Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

«Εξοχώτατε!
Ο έφορος των Δικαίων Θεός, επαρηγόρησε το ελληνικόν έθνος, και απέστειλε τον Σωτήραν του. η Πατρίς ησφαλίσθη διά των μεγάλων σου αρετών, και εγώ δεν εμπορώ να εκφράσω τα αισθήματα της χαράς, και της παρηγορίας μου. επολέμησα και πολεμώ διά την πατρίδα. αλλ΄η μόνη σου παρουσία, την ησφαλίζει από τους αναριθμήτους και φοβερούς κινδύνους. διορισμένος αρχηγός των κατά την Μεσσηνίαν στρατόπεδον, δεν δύναμαι επί του παρόντος να σου προσφέρω αυτοπροσώπως την υπόκλισήν μου, και ελπίζω να απολαύσω εντός ολίγου αυτήν την ευχαρίστησιν. σου προσφέρω δε διά της παρούσης μου, τον βαθύν σεβασμόν μου και την άκραν αφοσίωσίν μου. εις τας Σεβαστάς διαταγάς σου και ….. κατά πάντα ευπειθέστατος δούλος.
Εκ της Μεσσηνίας στρατοπέδου
τη 26 Ιανουαρίου 1828
ο πολίτης»
~Νικήτας Σταματελόπουλος – Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, επιστολή του προς τον Ιωάννη Καποδίστρια~
Όταν διαβάζει κανείς την επιστολή του Νικηταρά προς τον Ιωάννη Καποδίστρια, δεν συναντά απλώς ένα ιστορικό τεκμήριο αλλά έναν τρόπο σκέψης. Ο Νικηταράς δεν γράφει ως πολίτης ενός οργανωμένου κράτους, ούτε ως ιδεολόγος. Γράφει ως άνθρωπος που έχει ζήσει την απόλυτη διάλυση και βλέπει, για πρώτη φορά, την πιθανότητα μιας τάξης. Γι’ αυτό και ξεκινά με επίκληση στον Θεό. Όχι από ευσέβεια επίδειξης, αλλά επειδή έτσι κατανοεί την ιστορία, ως χώρο όπου το δίκαιο και το άδικο έχουν την δική τους σημασία.
Για τον σημερινό αναγνώστη, ή τουλάχιστον για κάποιους από αυτούς, αυτή η γλώσσα ξενίζει. Για τον άνθρωπο του 1821 όμως ήταν αυτονόητη. Οι αγωνιστές δεν διαχώριζαν την πολιτική από το υπαρξιακό νόημα. Δεν πολεμούσαν για θεσμούς αφηρημένους, αλλά για να σταθεί ξανά το Γένος όρθιο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Καποδίστριας δεν εμφανίζεται ως απλός κυβερνήτης, αλλά ως αναγκαίο πρόσωπο μετάβασης από τον αγώνα στο κράτος.
Όταν ο Καποδίστριας φτάνει στην Ελλάδα το 1828, δεν παραλαμβάνει ένα κράτος σε δυσκολία, αλλά έναν χώρο εξαντλημένο. Τα χρόνια των εμφυλίων είχαν αφήσει πίσω τους καχυποψία, τοπικισμούς, οικονομική ερήμωση. Δεν υπήρχε ενιαία διοίκηση, ούτε σταθερή δικαιοσύνη, ούτε κοινό νόμισμα. Οι άνθρωποι που τον στήριξαν με πρώτους τον Κολοκοτρώνη και τον Νικηταρά το έκαναν, όχι επειδή αγνοούσαν την ελευθερία, αλλά επειδή είχαν μάθει με τον πιο σκληρό τρόπο πόσο εύκολα η ελευθερία καταστρέφεται, όταν δεν συνοδεύεται από τάξη.
Ο Καποδίστριας ανήκε στο ευρωπαϊκό κύμα της «άνοιξης των εθνών», αλλά δεν ακολούθησε τον συνηθισμένο δρόμο. Δεν πίστευε ότι όλα τα έθνη οφείλουν να βαδίσουν υποχρεωτικά στο ίδιο δυτικό μονοπάτι. Δεν αντιμετώπισε την ελληνική ιστορία ως κενό που έπρεπε να γεμίσει με έτοιμα σχήματα, αλλά ως συνέχεια που όφειλε να οργανωθεί πολιτικά. Το Βυζάντιο, η Ορθοδοξία, οι “κοινοτικές εμπειρίες”* δεν ήταν για εκείνον βαρίδια αλλά οι πρώτες ύλες κρατικής συγκρότησης.
Εδώ ακριβώς γεννιέται και η σύγκρουση με τους εκσυγχρονιστές της εποχής του και με πολλούς σημερινούς επιγόνους τους. Για όσους πιστεύουν ότι η πρόοδος έχει ένα μόνο πρότυπο, ο Καποδίστριας είναι ένα μεγάλο πρόβλημα. Δεν μιμείται. Δεν αποκόπτεται. Δεν ζητά άδεια για να υπάρξει και γι’ αυτό ακριβώς κατηγορείται για αυταρχισμό.
Η κατηγορία αυτή, όμως, αγνοεί συνειδητά τις συνθήκες της τότε εποχής. Η Ευρώπη της Ιεράς Συμμαχίας δεν θα ανεχόταν ποτέ μια Ελλάδα που θα παρουσίαζε τον εαυτό της ως επαναστατικό εργαστήριο τύπου Γαλλίας. Ο Καποδίστριας το γνώριζε αυτό καλύτερα από όλους. Η συγκράτηση των συμβόλων και η έμφαση στη σταθερότητα δεν ήταν ιδεολογική επιλογή, αλλά όρος επιβίωσης. Κι όμως, παρά τη συχνή παρανόηση, δεν κατήργησε (άλλο αναστολή άλλο κατάργηση, οποίος δεν ξέρει την διαφορά ας ανατρέξει στον Μπαμπινιώτη) τις εθνοσυνελεύσεις ούτε απέρριψε τη συνταγματική προοπτική.
Αντιθέτως, πίστευε ότι χωρίς στοιχειώδες κράτος, το Σύνταγμα θα έμενε κενό γράμμα. Στον πυρήνα της σκέψης του Καποδίστρια βρίσκεται μια αντίληψη για τον άνθρωπο, που δύσκολα χωρά στα στενά σχήματα του Διαφωτισμού. Δεν πρόκειται ούτε για τον αυτάρκη ατομιστή ούτε για το ανώνυμο μέλος μιας μάζας, αλλά για το πρόσωπο ελεύθερο μέσα στη σχέση, υπεύθυνο εντός κοινότητας. Η πολιτική, σε αυτή τη λογική, δεν περιορίζεται στην κατοχύρωση δικαιωμάτων, αλλά αποβλέπει στη συγκρότηση ενός κοινού κόσμου.
Ίσως γι’ αυτό και η αναφορά στον Καποδίστρια σήμερα ως «Άγιο της πολιτικής» εξακολουθεί να προκαλεί ενόχληση. Όχι επειδή είναι υπερβολική, αλλά επειδή θυμίζει ότι η πολιτική θα μπορούσε να είναι κάτι περισσότερο από επάγγελμα. Ο Καποδίστριας δεν πλούτισε, δεν δημιούργησε δυναστεία, δεν κυβέρνησε για να παραμείνει στην εξουσία. Δολοφονήθηκε. Και αυτό, όσο κι αν δεν το λέμε συχνά, αποτελεί μέρος της ιστορικής του σημασίας.
Οι αγωνιστές του 1821 τον κατάλαβαν, γιατί έβλεπαν την πολιτική όχι ως τέχνη του εφικτού και της διεκδίκησης, αλλά ως μία ευθύνη απέναντι στην ιστορία. Εμείς, δύο αιώνες μετά, έχουμε περισσότερη θεωρία, περισσότερα εργαλεία και λιγότερη βεβαιότητα για το τι σημαίνει να χτίζεις κράτος χωρίς να χάσεις τον εαυτό σου. Ίσως γι’ αυτό ο Καποδίστριας παραμένει ενοχλητικός. Όχι επειδή ανήκει στο παρελθόν, αλλά επειδή εξακολουθεί μας ρωτά σιωπηλά αν θα μπορούσαμε να είχαμε επιλέξει και άλλον δρόμο.
✍ Στυλ. Καβάζης
*Όταν γράφω κοινοτικές εμπειρίες, μιλάω για το γεγονός ότι οι Έλληνες είχαν μάθει επί αιώνες να ζουν οργανωμένοι σε χωριά και κοινότητες, να αποφασίζουν μαζί, να μοιράζονται ευθύνες και να κρατούν την κοινωνία όρθια χωρίς κράτος, αποτελούσαν μια ζωντανή βάση, πάνω στην οποία μπορούσε να στηριχθεί η νέα πολιτεία. Ο Καποδίστριας δεν επιδίωξε να γκρεμίσει αυτή την εμπειρία, αλλά να τη μετασχηματίσει σε οργανωμένο κράτος.
ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ
Ο Κολοκοτρώνης φθάνοντας στην Αγγλική Φρεγάτα είπε στον Χάμιλτον ότι ήλθε να τον ρωτήσει αν έχει κανένα γράμμα από από τον Άγγλο πρέσβη στη Κωνσταντινούπολη, τον Κάνινγκ, και περίμενε από τον συνομιλητή του να μπει στο καυτό θέμα της εκλογής Κυβερνήτη από την Συνέλευση, όπως και έγινε.
«Πώς τα πάτε τώρα στη Συνέλευση;», ρώτησε ο Χάμιλτον, για να ακολουθήσει ο διάλογος, μάθημα- διπλωματίας, που μας μεταφέρει ως εξής, ο Φωτιάδης:
Κ. Ενωθήκαμε και κοντεύει να τελειώσει.
Χ. Χαίρομαι για την ένωση σας.
K. Bγάλαμε και αρχιναύαρχο τον Κόχραν αρχιστράτηγο τον Τσώρτσ…
Χ. Κάνατε πολύ καλά.
Κ. Καπιτάν Άμιλτον. Μας συμβουλεύεις πάντοτε για την ελευθερία μας και γι’αυτό σε γνωρίζομεν ως ένα ευεργέτη από όλους τους άλλους καλύτερο.
Θέλαμε λοιπόν και τώρα μια συμβουλή σου.
Χ. Πές μου ποια αυτή και αν δύναμαι θασ’αποκριθώ.
Κ. Στοχάζομαι, καπετάν Αμιλτον, ότι τους γνωρίζεις τους Έλληνες από δώ και τόσους χρόνους. Τους βάλαμε όλους να μας κυβερνήσουν και ποτές δεν μας εκυβέρνησαν όπως έπρεπε. Τώρα χρειαζόμαστε έναν πολιτικό. Τάχα δεν μας δίνει η Αγγλία έναν πρόεδρο η Βασιλιά;
Χ. Όχι δεν γίνεται ποτές αυτό.( και παρατηρεί ο Φωτιάδης .ο Κολοκοτρώνης ήταν σίγουρος για την αρνητική απάντηση του Εγγλέζου, γιατί μια θετική απάντηση θα σήμαινε Αγγλική αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας. Μα παριστάνοντας τον αφελή συνεχίζει να ρωτά.)
Κ. Αμ δε μας δίνει τότες η Φράντζα;
Χ. Ούτε και αυτό γίνεται.
Κ. Η Ρουσία
Χ. Όχι.
Κ. Η Ισπανία .
Χ. Όχι.
Κ. Η Ανάπολη.
Χ. Όχι, δεν γίνεται σου λέω.
Κ. Αμ σα δε μας δίνουνε όλες τούτες οι αυλές ,τότες τι θα γίνουμε εμείς;
Χ. Κοιτάξτε να βρείτε κανέναν Έλληνα. (Ο Φωτιάδης παραθέτοντας ,πηγές μας πληροφορεί ότι ο Χάμιλτον, είχε κατά νού τον Μαυροκορδάτο.
Κ. Εμείς άλλον αξιότερο δεν έχουμε από τον Καποδίστρια, αυτόν λοιπόν ας βγάλουμε.
Χ. Δεν είσουνα εσύ που μου είπες πως δεν δεχόσαστε τον Καποδίστρια γιατί είναι της Ρουσίας μινίστρος;
Κ. Ναι εγώ είμουνα. Μα άλλος καιρός ήτανε τότες κι’ άλλος τώρα .Τότες η Αγγλία δεν είχε καμία εγγύηση, μα τώρα έχοντας τον Κόχραν και τον Τσώρτς βαστάει με το δεξί της χέρι τη θάλασσα και με το αριστερό τη στεριά.
Χ. Πάρτε τον Καποδίστρια η όποιον άλλο διάβολο θέλετε, γιατί αλλιώς χαθήκατε..
«Αυτό ήθελα να ακούσω από το στόμα του·», διηγείται ο Κολοκοτρώνης, «τα’ άκουσα κι’ απέκει ετελείωσε η ομιλία μας, κι’ευθύς ανεχώρησα».
Αρκετοί ιστορικοί (μεταξύ αυτών Σ. Τρικούπης τόμ, δ, σελ. 27, Χερτσβεργ, τομ γ’, σελ 115) αναφερόμενοι στο περιστατικό σημειώνουν ότι ο Χάμιλτον έδωσε αυτή την απάντηση, γιατί τόσο αυτός όσο και η κυβέρνησή του πίστευαν ότι Καποδίστριας δεν θα αποδεχόταν την εκλογή του.
Κατά τον Διονύσιο Κόκκινο Ακαδημαϊκό (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ, τομ. 10, σελ. 441).

