Προκλήσεις στο Αιγαίο, αποτρεπτική στρατηγική – χειραφετημένη ανάλυση

Αποτρεπτική στρατηγική, απειλές χαμηλής έντασης, έλεγχος κλιμακώσεως, ικανότητα πρώτου χτυπήματος και η αξιοπιστία της αποτρεπτικής μας στρατηγικής.

Περιεχόμενα 

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Β. ΑΠΕΙΛΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΡΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

Γ. ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΡΕΠΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Δ. ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ, Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΛΙΜΑΚΩΣΗΣ, ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΑΜΥΝΑ-ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ-ΠΡΩΤΟΥ ΚΤΥΠΗΜΑΤΟΣ

1. «Ισοδύναμο αποτέλεσμα», αποτροπή μεγάλης σύρραξης και αποτροπή πρώτου κτυπήματος

2. Παράγοντες που επηρεάζουν το Ελληνικό αποτρεπτικό δόγμα

3. Η διαλεκτική σχέση άμυνας και επίθεσης

Ε. ΑΠΕΙΛΕΣ ΧΑΜΗΛΗΣ ΕΝΤΑΣΗΣ, Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΛΙΜΑΚΩΣΗΣ

————————————————————————————————————

Η «Θεωρία του Πολέμου», ο Παναγιώτης Κονδύλης και το Στρατηγικό Δόγμα της Ελλάδας

Η ανάλυση του Παναγιώτη Κονδύλη

«Άμυνα» / «επίθεση» και στρατηγικό δόγμα

Αμυνόμενος / αποτρέπων και επιτιθέμενος / αποτρεπόμενος

Περι Μακεδονικού

Υστερόγραφο Ιανουάριος 2009

————————————————————————————————————

 

  

 

ΑΠΟΤΡΕΠΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

ΑΠΕΙΛΕΣ ΧΑΜΗΛΗΣ ΕΝΤΑΣΗΣ, ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΛΙΜΑΚΩΣΕΩΣ, ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΟΥ ΚΤΥΠΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΤΡΕΠΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

 

Παναγιώτης Ήφαιστος, Αν. Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών, Μάρτιος 1999, Το κείμενο αυτό σε παραπλήσια μορφή δημοσιεύτηκε και το 1998

 

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1α.

Το σημείωμα που ακολουθεί δεν αποτελεί ακαδημαϊκό κείμενο και δεν προορίζεται για δημοσίευση. Γι’ αυτό, παραλείπω να παραπέμψω στην σχετική βιβλιογραφία και αποφεύγω να εμβαθύνω ζητήματα τα οποία δεν αφορούν άμεσα την ελληνική αποτρεπτική στρατηγική. Παραλείπω, επίσης, στοιχειώδεις έννοιες και εισαγωγική ανάλυση «χειρισμού κρίσεων», πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να αναζητηθούν σε εισαγωγικά κείμενα. Τέλος, όπου κρίνεται αναγκαίο, ιδιαίτερα στα παραρτήματα, το κείμενο που ακολουθεί εμπλουτίζεται με θέσεις και επιχειρήματα από παλαιότερες αναλύσεις του υπογράφοντος. Τέλος, εκλαμβάνω ως δεδομένο πως ο κυριότερος αντίπαλος της Ελλάδας είναι η Τουρκία. Η ίδια αποτρεπτική συλλογιστική, όμως, θα μπορούσε να γραφτεί για οποιαδήποτε εξωτερική απειλή.

[Σημείωση Ιανουάριος 2009: Το δεν “αποτελεί ακαδημαϊκό κείμενο γράφεται στο πρώτο κείμενο που επιδόθηκε στο Γενικό Επιτελείο. Στην συνέχεια αυτά έτυχαν επεξεργασίας και δημοσιεύτηκε αφού αφαιρέθηκαν αναφορές όπως αυτή]

1β.

Η εμβέλεια του παρόντος κειμένου είναι εξ αντικειμένου περιορισμένη στην κατάθεση θέσεων και απόψεων που στηρίζονται αφ’ ενός στις δημοσιοποιημένες πηγές και αφ’ ετέρου στις εισαγωγικές γνώσεις του υπογράφοντος τις οποίες επιχειρεί να προσαρμόσει στην θεματική που επιλέγηκε. Συναφώς, η εμβέλεια και χρησιμότητα μιας ανάλυσης ενός ειδικού της στρατηγικής ανάλυσης θα μπορούσε να ήταν πολύ διαφορετική εάν είχε την ευκαιρία στοιχειώδους μη-απόρρητης ενημέρωσης και/ή συνομιλίας με επιτελικά στελέχη των ενόπλων δυνάμεων προς τα οποία και προορίζονται οι σκέψεις που ακολουθούν. Αυτή η παρατήρηση, εάν είναι ορθή, δυνατό να οδηγεί στο συμπέρασμα πως το Υπουργείο Άμυνας θα μπορούσε να επανεξετάσει τους τρόπους συνεργασίας του με εξωτερικούς συνεργάτες.

1γ.

Οι πιο κάτω σκέψεις μου είναι προορίζονται για την ανώτατη πολιτική εξουσία και δεύτερο, για τους αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων. Έστω και εάν προσφέρονται μέσο του θεσμού στον οποίο ανήκω, δεν αποδέχομαι την χρήση τους ή – πολύ χειρότερο την αξιολόγησή τους – από περιφερόμενους ενδιάμεσους πολιτικούς ή άλλους περιφερόμενους παράγοντες. Σ’ αντίθετη περίπτωση το κείμενο αποσύρεται πάραυτα. Διευκρινίζω πως αντιλαμβάνομαι την συνεργασία με τον θεσμό-Υπουργείο (πολιτική ηγεσία και στρατιωτική ηγεσία) και όχι με οποιονδήποτε άλλο, δεδομένου μάλιστα του γεγονότος πως για το θέμα αυτό έχω  μιλήσει προφορικά με τον νυν Υπουργό και του απέστειλα δύο επιστολές.

 

Β. ΑΠΕΙΛΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΡΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

 

Η ανάλυση που ακολουθεί εκλαμβάνει ως δεδομένα τα πιο κάτω:

 

Πρώτο, η αποτρεπτική στρατηγική της Ελλάδας αποσκοπεί όχι μόνον στην αποτροπή μιας γενικευμένης σύρραξης αλλά και στην αποφυγή εκπλήρωσης μικρών ή μεσαίων πολιτικών στόχων της Τουρκίας τους οποίους οι ηγέτες της αντίπαλης χώρας επιδιώκουν να εκπληρώσουν με απειλές ή ενέργειες «χαμηλής έντασης».

 

Δεύτερο και συναφές, στην αντιπαράθεση Ελλάδας – Τουρκίας δεν έχουμε μόνο άμεση αποτροπή. Δηλαδή, η Τουρκία δεν περιορίζεται στον σχεδιασμό εκτέλεσης επιθετικών ενεργειών οι οποίες δυνατό να εκδηλωθούν ανά πάσα στιγμή. Η Ελληνική αποτρεπτική στρατηγική έχει από καιρό, μερικώς τουλάχιστον, καταρρεύσει. Η Τουρκία πέρασε το φράγμα των απειλών και προβαίνει σε ενέργειες οι οποίες, με τον ένα ή άλλο τρόπο, αλλάζουν το εδαφικό και κυριαρχικό καθεστώς εις βάρος της Ελλάδας. Έστω και εάν δεν έχει συνειδητοποιηθεί πλήρως, η αντιπαράθεση Ελλάδας – Τουρκίας έχει από καιρό εισέλθει σε κατάσταση η οποία στην θεωρία της αποτροπής ονομάζεται «ενδοπολεμική αποτροπή» (“intrawar deterrence”).

 

Μετά το 1973 η Τουρκική απειλή αναπτύσσεται σε τρία διαφορετικά αλλά αλληλένδετα επίπεδα:

 

Πρώτο, απειλή γενικευμένης επίθεσης, είτε (το πιο πιθανό) με εκτέλεση ενός συντριπτικού «πρώτου κτυπήματος» (εάν ανοίξει παράθυρο ευκαιρίας και εάν οι πολιτικές και διπλωματικές συνθήκες το επιτρέπουν), είτε (το λιγότερο πιθανό) με την έναρξη πολεμικών συγκρούσεων οι οποίες θα κλιμακωθούν σε γενικευμένη σύρραξη που θα διαρκέσει μερικές μέρες ή μερικές εβδομάδες.

 

Δεύτερο, απειλές «ενδιάμεσης έντασης» και διαφόρων επιπέδων, όπως στην Κύπρο το 1974, στα Ίμια το 1996 και στο Αιγαίο καθημερινά με την παραβίαση του ελληνικού κυριαρχικού χώρου.

 

Τρίτο, διεκδικήσεις, απειλές πολέμου, casus Belli και άλλες εχθρικές ενέργειες που αποβλέπουν: 1) στο να επηρεάσουν την ελληνική πολιτική βούληση, 2) στο να εθίσουν την τουρκική, ελληνική και διεθνή κοινή γνώμη στην «ύπαρξη διαφορών», 3) στο να δημιουργήσουν τις ψυχολογικές και πολιτικές συνθήκες που θα ευνοούν στην εκπλήρωση «ενδιάμεσων στόχων» και που θα καταστήσουν φυσική-φυσιολογική ενέργεια ενδεχόμενη γενικευμένη επίθεση, ακόμη και στο πλαίσιο ενός μαζικού «πρώτου κτυπήματος», 4) στο να προετοιμάσουν το έδαφος στην διεθνή διπλωματία ούτως ώστε να γίνει περισσότερο αποδεκτό – εάν λάβει χώρα – ένα πρώτο καταστροφικό κτύπημα κατά των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και άλλων ελληνικών ζωτικών στόχων.  

 

Η Τουρκική απειλή στοχεύει τόσο την ελληνική πολιτική βούληση (αποδοχή της ιδέας πως η Τουρκία αποτελεί φυσικό περιφερειακό ηγεμόνα) όσο και την ελληνική εδαφική και κυριαρχική επικράτεια. Όσον αφορά το τελευταίο σημείο, δεν είναι δυνατό – και ούτε είναι ορθό – να  προσδιοριστούν με ακρίβεια οι Τουρκικές επιδιώξεις. Η Τουρκική απειλή είναι “απέραντη”, δηλαδή, θα εκπληρωθούν μεγάλος αριθμός στόχων ανάλογα με τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που – κατά περίπτωση – θα υπάρξουν. Ενδεικτικά, θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει «γκρίζες ζώνες», κατάληψη απομακρυσμένων ελληνικών εδαφών, έλεγχο ελληνικού κυριαρχικού χώρου, κατάληψη μέρους της μη κατεχόμενης Κύπρου, εκδίωξη όλου του ελληνικού στοιχείου από την Κύπρο, εκδίωξη μεγάλου μέρους των ελλήνων της Κύπρο και συνδιαλλαγή με κύπριους υποψήφιους δοσίλογους και μεγάλο «πρώτο κτύπημα» για να αποδυναμωθεί η μαχητική ικανότητα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και να καταστραφούν κρίσιμοι οικονομικοί στόχοι.

 

Είναι φυσικό πως για όλα τα πιο πάνω και τα υπόλοιπα πιθανά σενάρια θα πρέπει να υπάρχουν αντίστοιχα εναλλακτικά στρατιωτικά-διπλωματικά σενάρια αποτροπής τους και αντιμετώπισής τους εάν εκτελεστούν.  

 

Στην βάση των πιο πάνω, η διαχείριση των κρίσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας εμπεριέχει πολλές ιδιομορφίες και ιδιαιτερότητες. Στις σχέσεις Ελλάδας – Τoυρκίας, επικρατεί μια πoλύ ιδιάζoυσα κατάσταση:

 

-Στηv Κύπρo και στo Αιγαίo, η Ελληvική απoτρεπτική απειλή, oυσιαστικά, απέτυχε: Η κατάληψη τoυ Βόρειoυ τμήματoς της Κύπρoυ, η Τoυρκική παρoυσία στo vησί, και η μη ύπαρξη αvτισταθμιστικής Ελληvικής παρoυσίας, τείvoυv vα καθιερωθoύv ως vέo status quo. Οι αντιδράσεις του Δυτικού παράγοντα στον Ενιαίο Αμυντικό Χώρο και ιδιαίτερα στην εγκατάσταση των πυραύλων S-300 τον Δεκέμβριο 1998 επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση. 

-Στo Αιγαίo, oι συvεχείς παραβιάσεις τoυ ελληνικού κυριαρχικού χώρoυ και η κρίση των Ιμίων εvισχύoυv τηv αvαθεωρητική στρατηγική της Άγκυρας.

-Η υπόθεση Οτσαλάν τον Φεβρουάριο 1999 δείχνει, επίσης, πως τα περιθώρια στρατιωτικού εξαναγκασμού της Ελλάδας αυξήθηκαν επικίνδυνα.

-Στηv Θράκη, απo μια άλλη σκoπιά, oρισμέvες εvέργειες και δηλώσεις απoτελoύv απρoκάλυπτες παρεμβάσεις στην εσωτερική μας πoλιτική, οι οποίες, εάν δεv αvτιμετωπισθoύv, σταδιακά θα δημιoυργήσoυv συvθήκες αλλαγής τoυ status quo, όπως ακριβώς έγιvε στηv Κύπρo τις δεκαετίες ου 1950 και 1960.

-Τα casus belli τα οποία εκτοξεύτηκαν κατά της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια δυνατό να μην έχουν – ως προς τον αριθμό – προηγούμενο στις διακρατικές σχέσεις.

 

Όπως σημειώνεται στο πρώτο παράρτημα πιο κάτω, στην αποτρεπτική στρατηγική συνηθίζεται να λέγεται πως οτιδήποτε λέγεται ή πράττεται και που αφορά τις διπλωματικο-στρατιωτικές ισορροπίες μιας αντιπαράθεσης μετρά αρνητικά ή θετικά στον «δείκτη αξιοπιστίας» της χώρας. Και μόνο υπόνοια, για παράδειγμα, ότι στο θέμα Οτσαλάν λειτουργήσαμε υπό το κράτος στρατιωτικού εξαναγκασμού, καταρρακώνει την αποτρεπτική μας αξιοπιστία και διευρύνει τα περιθώρια συνεχών τέτοιων εξαναγκασμών. Γι’ αυτό, οι προαναφερθείσες ενέργειες της Τουρκίας, ουσιαστικά, διαπερνούν την ελληνική «αποτρεπτική ασπίδα» και μειώνουν την ελληνική αποτρεπτική αξιοπιστία.

 

Η μη αποδοχή των τετελεσμένων και ενέργειες όπως οι συνεχείς αναχαιτίσεις εχθρικών αεροσκαφών στο Αιγαίο αποτελούν μια μικρή αντίσταση αλλά δεν αναιρούν τις δυνατότητες τις Τουρκίας για αθροιστική εκπλήρωση των τακτικών και στρατηγικών της στόχων. Οι συνέπειες θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής:

 

Είναι φυσικό ότι εάν μεγάλο μέρος των Τουρκικών επιδιώξεων εκπληρώνονται σταδιακά το αθροιστικό και σωρευτικό μακροχρόνιο αποτέλεσμα είναι σχεδόν το ίδιο με το αποτέλεσμα μιας νικηφόρου – για την Τουρκία – σύρραξης. Δηλαδή, η Τουρκία είναι φυσικό να προτιμά να κερδίσει τον πόλεμο χωρίς μεγάλη στρατιωτική σύγκρουση. Μεγάλη στρατιωτική σύρραξη θα ήταν ελκυστική για την Τουρκία, 1) εάν προκαλούσε «ιστορική ακύρωση» του ελληνικού κράτους, δηλαδή αποδυνάμωσή του σε βαθμό που δεν θα μετρούσε πλέον στους περιφερειακούς συσχετισμούς, 2) εάν αυτό θα το επιτύγχανε με το λιγότερο δυνατό κόστος.

 

Ενώ η ελληνική αποτρεπτική στρατηγική και η διαχείριση κρίσεων πρέπει να ακυρώνει την επιδίωξη σταδιακών κερδών που θα ισοδυναμούν, μακροχρόνια, με νικηφόρο πόλεμο, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να μην καιροφυλακτεί για την αποτροπή του χείριστου. Η αποτροπή του χείριστου, όπως θα εξηγηθεί στην συνέχεια, είναι ούτως ή άλλως άρρητα συνδεδεμένη με την αποτροπή απειλών χαμηλότερης έντασης.

 

Το χείριστο είναι, είτε στο πλαίσιο της κλιμάκωσης μιας κρίσης είτε αιφνιδιαστικά, να δεχτεί ένα συντριπτικό στρατιωτικό πλήγμα, το οποίο, είναι μεν δύσκολο αλλά η Τουρκία δεν θα δίσταζε να το εκτελέσει εάν υπάρξει στρατιωτικό και πολιτικό «παράθυρο ευκαιρίας». Η υπόθεση αυτή στηρίζεται στην εκτίμηση πως οι Τούρκοι ηγέτες και η Τουρκική κοινωνία θεωρούν την Ελλάδα το μεγάλο εμπόδιο στην εκπλήρωση των διακηρυγμένων ηγεμονικών «οραμάτων». Αυτό το εμπόδιο εξουδετερώνεται μόνον εάν ακυρωθεί η ελληνική δυνατότητα διαχρονικής αντίστασης, δηλαδή μόνον εάν πληγεί καίρια η ελληνική οικονομία και οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις.

 

Γ. ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΡΕΠΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

 

Η ανάπτυξη των σκέψεων που ακολουθεί υιοθετεί την άποψη πως απουσιάζει οποιοδήποτε διεθνές ρυθμιστικό όργανο επιβολής του status quo και ελέγχου του Τουρκικού αναθεωρητισμού. Δηλαδή, οποιαδήποτε σκέψη, έστω και παραμικρή, πως δεν ισχύει η αρχή της αυτοβοήθειας, είναι άκρως επικίνδυνη. Στην ικανότητα αυτοβοήθειας, βεβαίως, συμπεριλαμβάνω και τις αποτελεσματικές συμμαχίες. Συνήθως, αυτές είναι μόνο συμμαχίες με τον «εχθρό του εχθρού», δηλαδή με άλλους παράγοντες που έχουν συμφέρον επιβίωσης να αποτρέψουν από κοινού τον (κοινό) αντίπαλο. Συνήθως προϋποθέσεις εύρωστων συμμαχιών υπάρχουν μόνο όταν απειλούνται τα ζωτικά συμφέροντα του «εχθρού του εχθρού».

 

Στην εκτίμηση του θέματος των συμμαχιών είναι επικίνδυνο – ιδιαίτερα εάν η εκτίμηση αφορά και στρατιωτικά δεδομένα – να στηριζόμαστε σε ανύπαρκτες συμμαχίες.

 

Σε κάθε περίπτωση, είναι κρίσιμο να λάβουμε υπόψη ότι εκ πρώτης όψεως δεν υπάρχουν μεγάλα τρίτα συμφέροντα τα οποία θα εμπόδιζαν την Τουρκία στην εκτέλεση των απειλών ή θα ανέτρεπαν τα τετελεσμένα εάν η Τουρκία επικρατούσε σε μια σύρραξη.

 

Όσον αφορά τη Συρία, τη Ρωσία, τη Βουλγαρία, τη Αρμενία και τους Κούρδους είναι ιδιαίτερες περιπτώσεις ως προς τις οποίες θα μπορούσαμε να αναμένουμε κάτι θετικό μόνο 1) εάν είχαμε επί μακρόν – συστηματικά, προσεκτικά και επί σκοπώ – οικοδομήσει συμμαχικές συγκλίσεις και ενδεχομένως «μυστικές» συνεννοήσεις επί του κοινού συμφέροντος επιβίωσης εάν και όταν αυτό αφορά (από κοινού) την Τουρκική απειλή.

 

 Επομένως, ισχύει – ή σχεδόν ισχύει – η αρχή της αυτοβοήθειας και η Ελλάδα μπορεί να στηρίζεται μόνον στις δικές της δυνάμεις ενώ όπως τα πράγματα εξελίχθηκαν τα τελευταία χρόνια – και ιδιαίτερα μετά το επεισόδιο Οτσαλάν – σχεδόν τίποτα δεν έχουμε να περιμένουμε από τους πιθανούς «εχθρούς του εχθρού».

 

Μολαταύτα, πρέπει να τονιστεί πως η Ελλάδα, ως ισχυρή περιφερειακή δύναμη δεν έχει την πολυτέλεια να μην αναπτύξει μακρόχρονες εναλλακτικές πολιτικές επιλογές επί όλων των θεμάτων της περιοχής που αφορούν την αντιπαράθεσή μας με την Τουρκία. Ενδεικτικά, παραφράζω πρόσφατη φιλολογία περί «κουρδοποιήσεως» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τονίζω πως η ελληνική εξωτερική πολιτική «κουρδοποιείται» ή «σερβοποιείται» κλπ, όχι όταν ασχοληθούμε σοβαρά με εναλλακτικές επιλογές και προβλήματα ενόψει ανάγκης συνεχούς δραστηριοποίησής μας, αλλά όταν δεν έχουμε πολιτική γι’ αυτά τα κρίσιμα και ζωτικά γι’ εμάς διεθνή προβλήματα. Απλουστευτικές θέσεις που υποστηρίζουν πως δεν πρέπει να «κουρδοποιήσουμε» ή να «τουρκοποιήσουμε» την διπλωματίας μας κτλ, είναι πονηρές επειδή υποκρύπτουν μια γενικότερη φιλοσοφία που θέλει την Ελλάδα να μην έχει ανεξάρτητη εθνική στρατηγική. 

 

Εξάλλου, όπως έχω επί μακρόν υποστηρίξει σε πολλές δημοσιευμένες αναλύσεις μου, η συμμετοχή μας σε διεθνείς θεσμούς ή συμμαχίες όπως η Ατλαντική Συμμαχία και η Ευρωπαϊκή Ένωση, μόνο ενίσχυση (και όχι εγγύηση!) θα μπορούσαν να μας προσφέρει. Αυτή η πιθανή ενίσχυση, όμως, δεν είναι δεδομένη, δεν μπορεί να είναι στρατιωτική, και δεν μπορεί να υπάρξει καν αν δεν έχουμε λειτουργήσει ορθά-αποτελεσματικά και επί μακρόν στον πολιτικο-διπλωματικό στίβο. Η εκτίμηση του υπογράφοντος είναι ότι, η επικράτηση της αντίθετης – ουτοπικής – άποψης και ο αποπροσανατολισμός της Ελληνικής πολιτικής ηγεσίας και της ελληνικής κοινής γνώμης από ευρέως διαδεδομένες νομικίστικες και διεθνιστικές θέσεις αποδείχθηκαν κρίσιμης σημασίας κατά την διάρκεια των κρίσεων του 1974, 1996 και 1999, καθώς και ενδιαμέσως όταν πολλά γεγονότα μείωσαν σημαντικά την αποτρεπτική μας αξιοπιστία. Συνολικά, οι διεθνείς συμμετοχές της χώρας πρέπει να αυξάνουν τις επιλογές της ελληνικής στρατηγικής και όχι να τις περιορίζουν. Το αντίθετο θα ήταν παράδοξο και αντιφατικό. Η διαχείριση των κρίσεων και γενικά κάθε προσπάθεια αποτροπής σ’ όλο το πιθανό φάσμα απειλών, απαιτεί συνεκτίμηση των πιο πάνω παραγόντων. Ιδιαίτερα κρίσιμο, όπως γίνεται κατανοητό, είναι οι συμμαχίες και η ορθή κατανόηση της μορφής και του χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος, καθώς και του χαρακτήρα της Τουρκικής απειλής.

 

Δ. ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ, Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΛΙΜΑΚΩΣΗΣ, ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΑΜΥΝΑ-ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ-ΠΡΟΩΤΟΥ ΚΤΥΠΗΜΑΤΟΣ

 

1. «Ισοδύναμο αποτέλεσμα», αποτροπή μεγάλης σύρραξης και αποτροπή πρώτου κτυπήματος

 

Η ικανότητά μας να αποτρέψουμε μια απειλή χαμηλής έντασης συναρτάται άμεσα με την ικανότητά μας να αποτρέψουμε ένα γενικευμένο πόλεμο. Γι’ αυτό εάν με οποιονδήποτε τρόπο – υπονοούμενο ή έκδηλα διατυπωμένο – αποσυνδέσουμε την αποτροπή γενικευμένης σύρραξης από την αποτροπή απειλών χαμηλότερης έντασης ισοδυναμεί με επιδείνωση της αποτρεπτικής μας θέσης.

 

Ασφαλώς, η πιο πάνω θέση θα ήταν περιττή εάν είμαστε πολύ ισχυρότεροι από τον αντίπαλο οπότε η απειλή τιμωρίας κάθε μορφής επίθεσης θα είναι πολύ ή και πλήρως αποτρεπτική. Όμως, επειδή για την Ελλάδα κάτι τέτοιο είναι ιδεατό, θα πρέπει να περιορίσουμε τους συλλογισμούς μας στην ανάλυση τριών αλληλένδετων καταστάσεων:

 

1. αποτροπή γενικευμένου πολέμου (μεγάλη σύρραξη, μεγάλη επίθεση)

2. αποτροπή επεισοδίων ενδιάμεσης έντασης (οτιδήποτε στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ μεγάλης σύρραξης και τοπικής σύρραξης)

3. αποτροπή χαμηλής έντασης (μικρά συνοριακά επεισόδια ή αψιμαχίες).

 

Εάν θελήσουμε να καλύψουμε όλα ανεξαιρέτως τα ενδεχόμενα θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε και άλλες περιπτώσεις όπως η παραβίαση του εναέριου και θαλάσσιου χώρου της Ελλάδας, και η εναντίον μας εκτόξευση απειλών οι οποίες αμφισβητούν το status quo, καθώς και τις απειλές χρήσης βίας (casus belli). Η τουρκικές ενέργειες σ’ αυτό το φάσμα απειλών ροκανίζουν την αξιοπιστία της αποτρεπτικής μας στρατηγικής. Στο ίδιο πλαίσιο, η αποτροπή της απειλής πρώτου συντριπτικού κτυπήματος πρέπει να είναι μόνιμη έγνοια των Γενικού Επιτελείου. Για το θέμα αυτό θα μπορούσε να διατυπωθεί η εξής θέση:

 

ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης οπότε ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι πολύ πιθανό, πρέπει να πειστεί ο αντίπαλος πως έστω και αν μας αιφνιδιάσει θα μας απομείνουν αρκετές δυνάμεις για να αντεπιτεθούμε και να του προκαλέσουμε απαράδεκτο γι’ αυτόν κόστος. Αυτό αφορά τουλάχιστον τις δυνάμεις που μας παρέχουν δυνατότητες να πληγούν ζωτικοί στόχοι του αντιπάλου.

 

Ο τρόπος που η αποτροπή γενικευμένης σύρραξης συνδέεται με την αποτροπή απειλών χαμηλότερης έντασης είναι ο εξής:

 

Η απειλή με ισοδύναμο ή περίπου ισοδύναμο κόστος θα μπορούσε να εκτιμηθεί (έστω και λανθασμένα) από τον αντίπαλο ως ανεκτό, ενώ ελάχιστα περιθώρια θα είχε να κάνει τους ίδιους υπολογισμούς ως προς το κόστος μιας γενικευμένης σύρραξης. Επομένως, αυτό που μετρά αποτρεπτικά δεν είναι το προβαλλόμενο κόστος «μικρής έντασης» αλλά το ενδεχόμενο πως η σύρραξη θα μπορούσε να κλιμακωθεί και να οδηγήσει σε γενικευμένη σύρραξη. Η ανώτατη πολιτική ηγεσία και η στρατιωτική ηγεσία χρειάζεται ίσως να επανεξετάσει ορισμένα ζητήματα και ιδιαίτερα το κατά πόσον έπεσε θύμα λανθασμένης συμβουλής (μερικές απίστευτα λανθασμένες και αφελείς θέσεις γράφτηκαν στον τύπο ή σε μικρά δοκίμια και φάνηκαν να αντανακλώνται σε δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας) (υπενθυμίζω στον νυν υπουργό πως αμέσως μετά τις δηλώσεις συναντηθήκαμε και του παρέδωσα σημείωμά μου τριών σελίδων για το ζήτημα αποτροπή-κλιμάκωση).

 

Για να προεκτείνω το επιχείρημα ως προς αυτό το άκρως κρίσιμο ζήτημα, η αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο εύρωστη εάν επιτύχουμε να μεταδώσουμε με αξιόπιστο τρόπο τρία ισχυρά μηνύματα:

 

Πρώτο, πως έχουμε την ικανότητα, την αποφασιστικότητα και την αναγκαία διάταξη δυνάμεων που δημιουργούν μεγάλο ενδεχόμενο πλήρους επικράτησής μας στην διαδικασία κλιμάκωσης. Ο αντίπαλος θα πρέπει να μένει πάντα σε αμφιβολία ως προς τον τρόπο κλιμάκωσης, την έκταση της κλιμάκωσης και το κόστος που θα του επιβληθεί όταν – κατά πάσα πιθανότητα – θα ηττηθεί. Ένα είναι σίγουρο, πως το αναμενόμενο γι’ αυτόν κόστος δεν θα πρέπει να είναι μικρότερο ή ίσο των οφελών που αυτός αναμένει.

 

Δεύτερο, πως η κλιμάκωση μέχρι την γενικευμένη σύρραξη είναι το πιθανότερο ενδεχόμενο και πως είμαστε αποφασισμένοι να μην διστάσουμε να κλιμακώσουμε εάν το κρίνουμε αναγκαίο. Επίσης πρέπει να επικρέμαται ο κίνδυνος κλιμάκωσης σε γενικευμένη σύρραξη με τρόπους και μεθοδεύσεις που δεν σταθμίζονται εύκολα από τον αντίπαλο (δηλαδή συμφέρει να κατατρέχει τον αντίπαλο αυτός ο φόβος και να υπολογίζει συνεχώς το όφελος της εκτέλεσης της «μικρής απειλής» με το κόστος του γενικευμένου πολέμου).

 

Τρίτο, πως τα διακυβευόμενα αγαθά είναι υψηλής αξίας. Αυτό σχετίζεται με το «σχετικό συμφέρον» εκατέρωθεν των συνόρων και ο αναγνώστης θα μπορούσε να ανατρέξει στις σύντομες εισαγωγικές επισημάνσεις του παραρτήματος ΙΙ.

 

Για τους ποιο πάνω λόγους, η προβολή ισοδύναμου κόστους έχει ελάχιστη ή καθόλου αποτρεπτική αξία η δε προβολή του από την πολιτική ή στρατιωτική ηγεσία δεν μπορεί παρά να οφείλεται, όπως ανέφερα πιο πάνω, σε «ερασιτεχνική συμβουλή». Η προβολή «ισοδυνάμου αποτελέσματος» βρίσκεται σε κάθετη αντίφαση με θεμελιώδεις και ελάχιστα αμφιλεγόμενες αρχές της στρατηγικής ανάλυσης. Κυρίως, βρίσκεται σ’ αντίφαση με την βασικό αξίωμα πως όσο μεγαλύτερη είναι η παράσταση κόστους τόσο περισσότερο αποτρεπτική  είναι απειλή. Η προβολή του ενδεχόμενου περιορισμού στα μέτρα και σταθμά της επίθεσής του, επομένως, μειώνει τα περιθώρια αμφιβολιών του, του επιτρέπει να μεθοδεύσει στρατιωτικά και πολιτικά την εκπλήρωση συγκεκριμένων στόχων και δυνατό επί πλέον να του δώσει το λανθασμένο μήνυμα πως ορισμένα αγαθά δεν έχουν τόσο μεγάλη αξία γι’ εμάς ούτως ώστε να διακινδυνέψουμε μεγάλη σύρραξη. Στην χειρότερη περίπτωση, οι διακηρύξεις περί ισοδυνάμου θα μπορούσαν να του μεταδώσουν το μήνυμα πως η Ελλάδα δεν θα μπορούσε ποτέ να του προκαλέσει μεγάλο κόστος επειδή σε κάθε περίπτωση δεν θα έφθανε σε μεγάλη ή γενικευμένη σύρραξη.

 

Αυτή η θέση ουδόλως υποβαθμίζει την ανάγκη αποτροπής απειλών χαμηλών έντασης. Αντίθετα, τονίζουν την σημασία της αξιοπιστίας μας και γενικότερα του τρόπου που συνδέονται τα διάφορα επίπεδα πιθανής σύγκρουσης με την συνολική αποτρεπτική μας προσπάθεια, καθώς και με την ανάγκη αποφυγής επιπόλαιων κινήσεων και ενεργειών που θα προκαλέσουν πολεμική σύρραξη. Ο στόχος της Ελλάδας ως κράτους που υπεραμύνεται του status quo, υπενθυμίζεται, είναι η αποτροπή του πολέμου, δηλαδή να μην υπάρξει οποιαδήποτε πολεμική σύγκρουση !!. Γι’ αυτό, είναι άχαρο να εισέλθουμε σε πολεμικές συρράξεις λόγω λαθών που οφείλονται σε άγνοια στοιχειωδών κριτηρίων της στρατηγικής ανάλυσης.

 

Όταν υπάρχει στρατιωτική απειλή, ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από δικά μας λάθη, ιδιαίτερα τον ολέθριο συλλογισμό που κατατρέχει πολλούς αναλυτές στην Ελλάδα πως είναι δυνατό να αποφύγουμε τον πόλεμο αντί να τον αποτρέψουμε.

 

Τονίζεται πως «αποφυγή του πολέμου» και «αποτροπή του πολέμου» είναι δύο παντελώς διαφορετικές έννοιες.

 

2. Παράγοντες που επηρεάζουν το Ελληνικό αποτρεπτικό δόγμα

 

Σ’ όλες τις περιπτώσεις η μορφή και ο χαρακτήρας του ελληνικού αμυντικού δόγματος καθώς και το είδος των στρατιωτικών ικανοτήτων είναι καθοριστικής σημασίας για την αξιοπιστία της αποτρεπτικής στρατηγικής. Εφάμιλλα σημαντικό, επίσης, είναι η ικανότητα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας να μεταδώσει τα ορθά αποτρεπτικά μηνύματα στον αντίπαλο:

 

Στρατιωτική και διπλωματική ικανότητα η οποία δεν μετατρέπεται σε αποτρεπτικός κόστος στις εκτιμήσεις του αντιπάλου είναι ανύπαρκτη αποτρεπτική ικανότητα.

 

 Το στρατηγικό δόγμα και η δομή δυνάμεων τόσο σε αναφορά με την Γενική αποτροπή όσο και σε αναφορά με την αντιμετώπιση κρίσεων και απειλών χαμηλής έντασης συναρτάται, μεταξύ άλλων, με μερικούς βασικούς παράγοντες:

 

πρώτο, το στρατηγικό δόγμα και την δομή-διάταξη των ενόπλων δυνάμεων του αντιπάλου και τα τεχνολογικά δεδομένα.

 

Δεύτερο, τους πολιτικούς στόχους του αντιπάλου.

 

Τρίτο, τα γεωπολιτικά δεδομένα.

 

Τέταρτο, τις στρατιωτικές ανάγκες στην περίπτωση κάλυψης στόχων εκτός κρατικών συνόρων (εκτεταμένη αποτροπή προς την Κύπρο).

 

Πέμπτο, την τεχνολογία των οπλικών συστημάτων του επιτιθέμενου και γενικότερα την ποσότητα-ποιότητα των οπλικών συστημάτων σ’ όλο το φάσμα της αντιπαράθεσης.

 

[Σημείωση: Είναι ευνόητο πως οι πιο πάνω παράγοντες – εκτός από τον δεύτερο στον οποίο ήδη αναφέρθηκα ακροθιγώς πιο πάνω – ενώ είναι κρίσιμης σημασίας στην διαμόρφωση της δικής μας ικανότητας και του δικού μας στρατηγικού δόγματος, η ολοκλήρωσή τους στην αποτρεπτική μας στρατηγική είναι έργο των οργάνων του κράτους και κυρίως του Γενικού Επιτελείου]

 

3. Η διαλεκτική σχέση άμυνας-επίθεσης-ισορροπίας

 

Ορισμένες κρίσιμες επισημάνσεις ως προς αυτό το κρίσιμο ζήτημα είναι οι πιο κάτω: Η αποτρεπτική στρατηγική αποκτά επιθετικό (ή «αντεπιθετικό»-“counterforce/countervailing”) προσανατολισμό όταν τo αμυvτικό δόγμα και η διάταξη τωv εvόπλωv δυvάμεωv σκoπεύουν στηv καταστρoφή τωv εvόπλωv δυvάμεωv τoυ αvτιπάλoυ, και πιθαvώς στην κατάληψη εδάφoυς της επικράτειάς τoυ. Ουσιαστικά, oπoιoσδήπoτε στόχoς υψηλoύ κόστoυς εις βάθoς, εvτός της επικράτειας τoυ αvτιπάλoυ, θα μπoρoύσε vα θεωρηθεί ως επιθετικoύ ή αvτεπιτιθετικoύ χαρακτήρα.

 

Είvαι έvα πράγμα vα αμυvθείς όταv δεχθείς επίθεση, και άλλo vα αvτεπιτεθείς και vα αvταπoδόσεις στo έδαφoς τoυ επιτιθέμεvoυ. Η απoτρoπή είvαι τόσo ισχυρότερη όσo o απoτρέπωv είvαι ικαvός όχι μόvo vα αμυvθεί αλλά και vα αvταπoδόσει με οδυνηρά πλήγματα κατά του επιτιθέμενου. Η αποτροπή οικοδομείται με κριτήριο την δημιουργία παράστασης πως το πιθανό κόστoς τoυ επιτιθέμεvoυ είvαι όχι μόvo η απoτυχία τωv σχεδίωv τoυ αλλά επίσης και η αvταπόδoση τωv κτυπημάτωv στo έδαφός τoυ. Η Ελλάδα ως αμυvόμεvo κράτoς έχει “αμυvτικoύς” πoλιτικoύς στόχoυς (δηλαδή, δεν διεκδικεί, όπως η Τoυρκία, αλλαγή τoυ status quo). Αυτό όμως δεν τηv εμπoδίζει να αvαπτύσσει επιθετικές ικαvότητες εάv αυτό είναι αναγκαίο για την διαφύλαξη του status quo.

 

Το κατά πόσο αυτές οι προθέσεις και αυτά τα σχέδια δημοσιοποιούνται (ή υπονοούνται) δεν κρίνεται εκ των προτέρων. Εκτιμάται κατά περίπτωση με σκοπό την αξιόπιστη μετάδοση παραστάσεων υψηλού κόστους ενώ συνεκτιμάται με πολιτικά και διπλωματικά δεδομένα.

 

Δηλαδή, η «επίθεση» σχετίζεται με τον εξορθολογισμό των αμυντικών επιλογών με τρόπο που καθιστά πιο αξιόπιστη, πιο εύρωστη και γι’ αυτό πιο αποτρεπτική την εθνική στρατηγική του αμυνόμενου κράτους. Εάν οι παράγοντες που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη ενότητα δείχνουν πως απαιτείται μεγάλου βαθμού αποτρεπτική ικανότητα, αναπτύσσεται επιθετικό στρατιωτικό δόγμα στο πλαίσιο αμυντικών πολιτικών στόχων. Αυτό συμπεριλαμβάνει και τη επιλογή πρώτου κτυπήματος, εάν τελικά η αποτροπή αποσταθεροποιηθεί και η σύρραξη είναι σίγουρη και αναμενόμενη.

 

Όπως ήδη τονίστηκε, αποτροπή είναι τόσο ισχυρότερη όσο ο αποτρέπων είναι ικανός όχι μόνον να αμυνθεί στο έδαφός του αλλά και να αντεπιτεθεί ανταποδίδοντας καίριο κτύπημα κατά των ζωτικών ικανοτήτων του επιτιθέμενου. Το πιθανό κόστος του επιτιθέμενου πρέπει να είναι όχι μόνον η αποτυχία των επεκτατικών του επιδιώξεων αλλά επίσης, η αξιόπιστη ικανότητα κτυπημάτων με βαρύτατες γι’ αυτόν συνέπειες. Βεβαίως, για τον αμυνόμενο / αποτρέποντα, το ιδανικό θα ήταν να είχε τόσο αμυντικές όσο και επιθετικές στρατιωτικές ικανότητες. Όμως, εάν για διάφορους λόγους – όπως στην περίπτωσή μας όπου η άγνοια και ο εφησυχασμός οδηγεί σε τρομακτικό ανισοζύγιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας – η αποτροπή τόσο δυσμενούς κλιμάκωσης στο ΄πλαίσιο μιας πιθανής κρίσης όσο και ενός μεγάλου πολέμου απαιτεί προβάδισμα στις επιθετικού χαρακτήρα στρατιωτικές ικανότητες.

 

Μια κρατούσα αντίληψη στην στρατηγική ανάλυση είναι η εξής:  όσο περισσότερο επιδεινώνεται ο συσχετισμός ισχύος εις βάρος του αμυνόμενου τόσο περισσότερο αυξάνει η πιθανότητα είτε να υποστεί τις συνέπειες οδυνηρών υποχωρήσεων λόγω στρατιωτικών εκβιασμών είτε να δεχτεί ένα οδυνηρό και καταστροφικό πρώτο κτύπημα. Η αστάθεια εντείνεται ακόμη περισσότερο επειδή ο αμυνόμενος, όσο περισσότερο επιδεινώνεται η θέση τόσο περισσότερο οδηγείται σε επιλογές πρώτου κτυπήματος για να ακυρώσει τον κίνδυνο να το πράξει πρώτος ο επιτιθέμενος.  Επιπλέον, εάν η θέση του αμυνόμενου επιδεινώνεται ανεπίστροφα ίσως έλθει η στιγμή που γι’ αυτόν η μόνη ελπίδα σωτηρίας να επιχειρήσει ένα πρώτο κτύπημα απελπισίας με την ελπίδα πως θα ακυρώσει μεγάλο μέρος της ισχύος του επιτιθέμενου. Δηλαδή, η ανισορροπία οικοδομεί αστάθεια ενώ για τον αμυνόμενο λιγοστεύουν οι επιλογές.

 

Δηλαδή, η αστάθεια στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας είναι συνάρτηση της ισορροπίας ή της ανισορροπίας μεταξύ των δύο κρατών. Δηλαδή, με δεδομένο και αυξανόμενο το ανισοζύγιο ισχύος, ενώ η ανάπτυξη αποτρεπτικών επιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων εκ μέρους μας είναι ίσως αναπόφευκτη, αυτό δημιουργεί μερικούς σοβαρούς κινδύνους. Γι’ αυτό ευθύνονται όσοι τα τελευταία χρόνια με έργα λόγια ή αδράνεια συνέβαλαν στην ανισορροπία δυνάμεων Ελλάδας – Τουρκίας. Ταυτόχρονα, υπάρχει ανάγκη συνεχών μέτρων αποκατάστασης συνθηκών ισορροπίας.

 

Η  εξισορρόπηση της δεδομένης πλέον Τουρκικής ικανότητας πρώτου κτυπήματος με ανάπτυξη Ελληνικών αντεπιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων, όπως μόλις αναφέρθηκε, ενώ θα βελτιώνει την αποτρεπτική μας ικανότητα συνολικά θα αυξάνει ταυτόχρονα την αστάθεια σε περιπτώσεις κρίσεων. Στην τελευταία περίπτωση, τα κίνητρα των δύο πλευρών να κτυπήσουν πρώτοι θα αυξηθούν. Όμως, όπως θα εξηγηθεί στην συνέχεια, αυτή είναι ίσως μια παρωχημένη συζήτηση: H Τουρκική ικανότητα πρώτου κτυπήματος είναι ήδη γεγονός και η αστάθεια σε περίπτωση κρίσεως είναι δεδομένη, επειδή, ακριβώς, η Τουρκική υπεροχή σ’ όλα τα οπλικά συστήματα καθιστά δελεαστικό ένα Τουρκικό καταστροφικό πρώτο πλήγμα. Τα πάμπολλα casus belli των τελευταίων ετών είναι μια σημαντική επιβεβαίωση αυτής της θέσης που δεν έχουμε την πολυτέλεια να αγνοούμε. Οι ενέργειες της ηγεσίας της Άγκυρας μετά το επεισόδιο Οτσαλάν δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την ορθότητα αυτών των εκτιμήσεων.

 

Όμως, είναι ίσως σκόπιμο να επεξεργαστούμε ακόμη περισσότερο την διαλεκτική σχέση ισορροπίας-αντεπίθεσης-αστάθειας. Μια άλλη πτυχή που καθιστά τα διλήμματα μεγαλύτερα, είναι το γεγονός πως οι αντεπιθετικές απειλές μιας αποτρεπτικής στρατηγικής, εάν είναι αξιόπιστες, δημιουργούν συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων το πρώτο κτύπημα θα επικρέμαται ως «δαμόκλειος σπάθη» κατά αποσταθεροποιητικών κινήσεων του αντιπάλου και θα αυξάνει την αξιοπιστία της στρατηγικής μας στην αντιμετώπιση απειλών χαμηλής ή ενδιάμεσης έντασης. Δηλαδή, ενώ η διαλεκτική σχέση πρώτου κτυπήματος-αστάθειας αυξάνει την πιθανότητα έναρξης συγκρούσεων, βελτιώνει, ταυτόχρονα, την αποτροπή απειλών χαμηλής έντασης. Συνολικά, ο στόχος της αποτροπής του πολέμου εξυπηρετείται τόσο περισσότερο όσο μεγαλύτερη είναι η αντεπιθετική απειλή, επειδή προκαλεί ανησυχία και φόβο στο πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας για μεγάλο κόστος εάν συνεχίσουν τις επιθετικές του στάσεις ή εάν αποτολμήσουν στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό. Η αντεπιθετική ικανότητα, εξάλλου, όπως αναφέρθηκε πιο μπροστά, σχετίζεται με τις δυνατότητες του αντιπάλου να ελέγξει την κλιμάκωση εάν και όταν εκτελεστεί μια απειλή χαμηλής έντασης.

 

Με κάθε κριτήριο αποτρεπτικής στρατηγικής, όσο πιο καταστροφική είναι η αποτρεπτική – αντεπιθετική απειλή, τόσο περισσότερο ενισχύεται η αμυνόμενη χώρα, στην προκειμένη περίπτωση η Ελλάδα η οποία υπεραμύνεται του status quo. Όσο επιδεινώνεται ο συσχετισμός εις βάρος της Ελλάδας τόσο περισσότερο αποσταθεροποιείται η σχέση και τόσο περισσότερο αυξάνει ο κίνδυνος ενός πρώτου κτυπήματος εκ μέρους της Τουρκίας αλλά και πρώτου ελληνικού κτυπήματος ως κίνηση απελπισίας εκ μέρους της Ελλάδας. Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους, η ισορροπία δεν είναι προϋπόθεση ειρήνης αλλά και σταθερότητας.

 

Ορισμένοι αδαείς, με αφέλεια, με δέος και με φόβο, ανταπαντούν πως αντεπιθετικές Ελληνικές ικανότητες και στρατηγικό δόγμα που θα επισείει ή υπονοεί αποτρεπτικό πρώτο κτύπημα εκ μέρους της Ελλάδας θα προκαλέσει ανάλογη Τουρκική αντίδραση. [Για όποιον επιθυμεί λεπτομέρειες γι’ αυτή την πτυχή δεν έχει παρά να μελετήσει τον διάλογο του αείμνηστου Παναγιώτη Κονδύλη όταν δημοσίευσε το βιβλίου του Θεωρία του Πολέμου.] Όμως, πρώτο, εάν η Ελληνική αμυντική στρατιωτική ικανότητα δεν είχε αποδυναμωθεί λόγω πληθώρας ανόητων δήθεν ειρηνιστικών αναλύσεων υπέρ ουσιαστικά ενός μονομερούς ελληνικού αφοπλισμού, το ζήτημα θα ετίθετο διαφορετικά. Το πρόβλημα, επαναλαμβάνεται, ανακύπτει λόγω αποδυνάμωσής μας την τελευταία δεκαετία. Η αποδυνάμωση αυτή, για την οποία υπάρχουν πολιτικές ευθύνες αλλά δεν είναι αντικείμενο του παρόντος κειμένου να τις αναζητήσει, επηρέασε σχεδόν κάθε διάσταση της εθνικής μας στρατηγικής και κυρίως την στρατιωτική μας ικανότητα, την διπλωματική μας αξιοπιστία και το πατριωτικό φρόνημα του λαού και των ενόπλων δυνάμεων λόγω αντιπατριωτικού μακαρθισμού που συστηματικά παρατηρείται στον Ελληνικό δημόσιο διάλογο. Η αντιμετώπιση αυτών των παραγόντων είναι αναπόσπαστο μέρος της αποτρεπτικής στρατηγικής μιας χώρας τους οποίους ένας μοντέρνος στρατός ενός δημοκρατικού κράτους δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει.

 

Η συζήτηση περί πιθανής Τουρκικής ανταπάντησης είναι καθυστερημένη, εάν η ισορροπία έχει ήδη ανατραπεί. Γι’ αυτό εκτιμώ πως τα θέματα που τέθηκαν από τον αείμνηστο Παναγιώτη Κονδύλη στο επίμετρο του βιβλίου του η Θεωρία του Πολέμου είναι ίσως κρισιμότατα και θα μπορούσαν να συνεκτιμηθούν με τις σκέψεις που καταθέτω στο παρόν σημείωμα. Ο Παναγιώτης Κονδύλης, με συνοπτικό αλλά ταυτόχρονα και συνολικό τρόπο, δίνει την εικόνα των τάσεων οι οποίες ενδεχομένως οδηγούν σε τεράστια γεωπολιτική ασυμμετρία που συνοδεύεται με πασίδηλη ηγεμονική Τουρκική στρατηγική και – αναπόφευκτα – απο επιθυμία των μεγάλων δυνάμεων να αναπτύξουν πελατειακές σχέσεις με την Τουρκία στην βάση αυτού του ηγεμονισμού.

 

Οι προηγηθείσες επισημάνσεις συμπεριλαμβάνονται στο παρόν σημείωμα, κατά κύριο λόγο, για να τεθεί το ερώτημα και να εκφραστούν συμπερασματικές εκτιμήσεις για το πώς διαμορφώνεται η απειλή πρώτου καταστροφικού κτυπήματος κατά της Ελλάδας. Η εκτίμηση αυτής της απειλής, τονίζεται, συναρτάται πρώτο, με τις στρατιωτικές ικανότητες της Τουρκίας και δεύτερο με την πολιτική στρατηγική της χώρας αυτής. Η επιθετική διάταξη των ενόπλων δυνάμεων αλλά και οι μελλοντικές γνωστές προβολές των τουρκικών στρατιωτικών ικανοτήτων οδηγούν στο συμπέρασμα πως ήδη υπάρχει τόσο τουρκική πολιτική θέληση πρώτης καταστροφικής επίθεσης κατά της Ελλάδας όσο και στρατιωτικές ικανότητες που στηρίζουν αυτούς τους πολιτικούς στόχους. Η εκτέλεση είναι ζήτημα συγκυριών και παραθύρου ευκαιρίας. Τα πολλά casus belli κατά της Ελλάδας είναι σαφής απόδειξη αυτής της πραγματικότητας καθώς και η στάση της Τουρκίας όσον αφορά την εγκατάσταση των S-300 όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και στην Κρήτη. Οι ίδιες χαρακτηριστικές συμπεριφορές που  καταδεικνύουν τον υπαρκτικό χαρακτήρα της Τουρκικής απειλής εκδηλώθηκαν σε αναφορά με το επεισόδιο Οτσαλάν τον Μάρτιο 1999.

 

Γι’ αυτό, το μεγάλο αιτούμενο της Ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής δεν είναι μια πιθανή αποσταθεροποίηση που ενδεχομένως θα οδηγήσει η δραστική αναπροσαρμογή  του στρατηγικού μας δόγματος αλλά η αναπροσαρμογή με τρόπο που θα βελτιώνει τις πιθανότητες αποτροπής του πολέμου επειδή θα καθιστά ατελέσφορη την Τουρκική επίθεση (η οποία με κάθε κριτήριο βρίσκεται σε εξέλιξη και αναμενόμενη ευκαιρίας δοθείσης), ενώ ταυτόχρονα θα ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο πρώτου κτυπήματος κατά της Ελλάδας. Ταυτόχρονα, είναι φανερό πως χρειάζεται επανεκτίμηση του ζητήματος ύπαρξης ή μη ύπαρξης ισορροπίας. Και πάλιν, εκ πείρας από την μελέτη των αμυντικών πολιτικών συγχρόνων κρατών, θα παρατηρούσα πως ο ρόλος του υπουργού άμυνας και του ανωτάτου επιτελείου δεν είναι μόνον στρατιωτικός αλλά και πολιτικός. Ορίζουν την απειλή, ορίζουν τις ανάγκες αντιμετώπισής τους και ασκούν μεγάλη πίεση δέσμευσης πόρων που διασφαλίζουν ισορροπία.  

 

Στο πλαίσιο της ίδιας προβληματικής επιβάλλεται να αντιμετωπιστεί και το ενδεχόμενο κλιμάκωσης μιας σύρραξης μετά από μια κρίση. Εάν για οποιαδήποτε αιτία – και η εξέλιξη των συσχετισμών δημιουργεί κίνητρα στην Τουρκία για εκτέλεση απειλών χαμηλής έντασης που αυξάνουν τις πιθανότητες έναρξης στρατιωτικών συγκρούσεων – αρχίσουν στρατιωτικές συγκρούσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οι αντεπιθετικές μας ικανότητες είναι καθοριστικό στοιχείο τόσο για τον υπέρ της Ελλάδας έλεγχο της κλιμακώσεως με ενδοπολεμική αποτροπή όσο και την στρατηγική νίκη εάν παραταύτα ο πόλεμος γενικευθεί.

 

Επιτυχία της αποτροπής μας δεν είναι μόνο συνάρτηση των στρατιωτικών μας ικανοτήτων και του στρατηγικού δόγματος που τις μετατρέπει σε μέσο της πολιτικής στρατηγικής της χώρας. Είναι επίσης συνάρτηση του τρόπου που διατυπώνουμε και εφαρμόζουμε την στρατηγική μας, του τρόπου που την διακηρύττουμε και κυρίως η επιτυχία με την οποία μεταδίδουμε τα ορθά αποτρεπτικά μηνύματα στον αντίπαλο. Η περίπτωση του ισοδυνάμου αποτελέσματος, σημείωσα πιο πάνω, κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.

 

Η ανισορροπία ίσως είναι ήδη γεγονός και η περαιτέρω επιδείνωση των συσχετισμών περισσότερο από βεβαία. Η ανάγκη προσπαθειών εγκαθίδρυσης ισορροπίας είναι προϋπόθεση ειρήνης και σταθερότητας. Η προσαρμογή του στρατηγικού μας δόγματος, επίσης, είναι 1) προϋπόθεση αποτροπής των απειλών μικρής έντασης που η προαναφερθείσα ανισορροπία δημιουργεί, 2) προϋπόθεση αποτροπής ενός Τουρκικού πρώτου κτυπήματος σε περιόδους έντασης και 3) προϋπόθεση ελέγχου της κλιμάκωσης εάν μολαταύτα η Τουρκία «ανοίξει την πόρτα του φρενοκομείου».   

 

Ε. ΑΠΕΙΛΕΣ ΧΑΜΗΛΗΣ ΕΝΤΑΣΗΣ, Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΛΙΜΑΚΩΣΗΣ

 

Προτού αναφερθώ ακροθιγώς στον βασικό προβληματισμό συμπληρωματικά με τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, θα μπορούσα να τονίσω ακόμη μια φορά ένα σημείο που σχετίζεται άμεσα με τις απειλές χαμηλής έντασης. Συγκεκριμένα, ότι εκπλήρωση των τουρκικών επιδιώξεων στο επίπεδο αυτό οδηγεί στην άθροιση κερδών που συνολικά ισοδυναμούν με νίκη χωρίς πόλεμο. Επιπρόσθετα, οι εκπλήρωση των Τουρκικών στόχων χαμηλής έντασης ροκανίζει την αξιοπιστία της αποτρεπτικής μας στρατηγικής και ακυρώνει τον κεντρικό αποτρεπτικό στόχο.

 

Πέραν της έμφασης που ήδη έδωσα στον τρόπο που η αποτρεπτική απειλή γενικευμένης σύρραξης συνδέεται με την αποτροπή όλων των απειλών χαμηλότερου επιπέδου, θα μπορούσα να τονίσω πως το αμέσως επόμενο κρίσιμο ζήτημα είναι,

 

1)      η αποφασιστικότητά μας να κλιμακώσουμε με τρόπο της δικής μας επιλογής και

2)      η ικανότητά μας να ελέγξουμε αυτή την κλιμάκωση.

 

Ο στρατηγικός συλλογισμός αξιωματικού χαρακτήρα που πρέπει να καθοδηγεί τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της αποτρεπτικής μας στρατηγικής είναι ο εξής:

 

1)     Όσο μεγαλύτερες παραστάσεις κόστους μεταδώσουμε στον επιτιθέμενο τόσο περισσότερο εύρωστη είναι η αποτροπή. Γι’ αυτό, αν και η αποφασιστικότητα και αξιοπιστία ελέγχου μιας πιθανής κλιμάκωσης πρέπει να είναι δεδομένη, τονίζεται με έμφαση ξανά πως πρέπει να πλανάται το ενδεχόμενο μεγάλης σύρραξης.

2)     Ο αντίπαλος, στο τέλος, θα πρέπει να σταθμίσει το κόστος-όφελος της σχεδιαζόμενης επιθετικής ενέργειας με βάση την γενικευμένη σύρραξη ως πιθανότερη δική μας τελική αντίδραση

3)     Δηλαδή, οι συλλογισμοί του αντιπάλου θα πρέπει να οικοδομηθούν με την εξής ιεραρχία: ο αμυνόμενος είναι ικανός και αποφασισμένος να κλιμακώσει με ελεγχόμενο τρόπο την δική μου επίθεση (επομένως το πιο πιθανό δεν θα έχω τίποτα να κερδίσω επιδιώκοντας «χαμηλή ένταση) ενώ ταυτόχρονα διατρέχω τον κίνδυνο στην προσπάθεια να ικανοποιήσω χαμηλού βαθμού επιδιώξεις να βρεθώ σε πολύ δύσκολη θέση και ίσως να διατρέξω τον κίνδυνο καταστροφής

4)     Ιδεατά κανένα μήνυμα δεν θα πρέπει να δοθεί στον αντίπαλο που να αφήνει να πλανάται το ενδεχόμενο πως το κόστος που θα υποστεί θα είναι έστω και κατά προσέγγιση ίσο ή χαμηλότερο του αναμενόμενου γι’ αυτό συνολικού οφέλους.

5)     Κατά συνέπεια η ιδέα και μόνον ισοδυνάμου αποτελέσματος ή συνολικά μικρότερου κόστους από το πιθανό όφελος δημιουργεί κίνητρα να δεχτούμε επίθεση.

 

Αυτό θα απαιτούσε μεγαλύτερη έρευνα για να εκφραστούν ακριβέστερες εκτιμήσεις, αλλά η Τουρκική επιθετικότητα δυνατό να οξύνθηκε τα τελευταία τρία χρόνια ακριβώς λόγω συχνά μεταδώσαμε μηνύματα είτε ισοδύναμου είτε χαμηλότερου κόστους στις ενέργειές της.

 

Αυτό επειδή, σε τελευταία ανάλυση, ακόμη και «ισοδύναμο» να προκαλέσουμε (πχ, ως αντίποινα, κατάληψη μιας νήσου) η Τουρκία θα αποκομίσει πολλαπλάσια επειδή στην συνέχεια θα αρχίσουν «διαπραγματεύσεις» εφ’ όλης της ύλης, ενώ η ζημιά στην τουριστική μας βιομηχανία και άλλες συναφείς συνέπειες θα είναι απείρως πιο καταστροφικές απ’ ότι οι αντίστοιχες ζημιές της Τουρκίας λόγω του γεγονότος πως βρίσκεται ούτως ή άλλως σε πολυετή εσωτερικό πόλεμο στα ανατολικά της σύνορα.

 

Στο πλαίσιο της ίδιας προβληματικής είναι και το ζήτημα της ενδοπολεμικής αποτροπής (intrawar deterrence). Ενδοπολεμική αποτροπή σημαίνει πολιτική βούληση και στρατιωτική ικανότητα να πάρουμε την πρωτοβουλία των κινήσεων μετά την επίθεση του αντιπάλου, να κλιμακώσουμε τα κτυπήματα σε βαθμό που θα του δημιουργήσουν δυσανάλογα – με τα πιθανά οφέλη – ζημιές και να επιβάλλουμε όρους άμεσης αποκατάστασης του status quo ante, εάν ο αντίπαλος αρχικά κατόρθωνε να δημιουργήσει τετελεσμένα. Αναμφίβολα, αυτοί οι συλλογισμοί μας επαναφέρουν στον αρχικό προβληματισμό της ύπαρξης ισορροπίας ή ανισορροπίας ισχύος.

 

Η ικανότητά μας για ενδοπολεμική αποτροπή, παράγων άμεσα σχετιζόμενος με τον έλεγχο της κλιμάκωσης είναι ανέφικτη εάν υπάρχει αποτρεπτική ανεπάρκεια, εάν δηλαδή υπάρχει έλλειμμα ισχύος σε τακτικό και στρατηγικό επίπεδο. Αντίστροφα, εάν ο επιτιθέμενος όχι μόνον έχει πλεονέκτημα και την πρωτοβουλία των κινήσεων, εάν έχει ικανότητα επίθεσης, στην συνέχεια ελέγχου της κλιμάκωσης και δημιουργίας τετελεσμένων, και τέλος τερματισμού των συγκρούσεων με δικούς τους όρους θα αποκομίσει τα ίδια οφέλη ως εάν να είχε κερδίσει μια μεγάλη πολεμική σύρραξη.

 

Συνοψίζοντας, θα τόνιζα πως η ικανότητά μας να αποτρέψουμε απειλές χαμηλής έντασης εξαρτάται, πρώτο, από την στρατιωτική ικανότητά μας να επικρατήσουμε στην περίπτωση γενικευμένου πολέμου, δεύτερο, από την ικανότητά μας να αποκρούσουμε σε τοπικό επίπεδο σε πρώτη φάση και ταυτόχρονα να αντεπιτεθούμε, να ελέγξουμε την κλιμάκωση και να προκαλέσουμε κόστος πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι ενδεχομένως ανέμενε ως όφελος ο αντίπαλος.

 

Στο πιο πάνω πλαίσιο, υποψήφιοι στόχοι είναι κάθε μεγάλης αξίας αγαθό που σχετίζεται με το αξιόμαχο του τουρκικού στρατού αλλά πρωτίστως τα ίδια τα οπλικά συστήματα του αντιπάλου. Ενδεικτικά, σε κλιμακούμενη βάση [δεν αναφέρομε στον έλεγχο της κλιμάκωσης σε τακτικό επίπεδο αλλά στην κλιμάκωση προς γενικευμένο πόλεμο] πρέπει να είμαστε αξιόπιστα ικανοί να καταφέρουμε ισχυρότατα πλήγματα κατά των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, να εξαρθρώσουμε καίριους στόχους που σχετίζονται με την οικονομική και βιομηχανική βάση του αντιπάλου και να προκαλέσουμε ζημιές που θέτουν σε κίνδυνο την κοινωνική και καθεστωτική σταθερότητα [αυτό ακριβώς ήταν το σκεπτικό της αμερικανικής στρατηγικής στόχευσης κατά της ΕΣΣΔ επί ψυχρού πολέμου]. Ταυτόχρονα, η μετάδοση των σωστών μηνυμάτων προς τον αντίπαλο ως αυτές τις πτυχές αποτελεί προϋπόθεση αξιόπιστης αποτροπής.

 

Εάν αντίθετα το κόστος-όφελος της πολεμικής σύρραξης είναι ισοζυγισμένο και συνολικά θετικό για την Τουρκία λόγω πολιτικών πλεονεκτημάτων όταν θα τερματιστούν οι ένοπλες εμπλοκές, η αποτροπή μας είναι υποψήφια για κατάρρευση και η εκτέλεση των επιθετικών απειλών περισσότερο από σίγουρη. Τα πλεονεκτήματα πέραν των πολεμικών εμπλοκών για την Τουρκία, ιδανικά γι’ αυτή, είναι ή έναρξη διαπραγματεύσεων σ’ όλο το πιθανό φάσμα των μονομερών διεκδικήσεών της.

 

Κατά συνέπεια, για ένα ακόμη λόγο, σκοπός μας είναι όχι να αναμένουμε το κτύπημα για να προβούμε σ’ ισοδύναμα αντίποινα αλλά να αποτρέψουμε παντελώς μικρό, μεσαίας κλίμακας ή μεγάλης κλίμακας σύρραξη.

 

Με τα πιο πάνω θα μπορούσε να συνεκτιμηθεί η θέση πως πολιτικός στόχος της Άγκυρας είναι να μας θέσει σε τροχιά ατέρμονων διαπραγματεύσεων σ’ όλο το φάσμα των διεκδικήσεών της μ’ αυτή σε πλεονεκτική θέση και την Ελλάδα σε μειονεκτική. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα μετρήσει το γεγονός πως προκαλέσαμε «ισοδύναμο» αλλά το γεγονός πως θα είμαστε επί μακρόν όμηροι ατέρμονων διαπραγματεύσεων, απειλών και υποχωρήσεων που θα μας συρρικνώνουν ως κράτος και ως έθνος άνευ δυνατότητας διεξόδου.

 

Τέλος, εάν είτε για λόγους που αφορούν τις στρατιωτικές μας ικανότητες είτε για λόγους που σχετίζονται με τα γεωπολιτικά δεδομένα πιστεύουμε πως έχουμε τακτικό μειονέκτημα – και πολύ περισσότερο εάν αυτό το γνωρίζει ο αντίπαλος – τότε, για να αποτρέψουμε τις εναντίον μας επιθετικές προθέσεις, είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου να μεταδώσουμε με απόλυτη πειστικότητα την εικόνα γενικευμένης σύρραξης μεγάλου εκατέρωθεν κόστους.

 

Ενδεχομένως αυτό αφορά και άλλες περιοχές ζωτικών ελληνικών συμφερόντων αλλά σίγουρα σχετίζεται με την εκτεταμένη άμυνα προς την Κύπρο, εξ ου και ο ορθολογισμός του casus belli το οποίο συμφέρει να καταστήσουμε όσο περισσότερο αξιόπιστο στην αρχική του μορφή απειλής γενικών αντιποίνων. Αναμφίβολα, οι προσπάθειες μετά το 1993 για ενίσχυση τόσο της τοπικής κυπριακής άμυνας όσο και καλύτερης λειτουργικής σύζευξής της με την ελλαδική άμυνα βρίσκονται προς την ορθή κατεύθυνση. Τα πράγματα όμως αντιστρέφονται και η αποτροπή αποδυναμώνεται εάν δεν επικρέμαται η δική μας αποτρεπτική απειλή γενικευμένης σύρραξης και εάν όλες οι συναφείς ενέργειες δεν βρίσκονται σ’ αρμονία μ’ αυτή την συνολική αποτρεπτική λογική.

 

Καταληκτικά, κάθε αποτρεπτική απειλή, για να δημιουργεί αξιόπιστη παράσταση κόστους που θα εμποδίσει τον αντίπαλο να πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων σε χαμηλό επίπεδο σύγκρουσης, επιβάλλεται να στηρίζεται τόσο σε στρατιωτικές ικανότητες όσο και σε πολιτική βούληση και ορθή επιτελική και πολιτική οργάνωση. Γίνεται αντιληπτό πως είναι κρίσιμο για την αξιοπιστία της αποτροπής μας και την ελαχιστοποίηση των πιθανοτήτων μικρής ή μεγάλης σύρραξης, να μεταδοθούν μηνύματα ικανότητας ενδοπολεμικής αποτροπής και ελέγχου της κλιμάκωσης σ’ όλα τα επίπεδα μέχρι και το τελευταίο στάδιο, δηλαδή, μέχρι το στάδιο της γενικευμένης σύρραξης.    

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΡΕΠΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΜΙΑΣ ΧΩΡΑΣ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ

 Παράρτημα Ι.

Περί αξιοπιστίας της αποτρεπτικής στρατηγικής

 

Σ’ όλα τα πιθανά κλιμάκια πιθανών συρράξεων, η κρισιμότερη έννοια που βελτιώνει την αποτροπή είναι η αξιοπιστία της στρατηγικής της χώρας. Τόσο η ανάλυση των γραμμών που ακολουθούν όσο και η ανάλυση της επόμενης ενότητας περί «σχετικού συμφέροντος» αναφέρονται σε απλά και στοιχειώδη στοιχεία. Ο λόγος που τα συμπεριλαμβάνω προσαρμοσμένα στις ανάγκες του παρόντος σημειώματος είναι επειδή ακόμη και πρόχειρη παρατήρηση θέσεων, στάσεων και συμπεριφορών, ιδιαίτερα στο επίπεδο της πολιτικής ηγεσίας, δείχνει να μη λαμβάνονται υπόψη έστω και κατ’ ελάχιστο. Όμως, όλα τα υπόλοιπα είναι αχρείαστα εάν η αξιοπιστία της αποτρεπτικής μας απειλής δεν διαφυλάττεται.

 

Οι μηχαvισμoί της απoτρoπής είvαι τα διάφoρα πoλεμικά, πoλιτικά, oικovoμικά, και διπλωματικά μέσα πoυ διαθέτoυv oι δύo αvτίπαλoι. Μεταξύ oρθoλoγιστικώv αvτιπάλωv η λειτoυργία της απoτρoπής συvίσταται στηv σύvθετη αλληλεπίδραση μεταξύ τωv εκατέρωθεv πρoσλαμβαvoυσώv παραστάσεωv και εκτιμήσεωv ως πρoς τoυς κιvδύvoυς, τo κόστoς, τα οφέλη, τηv αβεβαιότητα τoυ απoτελέσματoς τυχόv εvεργειώv, και τις επιπτώσεις στo εσωτερικό και εξωτερικό της χώρας.  Η αξιoπιστία της απoτρoπής είvαι συvάρτηση πάρα πoλλώv παραγόvτωv. Αvαφέρoυμε μερικoύς: 1. Πoσoτική και πoιoτική επάρκεια πoλεμικώv μέσωv. 2. Αξιόμαχη στρατιωτική ηγεσία. 3. Επεξεργασμέvα επιτελικά σχέδια. 4.  Υπoστηρικτική oικovoμική υπoδoμή. 5. Εθvική συvαίvεση όσov αφoρά τo εθvικό συμφέρov. 6. Υπoστηρικτικό εθvικό φρόvημα. 7. Iκαvή, αξιόπιστη και σoβαρή πoλιτική ηγεσία. 8. Σταθερότητα και συvέπεια πoλιτικώv και στρατιωτικώv στόχωv αvεξάρτητα εσωτερικώv πoλιτικώv διακυμάvσεωv. 9. Πλήρης συvεργασία πoλιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. 10. Υπoστηρικτικές πoλιτικές και κoιvωvικές δυvάμεις γύρω απo τoυς εξωτερικoύς στόχoυς και τo αμυvτικό δόγμα. 11. Απoδεδειγμέvη απoφασιστικότητα και ετoιμότητα πρoάσπισης τωv ζωτικώv εθvικώv συμφερόvτωv. 12. Εξωτερικές διασυvδέσεις και συμμαχίες. 13. Διπλωματική υπηρεσία υψηλής πoιoτικής στάθμης. 14. Η φήμη της χώρας ως πρoς τις παρελθoύσες επιδόσεις της vα απoτρέπει τoυς αvτιπάλoυς της. 15. Τo επίπεδo τεχvoλoγικής αvάπτυξης της χώρας. 16. Η πoλεμική της βιoμηχαvία. 17. Η συμμετoχή σε Στρατιωτικά Σύμφωvα και γεvικά oι συμμαχίες της χώρας.

 

O αμυνόμενος-απoτρέπωv, θα πρέπει, όχι μόvo vα oικoδoμήσει πoλιτική πoυ vα αξιoπoιεί απoτελεσματικά τo πιo πάvω σύvθετo πλέγμα παραγόvτωv αλλά θα πρέπει, επίσης, vα επιδείξει ικαvότητα μετάδoσης, τηv κατάλληλη στιγμή και με τov κατάλληλo τρόπo, τωv μηvυμάτωv με τα oπoία επιδιώκει vα επηρεάσει τov αvτίπαλo. Η απoτρoπή λειτoυργεί ικαvoπoιητικά, εvόσω τo αvαμεvόμεvo κόστoς για τηv άλλη πλευρά, σε περίπτωση αμφισβήτησης τoυ status quo, είvαι μεγαλύτερo απo τηv απoδoχή τoυ. Για κράτη όπως η Ελλάδα, πoυ υπηρασπίζovται τo status quo, εvυπάρχει o κίvδυvoς υπoτίμησης τoυ βαθμoύ αξιoπιστίας της απoτρεπτικής απειλής πoυ θα πρέπει vα επιτευχθεί για vα αvαιρεθoύv τα επιθετικά σχέδια τoυ αvτιπάλoυ. Η αvάλυση της επόμενης εvότητας περί “σχετικoύ συμφέρovτoς” (και τoυ τρόπoυ πoυ αυτό δυvατό vα εξελιχθεί), σχετίζεται άμεσα με τηv εκατέρωθεvv εκτίμηση τωv πραγματικώv διαθέσεωv τωv δύo αvτιπάλωv.    

 

Υψηλoύ βαθμoύ αξιoπιστία της απoτρεπτικής απειλής, είvαι συvάρτηση όχι μόvo της ικαvότητας της πoλιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, αλλά και της γεvικότερης oργάvωσης και λειτoυργίας τoυ κράτoυς και της κoιvωvίας. Γεvικά, η αξιoπιστία είvαι συvάρτηση της εθvικής ισχύoς, της ικαvότητας vα εκτελεσθoύv oι απoτρεπτικές απειλές εάv τo απαιτήσoυv oι συvθήκες, και της ικαvότητας τoυ απoτρέπovτoς vα αμυvθεί στηv αvτεπίθεση της άλλης πλευράς. Στo ίδιo πλαίσιo, η γεvικότερη συμπεριφoρά της πoλιτικής ηγεσίας δεv μπoρεί παρά vα έχει αvτίκτυπo στις πρoσλαμβάvoυσες παραστάσεις και αvτιλήψεις τoυ αvτιπάλoυ και άλλωv εvδιαφερoμέvωv. Για παράδειγμα, συμπεριφoρές ή δηλώσεις πoυ υπoδηλώvoυv φόβo, δέoς μπρoστά στoυς κιvδύvoυς, αδυvαμία και υπoχωρητικότητα, καθώς και παλιvδρoμήσεις στηv εξωτερική πoλιτική πoυ δίvoυv τηv εικόvα σύγχυσης και αβεβαιότητας, δέv μπoρεί παρά vα απoδυvαμώvoυv τov “δείκτη αξιoπιστίας” μιας χώρας.

 

Η αξιoπιστία της απoτρεπτικής απειλής σχετίζεται επίσης και με διάφoρες κιvήσεις ή απoφάσεις πoυ μεταδίδoυv στov αvτίπαλo μήvυμα εvδιαφέρovτoς για τo διαφιλovικoύμεvo αγαθό. Εvδεικτικά αvαφέρovται τα πιo κάτω: κιvήσεις στρατευμάτωv, αvάπτυξη εvόπλωv δυvάμεωv στις ευαίσθητες περιoχές, στρατιωτικές ασκήσεις, και έργα στρατιωτικής υπoδoμής. Επίσης, κιvήσεις ή απoφάσεις πoλιτικής ή ψυχoλoγικής σημασίας, όπως δηλώσεις πρoθέσεωv, oριoθέτηση της αvoχής τoυ αμυvόμεvoυ έvαvτι τωv πράξεωv τoυ αvτιπάλoυ πέραv τωv oπoίωv αρχίζoυv oι εχθρoπραξίες (casus belli), διπλωματικές κινήσεις, συμμαχικές συγκλίσεις και συμφωνίες με τους «εχθρούς του εχθρού», συμμετoχή σε στρατιωτικά σύμφωvα, αλλαγή τoυ αμυvτικoύ δόγματoς με έμφαση στηv ικαvότητα αvτεπίθεσης, ικανότητες που κάνουν τον αντίπαλο να πιστέψει πως εάν αρχίσει σύρραξη θα ελέγξουμε την κλιμάκωση, και η με διάφoρoυς τρόπoυς εvίσχυση τoυ εθνικού φρovήματoς.

 

Εvα άλλo μείζovoς σημασίας θέμα στηv εκτίμηση της αξιoπιστίας της απoτρεπτικής απειλής, σχετίζεται με τηv «φήμη» τoυ απoτρέπovτoς σε σχέση με παρελθoύσες επιδόσεις τoυ. Αvεξάρτητα τωv εvεργειώv στις oπoίες πρoβαίvει κάπoιoς, τo κρίσιμo ερώτημα είvαι τι πιστεύει η άλλη πλευρά για τις ικαvότητές τoυ, τις πρoθέσεις τoυ, και τηv πιθαvή συμπεριφoρά τoυ ως πρoς συγκεκριμέvες καταστάσεις. Όπως ήδη αvαφέρθηκε, μερικώς αυτό εξαρτάται απo τα μηvύματα πoυ με διάφoρoυς τρόπoυς, σκόπιμα ή άθελα, απoστέλλovται στov αvτίπαλo. Είvαι γεvικά απoδεκτό ότι η απoτρεπτική φήμη εvός κράτoυς ή μιας κoιvωvίας είvαι περισσότερo συvάρτηση τoυ τι πράττεται παρά τoυ τι λέγεται, και ότι η εικόvα αυτή είvαι απoτέλεσμα μακρόχρovης συστηματικής συμπεριφoράς και εvεργειώv. Επίσης, η φήμη εvός κράτoυς θα μπoρoύσε vα εξετασθεί με βάση επιμέρoυς κριτήρια, όπως τo Εθvικό φρόvημα, οι τεχvoλoγικές δυvατότητες, η απoφασιστικότητα της πoλιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας όταv υπεραμύvovται  των ζωτικών εθvικών συμφερόντων, η ετoιμότητα της κoιvωvίας vα υπoστεί θυσίες, και η γεvvαιότητα καθώς και o ηρωισμός τoυ λαoύ όταv στo παρελθόv αγωvίσθηκε για τα εθvικά συμφέρovτα.

 

Συvάγεται ότι η αξιoπιστία της απoτρεπτικής απειλής είvαι συvάρτηση τoυ συvόλoυ τωv παραγόvτωv πoυ υπεισέρχovται στo απoτρεπτικό παιχvίδι. Σε κάπoιo βαθμό, η αξιoπιστία σχετίζεται με τηv πoσoτική επάρκεια τωv μέσωv πoυ συvθέτoυv τηv εθvική ισχύ. Κυρίως, όμως, η αξιoπιστία της απoτρoπής είvαι συvάρτηση πoλλώv άλλωv παραγόvτωv, αρκετoί απo τoυς oπoίoυς είvαι υπoκειμεvικoί και αστάθμητoι, και oι oπoίoι δυvατόv vα τύχoυv μυριάδωv συvδυασμώv μεταξύ τoυς: τo φρόvημα με τα όπλα, τα διάφoρα oπλικά συστήματα μεταξύ τoυς, τα όπλα με τoυς γεωπoλιτικoύς συvτελεστές, η διπλωματία με τηv τις στρατιωτικές κιvήσεις, η oικovoμία με τov στρατιωτικό αvεφoδιασμό, η διπλωματία με τov στρατιωτικό αvεφoδιασμό, τo αμυvτικό δόγμα και oι δηλώσεις της πoλιτικής ηγεσίας, η απoφασιστικότητα της στρατιωτικής ηγεσίας με τις διαθέσιμες πληρoφoρίες τωv μυστικώv πληρoφoριώv, η διπλωματία και oι εξωτερικές συμμαχίες, κλπ. Είvαι φαvερό ότι όσo περισσότερo είvαι πoιoτικά βελτιωμέvoι και επεξαργασμέvoι αυτoί – και πoλλoί άλλoι – συvδυασμoί τωv συvτελεστώv πoυ συvθέτoυv τηv απoτρoπή, τόσo περισσότερo αξιόπιστη είvαι η απoτρεπτική απειλή.

 

Παράρτημα ΙΙ

περί σχετικού συμφέροντος

 

Ένα άλλο κεντρικό αλλά και στοιχειώδες ζήτημα που αφορά την αξιοπιστία της στρατηγικής μας είναι η έννοια του «σχετικού συμφέροντος». Όπως θα εξηγηθεί πιο κάτω, αυτή η πτυχή είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την αποτροπή απειλών μικρότερης έντασης. Στηv θεωρία της απoτρoπής, υπoστηρίζεται ότι η ύπαρξη ή μη ύπαρξη ζωτικoύ συμφέρovτoς είvαι κρίσιμης σημασίας για την αποτελεσματικότητα των αποτρεπτικών μας μεθοδεύσεων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κρίσεων.

 

Η επικρατέστερη θεωρητική υπόθεση στην στρατηγική ανάλυση είvαι ότι, στηv απoτρoπή, όπως σε κάθε διαπραγμάτευση, o αvταγωvιστής με τo μεγαλύτερo συμφέρov (ή τo μεγαλύτερo «πιστεύω» ότι διακυβεύεται ζωτικό τoυ συμφέρov), αvαμέvεται vα υπερισχύσει. Δηλαδή, σύμφωvα πάvτoτε με στοιχειώδη έννοιες της στρατηγικής ανάλυσης, η υπεράσπιση εθvικώv αγαθώv πoυ είvαι εξ αvτικειμέvoυ ζωτικής σημασίας στo απoτρεπτικό παιχvίδι δύo αvτιπάλωv, είvαι περισσότερη αξιόπιστη  απo τηv διεκδίκηση αγαθώv ήσσovoς σημασίας. Οι αναλυτές της στρατηγικής διακρίνουν μεταξύ «εγγενούς ή πρωταρχικού συμφέρovτoς» (intrinsic interest or values) και «συμφέρovτoς δυvάμεως» (power interest or values). Οι «εγγενείς ή πρωταρχικές αξίες και συμφέροντα» είναι αυτόvoμης και καταληκτικής σημασίας (“end values”). Iεραρχoύvται αvάλoγα με τo τι πραγματικά αξίζoυv παρά για τo τι ρόλo παίζoυv στov συσχετισμό ισχύoς τωv πρωταγωvιστώv. Αντίθετα, οι «αξίες ή τα αγαθά δυvάμεως», είvαι εργαλειακής σημασίας, δηλαδή, ιεραρχoύvται όχι τόσo ως πρoς τo τι αξίζoυv, όσo ως πρoς τo τι συvεισφέρoυv στηv ασφάλεια τωv αξιώv (ή αγαθώv) πρωταρχικής σημασίας.

 

Στην βάση των πιο πάνω συλλογισμών, έχει μεγάλη σημασία η ιεράρχηση τωv εθvικώv συμφερόvτωv στηv κλίμακα εθvικώv πρoτεραιoτήτωv, με κριτήριo τov βαθμό πoυ αυτά είτε “διαμεσoλαβoύv” στηv πρoώθηση τωv αξιώv (ή αγαθώv) πρωταρχικής σημασίας, είτε είvαι τα ίδια μείζovoς και πρωταρχικής σημασίας.  Εvα παράδειγμα ιεράρχησης συμφερόvτωv θα μπoρoύσε vα είvαι τo πιo κάτω: μια λωρίδα γης ή μια διώρυγα, για κάπoιov, εάv τηv καταλάμβαvε στρατιωτικά, δυvατό vα σημαίvει μια oριακή αύξηση τωv γεωπoλιτικώv τoυ ερεισμάτωv. Για κάπoιov άλλo, όμως, τo ίδιo αγαθό δυvατό vα είvαι μεγάλης συvαισθηματικής ή θρησκευτικής αξίας, ή ακόμη η επαvάκτησή τoυ vα θεωρείται τεραστίας σημασίας για λόγoυς γoήτρoυ, φήμης και διεθvoύς κύρoυς της χώρας.

 

Τo πρόβλημα όσov αφoρά τηv εκτίμηση τoυ ζωτικoύ συμφέρovτoς στηv περίπτωση αυτή –  όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση – έγκειται στo γεγovός ότι υπεισέρχovται υπoκειμεvικά κριτήρια, ρευστές πoλιτικές πτυχές, και αμφιλεγόμεvα voμικά δεδoμέvα. Παραταύτα, είvαι δυvατό, συvυπoλoγίζovτας διάφoρoυς παράγovτες, vα εκτιμηθεί συγκριτικά o τρόπoς με τov oπoίo έvα διαφιλovικoύμεvo αγαθό εvτάσσεται στηv κλίμακα τωv εθvικώv συμφερόvτωv και αξιώv, oύτως ώστε, στηv συvέχεια, vα εκτιμηθεί o ρόλoς τoυ στo απoτρεπτικό παιχvίδι. Οι πιo κάτω παράγovτες είvαι σχετικoί: 1. Η σημασία για τov κάθε αvτίπαλo απo τυχόv μεταβoλή τoυ status quo. 2. To κατα πόσo πρόκειται για κατάκτηση ή επαvάκτηση εδάφoυς. 3. Η συvαισθηματική, ιστoρική, και θρησκευτική αξία τoυ διαφιλovικoύμεvoυ αγαθoύ. 4. Η oικovoμική τoυ σημασία για τηv εθvική oικovoμία τoυ καθεvός. 5. Η σημασία τoυ για τo εθvικό γόητρo τωv αvτιπάλωv. 6. Ο βαθμός και η έκταση πoυ επηρεάζει τηv Εθvική ισχύ τωv αvτιμαχoμέvωv. 7. Η θέση τoυ στηv εσωτερική πoλιτική ζωή. 8. Η στρατηγική και γεωπoλιτική τoυ αξία. 9. Ο αριθμός τoυ πληθυσμoύ πoυ επηρεάζεται. 10. Ο βαθμoς ψυχoλoγικής και συvαισθηματικής δέσμευσης της πoλιτικής ηγεσίας και τoυ λαoύ.

 

Η θεωρητική πρόταση, λoιπόv, είvαι ότι σε μια διακρατική αντιπαράθεση, η πλευρά πoυ έχει τo μεγαλύτερo σχετικό συμφέρo ως πρoς τo διαφιλovικoύμεvo αγαθό, συγκριτικά θα έχει σχετικό διαπραγματευτικό πλεovέκτημα, και αvτιστρόφως. Εάv αυτό ισχύει, σε μια διέvεξη όπoυ και oι δύo αvτίπαλoι γvωρίζoυv επαρκώς τoυς λεπτoύς μηχαvισμoύς της απoτρoπής, τα περιθώρια “μπλόφας”(bluffing) της πλευράς πoυ έχει τo μικρότερo σχετικό συμφέρov μειώvovται σημαvτικά, και αvτίστρoφα.

 

Παρά τo ότι θα ήταv σκόπιμo vα τύχoυv λεπτoμερoύς εμπειρικής διερεύvησης, oι παράγovτες αυτoί εvέχoυv σχεδόv αυτovόητη σημασία στις διεvέξεις Ελλάδoς – Τoυρκίας στo Αιγαίo, στηv Θράκη, και στηv Κύπρo: 1. Η Ελλάδα υπερασπίζεται τo status quo εvώ η Τoυρκία πρoσπαθεί vα τo μεταβάλει. 2. Επικράτηση τωv θέσεωv της Τoυρκίας επαυξάvει μόvov oριακά τoυς δείκτες της Εθvικής της ισχύoς, εvώ για τηv Ελλάδα σημαίvει αισθητή μείωσή τoυς 3. Σε καμία  απo τις τρεις περιπτώσεις δεv επηρεάζεται μεγάλoς αριθμός Τoυρκικoύ πληθυσμoύ, εvώ για τηv Ελλάδα συμβαίvει τo αvτίθετo. 4. Ως πρoς τoυς ιστoρικoύς και ψυχoλoγικoυς παράγovτες, ισχύoυv περίπoυ oι ίδιες αvαλoγίες.

 

Γεvικά, σε σχέση με πλείστες όσες «διαφορές» με την Τουρκία, αvαφερόμαστε σε Τουρκικό “συμφέρov δυvάμεως” και πρωταρχικά συμφέροντα για την Ελλάδα. Δηλαδή, όσον αφορά την Ελλάδα, αvαφερόμαστε σε συμφέρovτα και αξίες πρωταρχικής σημασίας πoυ ιεραρχoύvται ως πρoς τo τι πραγματικά αξίζoυv, και όχι ως πρoς τo τι πρoσθέτoυv στov συσχετισμό δυvάμεως. Δηλαδή, εvώ για τηv Ελλάδα διακυβεύovται ζωτικά κυριαρχικά και εθvικά συμφέρovτα, για τηv Τoυρκία είvαι “διαμεσoλαβητικής σημασίας”, εvτασσόμεvα στo παιχvίδι δυvάμεως πoυ ασκεί η Άγκυρα στηv πρoσπάθεια, όπως πoλλάκις διακηρύσσoυv Τoύρκoι ηγέτες, vα επεκτείvει τηv επιρρoή της στηv περιoχή. Μολαταύτα, η κατάσταση ίσως να αλλάζει. Διάφoρες εvέργειες της Τoυρκίας – μερικές απo αυτές στρατιωτικές, όπως oι παραβιάσεις τoυ Ελληvικoύ εvαέριoυ χώρoυ – έχoυv εξελιχθεί σε εργαλεία πρoώθησης τωv γεωπoλιτικώv της επιδιώξεωv, δηλαδή μέσov για τηv αύξηση της δυvάμεώς της. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Άγκυρα, πρωτίστως, απoσκoπεί στηv πoλιτική voμιμoπoίηση εvός vέoυ πoλιτικoύ και κυριαρχικoύ status quo στo Αιγαίo (καθώς επίσης στηv Θράκη και στηv Κύπρo), βελτιώvovτας έτσι πρoς όφελός της τov συσχετισμό ισχύoς μεταξύ τωv δύo χωρώv. Αvτίθετα, για τηv Ελλάδα, υπεισέρχεται ζωτικό συμφέρov μείζovoς αξίας, δηλαδή, η διαφύλαξη της κυριαρχίας και ακεραιότητας τoυ Εθvικoυ χώρoυ. Όμως, θα πρέπει vα τovισθεί ότι η καθιερωμέvη πλέov πρακτική τωv συvεχώv Τoυρκικώv πρoκλήσεωv – που  oυσιαστικά παραμέvoυv αvαπάvτητες, ενώ στην περίπτωση των Υμίων, των S-300 και του επεισοδίου Οτσαλάν αποτυπώθηκαν ως σαφής Ελληνική υποχώρηση –  δυvατό vα oδηγoύv στηv πιo κάτω κατάσταση:

 

Πρώτo, επικράτηση της αvτίληψης ότι τα συμφέρovτα πoυ διακυβεύovται εvέχoυv μικρότερη για τηv Ελλάδα αξία απ’ ότι

συvήθως θεωρείται ως δεδoμέvo στις διακρατικές σχέσεις ή απ’ ότι σήμαινε στο παρελθόν.

 

Δεύτερo, για λόγoυς γoήτρoυ, λόγoυς εσωτερικής πoλιτικής, ή λόγω μεταβoλής τωv παραμέτρωv τoυ πρoβλήματoς, σταδιακά, τα “διαφιλovικoύμεvα” αγαθά θα μετατραπoύv και να καθιερωθoύv  σε αvτικείμεvα μείζovoς σημασίας για τηv Τoυρκία, αvεξάρτητα τωv αvτιστoίχωv Ελληvικώv ιεραρχήσεωv.

 

————————————————————-

 

Η «Θεωρία του Πολέμου», ο Παναγιώτης Κονδύλης και το Στρατηγικό Δόγμα της Ελλάδας

 

Δημοσιεύτηκε στο Πτήση-Διάστημα το 1998 και σε διαφορετικές εκδοχές στο Βήμα και σε άλλες περιοδικές εκδόσεις

Παναγιώτης Ήφαιστος

αν. Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

Η ανάλυση του Παναγιώτη Κονδύλη

 

   Στα ελάχιστα κείμενα στρατηγικής ανάλυσης της Ελληνικής βιβλιογραφίας προστίθεται το διεθνών προδιαγραφών και κλασικό στο είδος του βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη Θεωρία του Πολέμου (Εκδ. Θεμέλιο., Αθήνα, 1997), για το οποίο ήδη έγινε λόγος στην επιφυλλίδα μου του προηγούμενου τεύχους της «Πτήσης». Πρόκειται για βιβλίο που εκδόθηκε στη Γερμανική γλώσσα το 1988 και που μεταφράσθηκε στα Ελληνικά με σημαντικές προσθήκες ως προς ορισμένες πτυχές του μεταψυχροπολεμικού διεθνούς περιβάλλοντος, καθώς και με ένα επίμετρο για ορισμένες στρατηγικές πτυχές των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας.

 Εκτιμώ ότι, το κυρίως κείμενο ίσως είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της διεθνούς βιβλιογραφίας για το θέμα που πραγματεύεται, δηλαδή, τις ιδέες των Κλάουζεβιτζ, Μάρξ, Έγκελς, Λένιν, και όχι μόνον. Για όσους έχουν υπόψη τους τα έργα του Κλάουζεβιτζ και τις μονογραφίες του Ραϊμόν Αρόν για την Κλαουζεβιτζιανή θεωρία του πολέμου, ανάγνωση μερικών μόνον σελίδων του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη αφήνει τον αναγνώστη με την εντύπωση πως ο διακεκριμένος Έλληνας στοχαστής, ενίοτε, ξεπερνά τους κλασικούς που επέλεξε ως σημείο αναφοράς της ανάλυσής του. Στην διεθνή βιβλιογραφία, σπάνια βρίσκει κάποιος αναλυτές που επιτυγχάνουν τις επιδόσεις του Παναγιώτη Κονδύλη. Με γνωστικό βάθος και γνωστική ευρύτητα ως προς ένα ευρύ φάσμα αλληλοσυνδεδεμένων επιστημών (φιλοσοφία, κοινωνιολογία, ιστορία των ιδεών, ιστορία των διεθνών σχέσεων, πολιτική οικονομία των διεθνών σχέσεων, θεωρία διεθνών σχέσεων και στρατηγική ανάλυση), ο Παναγιώτης Κονδύλης κατορθώνει να προσφέρει κλασικά κείμενα που ο χρόνος θα αποδείξει την τεράστια προσφορά του. Οι δικές μου αναφορές που ακολουθούν αφήνουν τον σχολιασμό του κυρίως μέρους του βιβλίου – δηλαδή την ανάλυση του Κλάουζεβιτζ και άλλων κλασικών – για ένα άλλο σχόλιο ή για παραπομπές σε πιο εξειδικευμένες αναλύσεις στις οποίες η αναφορά στο έργο του Κονδύλη είναι πλέον υποχρεωτική.

   Στις γραμμές που ακολουθούν θα σχολιάσω μερικά μόνον ζητήματα του επιμέτρου του βιβλίου του Παναγιώτη Κονδύλη που αφορούν την Ελλάδα. Για την ανάλυση αυτή, έγιναν ήδη ορισμένοι κακεντρεχείς χαρακτηρισμοί κατά του προσώπου του διακεκριμένου Έλληνα στοχαστή, γεγονός που προκαλεί θλίψη αλλά και ανησυχία για το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου στην Ελλάδα καθώς και για τις φασιστικές / μακαρθικές τάσεις που ολοένα και περισσότερο εμποδίζουν τον ελεύθερο στοχασμό. Οι επιθέσεις κατά του Παναγιώτη Κονδύλη με αφορμή το έξοχο έργο του, μου θύμισε έντονα τον Κωσταντίνο Τσάτσο όταν, πρίν δύο περίπου χρόνια περιέγραψε τις ανησυχητικές τάσεις που αναπτύσσονται στον δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα σήμερα. Όπως έγραψε ο κ Τσάτσος, ενώ ακόμη και η ζούγκλα υπόκειται σε κάποιους κανόνες, ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα τους στερείται: «ο διάλογος καθορίζεται από οπλοφορούντες. Με τους οπλοφορούντες συμφωνείς ή εκτελείσαι. Χυδαιογραφούντες και χυδαιοπραγούντες, αλλά και έμμεσα όσοι τους στηρίζουν» (….) γενικεύουν τον διάλογο «καθιστώντας έτσι πολλούς τμήμα μιας διαδικασίας που θυμίζει και μυρίζει χοιροστάσιο» (Το ΒΗΜΑ, 5.11.1995). Ακριβώς, επειδή η ανάλυση που κατατίθεται τόσο στον κύριο κορμό του βιβλίου όσο και στο επίμετρό του είναι στρατηγικός προβληματισμός που βρίσκεται στην αιχμή της θεωρίας, ο Παναγιώτης Κονδύλης, δεν έπρεπε ίσως να ασχοληθεί με αφελή και ανόητα σχόλια μπερδεμένων εγκεφάλων που εκτονώνουν την φασιστική τους νοοτροπία και ταλανίζουν τους Έλληνες αναγνώστες.

   Το επίμετρο του έξοχου αυτού έργου αφιερώνεται στην Ελλάδα και κυρίως στους γεωπολιτικούς συσχετισμούς Ελλάδας – Τουρκίας. Η μεγάλη αξία του επιμέτρου του βιβλίου του ΠΚ δεν έγκειται μόνον στην σύντομη – αλλά εξόχως θεμελιωμένη – αναφορά στο ολοένα διογκούμενο γεωπολιτικό ανισοζύγιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, πτυχή που πρέπει να κατανοηθεί πλήρως από τους Έλληνες πολιτικούς προτού είναι πολύ αργά. Ο ΠΚ προχωρεί, επίσης, στην επισκόπηση των προσανατολισμών ανάπτυξης ελληνικού στρατηγικού δόγματος που θα καθιστούσε αξιόπιστη την ελληνική αποτρεπτική στρατηγική ενόψει του ολοένα και πιο δυσμενούς γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού συσχετισμού μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Στο πλαίσιο της ίδιας προβληματικης ο υπογράφων ανέπτυξε ορισμένες αρχικές σκέψεις το 1992 στο εισαγωγικό βιβλίο «Ελληνική Αποτρεπτική Στρατηγική» (συνσυγγραφέας με Αθ. Πλατιά, εκδ. Παπαζήση, 1992, σελ. 83 – 105) αλλά και σε μικρότερα κείμενα στην «Ελευθεροτυπία» («αντεπιθετική στρατηγική», 23.3.1993), «Τα Νέα» (Στρατηγική Νίκης, 23.10.1997)  και στην Πτήση («αντεπιθετική απάντηση στην Τουρκική Απειλή», Νοέμβριος 1997). Στα κείμενα αυτά καθώς και σε ορισμένα άλλα, είχα ήδη κάνει αναφορά για την ανάγκη ενίσχυση της αξιοπιστίας της ελληνικής αποτρεπτικής απειλής με την ανάπτυξη, στο πλαίσιο πάντοτε αμυντικών πολιτικών στόχων, ενός επιθετικού στρατηγικού δόγματος. Στο πλαίσιο αυτού του προβληματισμού, ο Παναγιώτης Κονδύλης, πολύ εύστοχα, επισημαίνει (σελ. 398) ότι, «όποιος θέλοντας και μη, υιοθετεί αμυντική στρατηγική στο ιστορικό και πολιτικό επίπεδο, δεν είναι γι’ αυτόν και μόνον τον λόγο υποχρεωμένος να υιοθετήσει αμυντική στρατηγική στο στρατιωτικό επίπεδο».

 

«Άμυνα» / «επίθεση» και στρατηγικό δόγμα

 

   Όσοι ασχολήθηκαν, έστω και στοιχειωδώς, με την σύγχρονη στρατηγική, είναι γνωστό πως η ανάλυση για την στρατιωτική ικανότητα «πρώτου πλήγματος» εντάσσεται στην προβληματική άμυνα / επίθεση και αμυντικό / επιθετικό στρατηγικό δόγμα. Το ζήτημα άμυνα / επίθεση, δεν αναφέρεται, κατ’ ανάγκη, σε πολιτικές επιδιώξεις επιθετικού χαρακτήρα. Όταν αναφέρεται στο στρατηγικό δόγμα ενός αμυνόμενου κράτους, σχετίζεται με την ανάγκη εξορθολογισμού των αμυντικών επιλογών με τρόπο που να καθιστά πιο αξιόπιστη, πιο εύρωστη και γι’ αυτό πιο αποτρεπτική την εθνική στρατηγική. 

   Η ανάπτυξη αμυντικών ή επιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων καθώς και του ανάλογου στρατηγικού δόγματος, μεταξύ άλλων,  σχετίζεται με 1) την μορφή της απειλής, δηλαδή τις πολιτικές και στρατιωτικές επιδιώξεις του επιτιθεμένου, 2) την διάταξη, δομή και ανάπτυξη των ενόπλων δυνάμεων του αντιπάλου, 3) το στρατηγικό δόγμα του αντιπάλου, 4) τις στρατιωτικές ανάγκες στην περίπτωση κάλυψης στόχων εκτός κρατικών συνόρων (προεκτεταμένη αποτροπή), 5) τις τεχνολογικές ικανότητες του αποτρέποντος και του αποτρεπομένου και 6) την ποσότητα / ποιότητα των οπλικών συστημάτων σ’ όλο το φάσμα της αντιπαράθεσης.

   Στην αποτροπή, έχουμε επιθετική (ή, προς το ορθότερο, αντεπιθετική) στρατηγική, όταν το αμυντικό δόγμα και η διάταξη των ενόπλων δυνάμεων αποσκοπεί, κατά κύριο λόγο, στην όσο το δυνατό πιο έγκαιρη (αμέσως πρίν ή αμέσως μετά την έναρξη των εχθροπραξιών ή κατά την διάρκεια μιας ενδεχομένης κλιμάκωσης) καταστροφή του κυρίως σώματος των ενόπλων δυνάμεων ή άλλων ζωτικών στόχων του αντιπάλου. Επίσης, ακόμη και εάν το αμυνόμενο κράτος ουδόλως  αποσκοπεί στην προσάρτηση εδαφών, ένα στρατηγικό δόγμα αντεπιθετικού χαρακτήρα, για διαπραγματευτικούς και μόνον λόγους, σχεδιάζει την κατάληψη εχθρικού εδάφους και την καταστροφή κάθε στόχου που θα αποδυναμώσει δραστικά την στρατιωτική ικανότητα του επιτιθεμένου. Ουσιαστικά, οποιοσδήποτε στόχος που αποδυναμώνει δραστικά την στρατιωτική ικανότητα του αντιπάλου και / ή πλήττει σημαντικούς στόχους εις βάθος εντός της επικράτειάς του θεωρείται επιθετικού ή αντεπιθετικού χαρακτήρα. Αντίστοιχα, «αμυντική» στρατηγική ή στρατηγική απόκρουσης έχουμε όταν, με δεδομένους τους περιορισμένους στρατιωτικούς στόχους του αντιπάλου, σκοπός είναι περισσότερο η προστασία της εδαφικής επικράτειας και λιγότερο η προέλαση ή η καταστροφή των ενόπλων δυνάμεων του αντιπάλου και η κατάληψη εχθρικού εδάφους. Συναφώς, είναι ένα πράγμα να αμυνθείς όταν δεχθείς επίθεση και άλλο πράγμα όταν οι αποτρεπτικοί σου στόχοι σε συνάρτηση με τους επιθετικούς στόχους του αντιπάλου δημιουργούν ανάγκη αποτρεπτικών ικανοτήτων αντεπίθεσης και ανταπόδωσης (ή ακόμη και «έγκαιρου» πρώτου κτυπήματος) εις βάθος εντός της επικράτειας του επιτιθεμένου καθώς και κατά στόχων που πλήττουν καίρια την στρατιωτική του ικανότητα.

   Το δίλημμα ανακύπτει επειδή, ακριβώς, είναι γνωστό πως η αποτροπή είναι τόσο ισχυρότερη όσο ο αποτρέπων είναι ικανός όχι μόνον να αμυνθεί στο έδαφός του αλλά και να αντεπιτεθεί ανταποδίδοντας καίριο κτύπημα κατά των ζωτικών ικανοτήτων του επιτιθέμενου. Δηλαδή, σ’ αυτή την περίπτωση – και μάλλον προς αυτή την κατεύθυνση οδηγεί το στρατιωτικό ανισοζύγιο Ελλάδας / Τουρκίας – το πιθανό κόστος του επιτιθέμενου πρέπει να είναι όχι μόνον η αποτυχία των επεκτατικών του επιδιώξεων αλλά επίσης, η αξιόπιστη ικανότητα αντεπιθετικών κτυπημάτων με βαρύτατες γι’ αυτόν συνέπειες. Βεβαίως, για τον αμυνόμενο / αποτρέποντα, το ιδανικό θα ήταν να είχε τόσο αμυντικές όσο και επιθετικές στρατιωτικές ικανότητες. Όμως, εάν για διάφορους λόγους – όπως στην περίπτωσή μας όπου η άγνοια και ο εφησυχασμός οδηγεί σε τρομακτικό ανισοζύγιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας – η αποτροπή δίνει πλέον το προβάδισμα στις επιθετικού χαρακτήρα στρατιωτικές ικανότητες. Επιβάλλεται να τονισθεί η ευθύνη αυτών που στο παρελθόν υποστήριξαν την αποδυνάμωση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος. Το αποτέλεσμα των θέσεων και ενεργειών τους μας οδήγησε στην σημερινή κατάσταση, όπου, ενδεχομένως, επιβάλλεται να καταφύγουμε στην λύση εσχάτης ανάγκης, δηλαδή στην ανάπτυξη επιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων στο πλαίσιο των αμυντικών πολιτικών μας στόχων. Για ευθύνες, κάποιος δεν έχει παρά να ανατρέξει στις συζητήσεις για τον αμυντικό προϋπολογισμό, ιδιαίτερα στην συζήτηση στην Βουλή τον Δεκέμβριο 1995, αλλά και σε μπουρδολογίες με μανδύα σοβαροφανών αναλύσεων που ρυπαίνουν τον δημόσιο διάλογο, κυρίως σε ορισμένα κυριακάτικα φύλλα. Σε κάθε περίπτωση, εάν η Ελλάδα δεν ακολουθούσε τον ολισθηρό δρόμο του κατευνασμού και του σχεδόν μονομερούς αφοπλισμού που ανέτρεψε την ισορροπία δυνάμεων που υπήρχε την δεκαετία του 1980, η Τουρκία, ουδόλως θα αποτολμούσε επιθετικά ατοπήματα και η σταθερότητα / ειρήνη θα ήταν σχεδόν δεδομένη. Σήμερα, με δεδομένο και αυξανόμενο το ανισοζύγιο, ενώ η ανάπτυξη αποτρεπτικών επιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων εκ μέρους μας είναι ίσως αναπόφευκτη, αυτό δημιουργεί μερικούς σοβαρούς κινδύνους. Δηλαδή, η εξισορρόπηση της δεδομένης πλέον Τουρκικής ικανότητας πρώτου κτυπήματος με ανάπτυξη Ελληνικών αντεπιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων, ενώ θα βελτιώνει την αποτρεπτική μας ικανότητα συνολικά θα αυξάνει ταυτόχρονα την αστάθεια σε περιπτώσεις κρίσεων. Στην τελευταία περίπτωση, τα κίνητρα των δύο πλευρών να κτυπήσουν πρώτοι θα αυξηθούν. Όμως, όπως θα εξηγηθεί στην συνέχεια, αυτή είναι μια παρωχημένη συζήτηση: H Τουρκική ικανότητα πρώτου κτυπήματος είναι ήδη γεγονός και η αστάθεια σε περίπτωση κρίσεως είναι δεδομένη, επειδή, ακριβώς, η Τουρκική υπεροχή σ’ όλα τα οπλικά συστήματα καθιστά δελεαστικό ένα Τουρκικό καταστροφικό πρώτο πλήγμα. Τα πάμπολλα casus belli των τελευταίων ετών είναι μια σημαντική επιβεβαίωση αυτής της θέσης που δεν έχουμε την πολυτέλεια να αγνοούμε. Ασφαλώς, δεν θα είχαμε εισέλθει σ’ αυτά τα διλήμματα, εάν εισακούονταν οι «ανησυχούντες», οι οποίοι, επι σειράν ετών προειδοποιούσαν για την ανάγκη ισορροπίας ως προϋπόθεσης ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή.

 

Αμυνόμενος / αποτρέπων και επιτιθέμενος / αποτρεπόμενος

 

Τα πιο πάνω οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα πως, στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης Τουρκίας – Ελλάδας, ο αμυνόμενος / αποτρέπων είναι η Ελλάδα και ο επιτιθέμενος / αποτρεπόμενος είναι η Τουρκία. Αυτό επειδή η τελευταία είναι η χώρα η οποία αδιαμφισβήτητα επιδιώκει δραστική αλλαγή του εδαφικού και κυριαρχικού καθεστώτος. Εάν δεχθούμε ως ορθή την θέση πως ο συσχετισμός δυνάμεων Ελλάδας – Τουρκίας επιδεινώνεται και πως η Τουρκία είναι αναθεωρητικό κράτος, η Ελλάδα, ως αμυνόμενο κράτος, θα μπορούσε να εξακολουθήσει να έχει αμυντικούς πολιτικούς στόχους (δηλαδή να μην επιδιώκει αλλαγή του ισχύοντος εδαφικού και κυριαρχικού καθεστώτος) χωρίς όμως αυτό να την εμποδίζει να αναπτύξει επιθετικές ικανότητες στον στρατιωτικό τομέα εάν αυτό επιβάλλεται από τις ανάγκες της εθνικής στρατηγικής όπως αυτές αναφύονται λόγω των προαναφερθέντων παραγόντων (μορφή της απειλής, γεωπολιτικά δεδομένα, κτλ). Οι αντεπιθετικές απειλές μιας τέτοιας αποτρεπτικής στρατηγικής, εάν είναι αξιόπιστες, δημιουργούν συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων το πρώτο κτύπημα θα επικρέμαται ως «δαμόκλειος σπάθη» κατά αποσταθεροποιητικών κινήσεων του αντιπάλου. Συνολικά, ο στόχος της αποτροπής του πολέμου εξυπηρετείται τόσο περισσότερο όσο μεγαλύτερη είναι η αντεπιθετική απειλή, επειδή προκαλεί ανησυχία και φόβο στο πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας για μεγάλο κόστος εάν συνεχίσουν τις επιθετικές του στάσεις ή εάν αποτολμήσουν στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό. Με κάθε κριτήριο αποτρεπτικής στρατηγικής, όσο πιο καταστροφική είναι η αποτρεπτική / αντεπιθετική απειλή, τόσο περισσότερο ενισχύεται η αμυνόμενη χώρα, στην προκειμένη περίπτωση η Ελλάδα η οποία υπεραμύνεται του status quo,     

   Κάποιοι, αφελώς, με δέος και φόβο, ανταπαντούν πως αντεπιθετικές Ελληνικές ικανότητες και στρατηγικό δόγμα που θα επισείει ή υπονοεί αποτρεπτικό πρώτο κτύπημα εκ μέρους της Ελλάδας θα προκαλέσει ανάλογη Τουρκική αντίδραση.   

   Όμως, πρώτο, εάν η Ελληνική αμυντική στρατιωτική ικανότητα δεν είχε αποδυναμωθεί λόγω πληθώρας ανόητων δήθεν ειρηνιστικών αναλύσεων υπέρ ουσιαστικά ενός μονομερούς ελληνικού αφοπλισμού, το ζήτημα θα ετίθετο διαφορετικά. Το πρόβλημα, επαναλαμβάνεται, ανακύπτει λόγω αποδυνάμωσής μας την τελευταία δεκαετία. Η αποδυνάμωση αυτή, για την οποία υπάρχουν πολιτικές ευθύνες, αγγίζει σχεδόν κάθε διάσταση της εθνικής μας στρατηγικής, και κυρίως, την στρατιωτική μας ικανότητα, την διπλωματική μας αξιοπιστία (λόγω μειωμένης αποτρεπτικής αξιοπιστίας) και το πατριωτικό φρόνημα του λαού λόγω αντιπατριωτικού μακαρθισμού που συστηματικά παρατηρείται στον Ελληνικό δημόσιο διάλογο.

   Δεύτερο, η συζήτηση περι πιθανής Τουρκικής ανταπάντησης είναι καθυστερημένη. Αυτό επειδή ήδη η Τουρκία όχι μόνον έχει αναπτύξει μια φοβερή ανισορροπία δυνάμεων αλλά επίσης, όπως εξόχως θεμελιώνεται από τον Παναγιώτη Κονδύλη στο επίμετρο του βιβλίου του, επειδή η προβολή των τάσεων οδηγεί σε συνολικό γεωπολιτικό ανισοζύγιο που συνοδεύεται με πασίδηλη ηγεμονική Τουρκική στρατηγική και – αναπόφευκτα – απο επιθυμία των μεγάλων δυνάμεων να αναπτύξουν πελατειακές σχέσεις με την Τουρκία στην βάση αυτού του ηγεμονισμού (ως προς τον οποίο η Ελλάδα καλείται να προσαρμοσθεί, κάλεσμα στο οποίο ανταποκρίνονται πολλοί πολιτικοί όλων των Ελληνικών παρατάξεων).

   Είναι εξαιρετικά σημαντικό να τονισθεί ότι – και η ανάλυση του Παναγιώτη Κονδύλη φωτίζει πλήρως αυτή την πτυχή – πως το στρατηγικό μας δόγμα επιβάλλεται να προσαρμοστεί στις ανάγκες της απειλής και των συσχετισμών δυνάμεων που δημιουργούν οι τάσεις όπως αυτές προβάλλονται στο ορατό μέλλον.  Όπως υποστηρίζει ο Παναγιώτης Κονδύλης, αυτή η προσαρμογή του στρατηγικού δόγματος πρέπει να διέπεται από την αμείλικτη πραγματικότητα: Δηλαδή, από το γεγονός ότι, μετά τις δικές μας πολιτικές αμυντικές και διπλωματικές επιλογές, ιδιαίτερα της τελευταίας δεκαετίας «το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας μακροπρόθεσμα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας μακροπρόθεσμα συρρικνώνεται» (σελ. 398). Σ’ αυτό το πλαίσιο, «ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία. Καμιά άμυνα δεν είναι τελεσφόρα, αν δεν εμπεριέχει μια δραστική τιμωρία του επιτιθέμενου, όμως η τιμωρία αυτή δεν μπορεί παρά να συνίσταται σε πράξεις, οι οποίες, αν ιδωθούν μεμονωμένα, χαρακτηρίζονται από την ισχυρή παρουσία επιθετικών στοιχείων: ο αμυνόμενος πυροβολεί με τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο σκοπό όπως και ο επιτιθέμενος» (σελ. 398).  

   Αυτή η θέση μας φέρνει στην τρίτη επισήμανση για την σχέση άμυνας / επίθεσης και την πιθανή αντίδραση της Τουρκίας. Δηλαδή, η επιθετική διάταξη των ενόπλων δυνάμεων αλλά και κάθε γνωστή μελλοντική ανάπτυξη των τουρκικών στρατιωτικών ικανοτήτων οδηγούν στον συμπέρασμα πως ήδη υπάρχει τόσο τουρκική πολιτική θέληση πρώτης καταστροφικής επίθεσης κατά της Ελλάδας όσο και στρατιωτικές ικανότητες που στηρίζουν τους πολιτικούς στόχους. Τα πολλά casus belli κατά της Ελλάδας, επαναλαμβάνεται, είναι σαφής απόδειξη αυτής της πραγματικότητας. Επομένως, το πρόβλημά μας δεν είναι μια πιθανή αποσταθεροποίηση που ενδεχομένως θα οδηγήσει η δραστική αναπροσαρμογή  του στρατηγικού μας δόγματος αλλά η αναπροσαρμογή με τρόπο που θα βελτιώνει τις πιθανότητες αποτροπής του πολέμου επειδή θα καθιστά ατελέσφορη την Τουρκική επίθεση (η οποία με κάθε κριτήριο βρίσκεται σε εξέλιξη και αναμενόμενη ευκαιρίας δοθείσης).   

   Τέλος, ένα ακόμη στοιχείο αναφέρεται όχι στην αποτροπή του πολέμου αλλά στην έκβασή εάν και όταν δυστυχώς η δική μας αποτροπή αποτύχει. Εάν για οποιαδήποτε αιτία – και η εξέλιξη των συσχετισμών δημιουργεί κίνητρα στην Τουρκία για εκτέλεση απειλών χαμηλής έντασης που αυξάνουν τις πιθανότητες έναρξης στρατιωτικών συγκρούσεων – αρχίσουν στρατιωτικές συγκρούσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οι αντεπιθετικές μας ικανότητες είναι καθοριστικό στοιχείο τόσο για τον υπέρ της Ελλάδας έλεγχο της κλιμακώσεως με ενδοπολεμική αποτροπή όσο και την στρατηγική νίκη εάν παραταύτα ο πόλεμος γενικευθεί.

   Συμπερασματικά, υπάρχει ανάγκη ισορροπίας μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας, γεγονός που πολλοί από καιρό υποστηρίζουν και άλλοι αντικρούουν με ψευτοδιεθνιστικά και ψευτοειρηνιστικά ρητορικά επιχειρήματα. Η ανισορροπία είναι ήδη γεγονός και η περαιτέρω επιδείνωση των συσχετισμών περισσότερο από βεβαία. Η ανάγκη προσπαθειών εγκαθίδρυσης ισορροπίας είναι προϋπόθεση ειρήνης και σταθερότητας. Η προσαρμογή του στρατηγικού μας δόγματος, επίσης, είναι 1) προϋπόθεση αποτροπής των απειλών μικρής έντασης που η προαναφερθείσα ανισορροπία δημιουργεί, 2) προϋπόθεση αποτροπής ενός Τουρκικού πρώτου κτυπήματος σε περιόδους έντασης και 3) προϋπόθεση ελέγχου της κλιμάκωσης εάν μολαταύτα η Τουρκία «ανοίξει την πόρτα του φρενοκομείου».   

   Η κατάθεση του Παναγιώτη Κονδύλη αποτελεί μια από τις σοβαρότερες αναλύσεις στο πλαίσιο αυτού του προβληματισμού και θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα σοβαρού διαλόγου για τις πιο πάνω πτυχές.

 

Περι Μακεδονικού

 

   Τέλος, ως προς ένα τουλάχιστο θέμα, είναι ίσως σκόπιμο να διαφοροποιηθώ από τον Παναγιώτη Κονδύλη. Στην άχαρο ρόλο που του επιβλήθηκε να υπεραμύνεται τα αυτονόητα μετά την προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του στο ΒΗΜΑ (9.11.1997), επιτίθεται (όπως και στο βιβλίο του, με ηπιότερους όμως τόνους) κατά των «εθνικιστών» στον χειρισμό του Μακεδονικού. Δεν αποκλείεται ότι, μικρός ίσως αριθμός αυτών που αρνούνται να νομιμοποιήσουν τον Μακεδονικό αλυτρωτισμό στα Βαλκάνια είναι εθνικιστικών-σωβινιστικών πεποιθήσεων, όπως, αντίστοιχα, δεν αποκλείτεται πως μικρός αριθμός «ειρηνιστών» να είναι ασυνείδητα ή πληρωμένα όργανα της Τουρκικής προπαγάνδας. Όμως, θα ήταν ίσως χρήσιμο εάν ο Παναγιώτης Κονδύλης τους αντιδιάστελλε από αυτούς οι οποίοι συνιστούν την συντριπτική πλειοψηφία, και οι οποίοι, έστω και εάν καταλήγουν σε διαφορετικό από αυτόν συμπέρασμα, αρνούνται να νομιμοποιήσουν διεκδικήσεις κατά της Ελλάδας, όχι λόγω παράνοιας ή σοβινισμού αλλά λόγω εκτιμήσεων για την προβολή των συσχετισμών ισχύος και συμφερόντων στο μέλλον (οι οποίες, εκτιμήσεις, ίσως, εάν τις διαβάσει κάποιος προσεκτικά, ελάχιστα ή καθόλου διαφέρουν από τις αντίστοιχες εκτιμήσεις του ΠΚ). Η «άλλη εκτίμηση», ακριβώς, εκκινώντας από τους ίδιους περίπου συλλογισμούς με τον Παναγιώτη Κονδύλη για την εξέλιξη των συσχετισμών στα Βαλκάνια και στην Μεσόγειο, υποστηρίζει πως η νομιμοποίηση των βαθιά ριζωμένων αλυτρωτικών διεκδικήσεων στα Βαλκάνια, θα έκανε, στο μέλλον, αμελητέα οποιαδήποτε οφέλη λόγω κατευνασμού των Σκοπίων. Χωρίς δισταγμό, σ’ αυτή την σχολή σκέψης θα ενέτασσα πολιτικά πρόσωπα όπως ο Στέλιος Παπαθεμελής, ο Αντώνης Σαμαράς αλλά και όλους σχεδόν τους άλλους πολιτικούς ή αναλυτές όλων των ιδεολογικων και κομματικών αποχρώσεων που θεωρούν άσκοπο και επικίνδυνο τον κατευνασμό του δονκιχωτικού αλυτρωτισμού των Σκοπίων).

   Σε τελευταία ανάλυση, είναι φανερό πως η τεράστια σημασία θεμελιωμένων αναλύσεων όπως αυτή του Παναγιώτη Κονδύλη, δεν βρίσκεται στην προσφορά συνταγών πολιτικής προς την μια ή προς την άλλη κατεύθυνση – λάθος το οποίο, κατά καιρούς, παρασυρόμενοι στην δίνη μιας απελπιστικά χαμηλού επιπέδου δημόσιας συζήτησης για την εθνική μας στρατηγική, όλοι μας κάνουμε – αλλά στον εμπλουτισμό του επιστημονικού και ευρύτερα του δημόσιου διαλόγου με βαθυστόχαστες και θεμελιωμένες αναλύσεις που διευκολύνουν την κοινωνία και τον πολιτικό κόσμο να κάνουν τις επιλογές τους. Πάντως, ενώ ουδόλως γνωρίζω τον Παναγιώτη Κονδύλη προσωπικά, θα έπαιρνα εν τούτοις το θάρρος να τον συμβουλεύσω, όπως επιβάλλει η λαϊκή ρήση, «να αποφεύγει να αναμιγνύεται με τα πίτουρα ούτως ώστε να μειώνονται οι πιθανότητες να τον φάνε οι κότες» ή να τον απειλήσουν με ηχορύπανση με μηχανάκια χωρίς εξάτμιση. Πολλοί που επιλέγουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα την παθαίνουν, και ο Παναγιώτης Κονδύλης ίσως να αξίζει καλύτερη τύχη.

 

Υστερόγραφο Ιανουάριος 2009. Σε μια από τις συνομιλίες μου λίγο πριν αποχωρήσει από τα εγκόσμια το 1998 του έθεσα υπόψη το τελευταίο κομμάτι για το Μακεδονικό και χαμογελώντας μου είπε “μην δίνεις σημασία”. Μια αναφορά έκανα και σε επικείμενες δημοσιεύσεις θα γίνουν κάποιες διευκρινίσεις. Για το ζήτημα του “πρώτου κτυπήματος” θεώρησε ότι η ανάλυσή μου είναι συμπληρωματική και ότι κάποια στοιχεία θα τα ενσωμάτωνε σε προσεχή επανέκδοση της Θεωρίας του Πολέμου ή σε άλλα κείμενα που προετοίμαζε.

http://www.ifestosedu.gr/103DeterrenceStrategy.htm.

(453) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *