Βαρυσήμαντη παρέμβαση Βασιλείου Μαρκεζίνη: «Είναι αναστρέψιμη η παρακμή της Ελλάδας;»

Βαρυσήμαντη παρέμβαση στα δημόσια πράγματα του Ακαδημαϊκού Βασίλειου Μαρκεζίνη. Αξίζει να διαβαστεί, παρά το μέγεθός της, διότι είναι εφ’ όλης της ύλης με αξιοπρόσεκτες παρατηρήσεις και εκφράζει τις βαθειές ανησυχίες του παγκοσμίου φήμης Έλληνα Ακαδημαϊκού. Το κείμενο προέκυψε με την καλή θέληση του κ. Μαρκεζίνη να ανταποκριθεί σε μία συνέντευξη εκ μέρους του ΔΙκτύου Ελλήνων ΣΥντηρητικών (ΔΙ.Ε.ΣΥ.) και ο ίδιος ο κ. Μαρκεζίνης το παραχώρησε ταυτόχρονα και στο Αντίβαρο.
 Sir Basil Markesinis

 Βασίλειος Μαρκεζίνης
Ακαδημαϊκός

Λόγω της έκτασης του κειμένου, κρίθηκε αναγκαίο να παρουσιαστούν τα περιεχόμενα ώστε η δομή του να διευκολύνει την ανάγνωσή του.

Περιεχόμενα

Προλογίζοντας τον Σερ Βασίλειο Μαρκεζίνη

Τα αίτια της παρακμής
1. Φιλοχρηματία και εξουσιομανία
2. Καιροσκοπισμός και προσωπική ανέλιξη
3. Υποτακτικότητα
4. Ανασφάλεια και ανισότητα οικονομικής μεταχείρισης
5. Δημογραφικά στοιχεία: γήρανση και μετανάστευση
6. Εξτρεμισμός
7. Η πολιτικοποίηση των διανοουμένων
8. Κράτος χωρίς Ηγέτη

Είναι εφικτή η αναγέννηση;
1. Κάθαρση: έννοια δυσνόητη, ηθικά, πολιτικά και φιλοσοφικά φορτισμένη
2. Συλλογικότητα και ατομικότητα
3. Πίστη στον εαυτό μας, ανεξαρτησία στις σκέψεις μας
4. Συμφιλίωση
5. Επαναπατρισμός ταλέντων και ενθάρρυνση χρήσιμης μετανάστευσης
6. Ο συγγραφέας ως προφήτης
7. Επιλέγοντας το «κατάλληλο» πρόσωπο ως Ανώτατο Άρχοντα

Συμπέρασμα

  

 ============

Προλογίζοντας τον Σερ Βασίλειο Μαρκεζίνη

Προλογίζοντας τον Σερ Βασίλειο Μαρκεζίνη

Το Δίκτυο Ελλήνων Συντηρητικών www.syntiritikoi.gr μαζί με το Αντίβαρο www.antibaro.gr (και σε αυτό το σημείο θέλω να ευχαριστήσω θερμά τον Ανδρέα Σταλίδη, ιδρυτή του Αντιβάρου), προέκριναν ότι η πολιτική κατάσταση της χώρας βρίσκεται σε μία κρίσιμη καμπή. Ο παραδοσιακός κομματικός άξονας της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς δε φαίνεται να εκφράζει πλέον τον μέσο Πολίτη στην Ελλάδα. Αυτό βέβαια είναι ήδη γνωστό, πλην όμως με μία σημαντική διευκρίνιση. Τούτο δεν συμβαίνει επειδή τάχα οι ιδεολογίες έχουν πάψει να παίζουν κάποιο ρόλο στην ανθρώπινη συνείδηση. Μία τέτοια παραδοχή θα οδηγούσε πιθανώς σε επικίνδυνες ατραπούς. Θα οδηγούσε δηλαδή σε κατάργηση της ποικιλομορφίας των Ιδεών για το πώς επιλύεται ένα κοινωνικό, και άρα, πολιτικό πρόβλημα. Θα οδηγούσε σε μία κακώς εννοούμενη ερμηνεία της έννοιας «Τεχνοκρατία» και κατ’ επέκταση της ίδιας της έννοιας «Δημοκρατία».

Αντίθετα, αυτό που έχει οδηγήσει τον μέσο ψηφοφόρο σε μία πρόδηλη απαξίωση του υφιστάμενου καθεστώτος είναι η ύπαρξη ενός πολιτικού προσωπικού το οποίο δημιούργησε ένα σύστημα εν είδει γορδίου δεσμού που από τη μία ανακυκλώνει τα ίδια στελέχη που μας οδήγησαν στην παρακμή και από την άλλη συμμαχεί με μία κατεστημένη διαπλοκή. Αυτός ο γόρδιος δεσμός επιφέρει ένα συναίσθημα οργής που αποκωδικοποιείται σε ψήφο προς ακραία μορφώματα με στόχο να κοπεί αυτό το φαυλοκρατικό σύστημα. Ενδόμυχα όμως ο κάθε Έλληνας γνωρίζει ότι τα άκρα δεν προσφέρουν τη λύση για την αναγέννηση της Πατρίδας. Το πραγματικά ζητούμενο στην περίπτωσή μας είναι να υπάρξει μία συμμαχία παλαιάς και νέας γενιάς, κοινό στοιχείο των οποίων θα αποτελεί η αφθαρσία από μηχανισμούς διαπλοκής και η διαγεγνωσμένη αξία στον επαγγελματικό στίβο ούτως ώστε να προταθούν λύσεις υπέρβασης. Είναι όμως αυτά αρκετά; Είναι δηλαδή αυτά τα χαρακτηριστικά επαρκή ούτως ώστε να οδηγηθούμε φερ’ ειπείν σε μία παρέμβαση τύπου Παπαδήμου ή Πικραμμένου;

Η εκτίμησή μας είναι πως όχι. Το σκεπτικό τέτοιου τύπου παρεμβάσεων υποτάσσει το επιδιωκόμενο σε έναν οικονομισμό. Με άλλα λόγια, χρησιμοποιεί εργαλεία στατιστικής και μοντέλα οικονομικής ανάλυσης που αποκτούν τυποποιημένη «διεθνή ισχύ». Η εθνικά κοινωνική πολυπλοκότητα, η κυρίαρχη κουλτούρα και οι θεσμικές ιδιομορφίες παρακάμπτονται ως κάτι το «λαϊκιστικό». Τί είναι μία κοινωνία όπως η ελληνική διατεθειμένη να πράξει ούτως ώστε να ανέβει θέσεις στον δείκτη παγκοσμίου ανταγωνισμού και καινοτομίας (“GlobalInnovationIndex”); Είναι διατεθειμένη να δεχθεί την εισχώρηση του ιδιώτη ως συμμέτοχου σε όλα τα πανεπιστήμια για να καινοτομήσει συμπεριλαμβανομένης και της Θράκης; Διατίθεται να ιδιωτικοποιήσει όλο το φάσμα των λιμανιών συμπεριλαμβανομένων των ακριτικών; Ο Υπουργός των Οικονομικών διεμήνυσε ότι δεν πιστεύει σε μία «παγκοσμιοποίηση αλά καρτ». Μία τέτοια απάντηση βέβαια από πρώτη σκοπιά δεν μπορεί να θεωρείται παρά απλουστευτική ή τουλάχιστον, τεχνοκρατική. Από μία δεύτερη σκοπιά όμως είναι ταυτόχρονα βαθύτατα ιδεολογική. Και αυτό διότι αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως άτομα τα οποία ευδαιμονούν μόνον εάν ευημερήσουν οικονομικά. Η αναγνώριση στοιχείων που συνθέτουν την εθνική μας ιδιοπροσωπεία, ο συγκερασμός των ανθρώπων ως εθνικά Πρόσωπα με τους αριθμούς, και της παγκοσμιότητας με το τοπικό, έχουν ελάχιστη σημασία για φορείς τέτοιων ιδεών.

Εξ ού και η κρίσιμη καμπή για τον ελληνισμό (αλλά και για άλλα ιστορικά έθνη). Πώς είναι δυνατό να διορθωθούν τα μέγιστα προβλήματα που απειλούν την επιβίωσή μας εάν προηγουμένως δεν καταστούν σαφή τα κρίσιμα ιδεολογικά ζητήματα που θα προσδιορίσουν και τον τρόπο επίλυσης τους; Θα δεχθούμε να κλείσουμε το κυπριακό με ένα νέου τύπου «Σχέδιο Ανάαν» απλά και μόνο για να βρεθεί ένα λειτουργικό μοντέλο συνεκμετάλλευσης των θαλάσσιων πόρων; Για πόσο καιρό ακόμα θα αποκρύπτουμε τη δημογραφική παγίδα της κρίσης και άραγε η λύση αυτής έγκειται στην εισαγωγή μεταναστών στην βάση ενός «πολυπολιτισμικού μοντέλου»; Είμαστε έτοιμοι να παραδώσουμε και επισήμως μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας για να λειτουργήσει η Ευρώπη στα πρότυπα ενός «Φεντεραλιστικού» μοντέλου κατά το οποίο ο κεντρικός κρατικός σχεδιαμός θα ιεραρχεί το πώς πρέπει να οργανώνονται οι «επαρχίες της Ευρώπης»;

Η ανάδειξη αυτών των ερωτημάτων αποτελεί πάγια προτεραιότητα για να οργανώσουμε το αύριο της ελληνικής κοινωνίας. Επ’ αφορμή των προαναφερθέντων, το Δίκτυο Ελλήνων Συντηρητικών σε αγαστή συνεργασία με το Αντίβαρο έλαβαν την πρωτοβουλία να ζητήσουν την παρέμβαση του Σερ Βασίλειου Μαρκεζίνη, ανθρώπου που έχει «περπατήσει» τόσο στον ακαδημαϊκό στίβο αλλά και στην αγορά εργασίας. Αλλά και ανθρώπου που δεν έχει συνδεθεί με το κατεστημένο και που δεν πιστεύει σε μονοδιάστατες τεχνοκρατικές λύσεις.

Η σεμνότητά του δεν του επιτρέπει τη χρησιμοποίηση ψυχρών, ίσως και απρόσωπων τίτλων. Προτιμά να του απευθύνονται ως «Δάσκαλε». Άλλωστε από όλους τους τίτλους που κατά καιρούς του έχουν απονεμηθεί θεωρεί σημαντικότερο εξ αυτών τον τίτλο του Έλληνος, ανθρωπότυπου που εμφιλοχωρεί μία ευρυμάθεια έναντι της στείρας εξειδίκευσης. Έτσι, στο καινούργιο του βιβλίο «Η κληρονομιά της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας στον ευρωπαϊκό πολιτισμό» (εκδόσεων Σιδέρη), κατέδειξε πώς μέσω της πνευματικής μας κληρονομιάς, από τους μεγάλους τραγικούς μπορούμε να δώσουμε ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής ένα νέο νόημα σε θέματα όπως το μεταναστευτικό ή το φεμινιστικό. Καταδεικνύει διά αυτού του τρόπου τη δυνατότητα που έχει ο σύγχρονος Έλληνας να παράξει μία νέα πνευματική γενιά που δεν θα μιμείται αλλά θα κανοτομεί. Η καινοτομία άλλωστε βρίσκεται στη «Συνέχεια» για τη δημιουργία ενός νέου ελληνικού πολιτισμού.

Τα χαρακτηριστικά του αυτά τον καθιστούν αρμόδιο να αναδείξει αλλά και να απαντήσει με εμβρίθεια τα τρέχοντα ζητήματα της επικαιρότητας μέσα από μία παρέμβαση που θα συζητηθεί: «Είναι αναστρέψιμη η παρακμή της Ελλάδας»;

       Ραφαήλ Καλυβιώτης     

Δίκτυο Ελλήνων Συντηρητικών

=================================

Τα αίτια της παρακμής

1. Φιλοχρηματία και εξουσιομανία

Το φαινόμενο αυτό ούτε νέο είναι ούτε και περιορίζεται μόνο στην Ελλάδα. Στη χώρα μας, όμως, τα τελευταία χρόνια, έχει προσλάβει διαστάσεις καταστροφικές. Το γεγονός ότι το εν λόγω φαινόμενο ευδοκιμεί στους πολιτικούς κύκλους όλοι το υποψιαζόμαστε· το γεγονός, επίσης, ότι παρατηρείται υπό εντονότατη μορφή και στα ΜΜΕ είναι εξίσου εύλογο, εάν κρίνουμε από την ακατασίγαστη δίψα των ιδιοκτητών ΜΜΕ για δάνεια και άλλου είδους κρατικά οφέλη (όπως είναι, για παράδειγμα, η μη φορολόγηση των εσόδων από τις διαφημίσεις), τα οποία –όπως θα φανταζόταν κανείς– τους παρέχονται ως ανταλλάγματα για την πλήρη και τυφλή υποστήριξή τους προς την κυβέρνηση.

Είναι θλιβερό το ότι το φαινόμενο αυτό απαντάται και μεταξύ επιτυχημένων επαγγελματιών (κυρίως, μεταξύ δικηγόρων ή ιατρών, με τα σφραγισμένα «φακελάκια» να πηγαινοέρχονται συνεχώς «κάτω από το τραπέζι»)· είναι λυπηρό να μαθαίνεις ότι από την ίδια ασθένεια έχουν προσβληθεί και οι εφοριακοί υπάλληλοι· είναι, όμως, κυριολεκτικά απελπιστικό να διαπιστώνεις ότι το ίδιο φαινόμενο έχει επίσης αγγίξει μέλη των Ενόπλων Δυνάμεων που έχουν εμπλακεί σε συμβάσεις προμηθειών. Ο πολλαπλασιασμός των περιστατικών απειλεί πλέον να καταστήσει τη δωροδοκία αποδεκτή πρακτική, απαλλάσσοντάς την από κάθε ηθικό στίγμα. Και αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που καθιστά την εν λόγω πρακτική τόσο καταδικαστέα. Τα ανωτέρω παραδείγματα δείχνουν επίσης ότι οι πρακτικές των κατεστημένων έχουν διαδοθεί προς όλες τις κατευθύνσεις, δημιουργώντας ένα αποδεκτό μοντέλο συμπεριφοράς, για να μην πω «μια μόδα».

 

2. Καιροσκοπισμός και προσωπική ανέλιξη

Η συνήθεια αυτή εντοπίζεται, και πάλι, στους πολιτικούς κύκλους υπό την πλέον σφοδρή και αηδή μορφή της. Πράγματι, ελάχιστοι πολιτικοί μπορούν να αντισταθούν στην ανεδαφική φαντασίωση ότι, κάποια στιγμή, θα γίνουν αρχηγοί κομμάτων ή και κάτι άλλο, ανώτερο. Έτσι, αργά ή γρήγορα, βρίσκουν τρόπους και γίνονται ιδρυτές των δικών τους κομμάτων. Είναι, ασφαλώς, δικαίωμά τους να ακολουθούν αυτή την οδό, όπως άλλωστε αποτελεί και ορθή αντίδραση του εκλογικού σώματος να τους γυρίζει την πλάτη με πλήρη αδιαφορία. Δυστυχώς, όμως, διάφοροι ανόητοι εκλογικοί νόμοι ενθαρρύνουν χωρίς περιορισμούς ακόμη και τους πιο ασήμαντους από αυτούς τους «μικροαρχηγούς» να καλλιεργήσουν τη μεγαλομανία τους, διευκολύνοντάς τους να βρουν κάποιο είδος χρηματοδότησης, είτε από την Ελλάδα είτε από την Ευρώπη. Πεταμένα λεφτά υπό το πρόσχημα της λέξης «δημοκρατία».

Πάντα στο ίδιο πλαίσιο, ακούγεται επίσης συχνά ότι κατάλληλο για τη χώρα μας θα ήταν ένα σύστημα απλής αναλογικής. Οι υποκριτές πάντοτε στηρίζουν τις φιλοδοξίες τους ισχυριζόμενοι ότι οι ενέργειές τους προωθούν τη δημοκρατία. Προσωπική μου άποψη είναι ότι, όπως ισχύει στη Γερμανία, θα έπρεπε το ποσοστιαίο όριο εισόδου ενός κόμματος στη Βουλή να καθοριστεί στο 5%· η δε χρηματοδότηση καταφανώς ασήμαντων πολιτικών κινημάτων θα έπρεπε να υπόκειται σε αυστηρότατο έλεγχο, διότι, στην καλύτερη περίπτωση, τα πολλά κόμματα ενθαρρύνουν τα συνεχή παζάρια μεταξύ των πολιτικών, ενώ, στη χειρότερη, η κατάσταση αυτή οδηγεί σε κυβερνητική αστάθεια. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι δίκαιο το αντίθετο άκρο, το οποίο πριμοδοτεί σε υπερβολικό βαθμό με βουλευτικές έδρες κάθε κόμμα που έχει έστω και ελάχιστο προβάδισμα έναντι του κόμματος που έπεται. Όπως πάντα, πρέπει να βρεθεί η ισορροπία μεταξύ ευρείας αντιπροσώπευσης και αποτελεσματικών κυβερνήσεων. Τα ζητήματα αυτά, όμως, δεν μπορούν να αποφασίζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Αντιθέτως, θα έπρεπε να ανατεθεί σε μια ειδική εκλογική επιτροπή να τα επανεξετάζει κατά περιόδους και, έπειτα, να καταθέτει τις προτάσεις της στη Βουλή προς ψήφιση.

 

3. Υποτακτικότητα

Τετρακόσια χρόνια τουρκοκρατίας έχουν αφήσει στους Έλληνες ανεξίτηλα τα σημάδια μιας αποκρουστικής τάσης υποταγής στην εξουσία και στο χρήμα. Παραδόξως, οι ίδιοι Έλληνες που ανέκαθεν αντιμετώπιζαν τους Δυτικούς ως ανόητους –παλιά, τους λέγανε «κουτόφραγκους»–, συγχρόνως πάντα εντυπωσιάζονται από τη δύναμη, τον πλούτο και το «φαίνεσθαι», ιδίως όταν θεωρούν ότι μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη γνωριμία τους με έναν «ξένο» για να εκπληρώσουν τις φιλοδοξίες τους.

Εδώ και αρκετά χρόνια, στην ελληνική εξωτερική πολιτική κυριαρχεί αυτό το σύμπλεγμα. Υπήρχε, ασφαλώς, μια περίοδος –η δεκαετία του ’50, ας πούμε– κατά την οποία η υποταγή προς τις ΗΠΑ αποτελούσε τον μοναδικό τρόπο για να αποφύγει μια χώρα την υποδούλωσή της από τη Σοβιετική Ένωση. Από τη δεκαετία του ’90 και μετά, όμως, ο κίνδυνος αυτός έχει αποσοβηθεί πλήρως. Κι ωστόσο, διάφορες ομάδες συμφερόντων και ΜΜΕ έχουν καταβάλει γενναίες προσπάθειες για να κρατήσουν ζωντανή την υποταγή στους Αμερικανούς ή, πιο πρόσφατα, στους Γερμανούς.

Στις μέρες μας, διαπιστώνουμε επιπλέον ότι αυτό το πνεύμα υποτακτικότητας έχει επεκταθεί και στον οικονομικό τομέα. Έτσι, το πολιτιστικό χρέος της Ελλάδας προς τη Βαυαρία έχει μεταμορφωθεί σε οικονομική δουλεία προς το Βερολίνο. Με πολύ εύκολο τρόπο, ορισμένοι από αυτούς που διαμόρφωσαν τη δουλεία ισχυρίζονται ότι ήταν απολύτως αναγκαία η απόφασή τους να εισαγάγουν αυτή την κατάσταση στην Ελλάδα. Ωστόσο, έχουν πλέον δημοσιοποιηθεί αρκετά στοιχεία από την ΕΕ, το ΔΝΤ ή ακόμη και τον πρώην πρωθυπουργό (που μας οδήγησε στην παγίδα ΔΝΤ/ΕΕ/Γερμανίας) και τον αδελφό του, τα οποία αποδεικνύουν ότι οι εν λόγω αποφάσεις ελήφθησαν «στο πόδι», χωρίς τη δέουσα, ευρεία διαβούλευση, κι επίσης χωρίς εμπειρογνωμοσύνη ανάλογη της εμπειρογνωμοσύνης των ανθρώπων οι οποίοι επέβαλαν τους όρους που έδεσαν χειροπόδαρα την ελληνική οικονομία. Πράγματι, πρόσφατα, αυτό το μοντέλο συμπεριφοράς επιβεβαιώθηκε ακόμη μία φορά, όταν πρόταση του ΔΝΤ για εξεύρεση πιθανών τρόπων μείωσης του χρέους απορρίφθηκε με συνοπτικές διαδικασίες από τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών. Ο Έλληνας ομόλογός του συμφώνησε πάραυτα, και μάλιστα, όπως συνηθίζουν να λένε οι νεαροί Άγγλοι δικαστές, «χωρίς να έχει να προσθέσει τίποτε το ουσιαστικό».

 

4. Ανασφάλεια και ανισότητα οικονομικής μεταχείρισης

Η οικονομική μας πτώση δεν στάθηκε αποτέλεσμα μόνον πεζής ηγεσίας, αδικαιολόγητων καθυστερήσεων από την κυβέρνηση Παπανδρέου κατά τους πρώτους έξι μήνες της θητείας της (όταν ακόμη μπορούσαν να βρεθούν χρήματα από τις αγορές) ή και της εφαρμογής ενός λανθασμένου οικονομικού μοντέλου από το ΔΝΤ: η αποτυχία ήταν προβλέψιμη ήδη από τη στιγμή που έγινε σαφές ότι η κεντρική ιδέα του εν λόγω μοντέλου –συνεχής λιτότητα, συνεχείς περικοπές– θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη μείωση των επενδύσεων και, κατά συνέπεια, στον περιορισμό της επιχειρηματικής δραστηριότητας και, τέλος, σε λιγότερα φορολογικά έσοδα. Γι’ αυτήν ακριβώς την κατάληξη μάς προειδοποιούσε με μεγάλο θάρρος ο κ. Σαμαράς καθ’ όλη τη διάρκεια του 2010. Καθώς φαίνεται, όμως, επρόκειτο για άλλον Σαμαρά από αυτόν που γνωρίζουμε πλέον.

Επιπροσθέτως, εφαρμόστηκε συνεχής πολιτική οριζόντιων περικοπών, μειώνοντας το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων πολιτών κατά περίπου 30% των εισοδημάτων τους σε σύγκριση με την περίοδο 2008-9, ανεβάζοντας την ανεργία σε επίπεδα αδιανόητα και εκτινάσσοντας το δημόσιο χρέος σε ποσοστό 174% του ΑΕΠ της χώρας (και αυτό, παρά το «γενναίο» –και οδυνηρό για ορισμένους– «κούρεμα» που έγινε πριν από περίπου δεκαοκτώ μήνες). Πρέπει λοιπόν να γραφτούν με μαύρα γράμματα στην ιστορία τα ονόματα των πολιτικών που «ευεργέτησαν» –για να μην πω «διέλυσαν»– το ελληνικό έθνος. Αναφέρομαι, πιο συγκεκριμένα, στους κκ. Σημίτη, Καραμανλή, Παπανδρέου, Βενιζέλο, Παπαδήμο. (Για τον κ. Σαμαρά η τελική κρίση θα πρέπει να περιμένει μέχρι το τέλος της πρωθυπουργίας του.) Και όταν θα έχει ολοκληρωθεί η «λίστα της ντροπής», θα πρέπει να κληθεί ένας νέος Σόλων για να εφαρμόσει μια νέα Σεισάχθεια.

 

5. Δημογραφικά στοιχεία: γήρανση και μετανάστευση

Πρόκειται για ένα από τα σοβαρότερα αλλά λιγότερο συζητημένα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα μας, ένα πρόβλημα το οποίο δικαίως ωθεί ορισμένους να σκέφτονται πως, έπειτα από 3.000 (ή και περισσότερα) έτη ελληνικής ιστορίας, το έθνος μας βρίσκεται ίσως στα πρόθυρα της εξαφάνισης. Η δεινή οικονομική κατάσταση μειώνει τον αριθμό των γάμων και, ακόμη περισσότερο, των γεννήσεων. Σε ένα τέτοιο κλίμα, δεν υπάρχει τρόπος να δοθούν οικονομικά κίνητρα με σκοπό να ενισχυθεί η τεκνοποιία· ούτε και μπορεί κανείς να αναχαιτίσει τη μετανάστευση των νέων, οι οποίοι αντιδρούν έτσι στο ποσοστό της νεανικής ανεργίας, το οποίο αγγίζει πλέον το 64% όσον αφορά τα άτομα μεταξύ 17 και 25 ετών. Η ενθάρρυνση μελετημένης και χρήσιμης μετανάστευσης ταλαντούχων ανθρώπων στη χώρα μας θα μπορούσε να δώσει μια μερική λύση· δεν μπορούμε, εντούτοις, να τη σκεφτούμε καν ως ενδεχόμενο μέχρις ότου οι Έλληνες υιοθετήσουν μια σοβαρή και υπεύθυνη στάση απέναντι στην ανεπιθύμητη μετανάστευση. Και, προσωπικά, δεν βλέπω να συμβαίνει σύντομα κάτι τέτοιο, καθώς ακόμη και η πιο πολιτισμένη και ορθολογική προσπάθεια ανάλυσης αυτού του φλέγοντος ζητήματος –το οποίο πρόκειται σύντομα να γίνει ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα που θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει η Ευρώπη– υπονομεύεται από επιχειρήματα κομματικού φανατισμού ή πολιτικής ορθότητας.

 

6. Εξτρεμισμός

Οι λαοί της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής έχουν την τάση να φτάνουν εύκολα στα άκρα. Μιλώντας για τους συμπατριώτες του, ο Αριστοτέλης έλεγε πως όσοι αγαπούν με ακραίο τρόπο τείνουν και να μισούν με τον ίδιο τρόπο. Η ελληνική πολιτική, από τις ένδοξες μέρες της μέχρι τη δική μας, λιγότερο λαμπρή εποχή, βρίθει από παραδείγματα μεγάλων πολιτικών ανδρών που εκτοπίστηκαν, ακόμη και για τον λόγο ότι κάποιοι τούς θεωρούσαν υπερβολικά «δίκαιους». Σε πιο πρόσφατες εποχές, ο πρωθυπουργός που, με την άδεια των νικηφόρων συμμάχων του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, φρόντισε να εισπλεύσει το θρυλικό θωρηκτό Αφέρωφ στην Κωνσταντινούπολη, με την Αγιά Σοφία στο βάθος του ορίζοντα, απέσπασε απλώς τον αναθεματισμό του από τον τότε Αρχιεπίσκοπο της Ελλάδας και τη μαύρη ψήφο των ψηφοφόρων.

Στη σύγχρονη Ελλάδα εκδηλώνονται όλο και πιο συχνά ακραίες αντιδράσεις με μοναδικό στόχο το μικροπολιτικό όφελος. Ενίοτε, μάλιστα, οι συμπεριφορές αυτού του είδους φτάνουν στην άρνηση του κράτους δικαίου. Η σταδιακή περιθωριοποίηση/εξοστρακισμός του ακροδεξιού μορφώματος της Χρυσής Αυγής, όσο απωθητικά και αν είναι τα τεχνάσματα και τις ιδεολογήματά της, αποτελεί ίσως χαρακτηριστικό παράδειγμα και για τις δύο προαναφερθείσες κατηγορίες. Το όλο ζήτημα επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο όταν διαπιστώνει κανείς πως ορισμένοι πρωθυπουργικοί σύμβουλοι έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι η ίδια μεταχείριση θα έπρεπε να επεκταθεί και στην Αριστερά, μη εξαιρουμένου του κόμματος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

Η αθέμιτη αυτή δραστηριότητα απορρέει από την πεποίθηση ότι η Χρυσή Αυγή αφαιρεί ψηφοφόρους από τη Νέα Δημοκρατία. Ας φυλακίσουμε λοιπόν όσα μέλη της μπορούμε –για ακαθόριστο χρονικό διάστημα– και η πολιτική αιμορραγία θα σταματήσει. Μέχρι τώρα, όμως, οι κινήσεις αυτές δεν έχουν φέρει κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα: το εκλογικό σώμα δείχνει αποφασισμένο να τιμωρήσει σκληρά τον σημερινό συνασπισμό κέντρου/δεξιάς για την υποτακτικότητά του προς τη Γερμανία ή σε άλλα λόμπι· για τα άδικα μέτρα που πλήττουν τη μεσαία και την εργατική τάξη· για την πλήρη αδιαφορία προς τις κοινώς αποδεκτές κοινοβουλευτικές διαδικασίες, τις οποίες η κυβέρνηση φανερά και αδίστακτα παραβιάζει επί καθημερινής πλέον βάσεως. Το δε μεταναστευτικό ζήτημα, παρότι σήμερα αποσιωπάται εσκεμμένα, εξακολουθεί να αποτελεί ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί και να κλονίσει εκ θεμελίων όχι μόνο τη χώρα μας αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη.

Ακόμη χειρότερο, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι αυτός ο προμελετημένος εξτρεμισμός οδηγεί σε μια πόλωση που μπορεί να καταστήσει ακόμη πιο απρόβλεπτο το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών. Προστιθέμενο μάλιστα στην πρωτόγνωρη οικονομική κακουχία, το γεγονός αυτό μπορεί να συμβάλει στην επιτάχυνση της στιγμής που η οικονομική κρίση θα μετατραπεί σε έκρηξη κοινωνικής οργής.

 

7. Η πολιτικοποίηση των διανοουμένων

Η Ελλάδα, αντίθετα με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αντιμετωπίζει πολλά και διαφορετικά προβλήματα, καθένα από τα οποία θα μπορούσε να τη βυθίσει στην εσωτερική διαμάχη –ενδεχομένως, με τη βοήθεια της εισαγόμενης τρομοκρατίας, η οποία, προβλέπω, σύντομα θα αποκτήσει «αντιπροσωπείες» στην Ελλάδα– αλλά και στην πολιτική σύγκρουση με τους γείτονές της. Όλα αυτά δεν αποτελούν ευφάνταστα σενάρια. Διότι, ενώ οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις συνεχώς αποδυναμώνονται από τις αλλεπάλληλες οικονομικές περικοπές, ο εξ Ανατολών γείτονάς μας έχει και αυτός να αντιμετωπίσει πολλά δικά του προβλήματα. Κατά το παρελθόν, αυτές οι εσωτερικές κρίσεις οδήγησαν ορισμένους θερμοκέφαλους Τούρκους ηγέτες να «ξεσπάσουν» μέσω κάποιας παράτολμης κίνησης στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται, θα έλεγα, για διπλό κίνδυνο, τον οποίο –κακώς– υποτιμούν οι παραδοσιακοί σύμμαχοι της Ελλάδας, σε μια περίοδο που το δικό τους ανάστημα στην περιοχή έχει καταβαραθρωθεί.

Όλοι αυτοί οι κίνδυνοι, επομένως, θα έπρεπε να ενθαρρύνουν τον σοβαρό προβληματισμό μας, και όχι τις φανατικές αντιδράσεις που βλέπουμε στις καθημερινές αποφάσεις της κυβέρνησης ή στις δηλώσεις ορισμένων υπουργών της, οι οποίοι, ενώ διαγκωνίζονται για να καταλάβουν τη θέση του σημερινού πρωθυπουργού, τολμούν να αψηφούν ακόμη και μια ομόφωνη απόφαση που ελήφθη πρόσφατα από το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας όσον αφορά τις απαράδεκτα μειωμένες αμοιβές των μελών των Ενόπλων Δυνάμεών μας.

Από τον σύντομο αυτόν κατάλογο δεν θα έπρεπε να παραλειφθεί η εμπρηστική και συχνά παραπλανητική στάση που υιοθετεί ο επονομαζόμενος «σοβαρός» ή κατεστημένος Τύπος. Και τούτο, διότι με τα άρθρα του σπεύδει να επικρίνει όλους όσοι προωθούν την εσωτερική συμφιλίωση μέσω μιας μορφής δράσης αντίθετης με τις συνήθεις συνωμοσίες, που άλλο σκοπό δεν έχουν παρά να ανεβάσουν ή να διατηρήσουν στην εξουσία τούς προστατευόμενους του Τύπου. Είναι όμως τόσο ελάχιστα υποσχόμενοι οι σημερινοί «ευνοούμενοι» των ΜΜΕ, ώστε δεν έχουν καταφέρει να γίνουν γνωστοί παρά με έναν αριθμό: «οι 58» – οι οποίοι, περιστασιακά, γεμίζουν μια κινηματογραφική αίθουσα και γίνονται 2.000. Επιθυμούν και αυτοί να σχηματίσουν ένα «νέο» κόμμα και να μας πείσουν ότι αποτελούν «νέα δύναμη», παρότι πολλοί από αυτούς είναι απλώς ανακυκλωμένα προϊόντα.

 

8. Κράτος χωρίς Ηγέτη

Η Ελλάδα στερείται ηγεσίας ικανής να σκέφτεται ανεξάρτητα και πρωτότυπα· ηγεσίας πραγματικά ανεπηρέαστης από τα συμφέροντα των ΜΜΕ και των μεγαλοεπιχειρηματιών· ηγεσίας αποκλειστικά αφοσιωμένης στην ιδέα της καταπράυνσης του πόνου που βιώνουν οι περισσότεροι Έλληνες – πολίτες, πια, χωρίς αυταπάτες. Και είναι μάλλον απίθανο να βρεθεί ένα τέτοιο πρόσωπο, εφόσον οι βουλευτές που ανήκουν στην καιροσκοπική συμμαχία Δεξιάς και Κέντρου αισθάνονται ανασφαλείς στις θέσεις τους και θα κάνουν το παν για να τις προστατεύσουν. Δεδομένου ότι οι εκλογές θα οδηγούσαν τους περισσότερους από αυτούς στον πολιτικό Άδη, θα συνεχίσουν να σκέφτονται με όρους κομματικού και προσωπικού οφέλους, όρους παλαιοκομματικών δοσοληψιών, διότι αυτός είναι ο τρόπος σκέψης που τους κρατά στις θέσεις τους.

Πράγματι, αυτός είναι ο τρόπος σκέψης που έχει διατηρήσει στην εξουσία μια «συγκυβέρνηση» που γίνεται συνεχώς πιο αντιδημοτική, για να μην πω αντιλαϊκή. Εάν όμως η κυβέρνηση εστιάζει μόνο στο πώς θα παραμείνει στην εξουσία και δείχνει πάντα πρόθυμη να κάνει ό,τι απαιτούν οι ξένοι «φίλοι» της, σε ποιο ακριβώς σημείο των κυβερνητικών δομών θα αναζητήσει ο απλός πολίτης στήριξη ή άμεση λύση στα προβλήματά του;

Ελλείψει πολιτικής ηγεσίας θα μπορούσε μήπως ο Αρχηγός του Κράτους να αποτελέσει πραγματικό σύμβολο ενότητας και ενδιαφέροντος για τον συμπολίτη; Θα μπορούσε να ενσαρκώσει την υπερηφάνεια για το παρελθόν μας και την πίστη στο μέλλον μας; Θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παρηγορητική φωνή που θα έδινε ελπίδα στους επαίτες των δρόμων ή σε όσους σκέφτονται ακόμη και τη φρικτή λύση της αυτοχειρίας; Ναι, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε· και, επιπλέον, θα έπρεπε. Προς απογοήτευση όλων μας, όμως, κάνει πολύ λίγα από τα ανωτέρω. Είναι άραγε υπερβολικό να περιμένουμε κάτι τέτοιο από έναν θεσμό που έχει ηλικία μικρότερη των πενήντα χρόνων;

Από την απαρχή της σημερινής μορφής του θεσμού, ήτοι από την απομάκρυνση του τελευταίου Προέδρου της επαίσχυντης χούντας της περιόδου 1973-74, τη θέση του Προέδρου έχουν καταλάβει έξι άνδρες, στους οποίους περιλαμβάνονταν δύο δικαστικοί και δύο πολιτικοί, οι οποίοι, τίμιοι και αξιοπρεπείς μεν, δεν σφράγισαν εντούτοις με αποφασιστικό τρόπο την ελληνική πολιτική. Μόνον οι δύο εναπομείναντες ξεχωρίζουν και αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή: ο ένας, λόγω της εξαιρετικά μακρόχρονης υπηρεσίας του προς τη χώρα και της επιτυχούς (αν και σχετικά αυταρχικής) πολιτικής του –ο Κωνσταντίνος Καραμανλής– και ο άλλος, ένας πραγματικά ευρυμαθής άνθρωπος, ο οποίος είχε υπηρετήσει σε λιγότερο σημαντικές θέσεις στην κυβέρνηση του Καραμανλή – ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. Εν ολίγοις, η Δημοκρατία δεν έχει γνωρίσει μέχρι τώρα τις υπηρεσίες ενός ανθρώπου που να έδρασε αποδεδειγμένα ως συμφιλιωτής στο εσωτερικό και ως δραστήριος παράγοντας στο εξωτερικό, ιδίως σε περιόδους σοβαρής πολιτικής έντασης.

Αυτή η απουσία ενός δυναμικού και, ωστόσο, σεμνού συμφιλιωτή έχει οδηγήσει πολλούς Έλληνες να κατηγορούν τον θεσμό μάλλον, παρά να αμφισβητούν τον τρόπο επιλογής των εκάστοτε υποψηφίων. Απαιτήθηκε μάλιστα –και δη όλο και πιο συχνά κατά τα τελευταία τέσσερα με πέντε χρόνια– να αλλάξουν οι συνταγματικοί κανόνες και, εφεξής, να δοθούν ουσιαστικές εξουσίες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Χρησιμοποιώντας παλαιούς μοναρχικούς όρους, όσοι προωθούσαν τη συνταγματική αναθεώρηση ήθελαν έναν κυβερνήτη, και όχι έναν ακομμάτιστο ανώτατο άρχοντα. Όπως θα εξηγήσω κατωτέρω, προσωπικά διαφωνώ με την προτεινόμενη λύση.

Τούτο δεν σημαίνει ότι δεν έχω διερωτηθεί κι εγώ σχετικά με την αποτελεσματική δράση της Προεδρίας κατά τις πρόσφατες στιγμές εσωτερικών πολιτικών διχασμών και σφοδρών εντάσεων. Αν αγνοούσαμε αυτούς τους ψιθύρους δυσαρέσκειας, θα αγνοούσαμε τις σοβούσες αμφιβολίες και θα ενθαρρύναμε την αναβίωση παλαιών συζητήσεων για τη μορφή του πολιτεύματός μας, ενισχύοντας έτσι τις φρούδες ελπίδες των φαντασμάτων του παρελθόντος. Κατά τη γνώμη μου, θα ήταν ιδιαίτερα ατυχής μια τέτοια εξέλιξη, καθώς θα πρόσθετε ένα ακόμη βάρος στην ήδη μακρά σειρά προβλημάτων που πρέπει να λύσουμε.

 

Είναι εφικτή η αναγέννηση;

1. Κάθαρση: έννοια δυσνόητη, ηθικά, πολιτικά και φιλοσοφικά φορτισμένη

Η ανωτέρω σύνοψη προβλημάτων ένα μόνο πράγμα υποδηλώνει: ο δρόμος προς την ανάκαμψη δεν θα είναι εύκολος. Εάν θέλουμε να είμαστε απολύτως ειλικρινείς και να εξετάσουμε σε μακροπρόθεσμη βάση τα δημογραφικά στοιχεία της χώρας μας, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο σοβαρής αποδυνάμωσης του Ελληνισμού. Για να μπορέσει όμως μια κυβέρνηση να αποτρέψει αυτή την κατάληξη, θα πρέπει να έχει εξασφαλίσει την πλήρη στήριξη του ελληνικού λαού, ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος επιδερμίδας, θρησκείας, κοινωνικού υποβάθρου και πολιτικών πεποιθήσεων, έτσι ώστε να δημιουργήσει προπάντων ένα λειτουργικό και δίκαιο κράτος.

Με άλλα λόγια, απαιτείται η άμεση εξασφάλιση της εμπιστοσύνης του λαού, η οποία θα έλθει μόνον όταν ο λαός πειστεί ότι, σε αυτή την ύστατη μάχη, όλοι είναι απαραίτητοι· ότι κανείς δεν περισσεύει· ότι η αξιοκρατία, ο ανθρωπισμός και η μετριοπάθεια θα αποτελέσουν τα θεμέλια όλων των σημαντικών αποφάσεων που θα χρειαστεί να λάβει η επόμενη κυβέρνηση – μια κυβέρνηση, ενδεχομένως, μεταβατική και μη κομματική. Διότι, πράγματι, μόνο μια τέτοια κυβέρνηση θα μπορούσε να λάβει το είδος των αποφάσεων οι οποίες απαιτούνται – αποφάσεις τις οποίες οι επαγγελματίες πολιτικοί μας δεν τολμούν καν να διανοηθούν.

Για να λειτουργήσει αυτή η αλλαγή, θα χρειαστεί κάθαρση. Και αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη ή να επιβληθεί τιμωρία σε όσους καταχράστηκαν την κρατική περιουσία ή απεμπόλησαν τα συμφέροντα του κράτους.

Ομολογώ ότι, προσωπικά, με απωθεί αυτό το είδος «κατασταλτικής» συμπεριφοράς, η οποία μπορεί εύκολα να φτάσει στα άκρα ή να εκφυλιστεί σε εκδίκηση. Προτιμώ, αντιθέτως, τη συγχώρεση, και μάλιστα όχι για θρησκευτικούς λόγους ή για φιλοσοφικούς λόγους στωικής εμπνεύσεως, αλλά επειδή πιστεύω ότι είναι πάντα προτιμότερη η «προληπτική» δράση, η οποία ενθαρρύνεται μέσω της παιδείας, μέσω του καλού παραδείγματος και –μόνον ως λύση ανάγκης– μέσω των νομικών κανόνων.

Ωστόσο, όταν δρα κανείς ως πολιτικός ή γράφει για την πολιτική, οφείλει να δρα και να σκέφτεται όντως ως πολιτικός – ήτοι με γνώμονα τον πραγματισμό, αφού πρώτα έχει εξετάσει διεξοδικά την κατάσταση που αντιμετωπίζει στην πραγματική ζωή. Εν ολίγοις, συχνά, η πολιτική δράση δεν συνίσταται σε αυτό που θα θέλαμε αλλά σε αυτό που πρέπει να κάνουμε· και, όπως είπα προηγουμένως, η κοινή και (αναμφίβολα) ορθή άποψη είναι ότι πολλοί πολιτικοί μας έχουν όντως καταχραστεί τα αξιώματα και τις θέσεις που τους εμπιστεύθηκε το κράτος.[1] Συνεπώς, η κάθαρση είναι και επιθυμητή και αναγκαία προκειμένου να αναδομήσουμε την ηθικά κλονισμένη κοινωνία μας.

Είναι όμως, και πάλι, απαραίτητη μια προειδοποίηση: τιμωρία, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, δεν σημαίνει (και δεν θα έπρεπε να σημαίνει) μια ατέρμονη σειρά από δίκες, όπου ο μισός πληθυσμός θα κατηγορεί τον άλλον μισό. Επιπλέον, δεν μιλώ για «δίκες» από τα ΜΜΕ ή για άλλους τρόπους «τιμωρητικής» διάδοσης φημών, αλλά για πραγματικές δίκες σε δικαστήρια, δίκες απολύτως σύμφωνες με το κράτος δικαίου, όπως ακριβώς γίνονται αντιληπτές σε εθνικό και διεθνές επίπεδο: δίκες οι οποίες δεν θα περιορίζονται από νομοθετήματα που λειτουργούν σαν προστατευτικές ασπίδες γύρω από υπουργούς· δίκες οι οποίες δεν θα εμποδίζονται από τα επιβραδυντικά τεχνάσματα που επινοούν και χρησιμοποιούν αδρά αμειβόμενοι νομικοί, αδιαφορώντας για κάθε έννοια δικαίου.

Θα πρέπει λοιπόν οι ανώτεροι εισαγγελείς μας να σκεφτούν σοβαρά πλέον το ενδεχόμενο μιας τέτοιας δίκαιης δίκης για όλους τους «απατεώνες» είτε του πολιτικού είτε οποιουδήποτε άλλου χώρου: πράγματι, το «δίχτυ» της μομφής μου δεν περιορίζεται μόνο στους πολιτικούς, αλλά επεκτείνεται και σε ανώτερα στελέχη των κατεστημένων ΜΜΕ, του οικονομικού και του τραπεζικού τομέα, όπως και σε υψηλά ιστάμενους δημοσίους υπαλλήλους.

Η επόμενη κυβέρνηση λοιπόν –μια κυβέρνηση, θέλω με κάθε ειλικρίνεια να πιστεύω, πραγματικά μεταρρυθμιστική– θα πρέπει να προσφέρει στους εισαγγελείς κάθε πιθανό μέσο που θα τους χρειαστεί για να κάνουν τη δουλειά τους σωστά και γρήγορα. Διότι βραδεία δικαιοσύνη σημαίνει άρνηση απόδοσης δικαιοσύνης. Αυτοί οι δημόσιοι λειτουργοί πρέπει, επιπλέον, να τύχουν πλήρους προστασίας από κάθε είδους επιβλαβή επιρροή, προερχόμενη, μεταξύ άλλων, από τα πολιτικά και πλουτοκρατικά κατεστημένα. Εφόσον επιτελεστεί δεόντως το συγκεκριμένο καθήκον, ο ελληνικός λαός θα έπαιρνε το σωτήριο μήνυμα ότι το έγκλημα δεν μένει χωρίς τιμωρία.

Εντούτοις, όσον αφορά τη φάση που θα ακολουθήσει την κάθαρση, όλοι θα πρέπει να σκεφτούμε από τώρα και σοβαρά το ενδεχόμενο μιας ευρύτατης αμνηστίας. Διότι όπως είναι απαραίτητο να επιβληθεί δικαιοσύνη, είναι εξίσου επιτακτικό να ξεκινήσει αμέσως μετά τις δίκες η διαδικασία της θεραπείας των κοινωνικών διχασμών, υπό την αιγίδα ενός πραγματικά ακομμάτιστου Προέδρου της Δημοκρατίας. Θα πρέπει, πραγματικά, να γυρίσουμε σελίδα στην ιστορία μας: ο Έλληνας θα πρέπει να αρχίσει να συνεργάζεται με τον Έλληνα, και όχι να προσπαθεί να τον εξαπατήσει, να τον εκβιάσει, να τον εκμεταλλευθεί ή ακόμη και να θέλει να τον σκοτώσει. Πρόκειται, φυσικά, για δύσκολο έργο. Αυτό όμως που χρειάζονται και επιθυμούν οι Έλληνες είναι η πραγματική αλλαγή, και όχι οι απλές ανακατατάξεις στο σάπιο κατεστημένο, όπως αυτές που διαβάζουμε στον ημερήσιο –κακώς θεωρούμενο «σοβαρό»– Τύπο.

Το πρώτο αυτό βήμα θα είναι, όπως υπαινίχθηκα, οδυνηρό. Μόνον άμεμπτοι πολίτες, προικισμένοι με ηθική (έννοια, θα έλεγε κανείς, σχεδόν απαρχαιωμένη σήμερα) και γνήσια αίσθηση του καθήκοντος θα έπρεπε να αναλάβουν καθήκοντα σε μια τέτοια κυβέρνηση. Διότι ακριβώς στην ακεραιότητά τους θα στηριχθεί η λαϊκή αποδοχή των δικαστικών αποφάσεων, είτε αυτές είναι καταδικαστικές είτε είναι αθωωτικές. Θα πρέπει λοιπόν να επικρατήσει δίκαιη μεταχείριση για όλους, απ’ αρχής μέχρι τέλους της δικαστικής διαδικασίας. Και αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να σχεδιαστεί εύκολα· θα είναι δε ακόμη πιο δύσκολο να ολοκληρωθεί επιτυχώς. Θα είναι εντούτοις απείρως καλύτερο από τη σημερινή φαρσοκωμωδία των ατέρμονων δικαστικών ερευνών, αλλά και των συνεχών –παρασκηνιακών– προσπαθειών της μίας ένοχης πλευράς να παζαρεύει τη νομική της ασυλία σε αντάλλαγμα για ανάλογη ευμενή μεταχείριση της άλλης πλευράς.

Αν δεν τα κάνουμε όλα αυτά, τα συλλογικά δεινά θα συνεχιστούν, όπως θα συνεχιστεί και η δυσπιστία προς τους επικεφαλής της επόμενης κυβέρνησης.

 

2. Συλλογικότητα και ατομικότητα

Δεν προσφέρεται το παρόν πλαίσιο για γενικές θεωρητικοποιήσεις. Και ούτε, επίσης, όσοι προσπαθούν να βρουν πρακτικές λύσεις στα προβλήματα της Ελλάδας έχουν πλέον αρκετό χρόνο για συνεχείς συζητήσεις γύρω από θεωρητικά ζητήματα ή γύρω από το επίμαχο θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης. Πρόκειται, οπωσδήποτε, για πολύ σημαντικά ζητήματα – τα οποία, όμως, μπορούν να συζητηθούν θεωρητικά σε μεταγενέστερη φάση, όχι τώρα. Γεγονός παραμένει, εντούτοις, ότι τα θεραπευτικά μέτρα που οφείλει να λάβει η επόμενη κυβέρνηση πρέπει να στηρίζονται σε μια γενική αρχή ή θεωρία οικονομικής διακυβέρνησης.

Κατά την άποψή μου, η απάντηση πρέπει να περιστρέφεται γύρω από την ισορροπία και την αρμονία ανάμεσα σε ανταγωνιστικές αξίες στο πλαίσιο της κοινωνίας.

Σε οικονομικό επίπεδο, τούτο σημαίνει ότι πρέπει να επιτύχουμε τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στις δυνάμεις της αγοράς (η οποία μπορεί να οδηγήσει ασφαλέστερα σε μια ουσιαστική και βιώσιμη οικονομική ανάκαμψη) και στον σωστό βαθμό κυβερνητικού ελέγχου (προκειμένου να αποφεύγονται ή να τιμωρούνται οι καταχρήσεις ως προς τη λειτουργία της αγοράς). Το διαχωριστικό όριο δεν θα είναι ευπροσδιόριστο· αλλά η ουσιαστική, κατευθυντήρια αρχή πρέπει να είναι πάντοτε ξεκάθαρη και να βασίζεται στη διάκριση ανάμεσα στην επιτάχυνση της ανάπτυξης και στον έλεγχο των πιθανών καταχρήσεων.

Τρία κρίσιμα επακόλουθα απορρέουν από την πρωταρχική αυτή απόφαση.

Το πρώτο είναι ότι πρέπει να δοθεί η μέγιστη σημασία στην αποκατάσταση κάθε αδικίας που έχουν υποστεί οι φτωχοί, οι άνεργοι και οι συνταξιούχοι. Στο ίδιο πλαίσιο, η κυβέρνηση οφείλει επίσης να αποκαταστήσει τις οικονομικές περικοπές που έχουν πλήξει συγκεκριμένα τμήματα της κοινωνίας (όπως, μεταξύ άλλων, τις Ένοπλες Δυνάμεις) καθ’ υπέρβαση των ορίων που θέτει η βασική αρχή της αναλογικότητας ως προς την κυβερνητική δράση.

Το δεύτερο επακόλουθο σχετίζεται με το εξίσου ευαίσθητο ζήτημα των πολιτών τους οποίους, κατά τρόπο γενικό, θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «υπερπρονομιούχους». Σε αυτούς περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι άνθρωποι που εργάζονται για λογαριασμό ΜΚΟ και αμείβονται, κατά μέσον όρο, πολύ καλύτερα από τον μέσο δημόσιο υπάλληλο, αλλά και οι πολίτες που ηγούνται συνδικαλιστικών οργανώσεων. Για να το πω απλά, θα πρέπει να διερωτηθούμε μήπως τα «κομματικά» golden boys, μη εξαιρουμένων των πολυάριθμων κομματικά/κυβερνητικά διορισμένων «ειδικών συμβούλων» και των «αρχισυνδικαλιστών», έχουν τύχει υπέρμετρα γενναιόδωρης μεταχείρισης σε σύγκριση με όσους έχουν κυριολεκτικά υποφέρει λόγω των άδικων περικοπών σε μισθούς και συντάξεις.

Το τρίτο ζήτημα που θεωρώ αξιοσημείωτο είναι ότι δεν ανήκουν όλα τα άτομα που παράγουν πλούτο στα καταχρηστικά ή ανήθικα κατεστημένα, αν και ισχύει σαφώς το αντίστροφο, δηλαδή ότι αυτά τα κατεστημένα ανήκουν αναμφίβολα στο πλουσιότερο τμήμα της κοινωνίας. Κατά τη γνώμη μου, αυτό σημαίνει ότι τα φορολογικά και ενθαρρυντικά κίνητρα που πρότεινα κατά την πρόσφατη ομιλία μου στον Ροταριανό Όμιλο, καθώς και στη διευρυμένη εκδοχή αυτής της ομιλίας, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Δημοκρατία της Κυριακής στα μέσα Δεκεμβρίου 2013, πρέπει πράγματι να προσφερθούν σε όλους όσοι παράγουν πλούτο και δημιουργούν θέσεις εργασίας, ιδίως δε σε γεωγραφικές περιοχές τις οποίες το κράτος θέλει να αναπτύξει και να προστατεύσει. Μία τέτοια περιοχή (χωρίς να είναι η μοναδική) που θεωρώ ότι αξίζει ιδιαίτερη προσοχή είναι η Θράκη, και ειδικά οι μειονότητες των Πομάκων και των Ρομά, που έχουν αδικηθεί κυρίως από άλλους… μουσουλμάνους –και όχι χριστιανούς–, οι οποίοι θέλουν να εξαλείψουν την εθνοτική ιδιαιτερότητα των πολιτών που ανήκουν σε αυτές τις δύο μειονότητες και να τους αφομοιώσουν όλους ως τουρκογενείς, ασχέτως αν οι ίδιοι το αρνούνται σθεναρά.

Εν ολίγοις, το σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης πρέπει να στηρίξει τόσο τον δεινοπαθούντα όσο και τον πραγματικά παραγωγικό πολίτη. Οι αντιπαλότητες και οι εχθρότητες μεταξύ των δύο ομάδων θα πρέπει σταδιακά να γίνουν κατανοητές και, ει δυνατόν, να εξαλειφθούν πλήρως – πρόταση άρρηκτα συνδεδεμένη με την ειλικρινή επιθυμία μου να υπάρξει αρμονία ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας.

 

3. Πίστη στον εαυτό μας, ανεξαρτησία στις σκέψεις μας

Πρόκειται για κρίσιμες έννοιες τόσο αναφορικά με τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους μας για την αναδόμηση των οικονομικών μας σχέσεων μαζί τους, όσο και αναφορικά με τη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής μας, η οποία, όπως επανειλημμένως τονίζω στα βιβλία μου, έχει παραμείνει αμετάβλητη παρά το γεγονός ότι το παγκόσμιο περιβάλλον έχει αλλάξει άρδην μετά την ψυχροπολεμική περίοδο. Αυτή η άμεση σύνδεση οικονομικών και γεωπολιτικών σχέσεων τονίστηκε ιδιαίτερα στο πρόσφατο βιβλίο μου Η Ελλάδα στον κατήφορο, αλλά οφείλω να την επαναλάβω και εδώ, για δύο λόγους.

Κατά πρώτο λόγο, όλοι όσοι πρεσβεύουμε ιδέες όπως οι ανωτέρω διόλου δεν σκεφτόμαστε ότι η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να εισβάλει στις ξένες καγκελαρίες σαν «ταύρος εν υαλοπωλείω»· θεωρούμε ωστόσο ότι η κυβέρνηση πρέπει να προσέρχεται στις συζητήσεις με πνεύμα σκληρής διαπραγμάτευσης, μια και, όπως είπα προηγουμένως, καμία από τις πρόσφατες κυβερνήσεις δεν επιχείρησε καν να διαπραγματευθεί ακόμη και ως προς τα πιο βασικά θέματα, ασχέτως αν, προεκλογικά, το είχαν υποσχεθεί ρητώς, όπως είχε κάνει ο κ. Σαμαράς την άνοιξη του 2012.

Σαφώς, λοιπόν, και δεν είναι ταυτόσημη η νοοτροπία που πρεσβεύω με την υποτακτική προσέγγιση Παπανδρέου, Παπαδήμου, Βενιζέλου, Παπακωνσταντίνου ή Στουρνάρα. Εξίσου, όμως, δεν θα έπρεπε κανείς να ξεκινά συζητήσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους του έχοντας κρυμμένη μια χειροβομβίδα στην τσέπη. Με άλλα λόγια, μπορεί κανείς να διαπραγματευθεί καλύτερα εάν, κατά τη διεξαγωγή των συνομιλιών, διαθέτει –και οι συνομιλητές του γνωρίζουν ότι διαθέτει– εναλλακτικές λύσεις. Αρκεί εμείς, ως κράτος, να είμαστε διατεθειμένοι να τις χρησιμοποιήσουμε.

Αυτό λοιπόν είναι το δεύτερο σχετικό ζήτημα που εγείρω. Διότι, και εδώ, θα βοηθούσε πάρα πολύ εάν είχαμε ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική: μια πολιτική που θα αποδεικνυόταν λειτουργική και αποτελεσματική εφόσον οι Έλληνες διαπραγματευτές συνειδητοποιούσαν –κατά πρώτο και κύριο λόγο– ότι καλούνται, στην άσκηση των καθηκόντων τους, να διαμορφώσουν και να προωθήσουν μια ελληνική εξωτερική πολιτική, και όχι να εξυπηρετήσουν αμερικανικά, γερμανικά ή άλλα συμφέροντα.

Τούτο μπορεί να συμβεί μόνον εάν δείξει κανείς πρόθυμος να συνομιλήσει με όλους τους διεθνείς πρωταγωνιστές και να ξεκινήσει επιχειρηματικές συναλλαγές με όσο το δυνατόν περισσότερους από αυτούς, γνωρίζοντας ότι, αν ζητάς μια χάρη από ένα κράτος, πρέπει και εσύ να είσαι διατεθειμένος να κάνεις το ίδιο στους τομείς που ενδιαφέρουν αυτό το κράτος. Όλες οι παρατάξεις, συνεπώς, οφείλουν να καταλάβουν ότι μια τέτοια, νέα κυβέρνηση οφείλει να εννοεί όσα λέει, καθώς και ότι ο διχασμένος και ταλαιπωρημένος ελληνικός λαός του χθες θα είναι πλέον ενωμένος για να στηρίξει τη νέα κυβέρνηση, για την οποία θα αισθάνεται ότι είναι η δική του κυβέρνηση.

Για ποιον λόγο συνεχίζω να τα τονίζω όλα αυτά; Απλούστατα, επειδή δεν φοβάμαι να δώσω μια συνοπτική και ειλικρινή εικόνα της παγκόσμιας γεωπολιτικής κατάστασης και να πω ανοιχτά όλα όσα βλέπω. Και τα όσα βλέπω μού δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι διεθνείς εντάσεις θα επιδεινωθούν από το 2014 και μετά. Με την Απουσία μιας παγκόσμιας ηγεμονίας, θα εξακολουθήσει να υπάρχει παγκόσμια αταξία. Ο κόσμος μας είναι ανασφαλής και, κυρίως, επισφαλής. Θα έλεγε κανείς πως όλοι σχεδόν διαφωνούν ή βρίσκονται σε ένταση με κάποιον: η Κίνα με την Ιαπωνία, η Δύση με τον υπόλοιπο κόσμο, η Ρωσία με τις ΗΠΑ –σήμερα, ιδίως ως προς το ζήτημα της Ουκρανίας–, η Κίνα με τις περισσότερες ασιατικές χώρες, η Μέση Ανατολή με τον ίδιο της τον εαυτό –ιδιαίτερα οι Σιίτες με τους Σουνίτες–, οι ΗΠΑ ακόμη και με τη Σαουδική Αραβία, μία από τις στενότερες συμμάχους της (με τον πρίγκιπα Τουρκί-αλ-Φεϊζάλ, ηγετική φυσιογνωμία στη Σαουδική Αραβία, να δηλώνει στο Νταβός ότι «αυτό που συμβαίνει σήμερα με την Αμερική αποτελεί μάθημα για το τι δεν πρέπει να κάνει κανείς από εμάς»). Και όλα αυτά, ενώ οι Ισραηλινοί, για πρώτη φορά στην ιστορία τους, υποχρεώνονται να αναθεωρήσουν την εξωτερική πολιτική τους, και μάλιστα να τη δουν ακόμη και να αποδυναμώνεται σε περίπτωση που ευοδωθούν οι ιρανοαμερικανικές συμφωνίες.

Από μία άποψη, οι ανωτέρω εντάσεις αποτελούν απλώς μία λίστα – η οποία όμως πρέπει να διασαφηνιστεί ώστε να κατανοήσει ο αναγνώστης πως, παρότι δεν εννοώ ότι επίκειται πόλεμος, εννοώ εντούτοις ότι θα προκύψουν πολλές ευκαιρίες για «τυχαίες κινήσεις» ανά τον κόσμο, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν ακόμη και σε ένοπλη σύρραξη. Στην ίδια λίστα, όμως, περιλαμβάνεται και ένα άκρως προβληματικό σημείο, ως προς το οποίο δεν θα δίσταζα διόλου να προβλέψω ότι θα μπορούσε, εμμέσως, να έχει εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις για τη χώρα μας αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη. Και εννοώ την Ουκρανία.

Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, είναι μάλλον πρόωρο να ερμηνεύσουμε τα όσα διαδραματίζονται στην Ουκρανία –όπως πάντοτε ισχύει για αυτού του είδους τις «αναταραχές»– ως «πραξικόπημα». Θέλω ειλικρινά να πιστεύω ότι ποτέ δεν θα έλθει η στιγμή όπου θα μπορούσαμε με ακρίβεια να μιλήσουμε για «εμφύλιο πόλεμο» – ο οποίος θα αποτελούσε επακόλουθο πολλών αιτιών. Σε πολλές περιπτώσεις, υπαίτιες είναι οι οικονομικές δυσκολίες και η εγχώρια κακοδιοίκηση. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, όμως, θεωρώ (όπως και αρκετοί άλλοι σχολιαστές) ότι τα προβλήματα υποδαυλίζονται εν μέρει από τους Αμερικανούς και ορισμένους Ευρωπαίους, οι οποίοι θα ήθελαν να δουν τον κ. Πούτιν να ταπεινώνεται έπειτα από τη μακρά σειρά των πρόσφατων επιτυχιών του. Ο προσφιλής τρόπος των Αμερικανών να δημιουργούν προβλήματα σε άλλες χώρες είναι μέσω των καλοπληρωμένων ΜΚΟ τους, οι οποίες είναι πλήρως υποταγμένες στην ψυχροπολεμική νοοτροπία. Έστω και με καθυστέρηση, η Ρωσία προσπάθησε πρόσφατα να περιορίσει τις δραστηριότητες αυτών των ΜΚΟ εντός της δικής της επικράτειας· το παράδειγμά της όμως, από όσο γνωρίζω, δεν θέλησε να το ακολουθήσει και η Ουκρανία.

Προβλέπω λοιπόν ότι η Γερμανία και η Αμερική θα παραμερίσουν –προσωρινά[2]– τις όποιες διαφορές τους με σκοπό να κάνουν ακόμη πιο δύσκολη τη ζωή της Ρωσίας. Εάν αποδειχθεί ότι αυτός είναι ο επιδιωκόμενος στόχος τους –και τονίζω ότι, όπως όλοι οι σχολιαστές, μπορεί να σφάλλω ως προς αυτή την πρόβλεψη–, η εν λόγω πολιτική θα αποβεί άκρως επικίνδυνη για όλη την Ευρώπη. Διότι η Ρωσία κυβερνάται από μια ιδιαίτερα ικανή ομάδα· κι επίσης, θεσμικά, έχει την ικανότητα να δρα και να αντιδρά πολύ πιο γρήγορα από την Ευρώπη ή την Αμερική. Εάν η κατάσταση στην Ουκρανία εκτροχιαστεί περαιτέρω, θα μπορούσαμε κάλλιστα να δούμε τη Ρωσία να προσαρτά, με τοπική συναίνεση, το εθνοτικά ρωσικό ανατολικό τμήμα της Ουκρανίας (ιδίως την περιοχή γύρω από την Κριμαία), όπως έκανε με την Αμπχαζία και τη Βόρεια Οσετία, ή, πάλι, να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα προωθώντας κάποια μορφή ομοσπονδίας ή συνομοσπονδίας. Η Ρωσία θα μπορούσε επίσης να αποσύρει τις πρόσφατες οικονομικές και ενεργειακές παραχωρήσεις της προς την Ουκρανία, φορτώνοντας ένα ακόμη χρέος στους ώμους τής οικονομικά πιεσμένης Ευρώπης. Στις κινήσεις αυτές, η Ευρώπη θα μπορούσε να αντιδράσει μόνο με κραυγές αγωνίας. Η Αμερική, από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε θεωρητικά να προβεί σε διάφορες επιλογές· δεδομένης όμως της γεωγραφικής εγγύτητας της Ουκρανίας με τη Ρωσία, θα ήταν απλώς αδύνατον για την Αμερική να ανταγωνιστεί μιαν αποφασισμένη Ρωσία.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε μέχρι ποιου σημείου μπορεί ο Δυτικός κόσμος (στο σύνολό του) να ωθήσει την εν λόγω διένεξη προς αυτή την κατεύθυνση. Μπορούμε ωστόσο να πούμε ότι η Ευρώπη, λόγω πολλών και διαφορετικών παραγόντων, είναι σήμερα τόσο αδύναμη ώστε δεν μπορεί να δράσει συντονισμένα και, επίσης, ότι στερείται όχι μόνον ενός λεπτομερούς σχεδίου αλλά και των μέσων εφαρμογής του. Μία από τις ελάχιστες επιλογές της είναι η προπαγάνδα μέσω των ΜΜΕ, σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με περιορισμένες κυρώσεις. Εντούτοις, θεωρώ ότι, μακροπρόθεσμα, όλα αυτά τα μέτρα θα έχουν ανεπιθύμητα αποτελέσματα.

Είναι δύσκολο επίσης να προβλέψουμε τα επίπεδα έντασης που θα θελήσει να επιτύχει η Αμερική, κυρίως δε επειδή η ενίσχυση των εντάσεων δεν συνάδει με την πολιτική οικονομικών περικοπών και εσωστρέφειας που ακολουθεί –σοφά, κατά τη γνώμη μου– η κυβέρνηση Ομπάμα τα τελευταία δύο χρόνια. Άγνωστος επίσης –σε εμένα τουλάχιστον– παραμένει ο «αποσταθεροποιητικός ρόλος» που μπορεί να διαδραματίσει η εμφάνιση της «νεο-λογοκρισίας» στον επικίνδυνα πολυφωνικό τρόπο που υιοθετεί η Αμερική όταν χαράσσει και διακηρύσσει την εξωτερική της πολιτική.[3]

Οι ανωτέρω εξελίξεις παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ωστόσο, οι συνέπειες αυτής της συγκρουσιακής νοοτροπίας θα αγγίξουν –δυσμενώς– και τη χώρα μας, μια και είναι γνωστό ότι οι Δυτικές αυτές δυνάμεις εποφθαλμιούν τον υποθαλάσσιο πλούτο της περιοχής μας. Εάν έχω δίκιο –και τονίζω εκ νέου ότι πρόκειται για πρόβλεψη, η οποία ενδέχεται να αποδειχθεί λανθασμένη–, η πολιτική αυτή θα έχει ιδιαίτερα αρνητικά επακόλουθα τόσο για τους Δυτικούς γενικά όσο και για εμάς ειδικότερα.

Οι κίνδυνοι για τη χώρα μας, ωστόσο, θα μπορούσαν να αποβούν ακόμη πιο καταστρεπτικοί. Διότι, σε αυτό το συγκρουσιακό πλαίσιο, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η Αμερική και η Ευρώπη να πιέσουν την Ελλάδα και την Κύπρο να προβούν σε απαράδεκτες παραχωρήσεις. Ήδη, υπό αμερικανική πίεση, άρχισε να διαφαίνεται η υποταγή των κκ. Σαμάρα, Βενιζέλου και Αναστασιάδη στις παράνομες διεκδικήσεις της Τουρκίας ως προς αυτό το εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα. Εν προκειμένω, όμως, οι ανησυχίες μου δεν αφορούν μόνο το Κυπριακό, που, άνευ θαύματος, το θεωρώ πλέον χαμένη υπόθεση. Ανησυχώ, επίσης, και για το είδος της επίλυσης που θα μας επιβληθεί για το Σκοπιανό και που, πιθανότατα, θα ακολουθηθεί και στο θέμα της ελληνικής ΑΟΖ. Οι εξελίξεις τρέχουν. Λαμβανόμενης όμως υπόψη της ελληνικής υποχωρητικότητας, η αυτοπεποίθηση της Τουρκίας έχει αρχίσει και πάλι να μετατρέπεται στη συνήθη της αλαζονεία. Η προκλητική αλλά άκρως αποκαλυπτική δήλωση που έκανε πρόσφατα στον Τύπο[4] ο Τούρκος πρέσβης στην Αθήνα επιβεβαιώνει σαφώς αυτή την άποψη και, πράγμα ακόμη χειρότερο για τους Έλληνες, δείχνει (όπως προσπάθησα να δείξω και εγώ, προτού δημοσιευθεί η δήλωση του Τούρκου αξιωματούχου) ότι οι δυνάμεις που προώθησαν τη «λύση» του Κυπριακού θα επεκτείνουν αυτό το «μοντέλο» και σε άλλους τομείς των μακροχρόνιων ελληνοτουρκικών διενέξεων.

Τα ανωτέρω, λοιπόν, αποτελούν μιαν άκρως δυσάρεστη και επικίνδυνη προοπτική για όσους αγαπούν βαθιά την Ελλάδα και δεν είναι διόλου ευτυχείς με την ιδέα ότι θέματα τόσο ευαίσθητα βρίσκονται αυτήν τη στιγμή στα χέρια πολιτικών οι οποίοι δίνουν την εντύπωση ότι θα προέβαιναν σε κάθε δυνατή παραχώρηση μόνο και μόνο για να μείνουν στην εξουσία αλλά και οι οποίοι καταφέρνουν –προς το παρόν– να διαφεύγουν τη μνήμη και τη (δικαιολογημένη) μήνιν των λαών τους.

 

4. Συμφιλίωση

Παρότι οι διχασμοί έχουν ζημιώσει πάρα πολύ την Ελλάδα κατά το παρελθόν, όλες οι πρόσφατες κυβερνήσεις –ιδίως η σημερινή– έχουν προσπαθήσει να επιβάλουν νέους διχασμούς στη χώρα μας. Οι πρόσφατοι αυτοί διχασμοί, όμως, δεν έχουν ακολουθήσει το «μοντέλο» του παρελθόντος, το οποίο στηριζόταν στην ιδέα ότι ο Χ λαμβάνει τεράστιες αμοιβές γιατί είναι «ημέτερος», ενώ ο Ψ λαμβάνει εμφανώς λιγότερες γιατί ανήκει στην άλλη πλευρά.

Ο πρόσφατος τρόπος διαίρεσης των αγαθών έχει σταθεί εξαιρετικά μονόπλευρος· και αυτή η μεροληψία έχει γίνει σαφής στις προσλήψεις, στις προαγωγές και στην απόδοση προνομίων από όλες τις κυβερνήσεις της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, παρά τις διαμαρτυρίες τους περί του αντιθέτου. Η ευθύνη για τα σημερινά δεινά μας είναι βαθιά και πηγαίνει πολύ πίσω: τουλάχιστον μέχρι την περίοδο Σημίτη. Και το γεγονός αυτό δεν πρέπει να το λησμονούμε σήμερα, σε μια εποχή που τα οικονομικά σκάνδαλα της εν λόγω περιόδου επανέρχονται άκρως επώδυνα στο προσκήνιο, όσο και αν αυτό δυσαρεστεί –φαντάζομαι– τον πρώην πρωθυπουργό, ο οποίος φέρεται να επιθυμεί διακαώς να επανέλθει στα πολιτικά πράγματα.

Όπως προανέφερα, ολέθρια επακόλουθα θα προκύψουν και από τις πολιτικές διώξεις ψηφοφόρων με διαφορετικές ή ακραίες πολιτικές ιδέες. Η απαρέσκεια για αυτές τις ιδέες είναι, ασφαλώς, θεμιτή· θα έλεγα μάλιστα ότι αυτή οφείλει να είναι και η ενδεδειγμένη στάση κάθε πολιτισμένου ανθρώπου απέναντι στις αντιδημοκρατικές και αντιανθρωπιστικές ιδέες, από όπου και αν προέρχονται. Εάν όμως διαφωνεί κανείς με τις ιδέες ενός πολιτικού αντιπάλου, οφείλει να αντιταχθεί στην όποια ιδέα του με μιαν αντίθετη ιδέα ή να επικαλεστεί το κοινό ποινικό δίκαιο εάν υπάρχει ποινικά κολάσιμη πράξη, αλλά όχι να φυλακίζει τον αντίπαλό του χωρίς να δημοσιοποιεί πειστικά αποδεικτικά στοιχεία. Η ενέργεια αυτή είναι ανήθικη, παράνομη και, κατά τρόπο ακόμη πιο επικίνδυνο, πολιτικά ατελέσφορη.

5. Επαναπατρισμός ταλέντων και ενθάρρυνση χρήσιμης μετανάστευσης

Το πρώτο μέρος του τίτλου προϋποθέτει ότι η υφιστάμενη κατάσταση θα βελτιωθεί εάν η οικονομική έμφαση μετατοπιστεί από τον δανεισμό στις επενδύσεις, από τη λήψη βοήθειας στην εμπορική συναλλαγή. Και θα έλθουν όντως επενδύσεις, όπως έχω επισημάνει και σε άλλα κείμενά μου, εφόσον όμως δοθούν στους επενδυτές: (α) ελκυστικοί φορολογικοί συντελεστές· (β) διαβεβαιώσεις ότι το φορολογικό καθεστώς δεν θα συνεχίζει να μεταβάλλεται συνεχώς αλλά, αντιθέτως, θα παραμείνει σταθερό επί μία περίοδο 5 ή, ακόμη καλύτερα, 10 χρόνων· (γ) απτές αποδείξεις από την κυβέρνηση ότι θα καταπολεμήσει με ανυποχώρητη αποφασιστικότητα τη γραφειοκρατία του δημοσίου σε όλες της τις μορφές.

Το δεύτερο μέρος της ιδέας του τίτλου στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει ανταγωνιστική μόνον εάν επικεντρώσει ένα μέρος (όχι το σύνολο) των προσπαθειών της στη μετατροπή της από γεωργική και τουριστική χώρα σε οικονομία υψηλής τεχνολογίας. Καλή η ναυτιλία, καλός και ο τουρισμός, αλλά χωρίς τεχνολογία ποτέ δεν πρόκειται να έλθει πραγματική ανάπτυξη.

Στο Καίμπριτζ, στο Κολέγιο όπου δίδασκα παλαιότερα, είδα και θαύμασα το Trinity Science Park να αναπτύσσεται εντυπωσιακά, σχεδόν από το μηδέν. Με ανάλογο θαυμασμό, μελέτησα ανάλογες προσπάθειες που έγιναν στη Σίλικον Βάλεϊ και, αργότερα, στο Ώστεν του Τέξας, όπου η άφιξη των ηλεκτρονικών υπολογιστών Dell είχε ως άμεσο επακόλουθο την άφιξη και δεκάδων άλλων, μικρότερων, εταιρειών ηλεκτρονικών ειδών. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τα αποτελέσματα ήταν τα ίδια: συρροή ταλαντούχων νεαρών επιστημόνων· αξιοσημείωτοι και αμοιβαία επωφελείς σύνδεσμοι των εταιρειών με το Πανεπιστήμιο· έκδηλη αύξηση του πλούτου προς όφελος όλης της πόλης.

Αυτά τα προγράμματα ανάπτυξης οικονομιών υψηλής τεχνολογίας προϋποθέτουν, πράγματι, συρροή νεαρών επιστημόνων με διανοητική επαναστατικότητα και ανεξάρτητο τρόπο σκέψης, επιστημόνων που, όπως έχω ξαναπεί, συχνά εντοπίζει κανείς σε χώρες τις οποίες εμείς, λόγω ευρωκεντρισμού, δεν λαμβάνουμε πάντοτε όσο σοβαρά τους αξίζει. Για να μιλήσω πιο συγκεκριμένα, μεταξύ των μελών αυτών των ομάδων εφευρετών και επιχειρηματιών έχω συναντήσει πολλούς Παλαιστινίους και Ινδούς. Προσωπικά, λοιπόν, ποτέ δεν θα επέτρεπα σε αυστηρούς μεταναστευτικούς νόμους να αποτελέσουν εμπόδιο προς τη συνεργασία τόσο ταλαντούχων και σημαντικών ανθρώπων με τους εγχώριους ομολόγους τους, με σκοπό τη διαμόρφωση μιας νέας κατάστασης στη χώρα μας, η οποία έχει συνηθίσει να πιστεύει ότι το οικονομικό της μέλλον βρίσκεται μόνο στα ξενοδοχεία και στα τεράστια δεξαμενόπλοια του ενός ή του άλλου είδους.

Θα προτείνω λοιπόν εδώ για πρώτη φορά την ιδέα της δημιουργίας ενός ειδικού τμήματος ή και Υφυπουργείου στο ελληνικό Υπουργείο Παιδείας, το οποίο θα μπορούσε να δημιουργήσει τέτοια κέντρα και να εμπλουτίσει με αυτόν τον τρόπο τα εκπαιδευτικά μας ταλέντα, με απώτερο σκοπό να δημιουργήσει και νέα εισοδήματα και νέες θέσεις εργασίας. Παράλληλα, ας σκεφτούμε και αυτή την ιδέα: γιατί να μην εκμεταλλευθούμε για τον ίδιο σκοπό ένα μέρος της έκτασης του παλιού αεροδρομίου στο Ελληνικό, η οποία ουδέποτε αναπτύχθηκε και μοιάζει να περιμένει παντοτινά τον πλούσιο Μεσανατολίτη αγοραστή που θα τη μετατρέψει σε ένα ακόμη… ξενοδοχειακό μεγαθήριο – πληρώνοντας, βεβαίως, και τις ανάλογες «μίζες»;

 

6. Ο συγγραφέας ως προφήτης

O τίτλος αυτής της υποενότητας θα μπορούσε να οδηγήσει τη σκέψη του (εμβριθούς) αναγνώστη στη Ρωσία: όχι στη Ρωσία ως μείζονα γεωπολιτικό παίκτη στην ευρύτερη περιοχή μας, αλλά στη Ρωσία του 19ου αιώνα, η οποία ανέδειξε –όπως οφείλουν να παραδεχθούν ακόμη και οι πιο σφοδροί πολέμιοί της– μια γενιά λογοτεχνών μοναδικής σημασίας. Δεν πρόκειται, φυσικά, να αναφερθώ εδώ στις ιδέες που βρίσκουμε στα έργα μεγαλοφυών Ρώσων συγγραφέων, όπως ο Πούσκιν, ο Λέρμοντοφ, ο Τουργκένιεφ, ο Ντοστογέφσκι, ο Τολστόι, ή ακόμη και στα κείμενα λιγότερο γνωστών αλλά εξαιρετικά σημαντικών κριτικών όπως ο Μπελίνσκι ή ο Ντομπρολιούμποφ.

Θα αναφερθώ, εντούτοις, σε ένα μοναδικό φαινόμενο που αναδείχθηκε μέσα από τη διχασμένη και καταπιεστική ρωσική κοινωνία του 19ου αιώνα: την εικόνα του συγγραφέα ως προφήτη. Οι νόμοι περί λογοκρισίας διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτού του φαινομένου, μια και οι συγγραφείς της περιόδου, συχνά με τη βοήθεια των κριτικών, αναγκάστηκαν να βρουν ιδιοφυείς τρόπους προκειμένου να παρακάμψουν αυτούς τους νόμους και, έτσι, να κυκλοφορήσουν ιδέες που αρχικά μεν εξέφραζαν την αναποφασιστικότητα που διέκρινε τη ρωσική κοινωνία κατά τον 19ο αιώνα, αλλά, στη συνέχεια, κυρίως μέσα από τα έργα του Γκόργκι, άρχισαν να δίνουν στην Επανάσταση τη νέα της, χαρακτηριστική λογοτεχνία. Οι άνθρωποι αυτοί, λοιπόν, δημιούργησαν την εικόνα του αξιοσέβαστου συγγραφέα ως προφήτη, ο οποίος μπορούσε να δώσει τα αναγκαία ερεθίσματα στο ρωσικό πνεύμα ακόμη και κατά τη διάρκεια των ημερών της πιο αμείλικτης λογοκρισίας.

Με ελάχιστες εξαιρέσεις, η συγγραφή και, γενικότερα, η διανόηση αποτελούν στην Ελλάδα μάλλον υποτιμημένες ενασχολήσεις. Επιπλέον, οι τάσεις κατάφωρης εκμετάλλευσης που διακρίνουν ορισμένους εκδοτικούς οίκους, σε συνδυασμό με ένα φορολογικό καθεστώς που δεν ενθαρρύνει τη λογοτεχνική ή καλλιτεχνική παραγωγή, συμβάλλουν ίσως στη διαιώνιση μιας κατάστασης όπου η συγγραφή περιορίζεται ή και καταπνίγεται ως ενασχόληση. Στις δε σπάνιες περιπτώσεις όπου ένας δημιουργός διαπρέπει με τα λαμπρά έργα του, τη μουσική του ή την ποίησή του, αίφνης μπαίνει στη μέση η πολιτική, είτε για να «αφομοιώσει» τον δημιουργό είτε, πάλι, για να τον ωθήσει να γίνει βουλευτής και έτσι να εκμεταλλευθεί τη δόξα του. Δεν έχουμε παρά να αναλογιστούμε τις πολυάριθμες περιπτώσεις λαμπρών (ή λιγότερο γνωστών) καλλιτεχνών μας που επιλέχθηκαν για το Ελληνικό Κοινοβούλιο ή το Ευρωκοινοβούλιο χωρίς, ουσιαστικά, να έχουν κάτι ουσιαστικό να προσφέρουν στον πολιτικό τομέα. Όλοι και όλες, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι, ήταν έξοχοι ως καλλιτέχνες. Πόσο κατάλληλοι ήταν όμως ως πολιτικοί; Ειλικρινά, ερωτώ, δεν κρίνω.

Είναι άραγε τόσο δύσκολο για τους Έλληνες πολιτικούς να συνειδητοποιήσουν ότι η βουλευτική ή υπουργική ιδιότητα δεν σημαίνει τίποτε για τον σκεπτόμενο και πραγματικά δημιουργικό άνθρωπο, σε αντίθεση με τους ίδιους, που σκέπτονται πεζά ή επιβιώνουν χάρις στον πλούτο των προγόνων τους, των οποίων τις κενές θέσεις περιμένουν υπομονετικά να κληρονομήσουν;

Για να μη μακρηγορώ, η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερους και πιο δραστήριους διανοουμένους. Κι ωστόσο, αν εξετάσει κανείς, ανά τις εποχές, τις περιπτώσεις διανοουμένων και συγγραφέων όπως ο Καβάφης, ο Καζαντζάκης, ο Συκουτρής, ο Καραγάτσης, ο Παπανούτσος και ο Κονδύλης, εύκολα θα διαπιστώσει ότι όλοι αυτοί, με διάφορους τρόπους, υποτιμήθηκαν, περιθωριοποιήθηκαν, αφορίστηκαν, εξωθήθηκαν στην αυτοχειρία ή, επίσης, απορρίφθηκαν όταν αιτήθηκαν μια πανεπιστημιακή θέση, μόνο και μόνο επειδή η υποψηφιότητά τους ήταν καταφανώς καλύτερη από των ανταγωνιστών τους, οι οποίοι και πήραν τελικά τις εν λόγω θέσεις.

Μιλώ εκ πείρας, μια και όσοι με διαβάζουν ή με ακούν και τυχαίνει να συμφωνούν ίσως με μερικά από τα λεγόμενά μου αμέσως με ωθούν στην πολιτική: με ωθούν δηλαδή να συνεργαστώ με ανθρώπους που –κατά τη γνώμη μου– έβλαψαν τη χώρα και παραμένουν ίδιοι: δηλαδή αδιόρθωτοι, αν όχι και αποτυχημένοι. Να αλλάξω τη δημιουργική μου ζωή μόνο και μόνο για να με αποκαλεί κάποιος «Κύριε Υπουργέ»; Ε, όχι!

 

7. Επιλέγοντας το «κατάλληλο» πρόσωπο ως Ανώτατο Άρχοντα

Επειδή τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα μας υπερβαίνουν κατά πολύ την ικανότητα του πολιτικού της κόσμου να τα αντιμετωπίσει, ορισμένοι Έλληνες θεωρούν ότι τη λύση σε μερικές από τις δυσκολίες των τελευταίων χρόνων θα μπορούσε να την έχει δώσει ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας με ενισχυμένες εξουσίες. Μια τέτοια πρόταση θα μπορούσε μόνο να προέρχεται από αιθεροβάμονες πανεπιστημιακούς ή, πάλι, από πολιτικούς διψασμένους για ακόμη περισσότερη δύναμη. Ας εξετάσουμε όμως λίγο καλύτερα αυτή την ιδέα και ας δούμε σε τι θα μας οδηγούσε μια τέτοια λύση εάν ετίθετο ποτέ σε ισχύ.

Ερωτώ: οι θιασώτες της συγκεκριμένης ιδέας φαντάζονται άραγε έναν Πρόεδρο ο οποίος θα μπορεί να στηλιτεύει δημοσίως την κυβέρνησή του; Μήπως, επίσης, θα περίμεναν από τον Πρόεδρο να φτάσει στο σημείο να απορρίψει έναν εκλεγμένο πρωθυπουργό; Μήπως, τέλος, αυτός ο Πρόεδρος θα μπορούσε να κατηγορήσει δημοσίως τη γερμανική κυβέρνηση ότι είναι «ληστρική» (όπως όντως εμφανίζεται στα μάτια πολλών) ακόμη και αν η κυβέρνηση της χώρας είχε αναγάγει τις ελληνογερμανικές σχέσεις σε ακρογωνιαίο λίθο της εξωτερικής πολιτικής της;

Η Ελλάδα έχει ήδη αρκετούς λόγους που τροφοδοτούν πολιτικές συγκρούσεις. Το τελευταίο πράγμα που της χρειάζεται είναι ένας ακόμη λόγος, ο οποίος θα διαμορφωθεί από όσους πιστεύουν ότι τα πολιτικά προβλήματα μπορούν να λυθούν μέσω νομικών κανόνων και συγκρούσεων, οι οποίες, είτε το επιδιώκει κανείς είτε όχι, μπορούν πάντα να καταστούν ανεξέλεγκτες.

Θεωρώ εσφαλμένη την άποψη ότι σε έναν Πρόεδρο, ακόμη και αν αυτός είχε εκλεγεί απευθείας από τον λαό, θα μπορούσε ποτέ να επιτραπεί να επιλύσει με δική του πρωτοβουλία πολιτικές διενέξεις που διχάζουν βαθιά το εκλογικό σώμα. Η ανάθεση αυτής της ευθύνης σε έναν και μόνο άνθρωπο θα αύξανε –δεν θα μείωνε!– τις εντάσεις, εάν αυτός είχε την εξουσία να επιβάλει τις απόψεις του σε άλλους ανθρώπους, με αντίθετες απόψεις.

Ασφαλώς, πολλοί θα έσπευδαν να απαντήσουν ότι και άλλες χώρες έχουν κάνει ό,τι ακριβώς θέλουν οι «νεωτεριστές» να κάνουμε στην Ελλάδα, δηλαδή έχουν αλλάξει το Σύνταγμά τους και έχουν αποκτήσει ισχυρότερες Προεδρίες. Αυτό, για παράδειγμα, συνέβη στη Γαλλία κατά τη δεκαετία του ’60, κυρίως επειδή εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και τις ιδέες του στρατηγού Ντε Γκωλ. Ο Ντε Γκωλ όμως ήταν εξαιρετικός ηγέτης και πανίσχυρη προσωπικότητα, ανάλογος του οποίου δεν υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα. Η Γαλλία, εξάλλου, είναι μια χώρα με πολύ μακρότερη εμπειρία προεδρικής πολιτικής και, επιπλέον, με την τύχη να έχει εδώ και δεκαετίες έναν δημόσιο τομέα που κρατά τη χώρα ενωμένη και αποδεικνύεται απολύτως λειτουργικός κατά τις περιόδους πολιτικών διενέξεων. Η Ελλάδα δεν μπορεί να υπερηφανευτεί ότι διαθέτει κάποιο από αυτά τα πλεονεκτήματα· και, για τους λόγους που προανέφερα, η ενίσχυση των προεδρικών εξουσιών θα προκαλέσει, κατά πάσαν πιθανότητα –στην πολιτική, ποτέ δεν μπορείς να είσαι βέβαιος–, περισσότερα προβλήματα από όσα θα μπορούσε να λύσει.

Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρώ ότι το πρόβλημα με την Προεδρία της Δημοκρατίας έγκειται στην έλλειψη εξουσιών της, όπως επίσης δεν θεωρώ ότι η επίλυσή του έγκειται στην περαιτέρω ενίσχυση αυτών των εξουσιών. Κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα έγκειται στην αδυναμία μας να αποφασίσουμε τι ακριβώς περιμένουμε από τον Πρόεδρό μας και, ακολούθως, να εκλέξουμε το καταλληλότερο άτομο που υπάρχει για αυτό το καθήκον, και όχι απλώς… το πιο ηλικιωμένο! Προσωπικά, όσον αφορά την τελευταία αυτή παρατήρηση, θα πρότεινα να τεθεί ως ανώτατο ηλικιακό όριο για την προεδρική εκλογή το 65ο ή, το πολύ-πολύ, το 75ο έτος της ηλικίας του υποψηφίου έως το αμετάκλητο τέλος της θητείας του.

Περαιτέρω, σκόπιμο είναι να διερωτηθούμε: μήπως δεν έχουμε καταφέρει εμείς οι ίδιοι να δώσουμε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όχι απλώς εξουσίες αλλά και κύρος, επειδή αποκλειστικός στόχος μας είναι να δίνουμε αυτές τις θέσεις σε υποψηφίους που έχουν αναδειχθεί μέσα από τα σκοτεινά γραφεία των πολιτικών κομμάτων και που, σήμερα, ως κύριο προσόν τους, προβάλλουν την προχωρημένη τους ηλικία;

Η σύγχυση στην οποία προαναφέρθηκα ενισχύεται από την πολιτική νοοτροπία μιας φούχτας πολιτικών που προτείνουν στη Βουλή το πρόσωπο που θα ήθελαν να δουν ως Πρόεδρο – τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει ο πολιτικός και επικοινωνιακός μηχανισμός. Είναι αναμφισβήτητο ότι, παρά τους ισχυρισμούς περί του αντιθέτου, οι εκλέκτορες αυτοί τείνουν πάντα προς, πειθήνιους, καλόβολους, ηλικιωμένους Προέδρους, και όχι άτομα τα οποία, με το προσωπικό τους παράδειγμα, με τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά, με τα συμφιλιωτικά τους χαρίσματα, για να μην αναφέρω και το προσωπικό τους ανάστημα, θα μπορούσαν να σταθούν υπεράνω της κομματικής πολιτικής και να έχουν τη φυσική ικανότητα να προσπαθήσουν να επιλύσουν τις παρασκηνιακές τριβές ανάμεσα στους κυβερνώντες.

Δεν θα ήταν επίσης λογικό να περιμένουμε από τον Πρόεδρό μας να ενδιαφέρεται λιγότερο για την παρουσία του σε κοινωνικές συγκεντρώσεις ή για την εκφώνηση λόγων σε εθιμοτυπικές εκδηλώσεις στην Αθήνα, και να είναι περισσότερο πρόθυμος να επισκέπτεται την επαρχία συχνά και να συναντά τους απλούς πολίτες της χώρας του;

Να αποτελεί, κοντολογίς, ένα είδος «πατέρα του έθνους», ο οποίος θα προσπαθεί να διαμεσολαβεί –ενίοτε– με σεμνό τρόπο για τα γενικά προβλήματα των απλών πολιτών και, γενικώς, να κάνει αυτούς τους ανθρώπους να αισθάνονται πως υπάρχει κάποιος, «υψηλά ιστάμενος», ο οποίος μπορεί μεν να μην έχει τη νομική εξουσία ή τον χρόνο για να επιλύει σε τακτική βάση τα προσωπικά τους θέματα, αλλά είναι τουλάχιστον πρόθυμος να ακούει τα βάσανα τους και να τους προσφέρει μια συμβουλή ή έναν υποστηρικτικό λόγο;

Και σε αυτήν τη στάση θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και μια πιο ενεργό παρουσία του Προέδρου στο εξωτερικό, όπου αυτός θα μπορούσε να αναλάβει τον ρόλο ενός ειδικού πρέσβη καλής θελήσεως, καλλιεργώντας σε τακτική βάση –και όχι μόνο με επίσημες επισκέψεις– τις επαφές του με άλλους Αρχηγούς Κρατών. Όλες αυτές οι ιδέες θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον εκάστοτε Πρόεδρο να αποκτήσει έναν πιο συγκεκριμένο και, επιπλέον, δυνητικά πιο χρήσιμο ρόλο. Διότι οι κοινωνικές επαφές που έχω κατά νου, εφόσον καλλιεργηθούν ουσιαστικά και διατηρηθούν σε καλό επίπεδο, θα μπορούσαν να αποδειχθούν ιδιαίτερα επωφελείς για την κυβέρνηση της χώρας μας, σε ό,τι αφορά τις τακτικές επαφές της με ξένες κυβερνήσεις.

Όπως και πολλές άλλες από τις προτάσεις που διετύπωσα στο παρόν δοκίμιο, η τελευταία αυτή πρόταση δεν πρόκειται να αρέσει στις κατεστημένες δυνάμεις, μοναδικό μέλημα των οποίων είναι να καλύπτουν τις κενές θέσεις με κομματικούς «ημέτερους» ή ευπροσήγορους γέροντες. Η στάση αυτή, όμως, έχει αποδειχθεί αναποτελεσματική· και αυτό ήταν ανέκαθεν σαφές σε όσους κατανοούν το πώς σκέφτονται οι πολιτικοί. Διότι οι περί ου ο λόγος εκλέκτορες δεν ενδιαφέρονται να επιλέξουν το άτομο που είναι όντως το καταλληλότερο για να επιτελέσει τα ανωτέρω καθήκοντα, αλλά… το πιο βολικό!

Εάν λοιπόν παραμένει εκκρεμές το ζήτημα κατά πόσον η Προεδρία λειτουργεί ουσιαστικά ή όχι, τούτο δεν συμβαίνει επειδή ο Πρόεδρος δεν έχει πραγματικές εξουσίες, αλλά επειδή οι άνθρωποι που τον εκλέγουν δεν αναζητούν το καλύτερο δυνατό άτομο για τα αντίστοιχα καθήκοντα: προσπαθούν απλώς να «διορίσουν» το άτομο που θα τους προκαλέσει τις λιγότερες δυσκολίες. Ασφαλώς, μόνο περίεργο δεν είναι αυτό· διότι στους πολιτικούς που έχουν μάθει να είναι πάντα υποτακτικοί προς τα ξένα αφεντικά αρέσει να παίζουν τον ρόλο του αυταρχικού αφέντη στη δική τους καλύβα.

 

Συμπέρασμα

Η χώρα μας χρειάζεται νέους ανθρώπους που θα εργαστούν με σκοπό τη συμφιλίωση και την εφαρμογή νέων ιδεών για την αναζωογόνηση ενός εντελώς δυσλειτουργικού κράτους, το οποίο τα τελευταία χρόνια δίνει ενδείξεις ενός ανησυχητικού αυταρχισμού που, για πολλούς, αγγίζει σχεδόν τα όρια της αντισυνταγματικότητας. Υπάρχουν άραγε τέτοια πρόσωπα στο σημερινό κυβερνητικό πλαίσιο; Προσωπικά θεωρώ πως δεν υπάρχουν, όσο και αν πολλαπλασιάζονται καθημερινά οι επίδοξοι διάδοχοι του πρωθυπουργού, μια και κανείς από αυτούς τους δελφίνους δεν είναι πραγματικά άφθαρτος ή κατάλληλος για να κυβερνήσει. Ας μου επιτραπεί να δώσω μερικές εξηγήσεις για αυτή την τολμηρή δήλωση.

1. Γίνονται συζητήσεις αυτό το διάστημα σχετικά με τη διάθεση ενός νεοαποκτηθέντος (ή μήπως επινοημένου;) «πρωτογενούς πλεονάσματος» λίγο πριν από τις εκλογές, με σκοπό να πειστούν οι ψηφοφόροι να επιστρέψουν στο δεξιό μαντρί. Πρόκειται άραγε για νέα πολιτική ή, μήπως, για κλασικό παράδειγμα μικροπολιτικής; Θα αφήσω εδώ ασχολίαστο το ζήτημα του τρόπου καθορισμού αυτού του πλεονάσματος (ήτοι χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το κρατικό χρέος) και του ακριβούς ύψους του, ως προς το οποίο σοβαρές αμφιβολίες έχουν ήδη εκφράσει τόσο κάποιοι ξένοι «φίλοι» μας όσο όμως και η Επιτροπή Προϋπολογισμού της Βουλής. Πρόκειται όμως για ζήτημα που δεν μπορεί να παραβλεφθεί ή να γίνει αντικείμενο συσκότισης από την κυβέρνηση, η οποία φαίνεται να εξαρτά το μέλλον της από ένα εξόφθαλμο αριθμητικό τέχνασμα.

2. Αυτοί που επιζητούν να πάρουν τη θέση των σημερινών κυβερνώντων είναι άραγε νέα πρόσωπα; Κοιτάζοντας γύρω, βλέπουμε σε γενικές γραμμές άτομα του ακαθόριστου χώρου της Αριστεράς, άτομα τα οποία έχουν ήδη συμμετάσχει σε αποτυχημένες κυβερνήσεις αριστεροκεντρώων αποχρώσεων. Ας αποκτήσουμε, αν θέλουμε, αριστερότερους κυβερνήτες, αλλά ας είναι τουλάχιστον άφθαρτοι, νέοι, και όχι «ξαναζεσταμένα φαγητά». Λάθη ασφαλώς θα κάνουν, αλλά χειρότεροι από αυτούς που κάθισαν στην πλάτη μας εδώ και δέκα ή δεκαπέντε χρόνια δύσκολα μπορώ να φανταστώ ότι θα είναι.

Οι περισσότεροι από αυτούς που τώρα εμφανίζονται ως «νέοι» θεωρούν τη διακυβέρνηση Παπανδρέου μνημειώδη αποτυχία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι ανάμεσα σε αυτούς που εκφράζουν αυτή την άποψη συγκαταλέγονται και ορισμένοι που, παρά τη συμμετοχή τους σε αυτή την αποτυχημένη κυβέρνηση, θέλουν σήμερα να αυτοπροβάλλονται ως «νέοι», αλλαγμένοι και έτοιμοι να αναλάβουν εκ νέου τη διακυβέρνηση της χώρας. Οι άνθρωποι αυτοί έρχονται άραγε να μας προτείνουν κάτι νέο ή, απλώς, το ίδιο φάρμακο που μας έδωσαν ξανά και ξανά; Θα εμπιστευθούμε αυτούς τους ανθρώπους μόνο και μόνο γιατί μας τους συνιστούν κάποιοι καναλάρχες, τους οποίους επίσης μάθαμε τα τελευταία χρόνια να μην εμπιστευόμαστε καθόλου;

3. Μόνο μία μπορεί να είναι η απάντηση. Αν αποδεικνύουν κάτι αυτοί οι απελπισμένοι πολιτικοί, είναι πόσο αδυνατούν να αντιληφθούν το μέγεθος της ίδιας τους της αποτυχίας. Και τούτο γίνεται σαφές από το γεγονός ότι συνεχώς καταστρώνουν στα κρυφά τις πιο παράξενες συμμαχίες. Πράγματι, πόσο συμβατή είναι μια συμμαχία νεοφιλελεύθερων (εξ ορισμού, άκρως συντηρητικών ως προς την οικονομική πολιτική τους) με ένα ετερόκλητο πλήθος αυτοαποκαλούμενων «εκσυγχρονιστών» αριστερών, μαζί με κυβερνητικά απομεινάρια της προηγούμενης δεκαπενταετίας; Ή, εάν προκύψει μια εκλογική συμβίωση μεταξύ της Δράσης και των 58 –οι οποίοι παραμένουν δίχως όνομα, κόμμα, αρχηγό, αρκούμενοι απλώς να κάνουν περιστασιακές συγκεντρώσεις, στις οποίες παρευρίσκονται οι ίδιες λιγοστές εκατοντάδες– θα πρόκειται άραγε για έναν σχηματισμό συνεκτικό και βιώσιμο ή μήπως θα αποτελεί το απόλυτο παράδειγμα ενός συνόλου από σάπια απομεινάρια που συνεργάζονται με μοναδικό σκοπό την επιβίωσή τους;

4. Στο ίδιο λογικό πλαίσιο, ας διερωτηθούμε γιατί αρκετοί αρχηγίσκοι ταλαντεύονται τόσο μεταξύ Δράσης, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ και Ελιάς, έχοντας πλέον εγκαταλείψει κάθε ιδέα περί αυτοτελούς καθόδου Ας διερωτηθούμε επίσης: μπορεί η αποφορά της σήψης να μετατραπεί, ξαφνικά, σε μεθυστικό άρωμα εάν στους 58 προστεθούν το παραπαίον ΠΑΣΟΚ και ο σημερινός αρχηγός του, που το διέλυσε; Σε όλες τις ανωτέρω κινήσεις το μόνο που βλέπουμε είναι αδίστακτους πολιτικούς να δοκιμάζουν τα πάντα χάριν μίας βουλευτικής έδρας!

5. Οι βλαστοί των οικογενειών που επί δεκαετίες εξουσιάζουν την Ελλάδα περιφέρονται και αυτοί στις παρυφές της εξουσίας, με συνωμοσίες και κινήσεις αυτοπροώθησης. Ηλικιακά νέοι μπορεί να είναι. Πότε όμως ανέπτυξαν μια νέα, περιεκτική φιλοσοφία, με συγκεκριμένα παραδείγματα για το πώς σκοπεύουν να μειώσουν την ανεργία, ή πότε μας είπαν πώς θα προσελκύσουν ξένες επενδύσεις ή θα υπερασπιστούν την κυριαρχία και τα οικονομικά συμφέροντα της χώρας, που βρίσκονται υπό τις διαρκείς απειλές «εχθρών» και «φίλων»;

Για παράδειγμα, τι έχουν πει ή τι έχουν κάνει όλοι αυτοί σχετικά με το ενδεχόμενο ο ελληνικός ορυκτός και υποθαλάσσιος πλούτος να πέσει θύμα της συνήθους «φιλοσοφίας της απραξίας», δεδομένου ότι μια τέτοια εξέλιξη συνάδει με τον τρόπο που οι άνθρωποι αυτοί αντιλαμβάνονται τις δυνατότητες της Ελλάδας στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής; Αυτή η «φιλοσοφία της απραξίας» συνάδει όμως και με την υποτακτικότητά τους προς τους Έλληνες ολιγάρχες, οι οποίοι θα προτιμούσαν να εισάγουν φυσικό αέριο από το εξωτερικό (προς ίδιον, ασφαλώς, όφελος) παρά να δουν τη χώρα τους να παράγει το δικό της αέριο.

Δεν θα έπρεπε επιτέλους οι Έλληνες ψηφοφόροι να πετάξουν έξω από την πολιτική σκηνή όλους τους ανωτέρω ιδίως εάν μερικοί από τους πολιτικούς αρχηγούς φέρονται να συνδέονται και με οικονομικά σκάνδαλα της τελευταίας τριακονταετίας;

Η λίστα «επίδοξων σωτήρων» δεν περιορίζεται στους ανωτέρω δελφίνους και τους εξ επαγγέλματος πολιτικούς, πολλοί από τους οποίους δίνουν την εντύπωση –καλώς ή κακώς, είναι άλλο θέμα– καιροσκόπων. Σε όλους τους ανωτέρω πρέπει να προσθέσουμε και εκείνους που συμβάλλουν με οικονομικά άρθρα σε αξιόλογους ιστότοπους, που αποδεικνύουν γνώση όσο και, συχνά, εμπειρία.[5]

Δυστυχώς, όμως, ο ανθρώπινος ναρκισσισμός τείνει να υποτάσσει και αυτήν ακόμη την επαγγελματική πείρα ενός ανθρώπου όπως οι ανωτέρω στην παρόρμηση να πολιτικοποιηθεί εντός ενός πλαισίου που δεν τον απαλλάσσει, ως επαγγελματία οικονομολόγο ή επιχειρηματία, από το να ασχολείται με την καθημερινή πολιτική διαχείριση ενός πολιτικού οργανισμού στον οποίο ούτε ειδικευμένος είναι ούτε και καλός έχει αποδειχθεί. Επιλέγεται λοιπόν η στρεβλή οδός, στρέφοντας αυτούς τους ανθρώπους στη δημιουργία δικών τους κομματιδίων. Έλα, όμως, που οι οικονομικοί τίτλοι και οι ακαδημαϊκές περγαμηνές δεν αρκούν αφ’ εαυτών για να εξασφαλίσουν αυτόνομη πολιτική επιτυχία. Μπορεί, με δυο λόγια, να είσαι καλός οικονομολόγος αλλά όχι και φτιαγμένος για πολιτικός.

Πέραν τούτου, τα οικονομικά σχέδια απαιτούν και σύγχρονο γεωπολιτικό σχεδιασμό –όχι ευφάνταστους νεωτερισμούς ή, το αντίθετο, ασυγχώρητη αρτηριοσκλήρωση– μια και τα οικονομικά δεν δουλεύουν «εν κενώ» αλλά μέσα σε έναν χώρο χρήσιμων συμμαχιών, όπου απαιτείται και πολιτικό ένστικτο. Και αυτά όμως δεν επαρκούν, εφόσον στη σημερινή επικοινωνιακή δημοκρατία, απαιτείται και τηλεγενής προσωπικότητα.

Η εμπειρία των τελευταίων ετών αποδεικνύει ότι όλα τα ανωτέρω –ίσως και άλλα– χαρακτηριστικά λείπουν και από αυτούς τους καθ’ όλα αξιόλογους ανθρώπους που κατάφεραν να σπαταλήσουν το ταλέντο τους φλερτάροντας με την πολιτική.

Από όποια λοιπόν σκοπιά και αν εξετάσει κανείς τη σημερινή κρίση, διαπιστώνει έλλειψη προσώπων που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν το υπάρχον κυβερνητικό εξάμβλωμα – εκτός και αν στρέψει κανείς το βλέμμα του και προσαρμόσει τη σκέψη του σε έναν συνεχώς μεταλλασσόμενο αριστερό χώρο, ο οποίος θα μπορούσε να επιχειρήσει μαζί με μια μερίδα κλασικών αστών κάποιου είδους συμβίωση, βασισμένη στην κοινότητα ιδεών, η οποία μέχρι στιγμής έχει περάσει απαρατήρητη. Το γεγονός αυτό μπορεί να μην είναι τόσο αξιοπερίεργο όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως· και τούτο, για δύο λόγους.

Κατά πρώτο λόγο, είναι εσφαλμένο –όπως ήδη τόνισα– να ταυτίζει κανείς συλλήβδην τον κόσμο των αστών με τον κόσμο της διαπλοκής. Οι αστοί έχουν αποτελέσει τον πυρήνα της ελληνικής κοινωνίας, κάθε φορά που αυτή επέτυχε σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Οι πολίτες αυτοί έχουν πλέον αγανακτήσει με τη σημερινή κυβέρνηση, διότι έχουν πληγεί από τις πολιτικές της κατά τρόπο πρωτοφανή και τελείως ανόητο. Μπορεί λοιπόν να είναι ώριμοι για πρόσκαιρη συνεργασία με άλλους πολίτες που βλέπουν την ανάγκη αλλαγής σκηνικού έστω και αν ασπάζονται άλλη πολιτική ιδεολογία.

Κατά δεύτερο λόγο, από τα ανωτέρω θα μπορούσαμε να σκεφτούμε πως, έπειτα από μια εκλογική ήττα, τα απομεινάρια της σημερινής δικομματικής συνεργασίας θα έβγαιναν ταπεινωμένα και πολιτικώς αποδυναμωμένα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι αστοί θα έδειχναν ίσως περισσότερο δεκτικοί προς το ενδεχόμενο ενός περιορισμένου εύρους και διάρκειας συνασπισμού με τον ΣΥΡΙΖΑ, με τον οποίο ομονοούν ως προς δύο αποφασιστικής σημασίας προβλήματα: την ανάγκη άμεσου τερματισμού της διαπλοκής και τη δημιουργία ενός κράτους που δουλεύει έστω και λίγο καλύτερα από το σημερινό.

Εάν ο πολιτικός κόσμος συνεχίσει να απορρίπτει την ιδέα μιας προσωρινής αλλά πλήρως εξουσιοδοτημένης κυβέρνησης αποτελούμενης από μη πολιτικά πρόσωπα (η οποία θα λάμβανε όλα τα αναγκαία μέτρα επιβίωσης και θεραπείας, όπως αυτή την οποία περιέγραψα ανωτέρω), τότε μια θητεία τόσο στενά καθορισμένη και περιορισμένη μεταξύ αστών και ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να είναι όχι μόνο δυνατή αλλά και επιθυμητή. Διότι, διαφορετικά, το έλλειμμα ηγεσίας δεν μπορεί να καλυφθεί από συνεργασίες μεταξύ αποτυχημένων χαμαιλεόντων του χθες ή μεταξύ μορφωμένων αλλά πολιτικά ασύμβατων επαγγελματιών.

Θα μπορέσει άραγε η ελληνική κοινωνία να καλύψει αυτά τα κενά προτού ο πρωθυπουργός αναγκαστεί –και όχι αποφασίσει– να ζητήσει από τον λαό να του πει πώς τα πήγε έως τώρα; Ίδωμεν, αν και δεν πρέπει να επιτρέψουμε στον εαυτό μας υπερβολική αισιοδοξία, μια και είναι γνωστό ότι, ιδίως σε μια διαλυμένη και απογοητευμένη κοινωνία όπως είναι η δική μας, το «ωραιοποιημένο ψεύδος» πάντα φαντάζει καλύτερο από τη «στυγνή αλήθεια».

Ο χρόνος λοιπόν θα δείξει κατά πόσον ο κ. Στουρνάρας θα αποδειχθεί καλύτερος από τον κ. Παπακωνσταντίνου – ή, αν προτιμάτε,  κατά πόσον το σύνθημα «Υπάρχει πραγματικό πλεόνασμα» παρασύρει τους Έλληνες στη λανθασμένη απόφαση όσο τους παρέσυρε το εξίσου ατυχές «Λεφτά υπάρχουν»…



[1] Ο Εθνικός Κήρυξ (webmaster@ekirikas.com) της 5ης Φεβρουαρίου 2014, παραπέμποντας και στους Financial Times του Λονδίνου, ανέφερε ότι η Ελλάδα θεωρείται η πιο διεφθαρμένη χώρα της Ευρώπης.

[2] Το τονίζω αυτό διότι σε ένα πρόσφατο βιβλίο μου υποστήριξα διεξοδικά –και εξακολουθώ να υποστηρίζω– ότι, σε μακροπρόθεσμη βάση, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ρωσία έχουν κοινό συμφέρον να περιορίσουν τις μεταξύ τους εντάσεις και να αξιοποιήσουν την αμοιβαία οικονομική συμπληρωματικότητά τους ως τρόπο αντίδρασης σε μια πιθανή –όχι εμφανή επί του παρόντος, αλλά εντούτοις δυνατή– συνεργασία αμερικανικών και κινεζικών συμφερόντων στην Άπω Ανατολή.

[3] Βλ, μεταξύ άλλων, Immanuel Wallerstein, «The Geopolitics of Ukraine’s Schism» στο http://www.commondreams.org/view/2014/02/15-3 (15 Φεβρουαρίου 2014).

[4] http://www.anatropinews.gr/2014/02/18/%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CE%BA%CF%8D%CF%80%CF%81%CE%BF/

 

(6933) αναγνώσεις

27 comments

  1. Φανταστήκατε αν οι κ. Μαρκεζίνης, Παπαθεμελής, Χολέβας κ.α. κατέβαιναν ελεύθερα σε ανοικτή “συζήτηση” με τους μασκοφόρους του Αντίβαρου;
    Έστειλα στιο διοίκηση του Αντίβαρου χθες αυτό το μήνυμα:
    “Δυστυχώς δεν καταλαβαίνω τη φιλοσοφία τού να επιτρέπεται σε έναν «αναμάρτητο»(!!) να κρύβεται πίσω από μια μάσκα, “Takeaction” ας πούμε, και να εκθέτει έναν άλλο «αμαρτωλό»(!!) άνθρωπο που γράφει με το όνομα και το οικογενειακό του επίθετο. Είναι αδιανόητο και απαράδεκτο και ήδη άρχισα να διερωτώμαι σοβαρά τι γυρεύω μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα.
    Εξομολογούμαι ότι νιώθω πολύ σεβασμό και εκτίμηση σε επώνυμους, που δεν απαντούν, για ένα σωρό λόγους.
    Αλλά πώς δίνετε βήμα σε υβριστές τύπου «Ελευθέριου», “Takeaction” και δεν ξέρω τι άλλο, δεν το καταλαβαίνω.
    Περιττό να επαναλάβω ότι ούτε που ήξερα – κι ούτε τώρα ξέρω στην ουσία, τον κ. Γεωργάνα. Θα στεκόμουν δίπλα σε οποιονδήποτε Γεωργάνα κι εναντίον οποιουδήποτε μασκοφόρου.
    Είναι πολύ μεγάλη παρεξήγηση να νομίζετε, αν νομίζετε, ότι αυτό είναι… ελευθερία έκφρασης! Είναι φίμωση του χειρίστου είδους”.

    Δεν έχω ακόμα διαβάσει το άρθρο του κ. Μαρκεζίνη. Η παρακμή είναι εδώ μπροστά μας και οι τρόποι φρεναρίσματός της εύκολοι (σε αυτή την περίπτωση). Η απαραξία απέναντί της δείχνει υποταγή στην παρακμή. Οπότε το επόμενο βήμα είναι να γράφει κανείς (π.χ. Μαρκεζίνης, Παπαθεμελής, Χολέβας κ.α.) αλλά να μην συζητά, όπως και γίνεται. Κι αυτό ας το αναλύσουν άλλοι τι σημαίνει και πού οδηγεί.

  2. Είναι απίστευτο το θράσος του Ροδίτη! Αυτός που σε συνεργία με τον Γεωργάνα σε πολλά σχόλια, έχει καθυβρίσει με μειωτικούς και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς άλλους σχολιαστές μέσα εδώ και εμένα προσωπικά, αρχίζοντας ο ίδιος τις αδικοπραγίες – μια ματιά στο άρθρο του Π. Ήφαιστου για τον Κληρίδη το αποδεικνύει – να εγκαλεί τη διαχείριση του Αντίβαρου να επιβάλλει σε άλλους λογοκρισία!

    Θα του επαναλάβω για τελευταία φορά την ερώτηση και αν δεν ζητήσει συγνώμη όπως έκανα εγώ απέναντί του, δεν θα έχει από εμέ άλλη αντιμετώπιση από το να τον παίρνω στο ψιλό.
    Από πού ως πού ο Άντης Ροδίτης έχει πρόσωπο και ο Ελευθέριος Ελευθεριάδης δεν έχει και ο πρώτος δικαιούται να υβρίζει ενώ ο δεύτερος να μένει απαθής σε μια τέτοια στάση; Θα πρέπει μάλλον σε σύγκριση με τον Γεωργάνα να αισθάνεται τυχερός που δεν τον παίρνω στα σοβαρά και τον διακωμωδώ, ενώ τον Γεωργάνα θα τον βρίζω και γνωρίζει πολύ καλά ο τελευταίος τους λόγους…

  3. “…τον Γεωργάνα θα τον βρίζω και γνωρίζει πολύ καλά ο τελευταίος τους λόγους…”, λέει ο “Ελευθέριος”!
    Ξέρει και η διοίκηση του Αντίβαρου τους λόγους για τους οποίους επιτρέπει στον “Ελευθέριο” να βρίζει τον Γεωργάνα – και ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΕΤΟΙΟΙ ΛΟΓΟΙ, κατά τη γνώμη της διοίκησης, που νομιμοποιούν τις υβρισίες;
    Οπότε και του κ. Μαρκεζίνη μάς ενδιαφέρει επί του συγκεκριμένου ερωτήματος η γνώμη, ίσως πολύ περισσότερο από τα μακροσκελή άρθρα περί ανατροπής της παρακμής. Ιδού, απτή η παρακμή. Ποια είναι η άποψή του;
    Εγώ είπα και επιμένω: ΟΙ ΒΡΙΣΙΕΣ ΙΣΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΦΙΜΩΣΗ ΚΙ ΟΣΟΙ ΑΠΟΠΕΙΡΩΝΤΑΙ ΝΑ ΦΙΜΩΣΟΥΝ ΑΛΛΟΥΣ, ΨΕΥΔΩΝΥΜΟΙ, ΑΝΩΝΥΜΟΙ ΚΑΙ ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΥΝΤΕΣ, ΜΕΣΑ. Άλλο η Ελευθερία Έκφρασης κι άλλο η Ασυδοσία. Μόνο παρηκμασμένοι δεν το ξέρουν κι ακόμα πιο παρηκμασμένοι όσοι το ξέρουν και το παραβλέπουν.

  4. Ο κ. Μαρκεζίνης ανήκει στην εκτός συνόρων ελιτ του έθνους.

    Αυτή η ελιτ, η οικονομική και πνευματική ελιτ του απόδημου Ελληνισμού, είναι η μόνη δύναμη αυτή τη στιγμή που μπορεί να προκαλέσει την όποια αλλαγή πορείας από την κατηφόρα που έχει πάρει η χώρα.

    Η ντόπια πνευματική ελιτ είναι επί της ουσίας ανύπαρκτη και ανίσχυρη, ενώ η ντόπια οικονομική ελιτ είναι διεφθαρμένη, διαπλεκόμενη μεταξύ της και ελεγχόμενη από ξένες δυνάμεις.

    Ο κ. Μαρκεζίνης, ως μορφωμένος και τετραπέρατος άνθρωπος που είναι, καταλαβαίνει ότι γράφοντας κατά περιόδους βιβλία και άρθρα πάνω στην κρίση δεν κάνει τίποτα.

    Το τρέχον σύστημα εξουσίας στην Ελλάδα (και αλλού) δουλεύει μέσω των εκλογών. Και τις εκλογές τις κερδίζει όποιος έχει την απαραίτητη προπαγανδιστική μόχλευση πάνω στην εκλογική βάση, δηλαδή όποιος ελέγχει τα ΜΜΕ.

    Όποιος άξιος Έλληνας του εξωτερικού, όπως ο κ. Μαρκεζίνης, θέλει να βοηθήσει πραγματικά την πατρίδα πρέπει να “ματώσει”, να ανακινήσει καταστάσεις, να ανακατευτεί με τα “πίτουρα” με κίνδυνο να τον φάνε οι “ντόπιες κότες” (βλέπε ντόπια συμφέροντα) και τα συμφέροντα του εξωτερικού που τα συντηρούν για να κρατάνε την Ελλαδα προτεκτοράτο και για να την εκποιούν μέρα με τη μέρα.

    Αυτό που πρέπει να κάνει ο κάθε “Μαρκεζίνης” του εξωτερικού που θέλει να βοηθήσει τη χώρα τις κρίσιμες τούτες ώρες είναι ΝΑ ΗΓΗΘΕΙ μιας ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ να κινητοποιηθεί η ελιτ του απόδημου Ελληνισμού, να βρει οικονομικούς πόρους, άξιους πνευματικούς και πολιτικούς ανθρώπους ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΜΙΧΘΕΙ ΕΝΕΡΓΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ, φτιάχνοντας καινούργια ΜΜΕ, κανάλια, εφημερίδες, sites που θα προμοτάρουν μια ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΕΙ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΗ ΣΑΠΙΛΑ ΤΗΣ ΝΤΟΠΙΑΣ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΗΣ ΕΛΙΤ.

    Άλλος τρόπος αναστροφής της παρακμής της χώρας δεν υπάρχει.
    Και συτό το ξέρει και το καταλαβαίνει πολύ καλά ο κ. Μαρκεζίνης.

  5. Πολύ σωστά παρατηρεί τα προβλήματα της Ελληνικής Κοινωνίας ο αξιότιμος Κύριος Καθηγητής, όμως και πάλι είναι επιεικής ως rpos την πολιτική τάξη, γιατί περί τάξεως πρέπει να μιλάμε και για επαγγελματίες πολιτικούς στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης, γιατί ιδεολογική τοποθέτηση, στην πράξη τουλάχιστον, έχουν όλοι την ίδια από άκρα αριστερά μέχρι άκρα δεξιά!

    Ωστόσο εδώ πρέπει να τονίσουμε κάτι σημαντικό, δεν είμαστε όλοι το ίδιο χωμένοι στο βούρκο στην Ελλάδα, δεν τα φάγαμε μαζί! Πολύ σωστά αφήνεται να εννοηθεί αυτό από τον Κύριο Καθηγητή σαφέστατα, ωστόσο η πολιτική τάξη της Ελλάδος είναι πολύ ισχυρή, είναι το σύστημα, το οποιο κυβερνά τη χωρα με μικρές διακοπές εδώ και 150 χρονια περίπου. Ανελλιπώς οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιες οικογένειες, οι ίδιες νοοτροπίες. Που και που πετάγεται και κανένας διαφορετικός για να επιβεβαιώνει τον κανόνα!

    Η Λύση λοιπόν για την Ελλάδα δεν μπορεί να προέλθει μέσα από το υπάρχον σύστημα, άρα δεν μπορεί να προέλθει ούτε από τη ΝΔ, ούτε από το ΠΑΣΟΚ, ούτε από το ΚΚΕ, ούτε από το ΣΥΡΡΙΖΑ, ούτε από τη Χρυσή Αυγή, ούτε από τα αποκόμματα που δημιουργούνται κατά καιρούς σαν τους Ανεξαρτητους Έλληνες η τους 58 η τους 208 η τη ΔΗΜΑΡ. Όλοι αυτοί ανήκουν στην ίδια παράταξη, όλοι αυτοί έχουν ρολο μέσα στο υπάρχον σύστημα, έχουν συγκεκριμένο ρολο, τον οποιον τον απεδέχθησαν και ο ρόλος είναι να μαντρώνουν τον κόσμο ώστε να υποκύπτει και να είναι απόλυτα ελεγχομενη η πολιτική εξουσία στην Ελλάδα, από ξένες δυνάμεις και γνωστες πρεσβείες, γιατί αυτές οι πρεσβείες δεν επιδιώκουν τη συνεργασία, αλλα τον έλεγχο, κακώς κατά τη γνώμη μου και για τα συμφέροντα που πρεσβεύουν, αλλα έτσι είναι.

    Δεν μπορεί να έρθει λύση στην Ελλάδα ούτε από διεθνιστές ούτε από κοσμοπολίτες, γιατί και οι δυο αυτοί είναι "εθνομηδενιστες", είναι αυτοί που έχουν θέσει ως υψιστη αξια το χρήμα και την προσωπική ανέλιξη, τα οποια θεμιτά είναι, αλλα δεν μπορεί να είναι οι ανώτερες αξιες μιας κοινωνίας!

    Η Σωτηρια μπορεί να έρθει μόνον από ανθρώπους με εθνιστικές, εθνικιστικές, όπως θέλετε πείτε το, άλλωστε κακώς πολύ κακώς στην Ελλάδα έχουν περάσει την αντίληψη ότι ο εθνικισμός είναι αποκλειστικά μια πολεμοχαρής η επιθετική ιδεολογία. Άρα θα μου πείτε λύση είναι η Χρυσή Αυγή? Όχι βεβαια, η Χρυσή Αυγή ήρθε να μαντρώσει και να αμαυρώσει τις εθνικιστικές ideologies, να τις ταυτίσει με τον Ναζισμό και τον Φασισμό έτσι ώστε να τις αποδυναμώσει, αναλαμβάνοντας και αυτή τον ρολο της στο σύστημα αυτό. Βεβαια μάλλον ξέφυγαν τα πράγματα, γιατί μπήκε στη μέση η πιθανότητα κατάληψης αξιωμάτων και η απειλή αυτών που ήδη τα είχαν και έχει δημιουργηθεί πρόβλημα!

    Αυτό που χρειάζεται να γίνει στην Ελλάδα για να μήπως και δούμε μια άσπρη μέρα, γιατί αυτά τα περί πρωτογενούς πλεονάσματος, οποιος τα λέει και καμαρώνει είναι ο,τι χειρότερο κυκλοφορεί στον κόσμο, το χειρότερο είδος ανθρώπου, χωρια που λέει και ψέματα, γιατί δεν υπάρχει πρωτογενές πλεόνασμα, απλώς υπάρχουν απλήρωτες τεράστιες υποχρεώσεις του κράτους και απλώς γίνεται μια προσπάθεια να ξεγελάσουν τις αγορές, για να τραβήξουν επενδύσεις ενώ ταυτόχρονα όλες οι Ελληνικές βιομηχανίες κλείνουν, δηλαδή μιλάμε για την απόλυτη αποτυχία, είναι εθνοσυνέλευση. Μια εθνοσυνέλευση, η οποια θα δώσει τη διαχείριση της χώρας εν λευκώ σε κάποιον κυβερνήτη καινούριο, νέο και άφθαρτο για 7 χρονια, με την απόλυτη στήριξη όλων των παρατάξεων και του στρατού, θα του δώσει και τη δυνατότητα να βρει τους συνεργάτες του μονος του και εν tw μεταξύ θα δοθεί και χρόνος να δημιουργηθούν νέες παρατάξεις σε αυτά τα 7 χρονια με νέους ανθρώπους, που δε θα είναι επαγγελματίες βουλευτές δε θα τους απαγορεύεται να δουλεύουν, δε θα προέρχονται από κομματικές παρατάξεις πανεπιστημιακές, οι οποιες είναι ο,τι χειρότερο και πρέπει άμεσα να καταργηθούν, και μετά τα 7 χρονια θα πρέπει να γίνει ένας απολογισμός και ο Κυβερνήτης να γίνει πρόεδρος της Δημοκρατίας και όχι να εξαφανιστεί, αλλα να μείνει για να επιβλέπει!

    Όλα τα αλλα βαθαίνουν το πρόβλημα και δεν το λύνουν!

    Η Λύση του πραξικοπήματος από κάποιον φωτισμένο αξιωματικό, ακόμα και αν υπήρχε, αποκλείεται εκ προοιμίου στο σύγχρονο πολιτειακό περιβάλλον, αλλα ο στρατός έχει να παίξει πολύ σημαντικό ρολο σε ένα σενάριο όπως το παραπάνω! Αν το παραπάνω σενάριο σας θυμίζει κάτι, καλώς σας θυμίζει, δεν είναι πρωτότυπο το είχαν εφαρμόσει οι πρόγονοι μας, αλλα δεν τους άφησαν, γιατί όντως κάτι πήγαινε να γίνει, όμως ίσως τώρα οι συνθήκες να είναι καλύτερες και μπορεί να υπάρξει κάποιος Καποδίστριας, που θα αφεθεί να εργαστεί και δε θα τον δολοφονήσουν….

    Και κάτι τελευταίο, είναι κάτι που δεν θιγει ο Κύριος Καθηγητής, αλλα κατά τη γνώμη είναι απείρως σημαντικό. Το παρακράτος. Πλέον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως κράτος και παρακράτος έχουν σχέση εμφανέστατη, δεν ξέρω αν το παρακράτος έχει δημιουργηθεί με την ανοχή του κράτους η απλώς το παρακράτος έχει διαβρώσει το κράτος, αλλα αυτό είναι μάλλον αδιάφορο, το αποτέλεσμα είναι πως όλο αυτό το σύστημα αποτελεί ένα τεράστιο βαρίδι για τη χωρα!

    Συγχωρείστε οποια “ορθρογραφικα” λάθη δείτε, δυστυχώς δεν έχω Ελληνικό Πληκτρολόγιο

  6. Ἂν πιστέψουμε ὅτι ὁ συναναγνώστης μὲ τὸ ψευδώνυμο Alexandros ἔχει ἐκπονήσει διδακτορικὴ διατριβή, ὅπως ἰσχυρίζεται σὲ σχόλιό του στὸ «Ἀντίβαρο», εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθοῦμε καὶ τὴν διάγνωσή του γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ κοινωνία. Ἄλλο ὅτι δὲν χρειαζόταν τόση πολυλογία, ἀφοῦ οἱ δύο λέξεις «ὅλοι σκάρτοι» ἀποδίδουν πλήρως τὸ νόημα.
    Πράγματι, κοινωνία πού δίδει διδακτορικὸ δίπλωμα σὲ ἄνθρωπο ποὺ ἐκφράζεται μὲ τόσο παραληρηματικὸ τρόπο, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει μέλλον. Ἂς μὴν ἀπελπιζόμεθα ὅμως. Μεταξὺ τῶν ἀνωνυμογραφούντων στὸ διαδίκτυο ὑπάρχουν καὶ μυθομανεῖς. Ἂν, πάντως ὁ Alexandros, πράγματι ἔχει διδακτορικὸ δίπλωμα, εἶναι προφανὲς γιατὶ γράφει ψευδωνύμως. Ἂν σχολίαζε ἐνυπογράφως, αὐτοὶ ποὺ τοῦ ἔδωσαν τὸ διδακτορικὸ θὰ νὰ ἔτρεχαν νὰ τοῦ τὸ πάρουν πίσω.

  7. “Μια εθνοσυνέλευση, η οποια θα δώσει τη διαχείριση της χώρας εν λευκώ σε κάποιον κυβερνήτη καινούριο, νέο και άφθαρτο για 7 χρονια, με την απόλυτη στήριξη όλων των παρατάξεων”

    Ωραία αυτά που γράφεις Αλέξανδρε αλλά δεν υλοποιούνται.

    Λες ότι αυτό που χρειάζεται είναι “μια εθνοσυνέλευση”.
    Και ποιος θα αφήσει την εξουσία Αλέξανδρε για να την παραδώσει σε “μια εθνοσυνέλευση”:

    Ο Σαμαράς; Οι Παπανδρέου; Οι Μητσοτάκηδες; Οι Βαρβιτσιώτηδες; Οι Βαρδινογιάννηδες; Οι Μπόμπολες; Οι Ψυχάρηδες; Οι Κυριακούδες; Οι Αλαφούζοι; Οι οι οι;…

    Ας μην είμαστε αφελείς. Η εξουσία Αλέξανδρε ΚΕΡΔΙΖΕΤΑΙ, δεν χαρίζεται.
    Δεν έχει χαριστεί ποτέ από κανένα στον διάβα τον αιώνων. Μην περιμένεις λοιπόν από την ντόπια ελιτ να “μετανοήσει”, να “παραδώσει” οικοιοθελώς την εξουσία και στην συνέχεια να οδηγηθεί αυτοβούλως στη …φυλακή.

  8. Διάβασα με προσοχή και ενδιαφέρον όπως πάντα κάνω με τα κείμενά του την ανάλυση του Βασίλη Μαρκεζίνη. Παραθέτω σημείωμα που έγραψα όταν τον πρωτογνώρισα το 2010. Είναι αναρτημένη στην διεύθυνση http://www.ifestosedu.gr/103Xalara2010.htm. Η τελευταία παράγραφος, εξάλλου, παραπέμπει σε πολλά φαινόμενα του διαδικτύου και όχι μόνο.

    27.10.2010. Μια ευχάριστη στοχαστική έκπληξη: Καθηγητής Βασίλης Μαρκεζίνης
    Αυτός ο πανάρχαιος τόπος που έλαχε να μας ανήκει κυριαρχικά, είναι γεμάτος εκπλήξεις.

    Στην μια πλευρά ποτέ δεν λείπουν οι συνειδητά ή ανεπίγνωστα εθελόδουλες νοοτροπίες και συχνότατα οι “χρήσιμοι ηλίθιοι” που γίνονται όργανα ξένων συμφερόντων και μέσα αποδυνάμωσής μας. Προχθές συνειδητά ή ανεπίγνωστα και πάντοτε υπό την επήρεια επαναστατικών εξομοιωτικών και εξισωτικών δογμάτων υπηρετούσαν την αμερικανική ηγεμονία, χθες την Σοβιετική παγκόσμια αταξική κοινωνία και σήμερα την νέο-Οθωμανική τάξη πραγμάτων στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ θέλουν να μας υποτάξουν ή ακόμη και να εντάξουν. Ας υπενθυμίσουμε ότι στο ιστορική διαδρομή των ελλήνων ουκ ολίγα εκατομμύρια αυτομόλησαν, υποτάχθηκαν, αφομοιώθηκαν και για τον ένα ή άλλο λόγο -όχι πάντοτε λόγω δικού τους φταιξίματος- έπαυσαν να υπάρχουν ως ελληνικός ανθρωπότυπος.

    Στην άλλη πλευρά όμως βρίσκεται “η αντίσταση”. Η “αντίσταση” υποβόσκει πάντοτε, αντλεί από το σωρευμένο πολιτικό και πολιτιστικό κεκτημένο και κάποια στιγμή εκδηλώνεται δυνατά για να καταστήσει όνειρα θερινής νυκτός τις επαναστατικές φαντασιώσεις των εγχώριων καταστροφέων των συμφερόντων μας που συνειδητά ή ανεπίγνωστα γίνονται όργανα ξένων. Δεν αμφιβάλλω ότι η παρούσα άθλια κατάστασή μας -ο Βασίλης Μαρκεζίνης χθες είπε ότι είναι πολιτική, οικονομική και ηθική- θα μας προκαλέσει μεγάλες ζημιές. Ήδη η Κυπριακή Δημοκρατία χάνεται ή συρρικνώνεται δραστικά, κυρίως όχι λόγω τουρκικών επιτυχιών αλλά λόγω της “ημετέρας διανοίας”, όπως θα έλεγε και ο Περικλής. Λόγω των προαναφερθεισών εθελόδουλων νοοτροπιών που στρέφονται κατά της δικής μας (και δικής τους, αλλά δεν ενδιαφέρει) πατρίδας.

    Για τους πιο πάνω και πολλούς άλλους λόγους, ακούοντας, διαβάζοντας και γνωρίζοντας προσωπικά τον Βασίλη Μαρκεζίνη αποτέλεσε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Τα κείμενά του μας ήταν λίγο πολύ γνωστά από τις παρεμβάσεις του των τελευταίων ετών. Τώρα παρεμβαίνει με ένα συνολικότερο κείμενο, το «Μια νέα εξωτερική πολιτική για την Ελλάδα» (εκδόσεις Λιβάνη 2010). Σύντομα θα ανατρέξω σε νομικά του κείμενα, καθότι βρίσκω ότι η νομική του σκέψη εμπεριέχει ισχυρές δόσεις φιλοσοφίας του δικαίου που είναι πολύ συναφής με την δική μου στοχαστική δραστηριότητα όταν εξετάζω τα βαθύτερα αίτια της ανθρωπολογικής ετερότητας στην συγκρότηση και συγκράτηση των πολιτειακών οντοτήτων. Επίσης, με τον δικό του τρόπο, θεμελιώνει μια αντί-ηγεμονική αντίληψη πολύ κοντά στην δική μου και που αντικρούει την ευκολία με την οποία πολλοί νομικοί διεθνολόγοι, για παράδειγμα ευνόησαν τις επεμβάσεις την δεκαετία του 1990 παρασυρμένοι από μια αφελή αντίληψη του κόσμου που συμπυκνώνεται στις ποικίλες διεθνιστικές και κοσμοπολίτικες θεωρήσεις περί “παγκοσμιοποίησης”. Θεωρήσεις που συνομάδωσαν όλα τας πρώην ορφανά των ιδεολογικών δογμάτων του παρελθόντος.
    Χθες είχαμε την ευκαιρία, σε ένα κατάμεστο αμφιθέατρο, να ακούσουμε τον Βασίλη Μαρκεζίνη στο πανεπιστήμιο. Μερικά σύντομα σχόλια και πολλά έπονται:

    Πρώτον, τόσο η εμβάθυνση στην σκέψη του εκλεκτού συναδέλφου Καθηγητή Βασίλειου Μαρκεζίνη όσο και η προσωπική γνωριμία μαζί του βεβαιώνει ότι πρόκειται περί μιας κλασικής περίπτωσης «ταγού» με την βαθύτερη και καλύτερη έννοια του όρου. Ταγού του είδους που μια χώρα έχει πάντα ανάγκη και που στην παρούσα ιστορική συγκυρία η Ελλάδα έχει ανάγκη όλως ιδιαιτέρως. Οι παρεμβάσεις του γίνονται την κατάλληλη ιστορική στιγμή και βρίσκουν μεγάλο ακροατήριο. Ολόκαρδα του ευχόμαστε να έχει το κουράγιο να συνεχίσει αυτές τις παρεμβάσεις.

    Δεύτερον, διατρέχοντας το βιβλίο του Βασίλειου Μαρκεζίνη και ακούγοντάς τον, κανείς δεν έχει αμφιβολία για το εξής: Η κορυφαία νομική του κατάρτιση και η σταδιακή εκλεκτική και προσεκτική εμβάθυνση τομέων της ενδοκρατικής και διακρατικής πολιτικής, συνάμα και η πείρα που αποκόμισε σε πάρα πολλά διεθνή φόρα, συγκρότησαν ώριμη σκέψη και βάσιμες αποκρυσταλλωμένες θέσεις για ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων που αφορούν τον άνθρωπο, το κράτος και το διεθνές σύστημα. Τον τρόπο επίσης που συγκροτούνται, που εξελίσσονται και που συνεργάζονται ή συγκρούονται οι άνθρωποι, οι ομάδες και τα κράτη. Δεν πρόκειται για μια συνολική θεωρία καθότι αν αυτό συνέβαινε θα ήταν ιστορική στοχαστική κοσμογονία που θα είχε συντελεστεί για πρώτη φορά. Οι διατυπώσεις, του όμως, δείχνουν μια πολύ ώριμη σκέψη, η ανάλυσή του οδηγεί σε ώριμες εκτιμήσεις και οι εκπληκτικές δεξιότητες του επιτυγχάνουν μια διεπιστημονική προσέγγιση. Δείχνουν επίσης ικανότητα να αποφεύγει τις στοχαστικές παγίδες και τα δύσβατα μονοπάτια μέσα στα οποία πολλοί στριμώχνονται όταν επιχειρούν να μιλήσουν και για τα τρία επίπεδα ανάλυσης (τον άνθρωπο, το κράτος και το διεθνές σύστημα). Έτσι, ο Βασίλης Μαρκεζίνης κατορθώνει να προσφέρει πολιτικούς στοχασμούς των πιο υψηλών βαθμίδων.

    Τρίτον, μια άλλη για εμένα έκπληξη ήταν ότι βρήκα επιτέλους μια λογικά και επιχειρηματολογικά θεμελιωμένη συνηγορία υπέρ της δικής μου εμμονής εδώ και δεκαετίες να επισημαίνω τα ελλείμματα και τα μεγάλα προβλήματα του δικού μου γνωστικού πεδίου, δηλαδή της πολιτικής σκέψης και του ρόλου των φορέων της. Πιο συγκεκριμένα, βέβαιος για αυτό που γράφει και αναμφίβολα με πείρα μιας διαδρομής πολλών δεκαετιών, ένας κορυφαίος επιστήμονας προειδοποιεί «πως δεν πρέπει να εντυπωσιαζόμαστε από επιστημονικούς τίτλους και αξιώματα». Προχωρεί να περιγράψει με τον δικό του ψύχραιμο τρόπο τους υπόγειους και πολλές φορές ψυχολογικού χαρακτήρα παράγοντες –συχνά αναφερόμενος στα ιδεολογικά κριτήρια και στις αδιαφανείς χρηματοδοτήσεις– που δημιουργούν προκατάληψη, στρεβλές παραστάσεις και που υποβάλλουν αλλότρια συμφέροντα σε ανυποψίαστους πολίτες κοινωνιών οι οποίες σε τίποτα δεν έφταιξαν από αυτά τα παλιά και γνωστά προβλήματα που αφορούν τον ρόλο του πολιτικού στοχασμού και των φορέων της. Εκτιμώ ότι η θεώρηση του Βασίλειου Μαρκεζίνη για το θέμα αυτό λειτουργεί παράλληλα με την αντίστοιχη επιστημολογική θέση του Παναγιώτη Κονδύλη περί αξιολογικής ελευθερίας και τις εύστοχες αναλύσεις του (του ΠΚ) για τον ρόλο της πολιτικής σκέψης και των φορέων της στην ιστορική διαχρονία. Βέβαια, ευέλικτα και τίμια, ο Βασίλης Μαρκεζίνης επισημαίνει το λεπτό σύνορο μεταξύ αντικειμενικών αναλύσεων και στήριξης των εθνικών συμφερόντων μιας χώρας. Συνάμα, μη έχοντας τους περιορισμούς μιας στενά ακαδημαϊκής ανάλυσης, ευθέως, ψύχραιμα και αυτονόητα θεωρεί αυτονόητα τα εθνικά συμφέροντα που προσφέρει στην Ελλάδα η διεθνής νομιμότητα, συνάμα επισημαίνοντας τις απειλές και τους κινδύνους. Επιπλέον εξηγεί, κάτι και που εγώ έκανα πρόσφατα, τον ευέλικτο και επιδέξιο τρόπο που ο Αχμέτ Νταβούτογλου υποστηρίζει τα τουρκικά εθνικά συμφέροντα. Εδώ, ας παρατηρήσω ότι τα σχόλια του Βασίλη Μαρκεζίνη αποτελούν μια αρχική αλλά σημαντική κριτική του Νταβούτογλου. Αν μη τι άλλο, δεκάδες χιλιάδες έλληνες διάβασαν το “Στρατηγικό βάθος” του Νταβούτογλου και η σοβαρή κριτική αυτού του σημαντικού κειμένου είναι απόλυτα αναγκαία. Αυτό τόνισα πρόσφατα και σε ομιλία μου προς ομάδα ευρωβουλευτών, οι οποίοι έδειξαν να μην γνωρίζουν επαρκώς και επακριβώς την Τουρκική πολιτική. Όπως και εγώ, ο Βασίλης Μαρκεζίνης δεν παριστάνει τον εισαγγελέα κατά της τουρκικής πολιτικής. Οι τούρκοι την δουλειά τους κάνουν ως ανεξάρτητο κράτος με ρητά διατυπωμένες ηγεμονικές αξιώσεις. Αυτό που έχουμε ανάγκη αν θέλουμε οι αποφάσεις μας να είναι ορθολογιστικές, είναι ακριβής και σωστή γνώση της Τουρκίας και των τουρκικών στρατηγικών και τακτικών επιλογών. Πάντως, οι κριτικές του ΒΜ, επιπλέον, προσφέρονται ως μέτρο σύγκρισης με πολλά σπασμωδικά και ασυνάρτητα κείμενα που γράφτηκαν, μερικά παραγμένα, μάλιστα, από καλοπληρωμένα ιδρύματα “προτάσεων πολιτικής” που καθημερινά συναγελάζονται με αμερικανούς και τούρκους αξιωματούχους.

    Τέταρτον, δεν χάρηκα γιατί ο καθηγητής Βασίλης Μαρκεζίνης με την σοβαρότητα που τον χαρακτηρίζει έκανε συναφείς με το προηγούμενο ζήτημα αναφορές στο ΕΛΙΑΜΕΠ, τις χρηματοδοτήσεις του κα τον ρόλο του στην δημόσια ζωή. Σε τελευταία ανάλυση είναι γνωστό ότι από καιρό ετοιμάζω συνολικό έργο για μια σειρά αναλύσεων, στάσεων και συμπεριφορών που ανατρέχουν στην υποβολή αίτησης της Κύπρου στην ΕΕ, τον Ενιαίο Αμυντικό Χώρο, την δομή του μεταψυχροπολεμικού διεθνούς συστήματος, τους συσχετισμούς Ελλάδας – Τουρκίας, την «ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας», το σχέδιο Αναν και τελευταίο αλλά ότι ύστατο, την απίστευτη σπασμωδικότητα γύρω από το βιβλίο «Στρατηγικό βάθος» του Αχμέτ Νταβούτογλου. Βιβλίο το οποίο κάποιοι έντρομοι βλέποντας να ανατρέπονται όλες οι έωλες εκλογικεύσεις που επί δεκαετίες έκαναν περί την Τουρκία έσπευσαν άλλοτε να το χαρακτηρίσουν παρωχημένο, άλλοτε τον τούρκο Υπέξ ως περίπου περιθωριακό που κανείς δεν τον ξέρει στην Τουρκία, και τα λοιπά. Υπενθυμίζω, συναφώς, επίσης ότι η κριτική αυτή που ετοιμάζω για τους ελληνικούς φορείς εξωπολιτικών δρώντων της ελληνικής και διεθνικής ζωής θα είναι παρωνυχίδα μπροστά στην τυπολογία που ετοιμάζω για την πολιτική σκέψη στην διαχρονία και τον αρλουμπολογικό χαρακτήρα πολλών σύγχρονων φορέων της, όταν άλλοτε επιστρατεύονται από ποικίλους χρηματοδότες ή όταν μιλούν φανατικά και παθιασμένα κατακυριευμένοι από επαναστατικά ιδεολογικά δόγματα. Αυτό που χαροποιεί εμένα και υποθέτω και άλλους είναι, βασικά, κυρίως το γεγονός ότι στους ανθρώπους οι οποίοι χωρίς να προκρίνουν προθέσεις αλλά μόνο να κρίνουν (απίστευτα λανθασμένες) θέσεις εξωπολιτικών «προτάσεων πολιτικής» ελληνικών ιδρυμάτων, προστίθεται μια ακόμη, σημαίνουσα στοχαστική φωνή, ενός διακεκριμένου και κορυφαίου στοχαστή, του Βασίλη Μαρκεζίνη.

    Συγχαρητήρια λοιπόν στον Βασίλη Μαρκεζίνη. Μιλά ρηξικέλευθα, λογικά και σωστά. Του εύχομαι επίσης κουράγιο για ακόμη εντονότερη παρουσία στην δημόσια ζωή. Ο Καθηγητής Βασίλης Μαρκεζίνης είναι μια ωραία και τίμια στοχαστική μορφή. Ένας ανιδιοτελής στοχαστής που όπως ο ίδιος τονίζει δεν ντρέπεται να αγαπά την πατρίδα του, να μην τρέφει προκαταλήψεις για τους “Άλλους” αλλά συνάμα να τους βλέπει ορθολογιστικά, να νοιάζεται για τα συμφέροντά της χώρας που τον γέννησε, να μιλά ειλικρινά και χωρίς ιδεολογικές προκαταλήψειςγια την Ελλάδα και να θεμελιώνει τα επιχειρήματά του βασανιστικά και ακούραστα. Στον ροκανισμένο χώρο της πολιτικής σκέψης, των ιδρυμάτων της και των φορέων της, δυστυχώς ο στοχαστές όπως ο Βασίλης Μαρκεζίνης δεν είναι ο κανόνας αλλά η εξαίρεση.

    Υστερόγραφο: Στον εκλεκτό συνάδελφο Καθηγητή Βασίλη Μαρκεζίνη, τολμώ να δώσω μια μόνο “συμβουλή”: Αν μπορεί, να αγνοήσει επιδεικτικά τις βέβαιες και σχεδόν αναπόφευκτες “δολοφονίες χαρακτήρα” που θα ακολουθήσουν τις δραστήριες παρεμβάσεις του που εξ αντικειμένου θίγουν κατεστημένα συμφέροντα συμβατικών εξωπολιτικών φορέων. Στην παρούσα συγκυρία οι παρεμβάσεις του επενεργούν ανασταλτικά στις διολισθήσεις μας οι οποίες συρρικνώνουν την εθνική μας ανεξαρτησία (βλ. και το άρθρο στο Έθνος της Κυριακής, αναρτημένο εδώ στις 24.10.2010). Στο παρελθόν, κάποιοι από εμάς δείξαμε απελπισία και αφελώς δοκιμάσαμε να συζητήσουμε δημόσια με “ειδικούς της δολοφονίας επιστημονικών χαρακτήρων”. Κάποια στιγμή αποκτήσαμε ανοσία κατά των άδικων και δηλητηριωδών επιθέσεων. Τώρα, καλό θα ήτανε κάποιος που ενδιαφέρεται για σοβαρές επιστημονικές παρεμβάσεις, εξαρχής να διαθέτει μια τέτοια ανοσία κατά των δολοφονιών χαρακτήρα. Βέβαια, δεν γνωρίζω κάποιο … εμβόλιο κατά “δολοφόνων επιστημονικού χαρακτήρα”. Μπορώ εν τούτοις να υπενθυμίζω και τα εύστοχα λεγόμενα ενός αείμνηστου συναδέλφου μας: Δημήτρης Τσάτσος: [ενώ ακόμη και η ζούγκλα υπόκειται σε κάποιους κανόνες ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα τους στερείται:] «Ο διάλογος καθορίζεται από τους οπλοφορούντες. Με τους οπλοφορούντες συμφωνείς ή εκτελείσαι. Χυδαιογραφούντες και χυδαιοπραγούντες αλλά και έμμεσα όσοι τους στηρίζουν (…) γενικεύουν τον διάλογο καθιστώντας έτσι πολλούς τμήμα μιας διαδικασίας που θυμίζει και μυρίζει χοιροστάσιο» (Το ΒΗΜΑ, 5.11.1995).

  9. Ο κ. Beriev (αγγλιστί), ο κ. Alexandros (αγγλιστί) και ο κ. Ifestos (αγγλιστί) – ο κ. “takeaction” (επίσης αγγλιστί), που έχει μετά την υβριστική “αποκάλυψη” Γεωργάνα αρμοδίως εξαφανιστεί – έχουν όλοι αποφύγει (και ο admin επίσης μέχρι στιγμής) να απαντήσουν στο συγκεκριμένο ερώτημα:
    ΙΣΟΥΝΤΑΙ Ή ΟΧΙ ΜΕ ΦΙΜΩΣΗ ΟΙ ΒΡΙΣΙΕΣ ΚΙ ΟΣΟΙ ΑΠΟΠΕΙΡΩΝΤΑΙ ΝΑ ΦΙΜΩΣΟΥΝ ΑΛΛΟΥΣ, ΨΕΥΔΩΝΥΜΟΙ, ΑΝΩΝΥΜΟΙ ΚΑΙ ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΥΝΤΕΣ (αγγλιστί ή αλλιώς), ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΟΥΝ ΜΕΣΑ! “Άλλο η Ελευθερία Έκφρασης”, έγραψα, “κι άλλο η Ασυδοσία”. Και: “Μόνο παρηκμασμένοι δεν το ξέρουν κι ακόμα πιο παρηκμασμένοι είναι όσοι το ξέρουν και το παραβλέπουν”.
    Αντί απαντήσεως, λοιπόν, επιδόθηκαν οι ανωτέρω αγγλόνυμοι σε γενικολογίες υπέρ Βασιλείου Μαρκεζίνη (μπας και ξεφύγουν από το ερώτημα;), ο δε κ. Ifestos επιδόθηκε σε ακατάσχετους επαίνους, σε ταύτιση απόψεων, μέχρι και σε αυτο-εξομοίωσή του με τον (προσωπικά γνωστό του) κ. Μαρκεζίνη!!
    Και, ομολογώ ότι δεν είμαι σίγουρος αν κατάλαβα καλά τις τελευταίες γραμμές τού προς Μαρκεζίνη και Εαυτόν εγκωμίου του. Με τους “οπλοφορούντες, χυδαιογραφούντες και χυδαιοπραγούντες” εννοεί τους ψευδωνύμως μασκοφορούντες (αγγλοψευδωνύμως ή άλλως), που κυκλοφορούν αυτήν ταύτην τη στιγμή εν τω Αντιβάρω; Αν έτσι έχουν τα πράγματα, νά κι ένα σημείο που θα συμφωνήσουμε! Αλλά, πάλι, αυτό θα έπρεπε να το είχε κάνει ντόμπρα και ευθέως κι όχι μέσα από ένα συνονθύλευμα άνω και κάτω τελειών, παρενθέσεων, αγκυλών, αποσιωπητικών, εισαγωγικών και βάλε! – που συσκοτίζουν αντί να φωτίζουν.

  10. @ κ. Ροδίτη

    Πότε σε έβρισα εγώ καλέ μου κύριε;

    Δείξε μου που και θα σου ζητήσω άμεσα συγνώμην.

  11. Κάθε τόσο έλεγα, μα είναι δυνατόν και αυτός κλέφτης και αυτός ψεύτης και αυτός άχρηστος….Πριν λίγα χρονια έπεσε στα χερια μου ένα βιβλίο του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, το οποιο είναι κυρίως αφιερωμένο στον Μέγα Αλέξανδρο, αλλα όχι μονο και μάλιστα νομίζω ήταν και γραμμένο για να δοθεί σε σχολεια. Γραφει λοιπόν εκεί, αυτός ο τεράστιος πολιτικός, ότι οι Έλληνες ήταν εκείνοι που εξήγησαν στους Ρωμαίους, γιατί οι Ρωμαίοι πέτυχαν και έφτιαξαν αυτήν την αυτοκρατορία. Οι Ρωμαίοι πίστευαν στην τύχη παρα πολύ, ώσπου λοιπόν ήρθαν οι Έλληνες να τους εξηγήσουν πως οι επιτυχίες τους δεν οφείλονται στην τύχη, αλλα στο πολιτειακό τους σύστημα! Το δικό μας λοιπόν σύστημα είναι η αιτια των δεινών μας, το δικό μας σύστημα έχει φτιαχτεί για να παράγει σκάρτους και μετά τη μεταπολίτευση τελειοποιήθηκε ώστε σίγουρα να μην μπορεί να παράγει μεγάλους πολιτικούς, να μην μπορεί να ξεφύγει κανεις. Έτσι ακόμα και αν κάποιος ξεκινήσει καθαρός, με όραμα και όνειρα, καταλήγει αναπόφευκτα σκάρτος. Το δικό μας σύστημα είναι ένα βαθιά τυραννικό σύστημα βασισμένο στη θεωρία του Περιάνδρου. Δε θυμάμαι ποιος τύραννος ήταν που είχε ζητήσει τη συμβουλή του για το πως θα κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερο την εξουσία του και όπως περπατούσαν μετά την ερώτηση αυτή ο Περίανδρος άρχισε να κόβει τα καλύτερα και πιο ψιλά σιτάρια στο χωράφι, τότε ο άλλος τύραννος του είπε, καταστρέφεις τη σοδειά σου περιανδρε το έχεις καταλάβει, για να του απαντήσει εκείνος πως αυτό έπρεπε να κάνει και εκείνος για να κρατήσει την εξουσία! Σήμερα κόβονται τα καλύτερα στάρια με διαφορες μεθόδους δεν είναι απαραίτητη η φυσική εξόντωση. Το σύστημα αυτό λοιπόν ξεκινάει από το πανεπιστήμιο. Εκεί βλέπεις πιτσιρικάδες όλο ζωή, πολλούς με άποψη με σφρίγος να μπλέκουν σε αυτό τον άθλιο μηχανισμό και να γίνονται πιόνια του κάθε ανάξιου λόγου, που σπουδάζει 15 χρονια έχοντας μισθό από τη νεολαία του κόμματος και του κάθε καρεκλοκένταυρου καθηγητή που θέλει να εκλεγει πρύτανης, που στο Theo σας τι δουλειά έχει ο φοιτητής να ψηφίζει τον πρύτανη του πανεπιστημιου! Αυτοί λοιπόν καταλήγουν να τσακώνονται για τον Βελουχιώτη και τον εμφύλιο συνήθως, αυτοί είναι οι καλύτεροι οι πιο ευαίσθητοι, οι οποιοι παρασύρονται από τις σειρήνες της αριστεράς, μέχρι να μεγαλώσουν και είτε να γίνουν μέλη του Πασοκ και να συμβιβαστούν με κάποια θέση στο δημόσιο, στη βουλή, αν σκυψουν και πιο πολύ το κεφάλι μπορεί να βάλουν και για βουλευτές! Υπάρχουν και οι άλλοι, οι οποιοι βλέποντας τα χαλια των παρατάξεων αποστασιοποιούνται, τελειώνουν το πανεπιστήμιο όσο πιο γρήγορα και φεύγουν μη θέλοντας να ασχοληθούν ποτε ούτε από μακριά με αυτό που λέγεται πολιτική στην Ελλάδα. Όμως αυτό δεν είναι πολιτική είναι κομματική, στην Ελλάδα δεν κάνουμε πολιτική, αλλα κομματική και τα αποτελέσματα είναι διαφθορά, εθνομηδενισμος άσχετου ιδεολογικού υποβαθρου, συμβιβασμοί και ψέματα για ψηφαλάκια η για βόλεμα, ανάλογα από τη μεριά που το βλέπει κανεις. Αυτά όμως όλα μπορεί να τα ανεχτεί κάποιος αν είναι μέτριος η κακός η αν αναγκαστεί να συμβιβαστεί να γίνει μέτριος η κακός. Οι άλλοι θα ψάξουν για κάτι άλλο, ασχέτως αν θα τα καταφέρουν, όμως όπως και να έχει η μετριότητα εν τελει θα βασιλέψει. Όταν θα συμβιβαστείς με τη μετριότητα, τότε μπορεί να πέσεις και στην παγίδα της διαφθοράς, άλλωστε “όλοι το κάνουν” η αλλιώς απλώς δε θα ασχολείσαι θα ζεις μια ήσυχη ζωή όπου άλλοι θα αποφασίζουν για σένα και όσο τα πράγματα δεν είναι και επικίνδυνα λες δεν πειράζει αστούς, έτσι όλο και πιο πολύ κλείνει το επάγγελμα. Το θέμα είναι ότι φτάσαμε σε ένα σημείο όπου τα πράγματα δεν πηγαίνουν άλλο στον αυτόματο, πρέπει να βάλουμε και εμείς το χέρι μας. Η κυριαρχία των σκάρτων όμως σημαίνει πως οι σκάρτοι θα βάλουν το χέρι τους, γιατί δεν υπάρχουν άλλοι, οποτε τα αποτελέσματα δε θα είναι και τόσο καλά…. Το παραπάνω σύστημα σημαίνει πως οι φωνές σαν του Κυριου Μαρκεζίνη και σαν του Κυριου Ηφαίστου είναι παραπaνω από απαραίτητες, αντίθετα με αυτό που λέει ο Κύριος Μαρκεζίνης εγώ θα τον προέτρεπα να ασχοληθεί με την πολιτική αν και ήδη το κάνει μέσω των βιβλίων του, όχι με την κομματική βεβαίως, αλλα με την πολιτική. Και δεν είναι μόνον αυτοί, είναι και άλλοι πνευματικοί άνθρωποι, τους οποιους τους έχουμε ανάγκη τώρα! Παρα το ότι και αυτός ο χώρος νοθεύτηκε από το σύστημα των μετριων και των σκάρτων, ωστόσο υπάρχουν ακόμα πραγματικοί καθηγητές και πνευματικοί άνθρωποι και μέσα και έξω από την Ελλάδα και η Ελλάδα τους αφορά, μας αφορά όλους μας, το κράτος δεν είναι κράτος μόνον των μέσα ούτε υπάρχει για να εξυπηρετεί μόνον τους μέσα, το κράτος έχει φτιαχτεί για να υπηρετεί όλους τους Έλληνες, να δουλεύει για όλους τους Έλληνες και το αντίστροφο, να θρέφεται και να στηρίζεται από όλους τους Έλληνες όπου και αν είναι! Δέστε ως παράδειγμα το Israel και την Εβραϊκή ομογένεια…….. Επίσης, κάτι τελευταίο η πολιτική δεν είναι προτέρημα ούτε των γιατρών ούτε των δικηγόρων, ούτε των διδακτόρων, η πολιτική είναι υποχρέωση όλων, η πιο μεγάλη προσωπικότητα στη νεότερη Ελλάδα δεν ήξερε να γραφει το όνομα του, ο πιο επιτυχημένος Πρόεδρος στη Βραζιλία δούλευε στα ορυχεία και η πιο σημαντική πολιτικός της Μεγάλης Βρετανίας ήταν Χημικός. Αυτό σημαίνει ότι είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να είμαστε απολύτως ενημερωμένοι για τα εθνικά ζητήματα και για ο,τι συμβαίνει στη χωρα και να έχουμε άποψη και όχι να μην ξέρουμε το status του Αιγαίου για παράδειγμα. @Beriev Αυτό ακριβώς λέω κι εγώ κερδίζεται, αλλα δεν μπορεί να κερδηθεί μέσα από το υπάρχον σύστημα, θα πρέπει το σύστημα αυτό να εξαναγκασθεί σε παραίτηση. Ο Λαός σε συνδυασμό με τον πνευματικό κόσμο, σε συνδυασμό με τις ένοπλες δυνάμεις, και τους δικαστικούς, μπορούν να ρίξουν αυτή τη δικτατορία μόνον, και να οδηγήσουν τα πράγματα σε πραγματική δημοκρατία μέσω μιας εθνοσυνέλευσης και ενός νέου πολιτειακού συστήματος! Ο Κύριος Μαρκεζίνης γραφει για τα σκάνδαλα και τη διαφθορά, αλλα εγώ θα προσθέσω και τα ψέματα των προεκλογικών εκστρατειών, τα οποια εκμαιεύουν την ψήφο του κόσμου, και τα οποια για κάποιον ανεξήγητο λόγο στην Ελλάδα θεωρούνται αυτονόητα! Όμως αυτή η ψευδολογία είναι εγκληματική ενέργεια ποινικά κολάσιμη κα ναι η κάθαρση είναι απαραίτητη και οι τιμωρίες πρέπει να είναι παραδειγματικές, αυτοί που τόσα χρονια λυμαίνονται τη χωρα με τις αποφάσεις τους πρέπει να τιμωρηθούν παραδειγματικά. Δεν μπορεί να βγαίνει ο άλλος και να λέει λεφτά υπάρχουν, να αλλοιώνει τα στατιστικά στοιχεια της χώρας άλλος να κρύβει συνειδητά στοιχεια, που πρέπει να δοθούν στις φορολογικές αρχές και δεν ξέρω αν έχουν δοθεί ακόμα, άλλoς να παραδέχεται ότι έχει κλέψει και όλοι αυτοί να κυκλοφορούν ελεύθεροi και να έχoun και άποψη….

    Ποτε σε έβρισα εγώ εσένα Κύριε Ροδίτη και ποτε έβρισα γενικότερα? Ακόμα δεν καταλαβαίνεις ότι αυτά περί ανωνυμίας δεν έχουν βάση? Όσο για το Ηφαιστός έλεος, δεν κατάλαβες ότι πρόκειται για τον Κathigith Ήφαιστο?

  12. Δεν είναι τον εαυτό μου που υπερασπίζομαι. Θα έπρεπε να το είχατε διακρίνει αυτό. Δεν είναι τίποτε περίπλοκο. Κι απευθύνω ξανά το μήνυμα-ερώτημα, το οποίο δεν έπρεπε καν να υπάρχει ανάγκη να το γράψω. Έπρεπε να ήταν αυτονόητο κι όλοι να προστρέχατε να υπερασπιστείτε τον υβριζόμενο αμέσως. Αντ’ αυτού κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε και βεβαίως “διερωτάστε” πού είναι το κακό με τα ψευδώνυμα και ΑΝ… υπάρχει κατάχρησή τους!!
    Ξανά, λοιπόν, Έλληνες:
    “…τον Γεωργάνα θα τον βρίζω και γνωρίζει πολύ καλά ο τελευταίος τους λόγους…”, λέει ο “Ελευθέριος”!
    Ξέρει και η διοίκηση του Αντίβαρου τους λόγους για τους οποίους επιτρέπει στον “Ελευθέριο” να βρίζει τον Γεωργάνα – και ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΕΤΟΙΟΙ ΛΟΓΟΙ, κατά τη γνώμη της διοίκησης, που νομιμοποιούν τις υβρισίες;
    Οπότε και του κ. Μαρκεζίνη μάς ενδιαφέρει επί του συγκεκριμένου ερωτήματος η γνώμη, ίσως πολύ περισσότερο από τα μακροσκελή άρθρα περί ανατροπής της παρακμής. Ιδού, απτή η παρακμή. Ποια είναι η άποψή του;
    Εγώ είπα και επιμένω: ΟΙ ΒΡΙΣΙΕΣ ΙΣΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΦΙΜΩΣΗ ΚΙ ΟΣΟΙ ΑΠΟΠΕΙΡΩΝΤΑΙ ΝΑ ΦΙΜΩΣΟΥΝ ΑΛΛΟΥΣ, ΨΕΥΔΩΝΥΜΟΙ, ΑΝΩΝΥΜΟΙ ΚΑΙ ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΥΝΤΕΣ, ΜΕΣΑ. Άλλο η Ελευθερία Έκφρασης κι άλλο η Ασυδοσία. Μόνο παρηκμασμένοι δεν το ξέρουν κι ακόμα πιο παρηκμασμένοι όσοι το ξέρουν και το παραβλέπουν.

  13. – Αν το ότι κατηγορώ τον Γεωργάνα για αρκετά ατοπήματα -τα περί “αμαρτωλού” δεν αξίζουν σχολιασμού- με καθιστά αναμάρτητο, τότε οι συνεχείς κατηγορίες του Γεωργάνα κατά των συνομιλητών του αλλά και του ελληνικού έθνους (ηλίθιοι, τεμπέληδες, κτλ.) τί καθιστούν τον ίδιο;
    – Μήπως ο πατριωτισμός του καθενός πρεπει να κρίνεται λιγότερο βάσει των χαρακτήρων με τους οποίους είναι γραμμένο το ψευδώνυμο/ ονοματεπώνυμο του καθενός και περισσότερο βάσει των απόψεων του;
    – Μήπως η όποια ελευθερία έκφρασης υπάρχει ακόμα στο διαδίκτυο (μια από τις τελευταίες ελευθερίες που απομένει σε μια κοινωνία που τείνει να επεμβαίνει όλο και περισσότερο στη ζωή του ατόμου) βολεύει την εξουσία και τα φερέφωνα της;

    Υπενθυμίζω, ωστόσο, ότι αν θέλετε να βρείτε κάποιον χρήστη δεν είναι δύσκολο ακόμη και αν χρησιμοποιεί ψευδώνυμο. Επίσης, ότι και εσείς και ο Γεωργάνας μπορείτε να χρησιμοποιείτε και δεύτερο username για να υβρίζετε τους “αντιπάλους” σας.
    Αν και, για να λέμε τα πράγματα όπως είναι, το κάνετε αυτό μια χαρά και με τα πραγματικά σας ονόματα. Είναι όμως τα πραγματικά ονόματα ή όχι; Προσοχή: δεν λέω ότι δεν είναι – ούτε και με ενδιαφέρει ιδιαίτερα αυτό. Θα μπορούσε, όμως, π.χ. με το όνομα Γεώργιος Γεωργάνας να γράφει ο Μανώλης Σηφακάκης αλλά και το αντίστροφο. Αυτό που λέω είναι ότι αυτή η “ελευθεριότητα” που υπάρχει όσον αφορά τα ονόματα των χρηστών ισχύει για όλους και δεν βλέπω κάποια αδικία σε βάρος σας.

  14. Δυστυχώς, κ. takeaction, ελάχιστα από αυτά που λέτε δεν είναι σοφιστείες. Κι από τη μια είναι καλό αυτό γιατί αποκαλύπτουν ότι κάπου αντιληφθήκατε το λάθος σας, το οποίο σε πρώτο στάδιο εγώ προσωπικά συγχωρώ γιατί απλώς ενεργήσατε μέσα στο γενικότερο παρακμιακό κλίμα, που θα έπρεπε τελικά κάποιος να το υποδείξει για να το υποψιαστείτε.
    Δεν θέλω να δημοσιεύσω ξανά ούτε το δικό σας ευθέως υβριστικό κείμενο κατά Γεωργάνα και πολύ λιγότερο θέλω να δημοσιεύσω ξανά εκείνο του “Ελευθέριου” που περιείχε 12 χαρακτηρισμούς-βρισιές μέσα σε 8 μόνο γραμμές, το οποίο προκάλεσε παρατήρηση από τη διοίκηση, αλλά πολύ ήπια, που δεν έδειξε να πιάνει τόπο.
    Εγώ ζήτησα και το επαναλαμβάνω μιλώντας σε Έλληνες: Τα ψευδώνυμα είναι επιπρόσθετος λόγος κόσμιας συμπεριφοράς στο γράψιμο κι όχι το αντίθετο. Κι υπήρξαν εδώ απίστευτα κρούσματα. Πρώτοι όσοι χρησιμοποιούν ψευδώνυμα όφειλαν να βάλουν στη θέση τους εκείνους που εκτράπηκαν. Οπότε μη ρωτάτε αν με βρίσατε προσωπικά. Σαν Έλληνας ένιωσα προσβλημένος από τη δική σας έλλειψη ευαισθησίας.

  15. Είναι ωστόσο χωρίς αστεία και αηδιαστικό να βλέπει κανείς έναν αυτοεπαιρόμενο “πνευματικό” άνθρωπο, τον Ροδίτη, να εκσφενδονίζει τούβλα τήδε κακείσαι, να κλείνει τα μάτια στη διεφθαρμένη κι εξωνημένη μέχρι τα μπούνια πολιτική ηγεσία, να καθυβρίζει με μειωτικούς και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς όποιον έχει αντίθετη από τη δική του άποψη και ταυτόχρονα να εγκαλεί το Αντίβαρο και τον πάσα ένα να τοποθετηθεί επί της παρακμής!

    Κι επειδή τον καημένο έτσι που έχει καταντήσει να ξεφωνίζει “Τι παρακμή, τι παρακμή!” κανείς πλέον δεν του δίνει σημασία, θα του κάμω εγώ τη χάρη για να μη νοιώθει έτσι παραπεταμένος.

    http://www.youtube.com/watch?v=Pv-JxiHLdhQ

    Άντη, μη μας κακολογείς, δεν έχουμε πεντάρα. Πάμπτωχα παιδιά
    είμεθα, ξεπεσμένοι στα κέντρα τα φθηνά…

  16. Αγαπητέ κύριε Ροδίτη, θα μου επιτρέψτε να σας δώσω μία συμβουλή. Να απαλλαγείτε από την κακή συνήθεια του «καλού μαθητή», ο οποίος όποια σκανδαλιά δει στους συμμαθητές του την μεταφέρει στον δάσκαλο για την απαραίτητη τιμωρία. Δάσκαλος δεν είμαι, παιδιά δεν είστε. Ούτε εσείς, ούτε οι υπόλοιποι.

    Το διαδίκτυο είναι ένας άγριος τόπος. Επωνυμία δεν υπάρχει. Είναι φάντασμα. Μην πλανάστε. Οποιοσδήποτε μπορεί να χρησιμοποιήσει το username Άντης Ροδίτης.

    Θα σας παρακαλούσα να συνεχίσετε τον διάλογο επί του θέματος. Θέμα, κάθε φορά, είναι το άρθρο το οποίο σχολιάζετε. Όλα τα υπόλοιπα είναι περιττά. Η πληθώρα περιττών σχολίων δείχνει ασέβεια στον χώρο και στο κείμενο.

    Τέλος, να πω και στο εξής: οι αρχές λειτουργίας του σχολιασμού εφαρμόζονται με ακριβώς τον ίδιο τρόπο σε όλους. Δεν κόβονται μηνύματα, δεν υπάρχει λογοκρισία.

    Επιτρέψτε μου επίσης να σας πω ότι δεν έχω ιδέα τι εννοείτε με το ότι «γνωρίζω τους λόγους» που ο τάδε βρίζει τον δείνα. Τα σχόλια τα διαβάζω εντελώς καθυστερημένα και επί τροχάδην, έαν μάλιστα τα διαβάζω. Δίνετε την εντύπωση ότι είστε αθλητής του αθλήματος στο οποίο οι νεοέλληνες είναι αδιαφιλονίκητοι παγκόσμιοι πρωταθλητές: στη βεβιασμένη εξαγωγή συμπερασμάτων.

    Επανέλθετε στην ουσία και στον διάλογο. Όποιον θέλετε να τον αγνοιείτε, αγνοήστε τον.

    Εύχομαι και ελπίζω στην αυτο-οργάνωση της κοινότητας των σχολιαστών. Με την τακτική σας δίνετε τροφή σε παρασιτικά φαινόμενα, αντί να τα απωθείτε.

    Συνεχίστε σαν να μην υπάρχω. Εξάλλου, δεν παρεμβαίνω παρά σπάνια. Ούτε να σχολιάσω, ούτε να δράσω. Ούτε καν, συνήθως, να διαβάσω.

    Τα ίδια ισχύουν για όλους. Απευθύνομαι στον κ. Ροδίτη επειδή το δικό του σχόλιο διάβασα πρώτο. Με αφορμή αυτό τα γράφω για όλους ανεξαιρέτως.

    Ανδρέας Σ.

  17. Κύριε Ροδίτη, παρόλο που κόπτεσαι για υβριστές κλπ., αφιέρωσες αρκετό χώρο για να με κατηγορήσεις, ενώ τώρα αποφεύγεις με αστείο τρόπο να σχολιάσεις την απάντηση μου.
    Πάλι καλά που δεν ζήτησες και συγγνώμη εκ μέρους μου προς τον Γεωργάνα για το προηγούμενο σχόλιο μου. Για τον συγκεκριμένο έχω αρκετά σαφή άποψη και αυτή πάνω – κάτω εμπερικλείεται στο εν λόγω σχόλιο. Αν αποδειχτεί ότι κάνω λάθος θα του ζητήσω πρώτος συγγνώμη – δεν χρειάζονται μεσάζοντες.

  18. Πρώτον, κύριε admin, δεν υπήρξα ποτέ καλός μαθητής. Πολύ μέτριος, μάλιστα υπήρξα και σε σχεδόν μόνιμη αντιπαράθεση με τις αρχές του σχολείου που επέβαλλαν απόλυτη τάξη και πειθαρχία.
    Καλός μαθητής μάλλον εσείς πρέπει να υπήρξατε αν κρίνει κανείς από την ετοιμότητα με την οποία ανατρέξατε στα γελοία εκείνα χρόνια για να αντλήσετε παραδείγματα υπεκφυγής ευθύνης. Δασκαλος δήθεν που βρίσκει το μπελά του από ανιαρές καταγγελίες μαθητών σε βάρος άλλων!!
    Αν έτσι καταλάβατε το όλο θέμα, μια είναι εξήγηση: Ότι αυτό το οποίο πρωτίστως καταλαβαίνετε και ασφαλώς διαπρέπετε είναι η τεχνική διαχείριση της ιστοσελίδας και πέραν τούτου, μην είμαστε και πλεονέκτες! Οπότε, λυπούμαι, αλλά τεχνικής φύσεως συμβουλές μόνο μπορώ ευχαρίστως να δεχτώ από σας.
    Διαβάζω γραμμή με γραμμή τη συνέχεια τού σε στυλ παλιού αγγελτηρίου κηδείας (μαύρη κορνίζα) μήνυματός σας και σας απαντώ:
    Ώστε “το διαδίκτυο είναι ένας άγριος τόπος”; Έτσι, το βρήκατε, υποθέτω, έτσι το συνεχίζετε. Βλέπετε που σας το έλεγα; Απότον Ηρόδοτο μάθαμε (κι όχι στο σχολείο) ότι οι Έλληνες έπαιρναν από τους ξένους, αλλά αφομοίωναν, αναβάπτιζαν, άλλαζαν προς τα καλύτερο, το ευγενέστερο ελληνικό, βάρβαρους και άγριους τρόπους και συνήθειες των ξένων.
    Οπότε δεν εκπλήττομαι που εκπίπτετε κι εσείς στις σοφιστείες, τάχα οποιοσδήποτε μπορεί να γράφει ως “Άντης Ροδίτης”! Τότε τι περιμένετε; Δώστε το “Άντης Ροδίτης Β” στον “Ελευθέριο”, ας πούμε, να συνεχίσουμε και επί το αγριότερο αυτόν τον “άγριο τόπο” των Εγγλέζων!
    Και ποιος σας είπε να… κόβετε μηνύματα ή να κάνετε λογοκρισία; Αυτό είναι το μάξιμουμ της αντίληψής σας πάνω στο θέμα της αντιμετώπισης της βαρβαρότητας “Ελευθέριου” και “takeaction” εις βάρος Γεωργάνα;
    Και, τι θα λέγατε, αν άρχιζα κι εγώ να παίζω χυδαία και κοροϊδευτικά με το όνομα “Σταλίδης”, όπως έκανε ο “Ελευθέριος” με το όνομα “Ροδίτης”;
    Πτωχό επίσης είναι το συμπερασμά σας επί τού ότι εγώ νομίζω, τάχα, ότι εσείς βρίσκεστε εκεί ανά πάσα στιγμή και… ελέγχετε παν εισερχόμενο μήνυμα! Στις απαράδεκτες περιπτώσεις “Ελευθέριου” και “takeaction” εις βάρος Γεωργάνα, είχατε μέρες μπροστά σας για να εννοήσετε και να αντιδράσετε ως υπεύθυνος της ιστοσελίδας.
    Και ασφαλώς θα αγνοήσω όποιον θέλω να αγνοήσω! Δεν περίμενα να μου το πείτε για να το κάνω! Ότι δε με την τακτική ΜΟΥ δίνω “τροφή σε παρασιτικά φαινόμενα”, τι να πω, μάλλον με παιδάκια θα πρέπει να έμπλεξα εδώ. Εγώ γέννησα και τρέφω τις κακοήθειες του “Ελευθέριου” και του…”takeaction”;
    Τελιώνοντας, σας λέω ότι παρεμβένετε σπάνια γιατί μάλλον δεν γνωρίζετε πότε πρέπει να παρέμβετε.
    Κάτι πολύ σημαντικό σε αυτή την απόφασή σας να ξεκινήσετε αυτή την ιστοσελίδα, σας διαφεύγει.
    Και όσο για την τελευταία φράση σας, ότι όλοι στο ίδιο καζάνι “βράζετε” κι εγώ άρπαξα τον πρώτο που περνούσε, τον Ροδίτη, τι να πω; Άγριος τόπος είναι κι… όποιον πάρει ο χάρος!
    Πάντως, ναι, το παραδέχομαι. Ήταν σπουδαία εμπειρία. Γνώρισα μιαν Ελλάδα από πρώτο χέρι που δεν παραδεχόμουν ποτέ και σε κανένα ότι ήταν δυνατό να υπάρχει.
    Και μια απορία που δεν είναι ανάγκη να απαντήσετε: Είναι αυτή η πρώτη και η μεγαλύτερη major crisis που αντιμετώπισε το Αντίβαρο στα χρονικά του; Γιατί αν είναι, το θέμα παίρνει μιαν άλλη διάσταση, ΙΣΤΟΡΙΚΗ θα έλεγα. Η κυρίως Ελλάς ξανά σε κρίση με την Κύπρο!
    Σας εύχομαι ό,τι καλύτερο.

  19. Καλή και φίλια η Κύπρος, αλλά βγάζει και πολλούς Ροδίτες, ανθρώπους αμετανόητους, αγύριστα κεφάλια, που περιφέρουν την έπαρσι κι αλαζονεία, την ψευτοπερηφάνεια και την ξιπασιά τους στον κόσμο ετούτο∙ Δεν ανοίγουν τα στραβά τους και τη γκλάβα τους να μπεί λίγος φρέσκος αέρας μπας και δουν το κάρφος στο μάτι τους, παρά παραπονούνται συνεχώς ρίχνοντας το φταίξιμο στους άλλους, που θα ήθελαν να εξαφανίσουν για να κομπορρημονούν και να καυχώνται ότι είναι οι νικητές, τη στιγμή που αυτογελοιοποιούνται και γίνονται ρεντίκολα, κι από πάνω το παίζουν χριστιανοί και πουλάνε μαθήματα περί ηθικής, – “Πάς ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται” – ενώ υπερασπίζονται άλλους χειρότερους από αυτούς, τη στιγμή που το σπίτι τους έχει αρπάξει φωτιά κι η πατρίδα τους ξεπουλιέται. Έχουν αυτοί πρώτοι αδικήσει αλλά δεν ξέρουν τι θα πει συγνώμη κι απτόητοι συνεχίζουν το χαβά τους…

    Τι να κάνουμε, θα το υποστούμε το πικρόν ποτήριον τούτο∙ Ροδίτες υπάρχουν παντού ανάμεσά μας.
    Το φρούτο αυτό ευδοκιμεί ιδιαίτερα μεταξύ των διανοουμενίστικων κύκλων. Δεν έχουμε σκοπό να τους συνετίσουμε. Απλά και πάμπτωχα παιδιά είμεθα, γίνεται τώρα να τα βάλουμε με αυτούς; To μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τους αφιερώνουμε που και που αναλόγως με την περίστασι, από κανένα τραγουδάκι…
    http://www.youtube.com/watch?v=vnKHn6hO6pk

    κι επειδή πολύ καταριούνται την κοινωνία την μπαμπέσα, άντε κι ακόμα ένα:
    http://www.youtube.com/watch?v=he-VZTi6Trg

  20. Πολύ ἐνδιαφέρουσα ἡ ρητὴ ὁμολογία τοῦ διαχειριστοῦ τοῦ «Ἀντιβάρου» ὅτι εἶναι ἀνίσχυρος ἐνώπιον τοῦ ψηφιακοῦ ὄχλου καὶ τῶν ψηφιακῶν τραμπούκων. Ἀκόμη πιὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὅτι δὲν φαίνεται νὰ τὸν στενοχωρεῖ αὐτό. Σχεδὸν φαίνεται νὰ τὸν εὐχαριστεῖ κιόλας. Μόνον πού δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήσσεται πού ὁ ἱστοτόπος, λογικῶς, θὰ μείνει ἕνα βῆμα κλάψας καὶ γκρίνιας χωρὶς καμμία ἀπήχηση σὲ σκεπτομένους ἀνθρώπους. Ἕνα ἀκόμη βῆμα «δομικῆς ἀντιπολίτευσης» ὅπως εἶναι, ἐδῶ καὶ 90 καὶ βάλε χρόνια, τὸ ΚΚΕ. Ἂν πιστεύει τὸ «Ἀντίβαρο» ὅτι μόνον ἡ γκρίνια καὶ ἡ κλάψα ὑπηρετεῖ τὸν πατριωτικὸ χῶρο, καλὸ εἶναι νὰ τὸ ὁμολογήσει ρητῶς καὶ αὐτό. Ἡ δική μου γνώμη εἶναι ὅτι ἡ ἐπὶ μακροὺς χρόνους κατίσχυση τῶν νοητικῶς καὶ συναισθηματικῶς διαταραγμένων, τῶν φωνασκῶν καὶ τῶν τραμπούκων σὲ κάθε πολιτικὸ χῶρο εἶναι ἡ αἰτία γιὰ τὶς περισσότερες συμφορὲς τῆς χώρας μας. Τὸν πατριωτικὸ χῶρο τὸν γελοιοποιοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, δὲν τὸν βοηθοῦν. Καὶ ἀναγνωρίζουν ὅτι εἶναι καὶ μπαρουφολόγοι καὶ κότες μὲ τὸ ὅτι δὲν κοτᾶνε νὰ ὑπογράψουν τίς ἀνοησίες τους μὲ τὸ ὄνομά τους. Φυσικά, δὲν πρόκειται νὰ σταματήσω νὰ ἀγωνίζομαι ἐναντίον τους. Εἶναι καὶ ὡραία διασκέδαση. Ἀλλὰ θλίβομαι πού τὸ «Ἀντίβαρο» συνθηκολογεῖ ἔτσι ἀδιάντροπα μαζί τους. Δὲν τὸ κατηγορῶ, ὅμως. Πολύ καλύτεροι καὶ ἀκεραιότεροί του ἔχουν σκύψει χειρότερα μπροστὰ στὸν ὄχλο.

  21. Αγαπητέ κ. Ροδίτη, ομολογώ ότι με εκπλήσσετε.

    Είστε σοβαρός άνθρωπος. Έχετε συγκροτημένες απόψεις, γράφετε βιβλία, μεταφέρετε τις απόψεις σας με κόσμιο τρόπο. (Σας ευχαριστώ και δημόσια για την αποστολή του βιβλίου σας).
    Έρχεστε στον παρόν ιστοχώρο να σχολιάσετε την αρθρογραφία και δεν γνωρίζω τον λόγο της έντονης καχυποψίας έναντι πάντων από τις πρώτες ημέρες.
    Ακόμα δεν έχω καταλάβει όχι τον λόγο, αλλά και το τι ακριβώς παράπονο έχετε! Ειλικρινά το λέω.
    Αυτά που σας έγραψα (και ιδιωτικά στα μηνύματα που μου στείλατε, αλλά και δημόσια, εδώ), είναι συνοπτικά τα εξής

    1. ανωνυμία – η ανωνυμία είναι πανταχού παρούσα στο διαδίκτυο. Γενικώς. Όχι ειδικώς στο Αντίβαρο. Κανείς δεν γράφει με την αστυνομική του ταυτότητα. Κάποιοι προτιμούν να γράφουν με το ονοματεπώνυμό τους (πχ εσείς, αλλά και εγώ), κάποιοι άλλοι με ψευδώνυμο. Αυτό δεν μπορεί να το παρακάμψει κανείς. Υπάρχουν, ασφαλώς, ορισμένες εξαιρέσεις, αλλά νομίζω ότι είναι αυτονόητες. Εν πάση περιπτώσει, να τις αναφέρω. Ένα σχόλιο (διότι περί σχολίων μιλάμε) αφήνει δύο ίχνη: την ip address και την ώρα. Με αυτά τα δύο, εάν τυχόν κριθεί ότι το σχόλιο (ή η ανάρτηση ή κάτι άλλο) συνιστά ποινικό αδίκημα και ενεργοποιηθεί μία συγκεκριμένη διαδικασία, είναι δυνατόν να ταυτοποιηθεί ο συγκεκριμένος υπολογιστής ο οποίος χρησιμοποιήθηκε. Αν ο υπολογιστής ανήκει σε provider, τότε αυτός μπορεί να ταυτοποιήσει ποιος πελάτης του τον χρησιμοποιούσε εκείνη τη στιγμή. Αν ανήκει σε δημόσια χρήση (ίντερνετ καφέ, κλπ), είναι δυνατόν (πχ από κάμερες) να γίνει κάτι αντίστοιχο. Η δεύτερη περίπτωση, είναι δυσκολότερη, σαφώς, για την ταυτοποίηση. Για παράδειγμα, αυτή χρησιμοποιήθηκε στην πρόσφατη αποστολή του βίντεο του Χριστόδουλου Ξηρού. Οι χάκερς επιχειρούν να παρακάμψουν και την πρώτη διαδικασία προσποιούμενοι ότι συνδέονται μέσα από μία μεγάλη σε μάκρος σειρά ip διευθύνσεων, ώστε σε κάποιο από αυτά τα βήματα να χαθούν τα ίχνη τους.

    2. απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί – αυτό που σας απάντησα ουσιαστικά είναι ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι να καταπολεμήσετε το φαινόμενο από το να απευθύενστε συνεχώς στον διαχειριστή. Είναι λεπτή η θέση του διαχειριστή. Η δική μου άποψη είναι ότι δεν παρεμβαίνω ποτέ. (εκτός από ύβρεις, αλλά και πάλι δεν έχω δει τέτοια φαινόμενα). Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί ή ακόμα και το «τρολλάρισμα» (εριστικά σχόλια με σκοπό να δυναμιτίσουν τόν διάλογο) δεν είναι ύβρεις. Άξονάς μου για τον διάλογο εδώ -και το λέω από την αρχή, και η αρχή είναι πριν από 13 χρόνια!- είναι ότι η κοινότητα των σχολιαστών μπορεί να αυτο-οργανωθεί. Αυτό σημαίνει ότι όταν τυχόν ένας (ή περισσότεροι) χρήστες λειτουργούν καταχρηστικά, οι υπόλοιποι μπορούν να τους αγνοήσουν. Όταν τους αγνοήσουν, τότε αυτοί θα εγκαταλείψουν την προσπάθεια και τον ιστοχώρο και θα καταφύγουν «με τα κουβαδάκια τους σε άλλες παραλίες», διότι η κοινότητα των σχολιαστών δεν θα τους δίνει σημασία. Η θέση του διαχειριστή είναι λεπτή, διότι αν προβεί σε κάποια ενέργεια (πχ σβήσιμο) ενός σχολίου επειδή περιέχει απαξιωτικό χαρακτηρισμό, τότε θα διαμαρτυρηθεί κάποιος άλλος για έναν άλλον αντίστοιχο υποτιθέμενο απαξιωτικό χαρακτηρισμό και αυτή η διαδικασία: αφ’ ενός δεν έχει τέλος, αφ’ ετέρου είναι ιδιαίτερα κοπιώδης για τον διαχειριστή. Εδώ βρισκόμαστε όλοι στον ελεύθερό μας χρόνο. Όλοι. Το ιδανικό για μένα είναι να διεξάγεται η συζήτηση και να μην παρεμβαίνω καθόλου και ποτέ. Ούτε καν για να διαβάσω τι έχει γραφτεί. Να έχω εμπιστοσύνη στην κοινότητα των σχολιαστών ότι το παραμικρό παράσιτο θα το αντιμετωπίσει ώριμα. Όπως σας είπα και ιδιωτικά, μία μόνο δράση θα λάβω κάποτε, εάν κρίνω ότι η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο: να αφαιρεθεί τελείως η δυνατότητα σχολιασμού. Έτσι, θα βρούμε όλοι την ησυχία μας. Προς το παρόν, αυτή η πιθανότητα είναι απομακρυσμένη, ακριβώς επειδή δεν θεωρώ ότι αυτό που συμβαίνει τώρα είναι «major ή minor crisis».

    Αυτό ήταν το νόημα όσων σας είπα.

    Και ξαναλέω τώρα τα ίδια.

    Προσθέτω και το εξής. Θεωρώ «κακό φαινόμενο» (ισάξιο με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς) τον σχολιασμό κάτω από ένα συγκεκριμένο κείμενο όταν δεν αφορά στο συγκεκριμένο κείμενο ή τον συγγραφέα του, αλλά σε προηγούμενους διαλόγους, σε προσωπικές αιχμές και επιθέσεις προς άλλους χρήστες και γενικώς είναι εκτός θέματος. Είναι πράγματι κακό φαινόμενο, από αυτά που θα περίμενα οι υπόλοιποι σχολιαστές να αγνοήσουν και να συνεχίσουν τον σχολιασμό επί της ουσίας.

    Αγαπητέ κ. Γεωργάνα, νομίζω ότι κι εσείς βγάζετε συμπεράσματα από το τίποτα. Που είδατε το «ανίσχυρο»; πού είδατε τον «ψηφιακό όχλο»; πού είδατε τους «ψηφιακούς τραμπούκους»; παρακάτω γενικεύετε! πού είδατε την «κλάψα και την γκρίνια»!! Μα ακριβώς σε αυτό διαμαρτύρομαι! Δεν το καταλάβατε ακόμα; διαμαρτύρομαι για τη συνεχή «κλάψα και γκρίνια»! πού είδατε την «αδιάντροπη συνθηκολόγηση»; ΔΕΝ ΕΧΩ ΙΔΕΑ για τι πράγμα μιλάτε, για ποιους μιλάτε και τι εννοείτε.

    Επιτέλους (όλοι σας), μπορείτε να σχολιάζετε τα κείμενα επί της ουσίας χωρίς εκατέρωθεν βολές, χωρίς απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, χωρίς συνεχή απότανση στον διαχειριστή για να σας λύσει τις διαφορές, χωρίς εριστικά σχόλια, χωρίς «τρολλαρίσματα», χωρίς εύκολα συμπεράσματα για το ποιον ρόλο παίζει ο άλλος, ποιος είναι διπλός χρήστης (ίδιος άνθρωπος – δύο ψευδώνυμα *), ποιον υποστηρίζει ο ένας και ο άλλος, ποιον υποστηρίζει ο διαχειριστής (**) κλπ.

    Αν ναι, θα έχουμε όλοι μας κοινό όφελος

    (*). Πολλοί έχουν κατά καιρούς κατηγορήσει άλλους για διπλό ψευδώνυμο. Δεν έχει τεκμηριωθεί ποτέ από την έλεγχο των ip διευθύνσεων.
    (**). Όπως είπα ήδη σε πολλές περιπτώσεις, εδώ είμαστε ανοιχτοί σε όλες τις απόψεις. Δεν υποστηρίζει ο διαχειριστής ποτέ κανέναν σχολιαστή ή αρθρογράφο. Οι απόψεις, εξάλλου, που δημοσιεύονται πολύ συχνά διαφέρουν 180 μοίρες μεταξύ τους. Γενικώς, η απουσία διάθεσης παρέμβασης του διαχειριστή χρησιμοποιείται συχνά και από τις (όποιες) δύο αντιπαρατιθέμενες πλευρές για να χρεωθεί στην απέναντι πλευρά! Αυτό θα ήταν διασκεδαστικό, αν δεν τα έπαιρναν σοβαρά τα πράγματα ορισμένοι άνθρωποι.

    Εγώ έχω το κεφάλι μου ήσυχο και ακέραιο, διότι τα ίδια λέω σε όλους όσους έχουν κατά καιρούς διαμαρτυρηθεί. Μα ακριβώς τα ίδια. Και μα ακριβώς σε όλους. Κύριε Ροδίτη, επειδή νομίζω έχουμε έναν κοινό γνωστό, ο οποίος παρακολουθούσε το Αντίβαρο από τα πολύ πρώτα του βήματα, κάντε μου τη χάρη και ρωτήστε τον αν όλα αυτά που γράφω εδώ δεν είναι στο ακέραιο ακριβώς τα ίδια με όσα θα περίμενε να γράψω ή με όσα έχει δει η δική του εμπειρία συνεχώς από εκείνα τα πρώτα βήματα ως σήμερα.

    Έχουμε στο πάνω μέρος αυτού του διαλόγου, ένα αξιόλογο κείμενο 9500 λέξεων από έναν διακεκριμένο Έλληνα Ακαδημαϊκό του εξωτερικού. Μία βαρυσήμαντη παρέμβαση στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Και χάνουμε τον χρόνο μας με ασήμαντες λεπτομέριες και μικροεκνευρισμούς. Κρίμα.

    Είμαι φύσει αισιόδοξος άνθρωπος. Εύχομαι και ελπίζω τα επόμενα σχόλια να αφορούν αποκλειστικά στο περιεχόμενο του ανηρτημένου κειμένου και όχι σε ανέξοδες αντιδικίες. Θα φτιάξω τις επόμενες ημέρες μία ειδική σελίδα «περί του διαλόγου στο Αντίβαρο» για αντίστοιχες συζητήσεις.

    Ανδρέας Στ.

    ΥΓ: Για τη «μαύρη κορνίζα» θα σας πω ότι είναι ένα χαρακτηριστικό του “theme” που χρησιμοποιεί το Αντίβαρο. Ήταν καινούργιο χαρακτηριστικό σε μία πρόσφατη ανανέωση (update) που έγινε προ μηνών. Το βρήκα κι εγώ αντιαισθητικό και έψαξα κάποτε να δω πώς μπορεί να αφαιρεθεί, αλλά δεν τα κατάφερα. Κάποια φορά θα το ξανακοιτάξω.
    ΥΓ2: όσο για το τι έκανε ο κάθε χρήστης και εναντίον ποίου έγραψε, ειλικρινά δεν το έχω παρακολουθήσει.

    ΥΓ3: η σελίδα με τις αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται ο διάλογος δημιουργήθηκε και εκεί μπορεί να συνεχιστεί η σχετική συζήτηση. Εδώ, ας μείνουν να σχολιάζουν το παρόν κείμενο. Ευχαριστώ. http://www.antibaro.gr/dialogos

  22. Μα κύριε Σταλίδη,
    Με κατηγορείτε εμένα (που πολύ λάθος συμπεράνατε ότι ήμουν ένας κλασσικός “καλός μαθητής”) ότι μπήκα στο Αντίβαρο ως καχύποπτος σχολιαστής αντί…… αλήθεια τί; Καλόβολος γιέσμαν, ας πούμε; Ή τρομοκράτης τύπου “Ελεύθεριος”, ας πούμε; Σόρρυ, που σας απογοήτευσα!
    Δείχνετε να έχετε περισσότερα να μάθετε από μένα, τον “έντονα καχύποπτο” από όσα πίστεψα χθες.
    Ειλικρινά, λέτε, δεν καταλάβατε ακόμα ποιο είναι το “παράπονό” μου.
    Αυτό ούτε με εκπλήττει ούτε με αποθαρρύνει. Θα το επαναλάβω, λοιπόν: Το “παράπονό” μου είναι με συγκεκριμένους “σχολιαστές” οι οποίοι κρυβόμενοι πίσω από ψευδώνυμα ή όχι, επιζητούν ΒΡΙΖΟΝΤΑΣ ΝΑ ΦΙΜΩΣΟΥΝ ΑΛΛΟΥΣ ΣΧΟΛΙΑΣΤΕΣ. Πώς μπορώ να το τονίσω αυτό; Αν είναι τόσο δύσκολο να εννοήσετε ότι αυτοί που βρίζουν (“Ελευθέριος” και “takeaction”) επιζητούν τη φίμωση των υβριζομένων, δεν μπορώ να κάνω περισσότερα. Γνωρίζω σχετικά καλά ελληνικά, αλλά δεν μπορώ αυτό να το εκφράσω σαφέστερα ή πειστικότερα και φοβούμαι ότι το πρόβλημα πρέπει να το αναζητήσετε στη δική σας πλευρά.
    Συνεχίζω σχολιάζοντας τις παρατηρήσεις σας:
    1. Δεν με ενδιαφέρει αν “η ανωνυμία είναι πανταχού παρούσα στο διαδίκτυο”! Με τις υγείες τής ανωνυμίας και με τις υγείες τού διαδικτύου. ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ, όμως, πολύ όταν ένας χρησιμοποιεί την ανωνυμία τρομοκρατώντας άλλους με χαρακτηρισμούς και βρισιές ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΟ ΣΤΟΜΑ. Αυτό είναι ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ, σε όλες τις γλώσσες.
    Θέλετε μήπως να υποθέσουμε άλλο κίνητρο εκ μέρους των υβριστών; Ποιο; Ότι βρίζουν για να τους βρίσουν για να γίνει το Αντίβαρο πεδίο ανταλλαγής ύβρεων;
    Τα υπόλοιπα που γράφετε περί νομικών διαδικασιών, Ξηρού και τα ρέστα τα βρίσκω ανιαρά και εκτός θέματος.
    2. Στον διαχειριστή απευθύνθηκα όταν πρόσεξα ότι δεν ενδιαφέρθηκε όσο και όταν, κατά τη γνώμη μου, έπρεπε. Λέτε ότι παρεμβένετε μόνο όταν υπάρχουν ύβρεις. Αρνείστε, δηλαδή, ότι στο συγκεκριμένο μήνυμα τού “Ελευθέριου” (αφήνουμε για την ώρα τον “takeaction”) υπήρχαν 12 βρισιές (εξωνημένος-θεραπαινίδα-πασπαρτού-γυρολόγος-ακαμάτης-τεμπελχανάς-δισυπόστατος-μίσθαρνος-αλαζών-γλοιώδης-γυμνοσάλιαγκας-σιχαμένος) σε 8 γραμμές;
    Και, επίσης, μου απαντάτε με αυτό που εγώ σας είπα όταν απαντήσατε στην πρώτη μου έκκληση λέγοντας ότι δεν μπορείτε να κόβετε και να λογοκρίνετε. Ότι, δηλαδή, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι από το κόψιμο και τη λογοκρισία. Αυτό ακριβώς σάς είπα εγώ επειδή δεν είναι δική μου ευθύνη το Αντίβαρο. Στο μεταξύ κάνατε μια παρέμβαση με τόσο ήπιο τρόπο που στην ουσία ενθάρρυνε τον υβριστή να συνεχίσει. Εύλογα αρχίζουν να μπαίνουν άλλες απορίες, αλλά δεν θα τις αναφέρω ακόμα.
    Τώρα, οφείλω να παραδεχθώ ότι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η αναφορά σας σε “κοινότητα σχολιαστών”, οι οποίοι, μάλιστα, όπως λέτε, θα μπορούσαν να αντιδράσουν ομαδικά κατά του εκτραπέντος. Κάτι τέτοιο δεν παρατηρήθηκε. Και η ταπεινή μου άποψη είναι ότι (έχοντας υπόψη τις θεωρίες Ζιράρ – Ζιάκα) ούτε πρόκειται να παρατηρηθεί. Σε μια κοινωνία παρακμής και οπισθοδρόμησης όπου ο άνθρωπος τείνει να επιστρέψει σε “άγρια” (θυμηθείτε το διαδίκτυο ως “άγριο τόπο”) προ-πολιτισμική κατάσταση αγέλης, θα έλεγα ότι πριν εκδηλωθεί το “όλοι εναντίον ενός” (που θα φέρει την ειρήνη, αλλά μπορεί και να μην εκδηλκωθεί ποτέ) πρέπει να παρατηρείται μια στάση-κατάσταση γενικής απάθειας, παρακολούθησης από απόσταση, απέναντι σε δύο που ετοιμάζονται να αλληλοφαγωθούν. Γι’ αυτό και το προηγούμενο μου μήνυμα προς εσάς είχε την έννοια του “χαίρετε, δεν θα πάρω άλλο, ‘παίρνω το κουβαδάκι μου’ (κατά τη φρασεολογία σας) και φεύγω”. Αφού, όμως, θεωρήσατε ότι υπάρχουν ακόμα πράγματα να λεχθούν, ας τα πούμε.
    Επ΄αυτού, όμως, και επί τη ευκαιρία, πρόσεξα εντελώς τυχαία ότι το σχόλιο Δρ Σπύρου Δημητρίου (χθες, 15:25) που εμφανίσθηκε για να στηρίξει τις θέσεις μου, δεν έκανε καμιά εμφάνιση στον πλαϊνό χώρο με τις πρώτες γραμμές των μηνυμάτων, αλλά αυτό βέβαια μπορεί να οφείλεται στο ότι στη διάρκεια της νύχτας άλλα μηνύματα το προσπέρασαν. Δεν είχα τον χρόνο να το ελέγξω και δεν το αναφέρω τώρα ως παράπονο, αλλά ως δείγμα ότι δεν είναι πάντα εύκολο η “κοινότητα” να λειτουργήσει όπως το ορματίζεσθε.
    Τα υπόλοιπα δεν με αφορούν, πιστεύω, αφού ποτέ δεν ασχολήθηκα – ούτε είχα λόγο να ασχοληθώ εκτός εάν προκλήθηκα – με σχόλια εκτός κειμένου. Αυτό που θυμούμαι είναι την επιθετική διάθεση “Ελευθέριου” με χαρακτηρισμούς, με… αφιερώσεις τραγουδιών, αναίτια λογοπάιγνια με το όνομά μου και άλλα ευτράπελα, επειδή ακριβώς έμεινε από επιχειρήματα. Θλιβερό φαινόμενο, που εξετράπη και σε βρισιές στο τέλος εναντίον Γεωργάνα, τον οποίο για λόγους που μόνο ο ίδιος ξέρει θεωρεί πιο ευάλωτο, ίσως, στόχο.
    Και πάλιν οι γενικές παρατηρήσεις σας, νουθεσίες και συμβουλές προς όλους, δεν νιώθω ότι με αφορούν. Προσπάθησα πάντα, παρά τις προκλήσεις, ιδιαίτερα του “Ελευθέριου”, που ακόμα και μόλις πριν το τελευταίο σας μήνυμα πιο πάνω, συνεχίζει να καυγαδίζει με τον εαυτό του μάλλον επιτιθέμενος δήθεν εναντίον του ονόματός μου.
    Και ξεκαθαρίζω ένα σημείο στο οποίο φαίνεται να επιμένετε: ΔΕΝ ΖΗΤΗΣΑ ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΝ… ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΜΟΥ! ΚΑΤΑΛΑΒΕΤΕ ΤΟ ΑΥΤΟ. Ζήτησα να στρέψετε την προσοχή σας σε κάποιες (μην τις επαναλμβάνουμε) συμπεριφορές σε βάρος ανθρώπων που δεν κατάλαβα να τις προκάλεσαν κι εσείς δεν έτυχε να τις προσέξετε.
    Σε ένα σημείο έχετε δίκιο. Ότι αυτή η ιστορία με κράτησε μακριά από το να διαβάσω το άρθρο Μαρκεζίνη και να το σχολιάσω, αν χρειαζόταν.

  23. If you can’t stand the heat, get the heck out of the kitchen, Mr. Andy.

    Panos Kastritis

  24. Υπεροχος συμπολιτης ο Κυριος Β. Μαρκεζινης ! Εκφραζουμε τον θαυμασμο και την ευγνωμοσυνη μας για τη θαυμαστη συμμετοχη του στα κοινα εδω και πολλα, πλεον ,χρονια !!!!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *