Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Υπάρχουν ιστορικές μορφές που, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, δεν ησυχάζουν. Ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι μία από αυτές. Κάθε δημόσια αναφορά στο πρόσωπό του, πόσο μάλλον μια κινηματογραφική αποτύπωση, αρκεί για να αναζωπυρώσει, με έναν παλιό, σχεδόν τελετουργικό καβγά, τον χαρακτηρισμό του ως «αυταρχικού».
Η πρόσφατη ταινία του Γιάννη Σμαραγδή δεν έφερε απλώς τον πρώτο Κυβερνήτη ξανά στο συλλογικό βλέμμα αλλά έφερε μαζί της και όλα εκείνα τα φίλτρα μέσα από τα οποία ένα κομμάτι του δημόσιου λόγου εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την έννοια της ισχυρής κρατικής συγκρότησης με καχυποψία, αν όχι με φόβο.
Ο Καποδίστριας, μην έχοντας κάτι σοβαρό να του προσάψουν, κατηγορείται εκ νέου για αυταρχισμό, για συγκεντρωτισμό, για ανάθεση εξουσιών σε οικείους λες και είχε παραλάβει ένα λειτουργικό κράτος, λες και δεν κλήθηκε να ενώσει έναν τόπο εξουθενωμένο από δύο ληστρικά δάνεια και εμφύλιες συγκρούσεις, πτώχευση, πειρατεία, ξένη εξάρτηση και αδιάκοπη ανασφάλεια. Η πολιτική του αντιμετωπίζεται από ορισμένους με τα μέτρα και σταθμά ενός ώριμου κοινοβουλευτισμού, ενώ εκείνος είχε απέναντί του μια κοινωνία που μόλις είχε βγει από την άναρχη διακεκομμένη διάρκεια της Επανάστασης και προσπαθούσε να καταλάβει τι σημαίνει κράτος.
Για να καταλάβει μέχρι και ο τελευταίος αδαής το γελοίο τών ανυπόστατων ισχυρισμών τους σχεδόν 200 χρόνια μετά, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις ίδιες δυσκολίες, οι αντίπαλες παρατάξεις ακόμη και σήμερα δεν μπορούν να συμφωνήσουν για τα αυτονόητα. Στην παιδεία, οι αλλαγές ακολουθούν σχεδόν κάθε τετραετία, στην υγεία οι μεταρρυθμίσεις έρχονται και ξαναγίνονται, ενώ σε κάθε κρίσιμο πεδίο η διαμάχη φαίνεται να υπερτερεί τής συναίνεσης. Αν ακόμη σήμερα η χώρα δυσκολεύεται να βρει κοινό τόπο στα βασικά, πώς μπορούμε να περιμένουμε από κάποιον ηγέτη τού 1828, που παρέλαβε ένα κράτος υπό του μηδενός, να είχε την πολυτέλεια της ήπιας διαχείρισης;
Μέσα σε αυτό το κλίμα λοιπόν η νέα κινηματογραφική απόδοση τής ζωής του φαίνεται να προκάλεσε την αναβίωση ενός παλιού μετώπου, σε όσους πολύ σωστά βλέπουν τον Καποδίστρια ως θεμελιωτή και αναμορφωτή, απέναντι σε όσους εστιάζουν αποκλειστικά στις αναπόφευκτες σκληρές αποφάσεις τής εποχής του.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ερώτημα: ποια ήταν η στάση του Καποδίστρια απέναντι σε έναν κόσμο, που συχνά τον υποδέχτηκε με καχυποψία, παρεξήγηση ή ακόμη και εχθρότητα;
Σε μια Ελλάδα γκρεμισμένη από το ίδιο της το πάθος, κουρασμένη από πολέμους και διχοστασίες, ο Ιωάννης Καποδίστριας εμφανίζεται σαν μια μορφή που δεν ανήκει πλήρως στην εποχή του και ίσως γι’ αυτό ακριβώς ήταν αναγκαίος. Το έθνος που βρέθηκε να κυβερνήσει, δεν είχε στρατό, δεν είχε δικαιοσύνη, δεν είχε ταμείο, δεν είχε θεσμούς. Είχε, όμως, βαθιές πληγές, ξένα συμφέροντα και ομάδες που διεκδικούσαν την δική τους μικρή εξουσία.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Καποδίστριας δεν είχε την πολυτέλεια της «ήπιας διαχείρισης». Δεν είχε μπροστά του ένα ώριμο δημοκρατικό σώμα. Τον υποδέχτηκε μία χώρα που είχε συνηθίσει να κυβερνιέται με όρους πολέμου, όχι πολιτείας. Έτσι, οι αποφάσεις του συγκεντρωτικές, δομικές, καίριες δεν ήταν άσκηση δεσποτισμού αλλά άμεση θεραπεία για ένα σώμα που κινδύνευε να διαλυθεί προτού προλάβει να σχηματιστεί.
Την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας την επέβαλε όχι από περιφρόνηση προς τη δημοκρατία, αλλά επειδή το σύνταγμα εκείνο, όσο κι αν έλαμπε στα μάτια των “φιλελεύθερων” (έχουμε μπόλικους από δαύτους και στην σημερινή εποχή σε “βελτιωμένη” έκδοση) της εποχής, ήταν πρακτικά ανεφάρμοστο σε μια χώρα βουτηγμένη στο χάος. Η επιλογή έμπιστων συνεργατών, ακόμη και συγγενών, δεν ήταν οικογενειοκρατία αλλά ζήτημα επιβίωσης σε μια γη, όπου κάθε τοπικός ισχυρός παράγοντας ζητούσε το μερίδιο τής εξουσίας για τον εαυτό του.
Οι επικριτές του, τότε και τώρα, βλέπουν στις κινήσεις αυτές έναν αυταρχικό χαρακτήρα. Αυτό που δεν βλέπουν είναι ότι εκείνος πάλευε με το τίποτα. Με μια οικονομία διαλυμένη από τα ληστρικά δάνεια του Λονδίνου. Με δύο εμφυλίους, που είχαν αφήσει δυσπιστία παντού. Με ένα λαό διχασμένο ανάμεσα στα τοπικά συμφέροντα και την κεντρική ανάγκη για σταθερότητα.
Ο Καποδίστριας δεν απάντησε ποτέ με φωνές. Η στάση του ήταν πάντοτε ήρεμη, ψύχραιμη, βαθιά θεσμική. Αντιμετώπιζε την κριτική γνωρίζοντας ότι η αποστολή του δεν ήταν να γίνει αρεστός αλλά να αφήσει πίσω του κράτος και όχι μια σκιά κράτους.
Και αυτό ακριβώς πέτυχε δημιούργησε οικονομία από το μηδέν, οργάνωσε δικαιοσύνη, οικοδόμησε στρατό, ένωσε τη χώρα, καθιέρωσε σχολεία, έθεσε υποδομές για μια νέα εποχή. Οι μεγάλες δυνάμεις άρχισαν για πρώτη φορά να αντιμετωπίζουν την Ελλάδα όχι ως ένα άτακτο ασκέρι αλλά ως κράτος με προοπτική.
Αν σήμερα κάποιοι επιμένουν να βλέπουν στον Καποδίστρια έναν αυστηρό τεχνοκράτη, η ιστορία βλέπει έναν άνθρωπο, που κράτησε όρθια τη χώρα όταν όλα γύρω του κατέρρεαν. Έναν θεμελιωτή, που έσπειρε τάξη μέσα στο χάος. Έναν ηγέτη, που έβαλε στην άκρη προσωπικό όφελος, φιλοδοξίες και δημοφιλία, για να υπηρετήσει έναν λαό, που, συχνά, ούτε τον κατανοούσε ούτε τον εμπιστευόταν.
Ο Καποδίστριας δεν υπήρξε μόνο κυβερνήτης, υπήρξε μια πράξη πίστης προς την ίδια την ιδέα του ελληνικού κράτους και ίσως αυτό να εξηγεί και τη σημερινή του μοίρα σχεδόν διακόσια χρόνια μετά τον θάνατό του· ο Καποδίστριας συνεχίζει να προκαλεί φόβο. Όχι γιατί υπήρξε αυστηρός, αλλά γιατί υπήρξε ακέραιος. Γιατί η φιγούρα του λειτουργεί σαν καθρέφτης κι όσοι τον αντικρίζουν βλέπουν όχι εκείνον, αλλά όσα οι ίδιοι δεν τόλμησαν, δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να γίνουν. Γι’ αυτό και όσο περνούν τα χρόνια, η μορφή του δεν μικραίνει. Μεγαλώνει. Γιατί το κράτος που οραματίστηκε παραμένει ακόμη ζητούμενο, εάν και δυστυχώς ακόμη φαντάζει ως σκιά ονείρου…
Υ.Γ. Δεν τον σκότωσαν μόνο τα χέρια που τράβηξαν τη σκανδάλη. Τον σκότωσε η ίδια λογική που επιβιώνει μέχρι σήμερα, η λογική της φατρίας, του μικρού συμφέροντος, της εξουσίας χωρίς ευθύνη. Οι δολοφόνοι του Καποδίστρια δεν χάθηκαν μέσα στον χρόνο, απλώς άλλαξαν μορφή. Σήμερα φορούν κοστούμια αντί για φυσεκλίκια, υπογράφουν αντί να πυροβολούν, διαχειρίζονται αντί να χτίζουν σε σαθρά θεμέλια. Και κυβερνούν ακριβώς όπως τότε, όχι υπέρ του κράτους, αλλά εις βάρος του. Ο Καποδίστριας στάθηκε μόνος, γιατί αρνήθηκε να γίνει κομμάτι τους και αυτό ήταν το μεγάλο έγκλημά του. Όχι ο αυταρχισμός, αλλά η ακεραιότητα.
Σε έναν τόπο που συχνά συγχωρεί την αδυναμία, αλλά ποτέ δεν αντέχει την ευθύνη, γι’ αυτό ακριβώς και δεν αναπαύεται στην ιστορία. Επιστρέφει. Όχι ως μνήμη, αλλά ως κρίση. Και κάθε φορά που τον κοιτάζουμε, δεν βλέπουμε εκείνον· βλέπουμε το κράτος που δεν τολμήσαμε ακόμη να γίνουμε.
✍ Στυλ. Καβάζης

