Γράφει ο Τηλέμαχος Χορμοβίτης.

Είναι εξαιρετικό το νέο βιβλίο της Βρετανίδας φιλοσόφου Kathleen Stock, “Do Not Go Gentle : The Case Against Assisted Death“.
Aυτό το, τόσο πυκνό σε ιδέες, βιβλίο κονιορτοποιεί τα επιχειρήματα όσων θέλουν να νομιμοποιηθεί η υποβοηθούμενη αυτοκτονία και δείχνει ότι άλλο πράγμα είναι οι σπάνιες και ατομικές περιπτώσεις υποβοηθούμενης αυτοκτονίας (που πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν) και άλλο η θεσμοθέτηση μιας οργανωμένης γραφειοκρατίας που αναλαμβάνει συστηματικά αυτή τη λειτουργία.
Και χρησιμοποιώντας ένα επιχείρημα που δεν ακούγεται συχνά σε αυτή τη συζήτηση, η Stock επισημαίνει ότι στα σύγχρονα προοδευτικά κράτη πρόνοιας της Δύσης η υποβοηθούμενη αυτοκτονία δεν θα παραμείνει ένα περιθωριακό φαινόμενο. Η καθολική και δωρεάν πρόσβαση μέσω του δημόσιου συστήματος υγείας μειώνει τα πρακτικά εμπόδια και κανονικοποιεί τη χρήση της ενώ η θεοποιημένη αρχή της ισότητας και οι διάφοροι νόμοι κατά των διακρίσεων που υπάρχουν σε όλες τις δυτικές χώρες τείνουν να επεκτείνουν διαρκώς τα κριτήρια επιλεξιμότητας. Δυο αποσπάσματα:
«Όταν η βρετανική κυβέρνηση προσπάθησε να εκτιμήσει πόσους χρήστες είναι πιθανό να έχει η νέα υπηρεσία (υποβοηθούμενης αυτοκτονίας) , υπολόγισε — μάλλον συντηρητικά — ότι μέχρι το δέκατο έτος θα υπήρχαν μεταξύ 1.042 και 4.559 υποβοηθούμενοι θάνατοι ετησίως. Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε ήταν απλή: να ληφθεί το ποσοστό των υποβοηθούμενων θανάτων στο Όρεγκον σε σχέση με τον πληθυσμό και κατόπιν να εφαρμοστεί αυτό στα πληθυσμιακά δεδομένα του Ηνωμένου Βασιλείου. Όμως αυτό αγνοούσε μια μεγάλη διαφορά μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Όρεγκον: ότι εμείς διαθέτουμε ένα κεντρικά ελεγχόμενο δημόσιο σύστημα υγείας, στο οποίο ο υποβοηθούμενος θάνατος προορίζεται να παρέχεται δωρεάν στο σημείο χρήσης. Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι δεν θα υπάρχει καμία διαμάχη για τον αιτούντα σχετικά με το ποιος θα πληρώσει, όπως συμβαίνει μερικές φορές στο Όρεγκον, με τα κατακερματισμένα και ασύνδετα συστήματά του, τους πολλαπλούς παρόχους υγείας και τις περίπλοκες ασφαλιστικές διαδικασίες.
Επιπλέον, σε αντίθεση με το Όρεγκον, ένα ευρύ φάσμα επαγγελματιών σε όλο το φάσμα της υγείας και της κοινωνικής φροντίδας θα εκπαιδευτεί ώστε να είναι εξοικειωμένο με τη διαδικασία. Θα υπάρχει νομική υποχρέωση για τους γιατρούς του Eθνικού Συστήματος Υγείας να παρέχουν πληροφορίες σε κάθε ασθενή που εκδηλώνει ενδιαφέρον, καθώς και να παραπέμπουν τον ασθενή σε άλλον γιατρό που μπορεί να κινήσει τη διαδικασία, αν ο αρχικός δεν επιθυμεί να το κάνει. Η κυβέρνηση έχει επίσης περιγράψει μια εκτεταμένη εκστρατεία ενημέρωσης, με κόστος που εκτιμάται μεταξύ 550.000 και 850.000 λιρών, τονίζοντας ότι “είναι πιθανόν να υπάρχει ανάγκη να παρασχεθεί ενημέρωση σε πολύ ευρύτερο κύκλο ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων όλων των επαγγελματιών που παρέχουν ή παρείχαν πρόσφατα υγειονομική ή κοινωνική φροντίδα στο άτομο, καθώς και σε μέλη της οικογένειας, φίλους, άμισθους φροντιστές και άλλους οργανισμούς και φιλανθρωπικά ιδρύματα υποστήριξης”. Και πάλι, τίποτα αντίστοιχο δεν συμβαίνει στο Όρεγκον. Με αυτό το επίπεδο θεσμικής υποστήριξης να διαχέεται σε κάθε τοπικό πλαίσιο φροντίδας, η δημοτικότητα του υποβοηθούμενου θανάτου είναι βέβαιο ότι θα αυξηθεί με την πάροδο του χρόνου».
Και αυτό:
«Στην αρχική εκδοχή του καναδικού νομοσχεδίου (για την υποβοηθούμενη αυτοκτονία) , μια σοβαρή και ανίατη κατάσταση οριζόταν ως εκείνη στην οποία, κατ’ ανάγκην, ο φυσικός θάνατος ήταν ευλόγως προβλέψιμος. Όμως ακόμη και αυτή η σχετικά χαλαρή προϋπόθεση αμφισβητήθηκε επιτυχώς στα δικαστήρια…
Το δικαστήριο έκρινε ότι ο αρχικός νόμος είχε δημιουργήσει ανισότητα υπό τη μορφή αδικαιολόγητης διάκρισης μεταξύ εκείνων των οποίων ο φυσικός θάνατος ήταν ευλόγως προβλέψιμος και εκείνων των οποίων δεν ήταν, αλλά οι οποίοι πληρούσαν όλες τις υπόλοιπες νομικές προϋποθέσεις. Ουσιαστικά, η πραγματική δικαιολόγηση για τη χορήγηση υποβοηθούμενου θανάτου θεωρήθηκε ότι είναι η παρουσία σοβαρού πόνου/οδύνης, ενώ η διάγνωση μιας θανατηφόρας ασθένειας καθεαυτή κρίθηκε σχετικά ασήμαντη.
Καθώς γράφω αυτό το κεφάλαιο, μια περαιτέρω νομική πρόκληση βρίσκεται σε εξέλιξη στον Καναδά, αυτή τη φορά υποτίθεται εκ μέρους των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών… Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η άρνηση υποβοηθούμενου θανάτου σε όσους πάσχουν από ψυχική ασθένεια συνιστά παραβίαση του δικαιώματός τους να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης βάσει του νόμου.
Κάποιοι υπέρμαχοι της ισότητας θα πήγαιναν ακόμη πιο πέρα. Μεταξύ εκείνων που υποστηρίζουν την επέκταση της επιλεξιμότητας για υποβοηθούμενο θάνατο στους ψυχικά ασθενείς είναι και γιατροί — ειδικοί στις εξαρτήσεις, μάλιστα — οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η επιλεξιμότητα για πρώιμο υποβοηθούμενο θάνατο θα πρέπει επίσης να επεκταθεί και στους εξαρτημένους από ναρκωτικά, στο όνομα της ισότητας..
Αλλά γιατί να σταματήσουμε εκεί; Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που υποφέρουν πολύ για κάθε λογής λόγους· και επίσης πολλοί άνθρωποι που φαίνεται να πιστεύουν ότι, όπου υπάρχει μεγάλη οδύνη στην οποία μπορούμε να κολλήσουμε μια κάπως ιατρικοφανή ετικέτα, ένας πρόωρος θάνατος θα μπορούσε να είναι μια καλή λύση».
Και ένα πρόσθετο απόσπασμα από το ίδιο βιβλίο:
«…οι υπηρεσίες υποβοηθούμενου θανάτου που παρέχονται από το σύγχρονο κράτος εμπλέκουν πολλούς ανθρώπους και έχουν κοινωνικές συνέπειες που υπερβαίνουν κατά πολύ οποιοδήποτε όφελος μπορεί να προσφέρουν (ή όχι) στα άτομα. Μία από αυτές τις συνέπειες είναι ένα θεσμοθετημένο μήνυμα που μεταδίδεται προς την ευρύτερη κοινωνία σχετικά με την αξία των ζωών που βιώνονται υπό ορισμένες σωματικές συνθήκες. Αν η «αξιοπρέπεια» οριστεί επίσημα με όρους λειτουργικότητας και/ή σωματικού ελέγχου, τότε θα προκύψει ότι όποιος στερείται αυτές τις ικανότητες στερείται και αξιοπρέπειας.
…αν ορίσεις την «αξιοπρέπεια» με βάση συγκεκριμένες σωματικές ικανότητες, καταλήγεις να μετατοπίζεις επιζήμια τα κοινωνικά πρότυπα σχετικά με την αξία των ζωών που στερούνται αυτές τις ικανότητες. Μόλις ένας τέτοιος ορισμός ενσωματωθεί σε μια θεσμικά οργανωμένη υπηρεσία που παρέχει υποβοηθούμενο θάνατο σε ευρεία κλίμακα — όπου η απουσία ορισμένων σωματικών ικανοτήτων παρουσιάζεται ως καλός λόγος για να βοηθηθεί κάποιος να τερματίσει τη ζωή του — οι άνθρωποι θα αρχίσουν να πιστεύουν ότι οποιοσδήποτε στερείται αυτές τις ικανότητες στερείται και αξιοπρέπειας… Δεν υποστηρίζω ότι η κοινωνία θα αρχίσει αμέσως να κάνει ευθανασία σε όσους βρίσκονται σε μια υποτιθέμενα «μη αξιοπρεπή» κατάσταση· αλλά ότι πλέον θα υπάρχει μια ρητή δικαιολογία για την υποτίμηση μιας τέτοιας ζωής.».

