Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Η συγκεκριμένη κριτική στο Αθηνόραμα για την τελευταία ταινία του Γιάννη Σμαραγδή δεν πάσχει επειδή είναι αυστηρή, πάσχει επειδή είναι θολή, ιδεολογικά προδιαγεγραμμένη και αισθητικά αυτάρεσκη. Δεν επιχειρεί να αναλύσει την ταινία ως κινηματογραφικό έργο, αλλά να τη σηματοδοτήσει πολιτισμικά να την κατατάξει γρήγορα και αβασάνιστα στη λάθος πλευρά του προσωπικού τους “ελιτίστικου” γούστου.
Από την πρώτη κιόλας φράση («σεναριογραφημένο από τη Wikipedia») η κριτική επιλέγει το εύκολο ειρωνικό σύνθημα αντί της ανάλυσης. Δεν εξηγεί τι ακριβώς σημαίνει αυτό σε δραματουργικό επίπεδο αν πρόκειται για αφηγηματική αποσπασματικότητα, για βιογραφικό φορμαλισμό ή για έλλειψη εσωτερικής σύγκρουσης. Η φράση λειτουργεί ως κλείσιμο του ματιού σε ένα ήδη υποτιθέμενο μυημένο κοινό και όχι ως εργαλείο κατανόησης. Είναι meme και όχι επιχείρημα όπως θα όφειλε ένας σοβαρός επαγγελματίας κριτικός που υποτίθεται ότι πληρώνεται για να είναι αμερόληπτος και προσεκτικός στην εκάστοτε κρίση του.
Στη συνέχεια παίρνει φόρα κατηφόρα, όροι όπως «αγιογραφικό», «θρησκευτικότητα» και «πατριωτισμός» χρησιμοποιούνται όχι περιγραφικά αλλά καταγγελτικά, σαν να αρκούν από μόνοι τους για να ακυρώσουν την ταινία. Δεν εξετάζεται αν η αγιογραφία αποτελεί συνειδητή επιλογή ύφους, αν ο πατριωτισμός λειτουργεί θεματικά ή αν η θρησκευτικότητα εντάσσεται σε έναν συμβολικό κώδικα. Αντί γι’ αυτό, όλα συγχωνεύονται σε ένα πρόχειρο τσουβάλιασμα «ύποπτου» περιεχομένου, σύμφωνα με έναν άγραφο αλλά αυστηρό κανόνα της σύγχρονης ελληνικής θολο-κουλτουρας ό,τι δεν είναι ειρωνικό, αποδομητικό ή αποστασιοποιημένο θεωρείται αυτομάτως αισθητικά κατώτερο.
Ο χαρακτηρισμός «μελοδραματικός μανιχαϊσμός» έρχεται να επιβεβαιώσει αυτή τη λογική. Πρόκειται για έναν όρο που, αποκομμένος από κάθε ιστορικό ή κινηματογραφικό πλαίσιο, ακούγεται σοβαρός αλλά δεν λέει τίποτα. Ο ιστορικός και επικός κινηματογράφος από τον Eisenstein μέχρι τον Zeffirelli είναι κατά κανόνα μανιχαϊστικός. Εκεί όμως ο μανιχαϊσμός βαφτίζεται «επικότητα», ενώ εδώ καταγγέλλεται ως αφέλεια. Η διαφορά δεν είναι αισθητική αλλά καθαρά ιδεολογικών πεποιθήσεων και διαφόρων.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η αναφορά στην «αλληγορική απλοϊκότητα». Η ίδια η φράση είναι αντιφατική. Αν κάτι είναι απλοϊκό και μονοδιάστατο, τότε δεν είναι αλληγορικό. Αν είναι αλληγορικό, τότε απαιτεί ερμηνεία και όχι ειρωνική απαξίωση.
Ο δε παραλληλισμός του Καποδίστρια με τον Χριστό, ο χορός της αρχαίας τραγωδίας ή η παρουσία των «ξένων» δεν εξετάζονται ως στοιχεία κινηματογραφικής γλώσσας ή μυθοπλαστικής σύνθεσης, αλλά παρουσιάζονται σαν γραφικές ιδέες προς χλεύη. Το πρόβλημα δεν είναι η απλοποίηση αλλά ότι η απλοποίηση δεν ακολουθεί τον «σωστό» αισθητικό κώδικα.
Το κείμενο, ωστόσο, αποκαλύπτεται πλήρως στην καταληκτική του φράση, όπου γίνεται λόγος για «τηλεοπτικά εκπαιδευμένο κοινό». Εδώ η κριτική παύει να αφορά την ταινία και στρέφεται απευθείας στο κοινό της προσπαθώντας (άκουσον! άκουσον!) να το ενοχοποιήσει. Εν ολίγοις δεν καταδικάζεται τόσο το έργο όσο οι θεατές που ενδέχεται να συγκινηθούν από αυτό. Δηλαδή το αγνό συναίσθημα αντιμετωπίζεται ως ένδειξη κατώτερης παιδείας και η άμεση συγκίνηση ως πολιτισμική ανεπάρκεια.
Πρόκειται για μια βαθιά εγωκεντρική θέση, που μεταμφιέζεται σε αισθητική κρίση.
Κάπως έτσι εξηγείται και το φαινόμενο, όπου οι κριτικές τύπου Μήτση λειτουργούν πλέον αντιστρόφως ανάλογα. Δύο αστεράκια και κάτω δεν σημαίνουν απαραίτητα κακή ταινία άλλα εντελώς το αντίθετο, δηλαδή ταινίες που δεν απολογούνται, που δεν φοβούνται το μελό, που δεν απευθύνονται σε φεστιβαλικές ελίτ και δεν ντρέπονται για την ελληνικότητα ή τη συναισθηματική τους ευθύτητα.
Τελικά, η ειρωνεία είναι προφανής μια κριτική που κατηγορεί μια ταινία για μονοδιάστατη σκέψη καταλήγει να είναι η ίδια πιο μονοδιάστατη από το αντικείμενό της. Δεν μας λέει αν η ταινία έχει ρυθμό, συνοχή, σκηνοθετική ακρίβεια ή πειστικές ερμηνείες. Μας λέει απλώς ποια πλευρά του πολιτισμικού χάρτη θεωρεί εαυτόν ανώτερη. Και αυτό, όσο κι αν παρουσιάζεται ως «κριτική», είναι τελικά απλώς μια δήλωση ταυτότητας.
Κι όμως, παρά τις «σοφές» κρίσεις της θολο-κουλτούρας, η απτή πραγματικότητα αποδεικνύει ότι το ένστικτο του κοινού δεν εξαπατάται. Οι κινηματογράφοι είναι γεμάτοι, και για τις επόμενες δύο εβδομάδες προβολών της ταινίας δεν βρίσκουν θέση ούτε οι μέτοχοι των Village cinemas. Οι άνθρωποι συγκινούνται, συζητούν, βγαίνουν από τις αίθουσες με τα μάτια υγρά και το μυαλό γεμάτο εικόνες και αυτό δεν μπορεί να το καταργήσει καμία ειρωνεία, κανένα «ελιτίστικο» αστεράκι, κανένα φαντασιακό σύστημα αξιολόγησης. Τελικά, η απόδειξη της αξίας μιας ταινίας δεν κρύβεται σε φράσεις γεμάτες ειρωνεία ή ιδεολογικές προκαταλήψεις αλλά στο αληθινό, αλάνθαστο ένστικτο του κοινού, που παραμένει ο μόνος αδέκαστος κριτής που δεν μπορείς να μαντέψεις, να προγραμματίσεις ή να αμφισβητήσεις.
✍ Στυλ. Καβάζης
Για του λόγου το ασφαλές ακολουθεί η εν λόγω κριτική:
<< Σεναριογραφημένο από τη Wikipedia, το τελευταίο αγιογραφικό πορτρέτο του Γιάννη Σμαραγδή ξεχειλίζει από θρησκευτικότητα, ξέχειλο πατριωτισμό και μελοδραματικό μανιχαϊσμό. Μονοδιάστατο στον τρόπο με τον οποίο πραγματεύεται τις ιδέες του, εντυπωσιάζει με την αλληγορική απλοϊκότητά του (ο Καποδίστριας ως άλλος Ιησούς, ο γυναικείος χορός της αρχαίας τραγωδίας, οι ξένοι που διαχρονικά επιβουλεύονται τη χώρα μας), η οποία μιλάει απευθείας στο συναίσθημα ενός τηλεοπτικά εκπαιδευμένου κοινού, έτοιμου να ενθουσιαστεί με ένα κοσμοπολίτικο, στρατευμένο και διδακτικό δράμα εποχής “επικών” διαστάσεων.
Απόλυτα πιστός στο αναγνωρίσιμο θεματικά και αισθητικά ύφος του, ο Γιάννης Σμαραγδής συνεχίζει να εξιστορεί κινηματογραφικά πως το σύμπαν συνωμοτεί για να υπερασπιστεί τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη μέσα από φωτεινές προσωπικότητες οι οποίες τα ενσάρκωσαν κατά τους σύγχρονους καιρούς. Η πορεία από το σκοτάδι προς το φως είναι έτσι κι αλλιώς μια εύπεπτη μεταφορά που επανέρχεται διαρκώς στις ταινίες του και ο Ιωάννης Καποδίστριας αποτελεί τον αστραφτερότερο και πλέον άσπιλο ήρωα της φιλμογραφίας του.
Αντίθετα από καλλιτέχνες σαν τον Κωνσταντίνο “Καβάφη”, τον Νίκο “Καζαντζάκη” και τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο (“El Greco”), οι οποίοι πάλευαν με τα προσωπικά πάθη και διλήμματά τους, ο Κερκυραίος κόμης είναι ένας χαρακτήρας χωρίς την παραμικρή γκρίζα πινελιά. Τίμιος, οξυδερκής, θαρραλέος, ειλικρινής, οραματιστής (ονειρεύεται μια ενωμένη Ευρώπη) και ανίκητος διπλωμάτης, τα βάζει, ως κορυφαίο πολιτικό στέλεχος της αυλής του τσάρου Αλεξάνδρου Α΄, με τον Αυστριακό καγκελάριο Κλέμενς φον Μέτερνιχ και με δυο απλές κινήσεις σώζει από τα νύχια του πρώτα την Ελβετία και κατόπιν τη Γαλλία. “Τρίτη του κλέφτη” η πατρίδα του, την ανεξαρτησία της οποίας ο Καποδίστριας είχε αταλάντευτα θέσει ως πρώτη προτεραιότητά του, εγκαταλείποντας όλα τα τσαρικά προνόμια για να αποδεχθεί το 1827 τη θέση του πρώτου κυβερνήτη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Μάλιστα, για να το εκσυγχρονίσει, θα δεχτεί στωικά να ανέβει τον δικό του Γολγοθά και να “σταυρωθεί” εκουσίως.>>

