες (Πετσενέγοι) δεν είχαν τελειωμό. Ο χειμώνας του 1091 ήταν πολύ βαρύς, το χιόνι είχε σκεπάσει το παλάτι, και εμπόδιζε με το ύψος του κάθε μας έξοδο. Η χώρα είχε αποκλειστεί. Ο Αλέξιος περίμενε υπομονετικά να μπει για τα καλά η άνοιξη, και ξεκίνησε με το φουσάτο του, όταν συνάντησε τους Σκύθες στο Λεβούνιο.

Η μεγάλη μάχη εγεινε στο Λεβούνιο ανατολικά του Έβρου. Σαράντα χιλιάδες Κουμάνοι μαζί με τους Ρωμαίους, σχημάτισαν μισοφέγγαρο και περίμεναν να ακουστεί ο Ενυαλιος, η πανάρχαια και φοβερή κραυγή του πολέμου.

Ο Αλεξιος επικεφαλής, πρόσταξε να ηχήσει το πολεμιστήριο σάλπισμα και ξεκίνησε αποφασισμένος για νίκη η θάνατο. Η σύγκρουση με τους Σκύθες αποδείχτηκε μοιραία. Μετατραπηκε για τους μυριάδες βαρβάρους σε πραγματική πανωλεθρία. Χάθηκε σε μια μέρα ολόκληρη η φυλή τους.

Να αποφάσισε η τύχη και ο Θεός να τους εγκαταλείψουν; Το σίγουρο είναι ότι οι Πετσενέγοι σβήστηκαν σαν έθνος. Ήταν Τρίτη 29 Απριλίου. Μια μέρα λαμπρής νίκης για τον Αλέξιο Κομνηνό, που την τραγούδησαν όλοι οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας.

Για μια μονάχα μέρα, οι Σκύθες δεν πρόλαβαν να δουν τον Μάιο!

Αλεξιάς, Άννα Κομνηνή.

Σχετικά άρθρα

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Συνδεθείτε!

14,564FansLike
2,468FollowersFollow
7,020SubscribersSubscribe