Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

To Χρονικό της Μονομαχίας Βάρδα Φωκά vs Βάρδα Σκληρού, σύμφωνα με τον Ιωάννη Σκυλίτζη.
Το έτος 976, ο νεαρός Βασίλειος Β’ αναλαμβάνει τα ηνία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Όμως, η εξουσία του είναι τυπική· ουσιαστικός κυβερνήτης εδώ και καιρό είναι ο παρακοιμώμενος Βασίλειος Λεκαπηνός και δεν αργεί η στιγμή που η Αυτοκρατορία θα κλονιστεί. Από κάθε γωνιά ξεσπούν εξεγέρσεις και η πιο επικίνδυνη από όλες είναι εκείνη του αδίστακτου στρατηγού Βάρδα Σκληρού.
Ο Σκληρός προελαύνει ταχύτατα προς την Πόλη, πετυχαίνοντας αρχικές νίκες. Η απειλή είναι άμεση. Τότε ο Λεκαπηνός ανακαλεί έναν εξόριστο άνδρα, τον ατρόμητο πολέμαρχο Βάρδα Φωκά, ανιψιό του πρώην αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά. Φημισμένος για τη σωματική του δύναμη, ο Φωκάς επιστρέφει από τη Χίο. Ψηλός, στιβαρός, με το χαρακτηριστικό του όπλο μια μάσια, ένα τεράστιο σιδερένιο ρόπαλο γίνεται ξανά αρχηγός στρατού.
Στην πρώτη αναμέτρηση, τα στρατεύματα του Φωκά αρχικά υποχωρούν. Όμως η υποχώρηση είναι συντεταγμένη, σχεδόν τελετουργική. Ο ίδιος ο Φωκάς, με επίλεκτο σώμα, καλύπτει την υποχώρηση και μοιάζει να στέκεται μόνος του απέναντι στο πλήθος.
Τότε, από το στράτευμα του Σκληρού, ο φιλόδοξος αξιωματικός Γαυράς αναγνωρίζει τον Φωκά. Νομίζει ότι, αν τον αιχμαλωτίσει, τον περιμένει δόξα και αξιώματα. Με ορμή ορμά εναντίον του. «Μετὰ μεγίστης ὁρμῆς προσενεχθῆναι τῷ Φωκᾷ». Ο Φωκάς τον βλέπει, αναγνωρίζει ποιος είναι και ελαφρά στρέφει το άλογο. «ὃν οὗτος ἰδὼν καὶ ὅστις εἴη κατανοήσας, ἠρέμα τὸν ἵππον παρενεγκὼν καὶ ὑπαντιάσας παίει κορύνῃ κατὰ τῆς κόρυθος. Καὶ ὁ μὲν λειποθυμήσας τῇ ἀνυποστάτῳ φορᾷ τῆς πληγῆς πίπτει παραυτίκα τοῦ ἵππου.». Μ’ ένα μόνο χτύπημα με τη φονική μάσια του, ο Γαυράς σωριάζεται λιπόθυμος. Το στράτευμα του Σκληρού σαστίζει. Οι άνδρες του διστάζουν και υποχωρούν. Ο Φωκάς συνεχίζει αγέρωχος, ακούραστος, προς τα πίσω χωρίς να βιαστεί.
Σύντομα έρχεται η τρίτη και πιο κρίσιμη μάχη. Στη Μικρά Αρμενία, κοντά στον ποταμό Άλυ οι δυνάμεις του Φωκά είναι στα πρόθυρα της ήττας.
Αλλά ο Φωκάς δεν θα υποχωρήσει. Κρίνει πως είναι καλύτερος ο ένδοξος θάνατος, παρά η ντροπή της φυγής. Σφίγγει τα δόντια, δένει τα γκέμια και ορμά ολομόναχος μέσα στο πλήθος, κατά του ίδιου του Βάρδα Σκληρού.
Ο στρατός του μένει πίσω. Δεν τρέχει να βοηθήσει. Οι στρατιώτες σιωπούν. Δύο άνδρες, δύο κόσμοι, δύο μοίρες. Μια μάχη για την ψυχή της αυτοκρατορίας. «Ὁρῶσιν ἐπάγον ἀνδρῶν δύο μονομαχία ἐπ’ εὐτολμίᾳ καὶ ῥώμῃ ψυχῆς μέγα φρονούντων.».
Ο Σκληρός χτυπά πρώτος. Το σπαθί του κόβει το αυτί του αλόγου του Φωκά μαζί με το χαλινάρι. Μα ο Φωκάς, με τη μάσια του, κτυπά με φοβερή δύναμη στο κεφάλι του Σκληρού. Ο στρατηγός, αιμόφυρτος, γέρνει μπροστά, αγκαλιάζοντας το λαιμό του αλόγου του.
Ο Φωκάς καλπάζει μακριά. Ανεβαίνει στον κοντινό λόφο και στρέφει το βλέμμα πίσω.
Βλέπει τους στρατιώτες του Σκληρού να διαλύονται. Δεν τον αναγνωρίζουν σκυμμένο πάνω στ’ άλογο· νομίζουν ότι σκοτώθηκε. «Ἄρχοντα πεπτωκέναι, ἀκόσμως τρέπονται πρὸς φυγήν,
κρημνοῖς καὶ Ἅλυϊ τῷ ποταμῷ ῥιπτοῦντες ἑαυτοὺς.» Πέφτουν στον ποταμό. Κατακρημνίζονται. Πανικός.
Ο Φωκάς έχει καταφέρει το αδύνατο, μετέτρεψε τη βέβαιη ήττα σε απόλυτη νίκη. Μια μονομαχία, μία στιγμή που άλλαξε την τύχη του Βυζαντίου. Αυτό ήταν το μεγαλείο του Φωκά, οχι μόνο η στρατηγική ευφυΐα ή η σωματική δύναμη, αλλά η ψυχή πολεμιστή, ο ανδρισμός και η πίστη του στον αυτοκράτορα και τον Θεό. Σε μια αυτοκρατορία που συχνά κυβερνούσαν αυλοκόλακες, ο Βάρδας Φωκάς ήταν ένας άνδρας του πεδίου μάχης και της μοίρας. Και η μονομαχία του, μνήμη τιμής αιωνίας.

