Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

«Τὸ αὐτὸ φρονεῖ καὶ ὁ Κ. Δώκινς, […] ὅτι καθ᾿ ἣν ἡμέραν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἀναδειχθῶσι καὶ πάλιν κυβέρνησις, ἡ Ἑλλὰς πάντως θέλει μεθυποπέσῃ εἰς ὀλεθριωτάτην ἀναρχίαν.
Προσθέτω δὲ ὅτι αὐτοί, μὴ ἔχοντες πλέον μηδὲ δυνάμενοι ἔχειν ουδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ λαοῦ, ουδὲ φάντασμα κυβερνήσεως δύνανται νὰ συστήσωσιν, ἂν δὲν βληθῶσιν ὑπό τὴν σκέπην ξένης χειρὸς καὶ δυνάμεως, ὄχι ἠθικῶς μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑλικῶς.».
~Διάβημα Καποδίστρια κατά της Αγγλίας 9 Ιουλίου 1831*~ (ολόκληρο στο επίμετρο)
Η 1η Αυγούστου 1831 δεν ήταν απλώς μια ημερομηνία εμφυλιακής εκτροπής. Ήταν η ημέρα που το ελληνικό κράτος, ακόμη βρέφος, αυτοακρωτηριάστηκε επίσημα.
Στον ναύσταθμο του Πόρου, μπροστά στα μάτια ξένων ναυάρχων και Ελλήνων στρατιωτών, ο εθνικός στόλος ανατινάχθηκε από τα ίδια του τα χέρια. Η φρεγάτα «Ελλάς», το καμάρι του ελληνικού ναυτικού, πλοίο 64 πυροβόλων, πληρωμένο με δάνεια που άφησαν πείνα στο Μεσολόγγι και χρέος στις επόμενες γενιές, διαμελίστηκε σε μυριάδες κομμάτια. Μαζί της η κορβέτα «Ύδρα», η «Νήσος των Σπετσών», και λίγο έλειψε να χαθούν και τα τελευταία τεχνολογικά στηρίγματα της άμυνας της. Δεν υπήρχε εχθρικός στόλος απέναντι αλλά η νόμιμη κυβέρνηση.
Ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης, ήρωας της Επανάστασης, επικεφαλής ενός στόλου που δεν γνώρισε συντριβή απέναντι σε Τούρκους, Αιγύπτιους και Αλγερινούς, έδωσε την εντολή όχι για μάχη αλλά για ολοκληρωτική καταστροφή. Όχι για την πατρίδα, αλλά εναντίον της.
Το «μεγαλουργόν έγκλημα», όπως το ονόμασε ο Ραγκαβής, δεν γεννήθηκε εκείνη τη μέρα αλλά είχε προαναγγελθεί πολύ πιο νωρίς. Απέναντι στον Ιωάννη Καποδίστρια είχε συγκροτηθεί ένα ετερόκλητο αλλά αποφασισμένο μέτωπο,οι Υδραίοι μεγαλοκαραβοκύρηδες, με τη σκιά του Λάζαρου Κουντουριώτη να βαραίνει κάθε απόφαση, οι ισχυροί κοτζαμπάσηδες του Μοριά, οι Μαυρομιχαλαίοι και οι Ζαΐμηδες, που δεν αποδέχθηκαν ποτέ την κατάργηση της τοπικής τους κυριαρχίας, οι αγγλόφιλοι και γαλλόφιλοι πολιτικοί κύκλοι, με εκφραστές τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Ιωάννη Κωλέττη.
Πάνω από όλους βέβαια πλανιόταν η ενεργή παρέμβαση των Προστάτιδων Δυνάμεων, ιδίως της Αγγλίας και μετά το 1830 της μεταστραφείσας Γαλλίας η οποία υποτίθεται θα έπρεπε να ήταν ευγνωμονούσα προς τις υπηρεσίες του Ιωάννη Καποδίστρια όταν εκπροσωπούσε τα Ρωσικά συμφέροντα και κατ’ επέκταση τα δικά τους. Όμως η Ιουλιανή Επανάσταση στο Παρίσι, η άνοδος του Λουδοβίκου-Φιλίππου και η σύγκλιση Παρισιού–Λονδίνου διέλυσαν το ευρωπαϊκό στήριγμα του Κυβερνήτη. Ο Καποδίστριας έμεινε μόνος διεθνώς, όπως ήταν ήδη μόνος εσωτερικά.
Η αντιπολίτευση αυτοονομάστηκε «συνταγματική». Στηρίχθηκε σε φιλελεύθερες φωνές, από τον γηραιό Κοραή μέχρι τον Πολυζωίδη, και ύψωσε το σύνθημα του Συντάγματος ενάντια στην «απολυταρχία» που ακόμη μέχρι και σήμερα κάποιοι την επικαλούνται ξεδιάντροπα έχοντας πλέον ξεκαθαρίσει η ιστορική πραγματικότητα. Μα το αίτημα αυτό συνυφάνθηκε με συμφέροντα, ξένες αυλές και τοπικά καθεστώτα. Ο Τύπος έγινε όπλο, οι εφημερίδες φλόγισαν τα πνεύματα, και όταν ο Καποδίστριας επιχείρησε να επιβάλει τάξη, χαρακτηρίστηκε τύραννος.
Η Ύδρα εξεγέρθηκε. Η «Συνταγματική Επιτροπή» συγκροτήθηκε με ονόματα βαριά Βούλγαρης, Τομπάζης, Κριεζής, Σαχτούρης, Σαχίνης αλλά και ο ίδιος ο Μιαούλης. Την ίδια στιγμή, το κλειδί του εμφυλίου ήταν ένα ο απόλυτος έλεγχος του στόλου. Ο στόλος, που ο Καποδίστριας είχε μετατρέψει από ιδιωτικό σε εθνικό, αγκυροβολούσε στον Πόρο. Στην κορυφή της ιεραρχίας Υδραίοι μεγαλοκαραβοκύρηδες στασιαστές. Απέναντί τους, ο φτωχός μπουρλοτιέρης Κωνσταντίνος Κανάρης, πιστός στον Κυβερνήτη, που προσπάθησε μέχρι τέλους να σώσει ό,τι σωζόταν.
Η σύγκρουση κορυφώθηκε. Ρώσικα πλοία υπό τον Ρίκορντ, κυβερνητικός στρατός με τον Καλλέργη και τον Νικηταρά, αποκλεισμοί, λιποταξίες, κανονιοβολισμοί. Και τότε, όταν η ήττα των στασιαστών διαγραφόταν, επελέγη η ύστατη πράξη ύβρεως η αυτοκαταστροφή.
Την 1η Αυγούστου, ο Μιαούλης, ο Σαχτούρης και ο Σαχίνης εγκατέλειψαν τη ναυαρχίδα. Λίγες ώρες μετά, η «Ελλάς» τινάχτηκε στον αέρα. Το ίδιο και η «Ύδρα». Το ελληνικό κράτος έχασε μέσα σε δευτερόλεπτα ό,τι δεν είχε καταφέρει να χάσει σε οκτώ χρόνια.
Από εκείνη τη μέρα, τίποτα δεν μπορούσε να αναστραφεί. Ο Καποδίστριας, αντιλαμβανόμενος την απομόνωσή του, εξήγγειλε Εθνοσυνέλευση. Ήταν αργά. Οι δυνάμεις που ανέχθηκαν, αν δεν ενθάρρυναν, τη διάλυση του στόλου, δεν θα επέτρεπαν την πολιτική, και όπως αποδείχθηκε, και φυσική του επιβίωση.
Λιγότερο από δύο μήνες μετά, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, έξω από τον Άγιο Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης ολοκλήρωσαν αυτό, που είχε προαναγγελθεί στον Πόρο. Η δολοφονία δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν η τελευταία πράξη μιας προαναγγελθείσας τραγωδίας.
Το αίμα του Ιωάννη Καποδίστρια έπεσε στα σκαλιά της εκκλησίας όπως πέφτει το αίμα του τραγικού ήρωα όχι επειδή ήταν αδύναμος, αλλά επειδή τόλμησε να προηγηθεί. Η Ελλάδα τον σκότωσε επειδή δεν άντεξε το κράτος πριν μάθει να το αγαπά. Και αυτή η ύβρις, από τη φωτιά της «Ελλάς» ως το αίμα του Ναυπλίου, βαραίνει ακόμη την ιστορία της.
✍ Στυλ. Καβάζης
* ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ: Διάβημα Καποδίστρια κατά της Αγγλίας 9 Ιουλίου 1831.
Στις 9 Ιουλίου 1831, ο Καποδίστριας απέστειλε στον Lord Palmerston, τότε Υπουργό Εξωτερικών και μετέπειτα πρωθυπουργό της Βρετανίας, ένα βαρυσήμαντο και πολυσέλιδο διάβημα, διά του οποίου εγκαλούσε την Αγγλία ευθαρσώς για συνέργεια “ξένων πρακτόρων” (Αγγλίας και Γαλλίας) με εντοπίους μνηστήρες της εξουσίας (Φαναριώτες, προεστώτες κ.ο.κ.), με σκοπό την ανατροπή της Ελληνικής Κυβερνήσεως δια “στασιώδους ῥαδιουργίας” πριν ολοκληρωθεί το εθνοαπελευθερωτικό έργο του Εθνάρχου.
Συγκεκριμένα, ο Καποδίστριας αρχίζει το διάβημά του με μία συνοπτική αναφορά στις προσχηματικές αιτιάσεις της “στασιώδους” αντιπολιτεύσεως (“ἀντιπολιτείας”) εναντίον του, περί δήθεν αυταρχικής και αντιλαϊκής (“δυσκοίνου” και “ἐπαχθοῦς”) διακυβερνήσεώς του, ως εξής:
<<Μετ᾿ ἀνεκφράστου λύπης βλέπω ἐκ τῶν πρὸς τὸν Κ[ύριο] Δώκινς [E. Dawkins, Πρόσεδρο τῆς Αγγλίας ἐν Ἑλλάδι] τελευταίων ὁδηγημάτων τῆς ὑμετέρας ᾽Εξοχότητος τὰ ὁποῖα ἰδιοπίστως μοι προσεκοίνωσεν, ὅτι κλίνετε νὰ πιστεύσετε ὅτι ὁ ἐπικρεμάμενος σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα κίνδυνος προέκυψε κατὰ μέγα μέρος ἐκ τοῦ πολιτεύματος τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως, χρωματισθέντος, ὡς φαίνεται, πρὸς ὑμᾶς δυσμορφώτατα. Εἶναι, λέγουσι, τὸ πολίτευμα τοῦτο δύσκοινον καὶ πρὸς τὸν λαὸν ἐπαχθές· οἱ ξένοι εἰσβάλλουσιν εἰς ὅλα τὰ ὑπουργήματα· ἡ κατασκοπεία [μυστικὴ ἀστυνόμευσις] εἶναι τὸ κύριον τῆς διοικήσεως ἐλατήριον.
Ἀγνοῶν ἐγὼ ἐπὶ τίνων πραγμάτων στηρίζουσιν οἱ κατήγοροι τὰς κατηγορίας ταύτας, ἐζήτησα μὲν παρὰ τοῦ Κ. Δώκινς διασαφήσεις, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅσων μοι ἔδωκε, δὲν ἔμαθόν τι νεώτερον. Ὅθεν ἔρχομαι ἐπὶ τὰ ἐπόμενα.>>.
Στη συνέχεια, ο Καποδίστριας προσδιορίζει με παρρησία ποιοί είναι οι πρωτεργάτες της εξυφαινομένης συνομωσίας: Φαναριώτες, πρόκριτοι (κοτσαμπάσηδες και πλοιοκτήτες), πρώην αξιωματούχοι ή υπηρέτες “τοῦ ἐκπνεύσαντος Αλῆ Πασᾶ τῶν Ἰωαννίνων”, άπαντες ιδιοτελώς κινούμενοι, όπως επίσης και ξενοσπουδαγμένοι ημιμαθείς νέοι, που ως (δήθεν) δημοκρατικοί και «φιλελεύθεροι» ήσαν “μέλη τῶν ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ κρυπτῶν ἑταιριῶν”. Δηλαδή όλοι εκείνοι που οδήγησαν την Ελλάδα εμφυλιακώς στην καταστροφή το 1824-1827 και εν τέλει στο “χεῖλος τοῦ τάφου” το 1827.
Ακόμη χειρότερα, ο Καποδίστριας υπαινίσσεται ότι πολλοί εξ αυτών ετέλεσαν αντεθνικές πράξεις, δεδομένου ότι ἐν καιρῷ πολέμου απεπειράθησαν να υπονομεύσουν, κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν, την διαπραγματευτική θέση της εμπολέμου Ελλάδος έναντι των Μεγάλων Δυνάμεων, διά προσωπικών παραστάσεών τους ενώπιον των Προσέδρων και εκπροσώπων των Προστατίδων Δυνάμεων στην Ελλάδα και διά σωρείας πολιτικώς συκοφαντικών και αντεθνικώς υπονομευτικών “αναφορών” τους σε υπουργούς ξένων κυβερνήσεων, καταχωρισθέντων στα “γραμματοφυλάκια τῶν ὑπουργῶν τῶν συμμάχων Αυλῶν”, ως εξής:
<<Οἱ άνθρωποι οὗτοι, τῶν ὁποίων τὴν ἱκανότητα πρῶτος ἐγὼ ὁμολογῶ, εἶναι αὐτοὶ οἱ ὑπὸ διάφορα σχήματα καὶ χρώματα διευθύναντες τὰ τῆς Ἑλλάδος πράγματα ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς ἐπαναστάσεως μέχρις τῆς ἐλεύσεώς μου. Τί δὲ ἡ Ἑλλὰς ἦτον ἐπὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν, ὅλοι γνωρίζουσιν· […] Ἑλλὰς ὑπήρχε τότε [1827] τὸ Ναύπλιον, ἡ Αἴγινα, καί τινα ἄλλα ὀχυρὰ μέρη, κακῶς φρουρούμενα, κατὰ τὴν στερεὰν καὶ τὸ Αἰγαῖον. Ὁ λαὸς ἢ ἐπλανήτευεν εἰς τὰ ὄρη, ἢ συνεσωρεύετο εἰς τὰ ὀχυρά, ὑφιστάμενος τὴν χειρίστην δεσποτείαν, τὴν τοῦ στρατιώτου, ὑπὸ τῆς ἐνδείας καὶ πείνης ὠθουμένου εἰς τὴν λῃστείαν κατὰ γῆν τε καὶ κατὰ θάλασσαν.
Οὐδέ θέλω μὲν ἐγὼ ν᾿ ἀποδώσω τὴν τηλικαύτην καταστροφὴν εἰς μόνους τοὺς ἀξιοῦντας τότε κυβερνᾶν τὴν Ἑλλάδα· ὁ Ἑλληνικός ὅμως λαός, κακῇ τύχῃ αὐτῶν, δὲν εἶναι τόσον ἐπιεικής πρὸς αὐτούς, ἀλλ’ εἰς αὐτοὺς ἀπονέμει καὶ τὸ ὑπέρογκον ἐξωτερικὸν χρέος [λόγῳ διασπαθήσεως τῶν «Δανείων τῆς Ἀνεξαρτησίας» το 1824-1825], καὶ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον [1824-1825], καὶ τὰς εὐτυχίας τοῦ Ἰβραχὶμ Πασᾶ [1825-1827], καὶ τὴν πειρατείαν, καὶ ὅλας τὰς συμφορὰς αἱ ὁποῖαι ἔφεραν τὸ ἔθνος εἰς τὸ χεῖλος τοῦ τάφου [1827]. […]
Καὶ πάλιν, ἐλθὼν εἰς Ἑλλάδα [1828], αὐτοὺς τούτους ἐκάλεσα πλησίον μου, καὶ μετ᾿ αὐτῶν ἠθέλησα νὰ μοιρασθῶ τὴν εὐθύνην τῆς τῶν κοινῶν διοικήσεως· αὐτοὶ δὲ πῶς ἐπλήρωσαν τὴν προσδοκίαν μου;
Πᾶσαν εὐκαιρίαν ἐπιδεξίως μετεχειρίσθησαν, πᾶσαν ὑπόθεσιν ὁπωσοῦν δύσκολον προθύμως ἐξεδούλευσαν, καταγινόμενοι νὰ συμποδίσωσι, νὰ δυσφημίσωσι, καὶ νὰ παραλύσωσι τὴν κυβέρνησιν τῆς ὁποίας ἦσαν μέρος. Κεῖνται αἱ ὑλικαὶ ἀποδείξεις τῆς οἰκτρᾶς ταύτης ἀληθείας ἐν τοῖς κοινοῖς γραμματοφυλακίοις [τῆς Ἑλλάδος], καὶ ἔξεστί μοι πιστεύειν ὅτι καὶ τὰ γραμματοφυλάκια τῶν ὑπουργῶν τῶν συμμάχων Αυλῶν [Ἀγγλίας, Γαλλίας] δὲν στεροῦνται αὐτῶν, ἂν τὸ ἐν Λονδίνῳ συνέδριον ἀποφασίσῃ νὰ κοπιάσῃ καὶ ἀναθεωρήσῃ ἐπὶ τούτῳ ὅσας ἐξιστορήσεις πλουτεῖ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος.
Δὲν ἔχω δὲ ὁμοίους ὅλους τοὺς συνιστῶντας τὸ κόμμα τοῦτο Έλληνας. Ἀλλὰ κυρίως μὲν πολυπράγμονας καὶ κορυφαίους λέγω τοὺς ἐκ τῆς φαναριωτικῆς σχολῆς ὁρμωμένους καὶ τοὺς ἐκ τῆς σχολῆς τοῦ ἐκπνεύσαντος Αλῆ Πασᾶ τῶν Ἰωαννίνων· οἱ δὲ λοιποὶ συνίστανται, τὸ μὲν, ἔκ τινων προκρίτων, ποθούντων τὴν ἐπὶ Τουρκοκρατίας εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐπιῤῥοήν των, τὸ δὲ, ἔκ τινων νέων πρεσβευόντων τὰ τῶν ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ κρυπτῶν ἑταιριῶν, Οἵ τε πρῶτοι καὶ οἱ ἔσχατοι, μὴ εὐχαριστούμενοι εἰς κυβέρνησιν ζῶσαν καὶ χωρὶς αὐτούς, ἐργάζονται ἐλπίζοντες νὰ συστήσωσιν ἄλλην, ὅλως ὑποκειμένην εἰς τὰ θελήματά των.>>.

