Wednesday, July 1, 2026
Home «Δεν διδασκόμαστε τη λατινική και την αρχαία ελληνική για να τις μιλήσουμε...

    «Δεν διδασκόμαστε τη λατινική και την αρχαία ελληνική για να τις μιλήσουμε ούτε για να κάνουμε τους υπαλλήλους ξενοδοχείου, τους μεταφραστές ή οτιδήποτε άλλο. Τις διδασκόμαστε για να γνωρίσουμε τον πολιτισμό δύο λαών, η ζωή των οποίων τίθεται ως βάση του παγκόσμιου πολιτισμού. Η λατινική γλώσσα, όπως και η αρχαία ελληνική διδάσκεται σύμφωνα με τη γραμματική, κάπως μηχανιστικά. Αλλά είναι ιδιαίτερα υπερβολική η κατηγορία περί μηχανιστικού και περί κενότητας. Έχουμε να κάνουμε με νέα παιδιά, τα οποία πρέπει να αποκτήσουν συγκεκριμένες συνήθειες: την επιμέλεια, την ακρίβεια, τη φυσική μετριοπάθεια και την ψυχική συγκέντρωση σε συγκεκριμένα αντικείμενα. Ένας μελετητής τριάντα – σαράντα ετών θα ήταν ικανός να κάθεται στο γραφείο δεκαέξι συνεχόμενες ώρες, εάν δεν είχε από παιδί αποκτήσει «καταναγκαστικά», με «μηχανικό εξαναγκασμό» τις ανάλογες ψυχοφυσικές συνήθειες;»

    0
    33
    Previous article«Yet Greeks and philhellenes who dicuss Hellenism and nationalism in the Byzantine context have always risked rebuke from the Great powers of Byzantine and Modern Greek Studies for daring to entertain Great Ideas about national and cultural continuity. At the time of Greek Independence there was Jacob Fallmerayer, who denied that the modern Greeks were of Hellenic descent. Since the Second World War there has been the “Neo-Fallmerayerism” of a succession of distinguished Byzantinists who have felt obliged, in public lectures and book reviews, to point out that Byzantium was not a nation and that most of its people had no time for Hellenism… It is confined to Britain and to a generation which witnessed the end of british imperialism in the Eastern Mediterranean, and it has found little echo on the continent of Europe or in the New World, where there is perhaps greater sympathy for the problems of disrupted or insecure nationhood.»
    Next article«Τὸ παιγνίδι αὐτὸ μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων διανοητῶν τὸ ἀντιλήφθηκε καλύτερα ὁ Παπαδιαμάντης ὅταν, ἐγκαταλείποντας τὰ ξένα πρότυπα ποὺ τοῦ ἐπέτρεψαν τὴν συγγραφὴ τῆς Φόνισσας, μᾶς χαρίζει στὰ τέλη του διηγήματα, σχεδὸν δίχως περιεχόμενο, ἀρχὴ καὶ τέλος, ἐκφράσεις τοῦ ὀντολογικοῦ του εἶναι περισπούδαστες. Τὸν τελευταῖο καιρὸ δὲν χορταίνω νὰ διαβάζω τὸ διήγημά του «Φλώρα ἢ Λαύρα». Θέμα του ὁ περίπατος «παρὰ θῖν’ ἁλός». Θέμα ποὺ ἀπ’ τὸν Ὅμηρο ἴσαμε τὸν Τζόυς δὲν ἔπαψε ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ νὰ τὸ ἐπεξεργάζεται. Κατὰ τοῦτο μ’ ἀρέσει τὸ ἐπίτευγμα τῆς σκέψης τοῦ μεγάλου Σκιαθίτη, ποὺ ἀφ’ ἕνὸς μᾶς φέρνει στὴν πιὸ μακρινή μας παράδοση, τὸν Ὅμηρο, καὶ ἀφ’ ἑτέρου προπορεύεται τῶν σύγχρονων Εὐρωπαίων ποὺ ζηλοφθονοῦμε. Πιστεύω ὅτι, ἂν προσπαθήσουμε νὰ λάβουμε συνείδηση τῆς πνοῆς μας, ὅπως τό ’καμε ὁ Παπαδιαμάντης, ὄχι μόνο θὰ συνδεθοῦμε μὲ τὴν νεοελληνική μας πνευματικὴ παράδοση, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ Βυζάντιο καὶ διὰ μέσου αὐτοῦ ὀρθῶς πρὸς τῆν ἀρχαιότητα. Κι’ ὅταν, διὰ τῆς παραδόσεώς μας καὶ τοῦ Βυζαντίου, μάθουμε ὀρθὰ νὰ διαβάζουμε τὸν Ὅμηρο, τότε ἀδίσταχτα θὰ μποροῦμε νὰ διδάσκουμε καὶ κείνους ποὺ λάβαμε ὡς πρότυπα.»