Γράφει ο Οδυσσέας Ελληνιάδης

Οδυσσέας Ελληνιάδης
Δεκέμβριος 2025
«Περπατούσε στους δρόμους μιας μεγαλούπολης.
Είδε στο βάθος έναν ηλικιωμένο να κινείται με δυσκολία και να ξαποσταίνει σε ένα παγκάκι.
Τον πλησίασε.
– Δεν με θυμάστε; Ήμουν μαθητής σας.
– Ναι, σε θυμάμαι σε είχα μαθητή στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Και τι κάνεις τώρα?
– Διδάσκω. Με επηρεάσατε τόσο πολύ που ήθελα επίσης να σας μοιάσω.
– Μα πως σε επηρέασα;
– Μια μέρα ένας συμμαθητής μου ήρθε στην τάξη με ένα όμορφο ρολόι στο χέρι του.
Το έβγαλε και τα έβαλε στο συρτάρι του γραφείου. Πάντα ονειρευόμουν να έχω ένα ρολόι σαν αυτό.
Το έκλεψα. Το αγόρι ήρθε με δάκρυα και παραπονέθηκε για κλοπή.
Κοιτάξατε γύρω μας και είπατε:
“Όποιος πήρε το ρολόι αυτού του αγοριού, παρακαλώ να το επιστρέψει”
– Αισθάνθηκα πολύ ντροπιασμένος, αλλά δεν ομολόγησα.
Πήγατε στην πόρτα, την κλειδώσατε και μας είπατε όλοι να ευθυγραμμιστούμε κατά μήκος του τοίχου λέγοντας:
“Πρέπει να ελέγξω όλες τις τσέπες σας με μια προϋπόθεση ότι όλοι θα κλείσετε τα μάτια σας.”
Υπακούσαμε και ένιωθα ότι αυτή ήταν η πιο δύσκολη στιγμή της μέχρι τότε σύντομης ζωής μου.
– Πήγατε από μαθητή σε μαθητή…
Όταν βγάλατε το ρολόι από την τσέπη μου, συνεχίσατε να προχωράτε στο τέλος της σειράς.
Τότε είπατε:
«Παιδιά, όλα εντάξει. Μπορείτε να ανοίξετε τα μάτια σας και να επιστρέψετε στα θρανία σας”.
Επιστρέψατε το ρολόι στον συμμαθητή μου και δεν είπατε άλλη λέξη σχετικά με αυτό το περιστατικό.
Έτσι, εκείνη την ημέρα σώσατε την τιμή και την ψυχή μου.
Δεν με κρίνατε ως κλέφτη και ψεύτη.
Δεν με ενοχλήσατε ούτε μου μιλήσατε για αυτό το επεισόδιο.
Με την πάροδο του χρόνου, κατάλαβα γιατί.
Διότι, ως αληθινός δάσκαλος, δεν θέλατε να αμαυρώσετε την αξιοπρέπεια ενός παιδιού.
Να γιατί έγινα δάσκαλος.
Για λίγο έμειναν σιωπηλοί.
– Μάλλον δεν θυμόσαστε αυτό το επεισόδιο.
Ο γέρος τον κοίταξε στα μάτια.
– Μόλις τώρα μαθαίνω ότι ήσουν εσύ. Την ώρα που έψαχνα τις τσέπες σας είχα κι εγώ τα μάτια μου κλειστά…».
Η παραπάνω ιστορία είναι οπωσδήποτε ωραία, συγκινητική. Διήγηση συμβάντος αθέατου. Δεν αναφέρθηκε πουθενά και σε κανέναν, δεν προκάλεσε κάποια συζήτηση, ή είχε συνέχεια, στο χρόνο που συνέβη. Ωραία, διότι, ο αναγνώστης παρακολουθεί να συμπλέκονται μεταξύ τους παρόν, παρελθόν και μέλλον με τρόπο αναπάντεχο. Μα ταυτόχρονα, τρόπος που δεν είναι αδιανόητος. Παρατηρεί η ιστορία, στιγμές των δύο πρωταγωνιστών, όπου η ερμηνεία ενός συμβάντος που δόθηκε σε κάποιο αθέατο παρόν – στιγμή του παρελθόντος να αποκαλύπτεται σε ένα άλλο παρόν στο μέλλον του συμβάντος με τρόπο ανέλπιστο και να γίνεται η αλήθεια του κλειστού (για τους δύο πρωταγωνιστές) παρελθόντος. Κατανοεί, πώς το παρόν εμπεριέχει το παρελθόν, και πως το ίδιο το παρελθόν εμπεριέχει το μέλλον με απρόβλεπτο τρόπο. Πως το παρόν αποκαλύπτει το παρελθόν. Ότι το παρόν συνειδητοποιεί τα αθέατο για αυτό παρελθόν. Ότι το παρόν εμπεριέχει άρρηκτα παρελθόν και μέλλον ταυτόχρονα. Και τελικά, αν το σκεφτεί κάποιος σοβαρά, ναι, δεν είναι απίθανη ιστορία. Ναι, μπορεί, είναι δυνατόν τελικά να συμβεί. Ότι όλα είναι ενδεχόμενα. Είναι ωραία επίσης, διότι υποδεικνύει, ότι μία σχολική τάξη αποτελεί ένα ολόκληρο κόσμο με αναρίθμητα αόρατα συμβάντα από τα μάτια του γύροθεν κόσμου. Αυτοτελής κόσμος μεν ως προς τους σκοπούς της, αλλά και όπου, το συναίσθημα είναι κυρίαρχο. Ζωτικό στοιχείο της με τρόπο καθοριστικό για τους συμμετέχοντες στη σχολική πράξη. Και βέβαια είναι συγκινητική. Διότι, επιφέρει κάθαρση ψυχής. Δικαίωση από την έκβαση της ιστορίας, «υπόσχεση» ότι ο κόσμος αυτός είναι κατά βάση δίκαιος, έχει νόημα να ζεις.
Ωραία ακόμη, διότι σε ένα συμβάν κλοπής, η απόλυτα ευγενής συμπεριφορά του πρωταγωνιστή προς όλη την ομάδα μαθητών προκαλεί θαυμασμό, αναδεικνύοντας αρχές διαμετρικά αντίθετες στις σημασίες (το τι είναι σημαντικό τελικά) του γραφειοκρατικού, ορθολογικού, σχολικού πλαισίου και των συμπεριφορών των επαγγελματιών της εκπαίδευσης. Διότι, είναι αμέσως διακριτό το ήθος του πρωταγωνιστή. Η a priori βαθιά ανθρωπιά που τον διαπερνά και μοιράζεται προς όλους τους μαθητές, ανεξαίρετα. Ο θαυμασμός αναβλύζει, επειδή ο πρωταγωνιστής της ιστορίας κατ’ αρχήν αποφεύγει να υπονομεύσει την αντίδραση του στο συμβάν με ηθικολογίες περί καλού και κακού. Διότι, η ηθικολογία θα αναιρούσε την ηχηρή ηθική της ίδιας της πράξης του. Αποφεύγει, διότι γνωρίζει κατ’ αρχήν, ότι οι άνθρωποι – αυτοί που διατηρούν αυτό που αποκαλούμε ανθρώπινη υπόσταση, άρα και αυτά τα νέα μέλη της κοινωνίας – διακρίνουν το καλό από το κακό, όχι μανιχαϊστικά καλό κακό ως πληροφόρηση, αλλά ως αρχέγονο εκπηγάζων συναίσθημα, ως ντροπή (αισθάνθηκα πολύ ντροπιασμένος), ως μομφή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η πράξη του στηρίζει αδιαπραγμάτευτα την αξιοπρέπεια της ανθρώπινης υπόστασης· η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να τεθεί υπό ερώτηση, ούτε να υποδειχθεί με ηθικολογικούς όρους. Είναι εγγενές στοιχείο του ανθρώπου. Προφανώς γνωρίζει καλά την ανθρώπινη ποιότητα των μαθητών του, που προϋποθέτει ότι έχει αναλύσει τη βαθύτερη σχέση τους με τον κόσμο, ότι έχει παρατηρήσει τον άνθρωπο προσεκτικά στην ουσία του.
Η ασυνήθιστη πράξη του υποδεικνύει άλλη θεώρηση του ανθρώπου, ριζοσπαστική επί της ουσίας. Είπαμε. Δεν περιορίζεται στην αποφυγή της ηθικολογίας, αλλά στην ουσιαστική στήριξη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και αυτή στηρίζεται αψευδώς και ολοσχερώς επειδή, ο πρωταγωνιστής αποφεύγει την κρίση της ίδιας της πράξης, και τελικά την κρίση του ανθρώπου. Γνωρίζει μάλιστα, τον πιθανό πειρασμό της κρίσης που επιφέρει η αποκάλυψη του προσώπου. Αποφεύγει λοιπόν την επισήμανση του «δράστη» και έτσι την προκατάληψη. Επειδή η κατονομασία του προσώπου δύναται να αλλάξει τις σχέσεις των ανθρώπων, λόγω της κρίσης της πράξης. Ο τρόπος του εξαλείφει απόλυτα την πιθανότητα επαίσχυντης γενίκευσης του ήθους του προσώπου. «εκείνη την ημέρα σώσατε την τιμή και την ψυχή μου». Οπότε, δικάζει τυφλά για να αποκαταστήσει τη διασαλευθείσα ισορροπία λόγω της κλοπής. Και για αυτό, ταπεινώνει την αυθεντία του. Καθίσταται ισότιμος σε μια ομάδα ισότιμων ανθρώπων. Δεν είναι αρχηγός κανενός. Χωρίς έπαρση αυθεντίας, ενηλίκου ή γνώσης, τέτοια που να θεωρήσει ότι του δίνει δικαίωμα κρίσης (κρίνω = διαιρώ, χωρίζω) των ανθρώπων μαθητών του. Ώστε μετά, αυτή η κρίση να διασαλεύσει το ήθος των μαθητών του. Έτσι, αποφεύγει την αναζήτηση ενόχου για να αποδώσει ευθύνες, δεν αναζητεί απόδοση πρόσκαιρης δικαιοσύνης, έγκλημα και τιμωρία. Είναι Άνθρωπος, ταπεινός, γνωρίζοντας τον πειρασμό. Γνωρίζει δηλαδή, αυτό: «Πάντα ονειρευόμουν να έχω ένα ρολόι σαν αυτό». Ξέρει, ότι «ουδείς αναμάρτητος». Ότι ο πειρασμός ελλοχεύει. Και ξέρει ότι η στιγμή, μια κακή στιγμή ενός φευγαλέου πειρασμού, δεν μπορεί να αποτελέσει ένα συνεχές βάρος κρίσης και στιγματισμού, μία ανοησία του παρόντος που θα συζητηθεί ευρέως να γίνει ένα δυσβάστακτο μέλλον. Αλλά ταυτόχρονα, ως ταπεινός άνθρωπος γνωρίζει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια έχει περισσότερη σημασία από ένα όμορφο ρολόι, ότι ο άνθρωπος είναι ον και πνεύμα που δεν συγκρίνεται με υλικά αποκτήματα. Διδάσκει λοιπόν τον μαθητή του ταπεινότητα, και ως τέτοιος άνθρωπος δεν υποπίπτει στην ασύγγνωστη πλάνη της έπαρσης μιας αυθεντίας που κρίνει. «Την ώρα που έψαχνα τις τσέπες σας είχα κι εγώ τα μάτια μου κλειστά». Είναι δάσκαλος, διότι απευθύνεται ως Άνθρωπος προς Ανθρώπους, όχι προς κατώτερους μαθητές. Ζει, είναι, σε ομάδα ισοτίμων.
Αν όμως ο πρωταγωνιστής της ιστορίας αποποιούμενος καθ’ ολοκληρίαν την αυθεντία του αναδεικνύει ένα άλλο, δίκαιο, κόσμο ώστε να του αναγνωρίζεται έτσι ότι είναι κατ΄ ουσίαν δάσκαλος και να συγκινεί, ποιος είναι ο τρόπος της διδασκαλίας του, σε τι συνίσταται το θεμέλιο υπόδειγμα της διδασκαλίας του; Επειδή ο δάσκαλος της ιστορίας σαφώς πράττει εντελώς αντίθετα από το μοντέλο διδασκαλίας που έχουμε εμπειρία όλοι. Μοντέλο που δοξάζει και αναπαράγει την αυθεντία, το πολιτισμικό θεμέλιο της ασύμμετρης κοινωνίας μας. Ο επαγγελματίας της εκπαίδευσης διαθέτει αυθεντία γνώσης· ο ενήλικος έχων πιστοποιητικό (καθ)ορισμένης γνώσης μπορεί να καθίσταται κυρίαρχος κριτής ενός περιορισμένου χώρου (σχολικού), επειδή αυτή η περιορισμένη αυθεντία σε σχέση πάντα με τον μαθητή τού επιτρέπει να γνωρίζει τι είναι δίκαιο, άρα μόνο αυτός δύναται την απονομή του. Αυθεντία λόγω θέσης· παραχωρημένο κοινωνικοϊστορικά προνόμιο (περιορισμένο, μόνο σε συγκεκριμένο σχολικό χώρο και υπό μορφή παιδαγωγική) άρχεσθαι επί αρχόμενων που επιτρέπει την γενική εποπτεία και εκτέλεση προαποφασισμένων από άλλους κανόνων. Επομένως, παραχωρημένη εξουσία για την αναζήτηση ενόχου όταν υπάρχει παρεκτροπή και υποκειμενικής απόδοσης μαθησιακής δικαιοσύνης ανάλογη της αξίας του μαθητή. Αυθεντία λοιπόν γνώσης, που τους προσδίδει και θέση, αυστηρά περιορισμένη χωρικά, μόνο εντός του σχολείου, για την οποία οι επαγγελματίες της εκπαίδευσης επαίρονται ότι κατέχουν, καθόσον για αυτούς αποτελεί πολιτισμικά αδιαφιλονίκητα αναντίρρητη αλήθεια.
Αν και μεγάλο ζήτημα καθώς εκφεύγει του παρόντος, μπορούν όμως να ειπωθούν τούτα. Πρώτον, η αυθεντία συνίσταται στην επιβολή με διάφορες μορφές του λόγου της (στο σχολείο με παιδαγωγικό τρόπο) στους μη κατέχοντες αυτήν. Αυτό αποτελεί τον πολιτισμικό της τρόπο. Δεύτερον, η αυθεντία γνώσης και θέσης κατευθύνεται ιεραρχικά, προς τα κάτω, προς έχοντες λιγότερο ισχύ, είτε πιστοποιημένης γνώσης, είτε θέσης. Προς τα πάνω, η αυθεντία των επαγγελματιών της εκπαίδευσης είναι πάντα υπό ερώτηση, υπό αξιολόγηση, δηλαδή χωρίς ισχύ. Αν και όταν, η αυθεντία γνώσης των επαγγελματιών τίθεται υπό ερώτηση από γονείς, η αμφισβήτηση έχει πολύ περιορισμένη επίδραση, επειδή οι επαγγελματίες καλύπτονται πίσω από την αυθεντία θέσης, την ισχύ δηλαδή που τους προσφέρει ο κοινωνικοϊστορικός σχολικός θεσμός. Πολύ γενικά, το σχήμα είναι: οι μαθητές δεν κατέχουν αυθεντία, οι επαγγελματίες ναι. Ωστόσο, εφόσον ο δάσκαλος της ιστορίας δεν μετέρχεται την αυθεντία καθ΄ οιοδήποτε τρόπο, και ειπώθηκε πως, το ερώτημα παραμένει: πώς, και γιατί, διδάσκει ο άνθρωπος της ιστορίας μας; Επιπλέον. Υπάρχουν άλλα τέτοιας ποιότητας παραδείγματα στην ιστορία;
Τον 6ο αι. π.Χ., στην Κίνα, ο Λάο Τσε (ο γέρος [φιλό]σοφός) μιλά για «δράση χωρίς δράση» (weiwuwei). Δηλαδή, δράση χωρίς εξαναγκασμό, δράση χωρίς επιβολή θέλησης. Λίγο αργότερα, δυτικότερα, ο Χριστός κηρύσσει τον Λόγο του Θεού, αλλά υπό μία προϋπόθεση. «Όστις θέλει πίσω μου ελθείν». Η προϋπόθεση είναι ουσιώδης, επειδή δεν επιβάλλει, δεν εξαναγκάζει με κάποιο τρόπο – εκφοβιστικό ή επίκλησης κύρους/αυθεντίας – στον λόγο του. Απλά λέγει. Λέγει τον Λόγο του Θεού που απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους, ένα κοινό λόγο ανθρώπων. «Αγάπα τον πλησίον σου ως τον εαυτό σου». Λάο Τσε και Χριστός απλά λέγουν. Η «δύναμη» τους δε, εγκλείεται στο περιεχόμενο του λόγου τους. Δεν μας απασχολεί εδώ αν αυτό το περιεχόμενο είναι αληθές ή ψευδές, πραγματικό ή μύθος, διαθέτει λογικά ή εξωλογικά (υπερβατικά) ερείσματα. Αλλά ο τρόπος τους. Μιλούν στηριζόμενοι στο περιεχόμενο του λόγου τους και πράττουν κατ’ αυτό. Απλά διακηρύττουν χωρίς την οποιαδήποτε επίκληση κύρους κάποιας πολιτισμικής αυθεντίας τους. «Δεν είμαι βασιλιάς» απαντά ο Χριστός στον επίγειο κριτή του. Και ο λόγος τους, το περιεχόμενο του, αφορά την ίδια την υπόσταση του ανθρώπου, αδιαπραγμάτευτη εξ ορισμού και εν πράξει. Όπως κάνει ο δάσκαλος της ιστορίας. Λόγος Χριστού και λόγος του Λάο Τσε αφορούν την ανθρώπινη υπόσταση στη σχέση του με τον Θεό, ή το Ταό, αλλιώς, τον Κόσμο. Και στις δύο περιπτώσεις, ο λόγος απευθύνεται σε ανθρώπους που θεωρούνται ισότιμοι, χωρίς διαφορές. Η πρόσκληση δεν απαιτεί αυθεντία· μόνο ταπεινότητα ισότιμων ανθρώπων. Ισότιμοι, επειδή ο Κόσμος τους υπερβαίνει. Ισότιμοι, λόγω ταπεινότητας προς το Θεό, ή το Ταό, χωρίς να απαιτούν αναγνώριση του έργου τους από τους άλλους, παρά μόνο από τον Θεό, παρά να γίνει ο Δρόμος τους και η Αρετή τους. Για τον ελληνικό, ορθόδοξο, χριστιανισμό δε, όπως μας παραδίδεται από τα ιερά κείμενά του, την παράδοση της Εκκλησίας και τους Πατέρες της δεν είναι μόνο ένας δρόμος προς την αρετή, αλλά προσλαμβάνει σχέση οντολογική (τι είναι ουσιωδώς το ον άνθρωπος εντός του Σύμπαντος Κόσμου), προσλαμβάνει νόημα ομοίωσης του ανθρώπου με τον Θεό, αποκατάσταση της καταγωγής του.
Επομένως, ο δάσκαλος δεν επιβάλλει· προτείνει την αρετή εν πράξει, ως λόγο ύπαρξης του ανθρώπου. Και δεν υποχρεώνει αλλά προτείνει, διότι δεν προσδοκεί τίποτε από τους ανθρώπους. Έτσι, η «δράση χωρίς δράση» σημαίνει ότι δρα, τον δρόμο (Ταό) της αρετής, χωρίς προσδοκίες· «χωρίς να περιμένει ανταπόδοση· ολοκληρώνοντας το έργο, το ξεχνά» («Δρόμος και Αρετή», στρ. 2). Όπως ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Ομοίως, ο Χριστός δεν προσδοκεί. «Όστις θέλει πίσω μου ελθείν». Λέγει, αλλά ο άνθρωπος διατηρεί ελευθερία· την απόφαση. Θέλει από αγάπη για τον άνθρωπο, προτείνει «Εγώ ειμί η οδός καί η αλήθεια καί η ζωή» (Ιωαν. Ιδ΄ 6), αλλά, ούτε εξαναγκάζει, ούτε προσδοκεί, διότι, επιτρέπει το αυτεξούσιο της απόφασης και της ευθύνης. Η ελευθερία δεν χωρεί περιθώρια προσδοκίας προς τους άλλους, αλλά ευθύνη στον Κόσμο. Διότι πάλι, ελευθερία, «παρά τό ἐλεύθειν ὅπου ἐρᾶ τίς» (ἐλεύθω = έρχομαι, πορεύομαι, ἐρῶ = αγαπώ, ἔρως). Πράττω δηλαδή, σύμφωνα με ό,τι μου γεννά έρωτα στην ψυχή μου. Βαδίζω το δρόμο μου με ότι μου προκαλεί έρωτα, ότι συγκλονίζει τη ψυχή μου. Έρωτας που γεννά ευθύνη, δέσμευση. Προς εμένα και την κοινωνία. Να απολαμβάνει την ίδια ελευθερία εν συνόλω η κοινωνία ισοτίμως, απροϋπόθετα. Χωρίς όρους αυθεντίας. Όπως συμβαίνει στην τάξη της ιστορίας μας. Με «κλειστά μάτια». Η ελευθερία είναι πρωτίστως προσωπική υπόθεση, πνευματική αναζήτηση της ψυχής, που η κοινωνία την επικυρώνει ή την ακυρώνει έμπρακτα.
Ενώ, η προσδοκία επιζητά συμμόρφωση, ευθυγράμμιση σε κάτι προαποφασισμένο· επιδιώκει να ακολουθήσει ο άνθρωπος την δική μου απόφαση, να χωρέσουν οι μαθητές μου σε ότι λέγω, στον τρόπο μου, σε ότι θεωρώ σημαντικό. Η προσδοκία επιδιώκει με κάθε τρόπο την προσαρμογή των άλλων στις αποφάσεις μου· δεν επιτρέπει ελευθερία, αυτεξουσιότητα, παρά μόνο απόφαση συμμόρφωσης στην προσδοκία. Με άλλα λόγια, επικροτεί την ετερονομία. Δεν λέγω λοιπόν, αλλά εξαναγκάζω στην προσδοκία μου, στην ενστερνισμένη σημασία μου που θεωρείται αυτονόητη αυτοεπιβεβαιούμενη αλήθεια. Προσδοκία = προς (κατεύθυνση κίνησης) + δοκώ, δοκέω (πιστεύω, θεωρώ, αποφασίζω), προς εκείνο που αποφασίζω. Για να το συμπληρώσω λοιπόν. Όταν η προσδοκία αφορά τον εαυτό μου, στην σχέση μου με ότι εμπεριέχει ο Κόσμος, τότε αυτή αναζητεί την ελευθερία, την αυτονομία, γίνεται πορεία της ψυχής μου αδιαχώριστη του κόσμου. Πορεία, όχι εις βάρος του κόσμου, αλλά ελευθερία αψευδούς, απρόσκοπτης, συμμετοχής στην κοινωνία. Ενώ, όταν η προσδοκία κατευθύνεται προς τους άλλους, τότε υποστηρίζει την αυθεντία μου, και την απόφαση της, έναντι των άλλων, γίνεται δρόμος ή λόγος επιβολής της. Ανάλογα βέβαια της ισχύος της αυθεντίας. Διότι είπαμε, υπάρχει ιεραρχία ισχύος, κύρους, στην αυθεντία. Εκτός αν γίνει η αυθεντία, αυθέντης του εαυτού της και μόνο. Όπως ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Με άλλα λόγια, τελικά, η επίτευξη των προσδοκιών μου (αποτέλεσμα του τι θεωρώ σημαντικό, τι θεωρώ νόημα ζωής που αξίζει) από τους άλλους απαιτεί καθορισμένη ανταπόδοση καταναγκάζοντας σε μια ανταμοιβή ανάλογη του βαθμού ανταπόκρισης τους. Και η αναλογία της ανταπόκρισης στις προσδοκίες μου διαβαθμίζει, αξιολογεί, καθιστά κρινόμενους αυτούς προς τους οποίους απευθύνεται η προσδοκία μου. Επειδή, η αυθεντία απαιτεί την ατομική ευθύνη των άλλων στην εκπλήρωση της προσδοκίας της, του λόγου της. Οι μαθητές είναι ατομικά υπεύθυνοι στην ικανοποίηση των οδηγιών του επαγγελματία (της προσδοκίας της αυθεντίας, του ειδικού) και αυτός είναι ο μόνος που ορίζει τον βαθμό ικανοποίησης της. Η σχέση μεταξύ αυθεντίας και αντικειμένου της προσδοκίας της είναι καθορισμένη. Ειδάλλως, άρνηση ή απουσία ανταπόκρισης στην προσδοκία επιφέρει απογοήτευση, ματαίωση, ή και το συνηθέστερο, χλευασμό ή περιφρόνηση του αντικειμένου της προσδοκίας. Διότι αυτό δεν ανέλαβε την ευθύνη συμμόρφωσης που του προσέδωσε η προσδοκία της αυθεντίας. Κατάρρευση των προσδοκιών σημαίνει ακύρωση ορισμένου νοήματος.
Ο δάσκαλος λοιπόν, χωρίς να προσδοκεί, «μαθαίνει γράμματα» στους μαθητές του, ώστε αυτά να υποστηρίζουν μια θεμελιακή πρόταση ζωής: την εναρμόνιση της σύνδεσης τους με τον κόσμο, τον Σύμπαν Κόσμο, την αρχέγονη καταγωγή του. «Μαθαίνει γράμματα» που εμψυχώνουν την ανθρώπινη υπόσταση. Όπως κάνει ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. «εκείνη την ημέρα σώσατε την τιμή και την ψυχή μου». Και αυτή η σωτηρία δρομολογεί μια οικειοθελή, συνειδητή, απόφαση ζωής· τη συνέχεια του έργου του δασκάλου του. Να γίνει και αυτός δάσκαλος της αρετής. Να διδάξει ανθρωπιά. «Με επηρεάσατε τόσο πολύ που ήθελα επίσης να σας μοιάσω». Αυτό, η διδασκαλία της αρετής αποτελεί το σημαντικό νόημα στην ελληνική ιδιαιτερότητα της Ιστορίας. Όταν ο δάσκαλος είναι και νιώθει Έλληνας τότε διαθέτει μία τεράστια πηγή ζώσας πολιτισμικής κληρονομιάς, μοναδικής σε πνευματικό περιεχόμενο για αυτό και θαυμαστής. Τέτοιου περιεχομένου, ώστε να αποτελεί για όλα τα έθνη το απαραίτητο σημείο αναφοράς και σχέσης μαζί της. Κληρονομιά που δεν περιορίζεται μόνο στην αρχαία, αλλά περιλαμβάνει όλη τη συνέχεια της, από τη μινωική μέχρι τους σημερινούς έξοχους στοχαστές της. Τέτοιας έκτασης και πνευματικού περιεχομένου που το σχολείο δεν θα μπορούσε παρά να προσφέρει μόνο ένα μέρος σπουδής της. Μιλώντας βέβαια για ένα εντελώς άλλου τύπου σχολείο από το σημερινό. Ελληνοκεντρικό, όχι δυτικοκεντρικό. Ο δάσκαλος λοιπόν, ο έχων αναλάβει την ευθύνη του στον κόσμο, φροντίζει τη ψυχή στον εκκοινωνισμό της στον κόσμο αυτόν, όπως ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. «Μαθαίνει γράμματα» τέτοιας φύσης για να αποκαλύπτει ο μαθητής εν λόγω και εν έργω το Σωκρατικό «γνώθι σαυτόν», ώστε να γίνεται αξέχαστη, κρίσιμη, εμπειρία. Όπως του μαθητή της ιστορίας. Και έτσι, η ψυχή να «(διά)μορφώνεται» κοινωνικά για να καλλιεργήσει το ήθος της συμπεριφοράς της στα ενδεχόμενα της ζωής.
Αν η αρετή είναι το ένα σημαντικό της ελληνικής ανθρωπογεωγραφίας, το άλλο σημαντικό, είναι η απουσία επιβολής του παραδείγματος της στον Κόσμο, η μη προσδοκία της. Αν δηλαδή, η ελληνική εμπειρία του κόσμου αναλαμβάνει να επωμιστεί το σύνολο των πνευματικών ερωτημάτων της ανθρώπινης ύπαρξης, «Τι είμαι», «Πώς είμαι», «Γιατί είμαι» στον κόσμο αυτόν στο φιλοσοφικό της λόγο, θεμελιώνοντας έτσι – κατά τρόπο μοναδικό ιστορικά – δημοκρατία και τον ελληνικό, ορθόδοξο, χριστιανισμό, παράλληλα στο καίριο ερώτημα «τι μου επιτρέπεται να ελπίζω», η ακριβής ελληνική απάντηση είναι ένα ηχηρό Τίποτα. Παρά μόνο την Ανά-σταση (ξανά στάση) της ψυχής. Στάση ξανά, κοντά, δίπλα στο Θείο. Για αυτό, ο πολιτισμός, το μήνυμα, της ελληνικής ανθρωπογεωγραφίας «επεκτείνεται» πνευματικά μόνο, δεν προσδοκεί υλική κατάκτηση μέσω ισχύος. Διότι, ο Αισχύλος είναι σαφής στον ορισμό του Έλληνα στους «Πέρσες» του: «δεν είναι δούλοι κανενός, ούτε υπήκοοι σε αρχηγό» (στ. 238). Επειδή δεν έχουν αρχηγούς, δεν θέλουν να γίνουν αρχηγοί άλλων.
Αντίθετα, για τον επαγγελματία της εκπαίδευσης το «μαθαίνω γράμματα» εκπίπτει σε εργαλείο κρίσης της προσδοκίας του. Εργαλείο αξιολόγησης της συμμόρφωσης του μαθητή σε μια πολιτισμική σημασία υιοθετημένη από αυτόν ως αναντίρρητο δεδομένο. Η προσδοκία του πηγάζει από ένα πολιτισμικό, κοινωνικοϊστορικό, νόημα ζωής αναγνωρισμένο από τον ίδιο ως αυταπόδεικτη αλήθεια, το οποίο εγκολπώνει κινητοποιώντας τον στην καθημερινότητα του. Νόημα, στο οποίο η ψυχή απουσιάζει πια έχοντας αντικατασταθεί από το επάγγελμα. Εν συντομία. Η εκπαίδευση, και βέβαια ο επαγγελματίας της, επιχειρεί με προσαρμοσμένες (παιδαγωγικές) μεθόδους την «πρόοδο» του, κυρίως δηλαδή, την πρόσκτηση από τον μαθητή της μέγιστης δυνατής συσσώρευσης πληροφοριών, διατυπωμένων οργανωμένα από ειδικούς σε μια «ιδανική» μορφή (εξορθολογισμένη τακτικά) για να είναι ορατές, το λεγόμενο αναλυτικό πρόγραμμα, αλλιώς διδακτική ύλη. Ο ορθολογισμός (το αναλυτικό πρόγραμμα) της εκπαίδευσης συγκροτεί το υιοθετημένο νόημα ζωής του επαγγελματία μεταφρασμένο από αυτόν σε προσδοκία, ώστε η οργάνωση της εκπαίδευσης (γραφειοκρατία – παιδαγωγική) να μπορέσει να την επιτελέσει. Η αναλογία επίτευξης αυτής της «ύλης», η προσδοκία της εργασίας του, συνιστά το βαθμό επιτυχίας του ίδιου αφενός, αφετέρου του μαθητή, την «πρόοδο» του, ώστε ο ελάχιστος προσδιορισμένος βαθμός – αναλογία κατακτηθείσας «ύλης» – να επιφέρει την πιστοποίηση των γνώσεων του με ένα τίτλο. Συνακόλουθα, και δυνητικά, στο ανάλογο κύρους επάγγελμα. Με άλλα λόγια, εν τέλει, η προσδοκία του επαγγελματία και του έργου του ολοκληρώνεται, «καθαγιάζεται», στην απόκτηση ενός υψηλού κύρους επαγγέλματος του μαθητή, καθώς αυτό του επιτρέπει να αναρριχηθεί κοινωνικά, να προοδεύσει· δεν ολοκληρώνεται στην πιο συνθέτη έννοια της προκοπής του μαθητή, επειδή αυτή αναγκαστικά συμπεριλαμβάνει και άλλες πτυχές της ζωής, λιγότερο, ή και καθόλου, αναγνωρισμένες ως σκοποί της εκπαίδευσης. Π.χ. πολυπληθή οικογένεια με στέρεες σχέσεις της. Οπότε, η εκπλήρωση της προσδοκίας του επαγγελματία είναι το social mobility, αποτέλεσμα του βαθμού επιτυχίας ή συμμόρφωσης του μαθητή στον ορθολογισμό της εκπαίδευσης· η κατάληψη θέσης κύρους του μαθητή μέσω του επαγγέλματος σε μια ιεραρχική κοινωνική διαβάθμιση, που θεωρείται τόσο αυτονόητα σπουδαία για τον ενήλικο επαγγελματία ώστε να γίνεται μοναδικά σημαντική για αυτόν, κινητήριο νόημα ζωής. Καθιστώντας παράλληλα τον εαυτό του μοχλό αναπαραγωγής αυτής της κοινωνικοϊστορικής σημασίας. Διότι, ο επαγγελματίας δεν προσδοκεί ο μαθητής του να γίνει βοσκός, αλλά να «μάθει γράμματα» για να κάνει καριέρα και δη στην πόλη. Να παραμείνει βοσκός ή να γίνει υδραυλικός συνιστά βασικά αποτυχία της εκπαίδευσης. Και έτσι, η προσδοκία, η συνειδητή ελπίδα ο μαθητής να μοιάσει τον επαγγελματία που κατάφερε ανάλογη επιτυχία, γίνεται εργαλείο κρίσης, γίνεται τελικά εξουσία και καταναγκασμός, εξοβελίζοντας την αρετή και το αυτεξούσιο της ψυχής. Η προσδοκία δεν αποβλέπει στη ψυχή, αλλά το αυτοεπιβεβαιούμενο νόημα ζωής του, αφού η κοινωνική ανέλιξη αποτελεί τη γενική προσδοκία μιας πολιτισμικής πρότασης με την οποία ευθυγραμμίζεται πλήρως.
Απορρέει της ελληνικής θεώρησης του κόσμου αυτή η στάση του επαγγελματία; Η ιστορική εμπειρία της ελληνικής ιδιαιτερότητας στον κόσμο λέγει ως κεντρικό νόημα της ζωής το επάγγελμα, την καριέρα και ως εκ τούτου, τη βελτίωση, την πρόοδο της κοινωνικής θέσης; Άρα, την εναργή, κοπιώδη, προσήλωση στους παράγοντες της ζωής που προσφέρουν αποκλειστικά υλική ευμάρεια; Κατηγορηματικά όχι. Ο λόγος της ελληνικής ιδιαιτερότητας (όπου λόγος: διακρίνω – επιλέγω – θέτω σε τάξη – συλλέγω – μετρώ – λέγω) διακρίνει, επιλέγει και θέτει σε τάξη το πνεύμα. Το πνεύμα προτείνει ως πρωταρχικό νόημα της ύπαρξης. Και για αυτό θαυμάζεται. Το πνεύμα της θεωρείται μοναδικό, αξεπέραστο. Στη διαχρονία της. Η προκοπή του ανθρώπου νοείται πρωτίστως πνευματική, ώστε να ακολουθήσει η κοινωνική και πολιτική· εν εκκλησία ισότιμων ενώπιον Θεού. Του Θείου. Πνευματική προκοπή που μπορεί και αναδεικνύει συνεχώς ήρωες και αγίους. Διότι, συγκροτεί, συνυφαίνει, αρραγές θεμέλιο, ουσιαστικό λόγο ζωής. Η υλική ευμάρεια ως ο λόγος ύπαρξης του ανθρώπου δεν αναδεικνύει ήρωες, ούτε αγίους, αλλά celebrities, διάττοντες διασημότητες. Και τον ακόρεστο πόθο απόκτησης, συσσώρευσης και κατοχής της. Έπειτα, ατελείωτο φόβο. Πανικό απώλειας της. Πόθος και τρόμος που κονιορτοποιεί κάθε αξιοπρέπεια, κάθε ευγένεια, κάθε σεμνότητα. Συντρίβοντας τον σεβασμό στον άνθρωπο. Διασπείροντας φαυλότητα, δολιότητα, ατιμία, απανθρωπιά, αδικία. Και κανένας ψυχολόγος δεν μπορεί να αναστείλει την κατάπτωση, την αβάσταχτη ελαφρότητα του ξεπεσμένου του είναι. Τότες; Αν δεν είναι ελληνικής έμπνευσης, πόθεν έρχεται και μας κατακλύζει αρνούμενοι τις δικές μας ρίζες και πνίγοντας μας σε διαρκή κατάθλιψη όταν κοιτάζουμε την κοινωνία; Ποια η πολιτισμική αφετηρία της; Ότι σήμερα αποκαλούμε με τον όρο Δύση, δυτικός πολιτισμός.
Η ιστορία της· η προοδευτική μέχρι ολοκληρωτικής άρνησης του ελληνικού ιστορικού – πολιτισμικού λόγου που συγκροτεί εκκλησία (συνάθροιση ισοτίμων, πολιτών Δήμου και «δούλων» Θεού), Δημοκρατία (διαρκής πολιτική συμμετοχή στα κοινά) και Χριστιανισμό (πνευματική ομόνοια του όμοιου όντος), χαράζοντας ένα δρόμο δεσποτείας της αυθεντίας: πρώτα με τον (καισαρο)παπισμό, ευκρινέστερα στον προτεσταντισμό και τέλος στην αποκήρυξη του, την αθεΐα και την ανακήρυξη του ανθρωποθεού (του ανθρώπου ως θεού, η Δύση απόλυτη αυθεντία στην Ιστορία). Πολύ σύντομα, επειδή δεν αποτελεί το κύριο θέμα μας. Ανίδεος ο Έλληνας επαγγελματίας, ενώ, ο Άγγλος είναι διαποτισμένος από αυτόν τον Κόσμο, για τον προτεσταντισμό, το επάγγελμα και μέσω αυτού η επίγεια υλική επιτυχία του ανθρώπου, είναι ο τρόπος του Θεού να φανερώσει το calling, την πρόσκληση του στον εκλεκτό του. Με άλλα λόγια. Η αυστηρή προσήλωση στη σκληρή εργασία, και δη του επαγγέλματος, επιφέρει κοινωνική ανάδειξη και υλική ευημερία στον πιστό. Σημάδια διάκρισης έναντι των άλλων, διαβεβαίωση, ότι ο Θεός έχει προ-ορίσει να είναι εκλεκτός της Θείας Χάριτος. Διότι, για τον προτεστάντη δεν ευνοούνται όλοι της Θείας Χάριτος, αλλά μυστηριωδώς ώστε να μην γνωρίζουμε πως, ο Θεός έχει προεπιλέξει τη σωτηρία ή μη του κάθε ανθρώπου και έτσι κάποιοι, προ-ορισμένα, είναι απόκληροι της, αιώνια καταδικασμένοι. Γενικά, για τον προτεστάντη λοιπόν, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι φωτισμένοι με το Άγιο Πνεύμα, αλλά προαποφασισμένη βούληση του Θεού· ο μόχθος του ανθρώπου για τη θέωση του, η προσοικείωση του Θεού με το φως του Αγίου Πνεύματος χαρισμένο σε όλους λόγω της αγάπης Του, δεν είναι τελικά αποτέλεσμα ελευθερίας όπως υπερασπίζει ο ελληνικός χριστιανισμός, αλλά της ήδη ειλημμένης απόφασης – κρίσης Του. Υπενθυμίζω ότι, κρίνω: χωρίζω, διαλέγω, θέτω κατά μέρος. Η αγάπη του Θεού προς όλους του ορθόδοξου χριστιανισμού υπονομεύεται, ο θεός γίνεται μικρός, μικρόψυχα επιλεκτικός· ο οντολογικά «καθ’ ομοίωσιν και κατ’ εικόνα Θεού» άνθρωπος παύει να είναι αυτεξούσιο πρόσωπο, αυθέντης του προσώπου του υπόλογος στο Χριστό και στην εκκλησία Του (την κοινωνία), αλλά συρρικνώνεται σε εργαλείο αναζήτησης της επαγγελματικής επιτυχίας και τοιούτω τρόπω, εμμέσως πλην σαφώς, της ανάδειξης των ορισμένων εκλεκτών και της υποστήριξης της αυθεντίας τους. Μα και η ίδια η αυθεντία – η αλαζονεία του εγώ σε σχέση δύναμης με την κοινωνία, τα άλλα εγώ – επίσης γίνεται επίσης εργαλείο, μηχανευόμενη τρόπους διατήρησης του επίκτητου (κοινωνικοϊστορικού) κύρους της. Διότι, για τον προτεστάντη, οι εκλεκτοί και μόνο είναι, και θα είναι, η αόρατη Εκκλησία του Θεού. Διότι, η σωτηρία απαιτεί ένα βίο ορθολογικό· τον ενεργητικό αυτοέλεγχο (όχι την μετάνοια και την ταπεινοφροσύνη) αυστηρά προσηλωμένου στην μεθοδική του εργασία, ώστε εν είδει ασκητισμού, τελικά ο άνθρωπος απελευθερωμένος από την εξουσία των ανορθολογικών παρορμήσεων του θυμικού που διακρίνει τη φύση του κάνοντας τον ευάλωτο και άρα, τον αποτρέπει από την επιτυχία ή, σωτηρία, την επικύρωση της Θείας Χάρης. Όπως ένας επαγγελματίας που ορθολογικά, απαλλαγμένος από οποιοδήποτε συναίσθημα εκπληροί αυστηρά μόνο τον σκοπό του. Αυθεντία (οι εκλεκτοί) επομένως, και η αδικία της, νομιμοποιείται στη συνείδηση των ανθρώπων ως υπερβατική θέληση.
Αλλά, αυτή η νομιμοποίηση είναι πολιτισμική. Δυτική. Ενώ, ακριβώς για τους Έλληνες (τον Χριστιανισμό), η αμαρτία, και η αδικία της, είναι το αποτέλεσμα της έπαρσης του ανθρώπου, επειδή από «δούλος του Θεού» μεταπίπτει σε ιδιοτελές επαιρόμενο εγώ· είναι το αποτέλεσμα της απόρριψης ταπεινοφροσύνης λόγω της απομάκρυνσης από το Θείο και της αντικατάστασης του με την επηρμένη αυθεντία του. Ενώ για τους Έλληνες, ακόμη και ο αυτοκράτορας είναι επίσης δούλος Θεού ενεργώντας για την προστασία και μόνο του χριστιανικού ποιμνίου (της εκκλησίας του), ενώ επίσης η ίδια η εκκλησία είναι συνοδική στις δογματικές αποφάσεις της, στη δύση υποπίπτει σε «παπικό πρωτείο» και εγκαθίδρυση παπικών κρατών, για να διασυρθεί πλήρως στο «κράτος είμαι εγώ», στην αποικιοκρατία και στην προτεσταντική ηθική της προκαθορισμένης θείας εκλογής της σωτηρίας, ή στο κοσμικότερο, της επιτυχίας. Ο Θεός και συλλήβδην ο χριστιανισμός – εφόσον και ο προτεσταντισμός, ψευδώς μεν, εντούτοις δε, θεωρείται χριστιανισμός για τους πολλούς – γίνεται αποκρουστικός. Ώστε, η αθεΐα προβάλλει ως η αναγκαία συνθήκη «προόδου»· η ανατροπή του μεσαιωνικού κόσμου – δεσποτικού κατά φύση λόγω της στέρησης της ελευθερίας και αποτρόπαιου εν τέλει παπικού και προτεσταντικού «χριστιανισμού» – προς ένα νέο πρόταγμα προβάλει ως ο δρόμος ελευθερίας του δυτικού κόσμου. Ο χριστιανισμός γίνεται το σύμβολο της βδελυρής μεσαιωνικής δύσης, διότι μην διαφεύγει· διαφωτισμός, κοινοβουλευτισμός, μαρξισμός, κ.ά., αποτελούν αποτέλεσμα του ιστορικού δρόμου της δύσης, όχι του ελληνικού. Ανατροπή και πρόοδος προς μια «νέα» απεριόριστη «ελευθερία». Οπότε κατανοείται ο ακράτητος προσανατολισμός στην τεχνική – οικονομική ανάπτυξη με οδηγό της την αναμφισβήτητη αυθεντία (υλική – πλούτος, κοινωνική – συστηματικό δίκτυο υψηλών θέσεων κύρους και διοίκησης, συμβολική – ειδικοί) συνιστώντας τον αναπόφευκτο δρόμο του ανθρώπου. Δρόμος διαφυγής ή φαντασιακό που οργανώνει έναν ολόκληρο κόσμο σκέψης, τον δυτικό κόσμο, τον δυτικό τρόπο σε αντίρρηση του ελληνικού κόσμου.
Με άλλα λόγια. Η ερμηνεία της κακίας και της αδικίας, άρα και του κόσμου όλου, δεν είναι ότι αυτή αποτελεί πιθανή συνέπεια της ελευθερίας του ανθρώπου να επιλέγει να είναι δίκαιος ή άδικος, κακός ή καλός, ούτε αποτελεί ηθική δοκιμασία ζωής λόγω της αμαρτίας του (της έκπτωσης ή παραβίασης της εγγενούς καλής φύσης του αποτέλεσμα της πνευματικής απομάκρυνσης του από τη Θεία καταγωγή του εξαιτίας αυτής της ελευθερίας απόφασης), αλλά από τον διαιρεμένο κόσμο του προτεστάντη μεταξύ «απόκληρων» και «εκλεκτών» γενικεύεται πολιτισμικά σε εγγενή φύση του ανθρώπου ως προαποφασισμένη, θεϊκή απόφαση. Επομένως, αδήριτη αιώνια κατάσταση, μοίρα αδυσώπητη, υπερβατική, καθώς οι «καταδικασμένοι» υπάρχουν μόνο και μόνο για τη δόξα του θεού, ή τέλος πάντων, του βασιλιά, ή σήμερα, του εκλεγμένου μονάρχη. Η σωτηρία της ψυχής εξαϋλώνεται, η ηθική δεν είναι διακύβευμα του ανθρώπινου βίου, αλλά χάνοντας το νόημα της γίνεται προτεσταντική ηθική, ολοσχερής, διότι ορθολογική, απώλεια συναισθήματος. Ώστε να μπορεί να δώσει στην ιστορία της πληθώρα παρόμοιων κυνικών απαντήσεων, όπως αυτής: «Είναι μια πολύ δύσκολη επιλογή, αλλά πιστεύουμε ότι το τίμημα (500000 θανάτων παιδιών στο Ιράκ) άξιζε». Διαιρεμένος κόσμος αμείλικτης μοιρολατρίας που ισοπεδώνει, τσακίζει, την ανθρώπινη υπόσταση, εκμηδενίζει οντολογικά τον άνθρωπο, την ελευθερία απόφασης του καταναγκάζοντας τον τελικά σε αυτόν τον μίζερο κόσμο στο κυνήγι της «προόδου» του – την επιτυχία και την υλική άνεση – με σκληρή εργασία. Εφόσον ο πνευματικός δρόμος είναι προαποφασισμένος, η κακία και η αδικία είναι αναπόφευκτη και όχι αποτέλεσμα της ιστορικής αμαρτίας του ανθρώπου, δεν είναι ιστορική – πολιτισμική κατάσταση που μπορεί να αρνηθεί ο άνθρωπος και η κοινωνία του. Έτσι, η αμαρτία αποσβένεται και εξωραΐζεται στον προτεστάντη στο «να τρως καλά». Ο προτεσταντικός κόσμος είναι βίος οντολογικής απόγνωσης: η αδυσώπητη κατάσταση προειλημμένης υπερβατικής διάκρισης σε «πλούσιους και φτωχούς» και συνεπώς η απώλεια της ελευθερίας απόφασης και άρα η ανάγκη υπακοής στην εξουσία της αυθεντίας καταλήγει σε μοιρολατρική καρτερία καθημερινής ρουτίνας επικεντρωμένη στο επάγγελμα, σε υπομονετικό ασκητισμό αναζήτησης της θείας επικύρωσης από την επιτυχία της εργασίας τους. Ο ελληνικός τρόπος συλλαμβάνει την πνευματική και κοινωνική ελευθερία εν ομόνοια ισότιμης και αγαθής εκκλησίας Δήμου και Θεού, την πολιτική συμμετοχή όλων στις δημόσιες αποφάσεις και την αρετή που επιδιώκει τη θέωση. Ο δυτικός κόσμος συλλαμβάνει την εκποίηση του βίου σε choices, ατομικές προτιμήσεις: ενός περιοδικού άρχοντα, στην άκρατη απόλαυση ενός υπερφίαλου ηδονισμού ως δικαίωμα, στη θεοποίηση της τεχνικής και της αυθεντίας θεωρώντας ότι μπορεί να ελέγξει όλο τον Κόσμο. Οντολογική απόγνωση όπου διαμορφώνει ένα ολόκληρο κόσμο, ένα πολιτισμό διαποτίζοντας κοινωνία και άνθρωπο.
Κατ’ ανάγκην, όλοι οι θεσμοί που κατασκευάζει ο προτεσταντικός κόσμος υπακούουν σε αυτή τη θεώρηση του Κόσμου. Επομένως, και το ορθολογικό – γραφειοκρατικό σχολείο που εισαγάγει στην κοινωνία του αρχές του 19ο αιώνα υπακούει στο παράδειγμα σκέψης του. Ο ορθολογισμός του γραφειοκρατικού με ιεραρχική οργάνωση σχολείου που κηδεμονεύει ήπια (παιδαγωγικά) επιτελεί αυτόν τον ρόλο: την ανάδειξη του potential, της λανθάνουσας, κρυμμένης, ικανότητας του μαθητή διακρίνοντας τους εκλεκτούς ή άριστους προορισμένοι για επαγγέλματα και σταδιοδρομία κύρους, από τους απόκληρους που θα εξασκήσουν επάγγελμα χαμηλής εκτίμησης, διακρίνοντας δηλαδή «χρήσιμους» και «καταδικασμένους». Όλες οι καλές πρακτικές που μηχανεύεται αυτός ο κόσμος, σερβιριζόμενες πάντα με την απαραίτητη εγκυρότητα της «επιστημονικής» αυθεντίας, έχουν τον ίδιο σκοπό. Η έμφαση, ο προσανατολισμός του σχολείου είναι το πανεπιστήμιο και στο επάγγελμα που προσφέρει. Η ηθική, ως προσανατολισμός του βίου, λείπει. Η εκπαίδευση, αυτού του είδους η εκπαίδευση, καθίσταται η μακροχρόνιος διαβατήριος τελετή του νέου στις σημασίες της Δύσης· την επικέντρωση του σε ένα υλικό νόημα ύπαρξης, απουσιάζοντος του πνεύματος, στην προοδευτική οικοδόμηση του «αντικειμενικού» κοινωνικού του κύρους και της ατομικής του έπαρσης λόγω πιστοποιημένης «γνώσης», αποτυπωμένο σε ένα βιογραφικό. «Διαφορετικοί», όχι όμοιοι άνθρωποι χρισμένοι με το Άγιο Πνεύμα διαθέτοντας ελευθερία ψυχής. Κηδεμονική πραγματικότητα που δεν συγκινεί κανέναν ουδόλως, ούτε τελικά το ίδιο τον επαγγελματία που αναμένει καρτερικά τη συνταξιοδότηση του. Σε θλιβερή αντίθεση με την ανθρωπιστική πραγματικότητα της ιστορίας του δασκάλου, του αληθούς σεβασμού της ανθρώπινης υπόστασης ενός «κλέφτη» που θα μπορούσε εύκολα να γίνει απόκληρος από έναν ορθολογικά διαποτισμένο στη σκέψη αδυσώπητο επαγγελματία. Και από εδώ, από αυτή τη διαμετρικά αντίθετη δυτική θεώρηση του Κόσμου, προέρχεται η τεράστια διαφορά μεταξύ Έλληνα και Άγγλου επαγγελματία. Ο ορθολογισμός του Άγγλου προτεστάντη, και σήμερα η μετεξέλιξη του σε άθεο επαγγελματία, έχοντας καταστείλει μέσω ενεργητικού αυτοέλεγχου το θυμικό του, έχοντας χάσει τον αυθορμητισμό και τη φυσικότητα του, υπακούει σε ένα αποστασιοποιημένο πρωτόκολλο παιδαγωγικής συμπεριφοράς. Ενώ, στον ορθόδοξο Έλληνα, εκτός εκείνου που ακολουθεί συνειδητά «προοδευτικές» πολιτικές ορθότητες ή αναγκαιότητες. το συναίσθημα ξεχειλίζει μοιράζοντας αγκαλιές στα «πρωτάκια» και σε όλο το δημοτικό, και όχι μόνο, επειδή βλέπει τον άνθρωπο, τη ψυχή του. Ώστε, ο Έλληνας επαγγελματίας να νιώθει δυσβάστακτη αυτήν την σχιζοειδή αντίθεση μεταξύ της ενστερνισμένης πολιτισμικής προσδοκίας του προερχόμενη από μια άλλη θεωρία του κόσμου και της δικής του που αναγνωρίζει πρώτα τη ψυχή. Αλλά, ταυτόχρονα και ο Άγγλος να μην αντέχει τελικά την ανεπιεική αξιολόγηση και την προσήλωση στο επιβεβλημένο πρωτόκολλο του λόγου της ελίτ.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο επαγγελματίας επιδεικνύει την αυθεντία του, περιορισμένη πάντα και κατευθυνόμενη χαμηλότερα προς τον μαθητή, καταναγκάζοντας στην μοναδική «αλήθεια» του, στον λόγο (ύπαρξης) του. Λόγος όμως, υιοθετημένος, αναπαραγωγή ενός άλλου λόγου. Από τον οποίο απουσιάζει η ηθική ενατένιση του ανθρώπου, ο ελληνικός λόγος περί αγαθότητας αφήνοντας τον σε σχολικό διακύβευμα. Άλλου λόγου, εκείνου της Δύσης και της ελίτ της, της αυθεντίας των εκλεκτών της κοινωνίας και του ορθολογισμού τους για τον κόσμο, που στην προκειμένη περίπτωση συνοψίζεται και περιγράφεται στο αναλυτικό πρόγραμμα του σχολείου. Έτσι, η αυθεντία αυτή με το «αντικειμενικό», αναντίρρητο, κύρος της εξουσίας της προσδοκεί την ανταπόκριση, τη συμμόρφωση των ανθρώπων, της κοινωνίας, πειθαναγκάζοντας σε πολιτικές ορθότητες ή αναγκαιότητες ανάλογες των σκοπιμοτήτων της ελίτ και καταναγκάζοντας στην συμμόρφωση των χαμηλότερων στην πυραμιδική πραγματικότητα της διαβαθμισμένης κοινωνίας. Πολιτικές ορθότητες ή αναγκαιότητες, όπως η αξιολόγηση των επαγγελματιών, διακρίνοντας κατά τα ταυτά τους συμμορφωμένους, βαφτίζοντας τους ικανούς (έστω και διαβαθμισμένα), και τους ανεπαρκώς συμμορφωμένους ή τους αμφισβητούντες, ονομάζοντας τους ανίκανους. Περιλαμβάνοντας δε στους τελευταίους, και εκείνους τους επαγγελματίες που ο σκληρός τρόπος τους δεν ικανοποιεί την εύληπτη (παιδαγωγική) χώνευση των προσδοκιών (το αναλυτικό πρόγραμμα) της ελίτ. Διότι, ο κηδεμονισμός του σχολείου στους χωρίς αυτεξουσιότητα μαθητές είναι φιλάνθρωπος: η συμμόρφωση πρέπει να είναι εξωραϊσμένη, εκλεπτυσμένη ώστε να εγκολπώνεται ενσυνείδητα και να θεωρείται ότι είναι μοναδική πραγματικότητα, ότι ο κόσμος πάντα ήταν έτσι και έτσι θα είναι. Ώστε η μοιρολατρία να επικρατεί, τα ερωτήματα και η αμφισβήτηση να καταπραΰνονται χωρίς να γίνονται ποτέ ριζικά, χωρίς να εγείρει μετάνοια ψυχής, και τελικά η αυθεντία να διαιωνίζεται. Όμως, μοιρολατρία σημαίνει άρνηση ελευθερίας. Το ίδιο επίσης, η ανάθεση της απόφασης σε άλλους. Μα, η άρνηση της ελευθερίας δεν αρμόζει σε όσους θέλουν να λέγονται χριστιανοί, διότι πολλοί έχουν αρνηθεί τον χριστιανισμό λόγω πνευματικής σύγχυσης τους με τον προτεσταντισμό. Ούτε σε όσους θέλουν να λέγονται Έλληνες, διότι πολλοί κοιτάζουν προς τη δύση, ούτε γενικά σε όσους θέλουν να λέγονται ελεύθεροι άνθρωποι, διότι πολλοί προτιμούν την υλική άνεση από την πνευματική άσκηση και την ηθική περισυλλογή. Διότι η ελληνική σκέψη είναι ξεκάθαρα σαφής. Ο Θεός δεν μας έκανε άβουλα, πειθήνια όντα, επέτρεψε την ελευθερία απόφασης· να πορευόμαστε συν Θεώ στο δρόμο της αρετής και της αγαθότητας με ότι συνεπάγεται αυτό ή, να απωλέσουμε την ανθρωπιά μας, πάλι με ότι συνεπάγεται αυτό. Διότι η απόφαση έχει συνέπειες. Ο χριστιανός είναι κατεξοχήν ελεύθερος στην απόφαση του να είναι αγαθός, να ομοιάσει στον καλοκάγαθο Θεό. Ο ελληνικός χριστιανισμός είδε και ένιωσε ένα αγαθό Θεό για τον Κόσμο. Δημοκρατία, πόλις, μπορεί πάλι να συγκροτήσουν πολίτες «που δεν υπακούουν σε κανένα αρχηγό, ούτε είναι υπήκοοι κανενός», μόνο αυτεξούσιοι, κοινωνικά αυτόνομοι, άνθρωποι που υπακούουν στο νόμο που συνδιαμορφώνουν όλοι.
Συνεπώς, ο δάσκαλος προτείνει την εμπειρία του, εμπειρία ενός κοινού Κόσμου. Πλάθει, διαμορφώνει με παραδείγματα, ισότιμη ομάδα, με κοινές αρχές. Παιδεία, όχι εκπαίδευση. Αλλά η παιδεία προϋποθέτει ένα πνευματικό κέντρο αναφοράς. Μια πνευματική θεώρηση του Κόσμου, στην οποία περικλείονται όλοι οι άνθρωποι, χωρίς επίκτητες κοινωνικές διαφορές. Όπως προτείνει η ελληνική εμπειρία του κόσμου, εν εκκλησία Δήμου και Χριστού. Όπως έπραξε ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας. Για αυτό λοιπόν, έδρασε χωρίς να δράσει. Έδρασε χωρίς εξαναγκασμούς, χωρίς να προσδοκεί τίποτε. Ήταν τυφλός για όλους, χωρίς προσδοκίες ούτε για τον εαυτό του. Δεν προσδοκούσε να αποκαλύψει μια «αλήθεια» που κατασκευάζει απόκληρους. Να κρίνει. Και έτσι να ηθικολογήσει περί καλού και κακού γενικά, να τιμωρήσει, να στιγματίσει. Και επειδή δεν προσδοκούσε τίποτε, έβλεπε τη ψυχή, απλά έδρασε χωρίς να δράσει. Και κάποιος τον ακολούθησε χωρίς να το ξέρει. Έγινε μαθητής της πράξης του, του λόγου του. Όπως και με τον Χριστό, οι μαθητές του έγιναν οικειοθελώς απόστολοι μιας νέας σχέσης ανθρώπων. Ο δάσκαλος λοιπόν, δεν είναι τράπεζα στοιχίζοντας και συσσωρεύοντας πληροφορίες. Αυτό δεν είναι γνώση που μπορεί να γίνει εμπειρία ζωής, όπως συνέβη στον μαθητή της ιστορίας μας. Αυτό είναι τραπεζική ενημέρωση που ανασύρεται όποτε χρειάζεται, δουλειά μόνο ενός επαγγελματία. Ο δάσκαλος αντίθετα, γλυκαίνει και ομορφαίνει τη ψυχή· την συγκροτεί για να ζει εν κοινωνία όμοιων ισότιμων ανθρώπων. Διδάσκει ένα δίκαιο κόσμο. Ώστε, η εκκοινωνισμένη ψυχή στο βίο της να χρησιμοποιεί τα γράμματα, και την τεχνική, για να ομορφύνει τον κόσμο, όχι για να κρίνει, να διαιρεί. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένας άνθρωπος που μοιάζει με όλους τους υπόλοιπους, αλλά κανένας μας δεν τον μοιάζει. Όπως ο Λάο Τσε, ο Σωκράτης, ο Απολλώνιος ο Τυανεύς, ο Ιησούς, ο Άγιος Παΐσιος, για να αναφέρω μερικούς. Ενώ, η εκπαίδευση της Δύσης, προσανατολίζει αποκλειστικά στην αυθεντία και στην τεχνική. Το ψυγείο, το αυτοκίνητο, η απομακρυσμένη επικοινωνία μπορεί να διευκολύνουν γενικά τη διαβίωση. Εντούτοις, χωρίς να επεκταθώ περισσότερο. Η τεχνική που δεν έχει ηθικά όρια, επεμβαίνει στον άνθρωπο μεταλλάσσοντας τον σε ψηφιοποιημένη μηχανή ή, κατασκευάζει μια πλήρως ψηφιοποιημένη κοινωνία μειώνοντας δραστικά την κοινωνική, ζώσα, διάδραση περιορίζοντας τους ανθρώπους στην αποκλειστική προσήλωση στη ρουτίνα του επαγγέλματος, η αναπαράσταση δηλαδή μιας εικόνας του κόσμου χαρισματικών εκλεκτών και καταδικασμένων που έχουν γίνει τελικά βάρος στους εκλεκτούς, κατηγορηματικά δεν είναι ποιοτική πραγματικότητα. Είναι μια μεσαιωνική αναγέννηση του δυτικού κοσμοείδωλου με τη βοήθεια της τεχνικής. Και τελικά, είναι μια προέκταση ενός ονείρου, ενός προτάγματος της Δύσης, που έχει αρνηθεί τη ψυχή και όπου η αλαζονεία των εκλεκτών λόγω άρνησης ακριβώς της ψυχής έχει καταστεί ανεξέλεγκτη.
Για όλα αυτά ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας είναι δάσκαλος. Και, ακόμα και αν η ιστορία αυτή είναι μυθοπλασία, τελικά δεν έχει διόλου σημασία. Διότι, όταν ο άνθρωπος μπορεί να φανταστεί αυτή την ιστορία και να την διατυπώσει ως πραγματική συγκινώντας τον άνθρωπο, αυτό είναι δυνατό, επειδή ακριβώς η μυθοπλασία της εκπορεύεται εν τέλει από την αλήθεια· διατύπωση εφικτής πραγματικότητας ενός άλλου κόσμου. Ο οποίος δεν αποτελεί μη ρεαλιστικό, απλησίαστο, κόσμο, ούτε εναποτίθεται στο χώρο μιας απίθανης, φανταστικής, παραίσθησης, αλλά πηγάζοντας από αυτό που είναι εγγενώς ο άνθρωπος να μπορεί να συλλάβει ένα άλλο δρόμο, μια νέα, και να κάνει αυτόν τον δρόμο την οδό αλήθειας του, ζώσα ιστορία, συγκινητική καθημερινότητα.

