Saturday, February 21, 2026

Ρέκβιεμ για τον Ιωάννη Καποδίστρια: Από τη φωτιά του Πόρου στο Αίμα του Ναυπλίου.

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

«Τὸ αὐτὸ φρονεῖ καὶ ὁ Κ. Δώκινς, […] ὅτι καθ᾿ ἣν ἡμέραν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἀναδειχθῶσι καὶ πάλιν κυβέρνησις, ἡ Ἑλλὰς πάντως θέλει μεθυποπέσῃ εἰς ὀλεθριωτάτην ἀναρχίαν.

Προσθέτω δὲ ὅτι αὐτοί, μὴ ἔχοντες πλέον μηδὲ δυνάμενοι ἔχειν ουδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ λαοῦ, ουδὲ φάντασμα κυβερνήσεως δύνανται νὰ συστήσωσιν, ἂν δὲν βληθῶσιν ὑπό τὴν σκέπην ξένης χειρὸς καὶ δυνάμεως, ὄχι ἠθικῶς μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑλικῶς.».

~Διάβημα Καποδίστρια κατά της Αγγλίας 9 Ιουλίου 1831*~ (ολόκληρο στο επίμετρο)

Η 1η Αυγούστου 1831 δεν ήταν απλώς μια ημερομηνία εμφυλιακής εκτροπής. Ήταν η ημέρα που το ελληνικό κράτος, ακόμη βρέφος, αυτοακρωτηριάστηκε επίσημα.

Στον ναύσταθμο του Πόρου, μπροστά στα μάτια ξένων ναυάρχων και Ελλήνων στρατιωτών, ο εθνικός στόλος ανατινάχθηκε από τα ίδια του τα χέρια. Η φρεγάτα «Ελλάς», το καμάρι του ελληνικού ναυτικού, πλοίο 64 πυροβόλων, πληρωμένο με δάνεια που άφησαν πείνα στο Μεσολόγγι και χρέος στις επόμενες γενιές, διαμελίστηκε σε μυριάδες κομμάτια. Μαζί της η κορβέτα «Ύδρα», η «Νήσος των Σπετσών», και λίγο έλειψε να χαθούν και τα τελευταία τεχνολογικά στηρίγματα της άμυνας της. Δεν υπήρχε εχθρικός στόλος απέναντι αλλά η νόμιμη κυβέρνηση.

Ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης, ήρωας της Επανάστασης, επικεφαλής ενός στόλου που δεν γνώρισε συντριβή απέναντι σε Τούρκους, Αιγύπτιους και Αλγερινούς, έδωσε την εντολή όχι για μάχη αλλά για ολοκληρωτική καταστροφή. Όχι για την πατρίδα, αλλά εναντίον της.

Το «μεγαλουργόν έγκλημα», όπως το ονόμασε ο Ραγκαβής, δεν γεννήθηκε εκείνη τη μέρα αλλά είχε προαναγγελθεί πολύ πιο νωρίς. Απέναντι στον Ιωάννη Καποδίστρια είχε συγκροτηθεί ένα ετερόκλητο αλλά αποφασισμένο μέτωπο,οι Υδραίοι μεγαλοκαραβοκύρηδες, με τη σκιά του Λάζαρου Κουντουριώτη να βαραίνει κάθε απόφαση, οι ισχυροί κοτζαμπάσηδες του Μοριά, οι Μαυρομιχαλαίοι και οι Ζαΐμηδες, που δεν αποδέχθηκαν ποτέ την κατάργηση της τοπικής τους κυριαρχίας, οι αγγλόφιλοι και γαλλόφιλοι πολιτικοί κύκλοι, με εκφραστές τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Ιωάννη Κωλέττη.

Πάνω από όλους βέβαια πλανιόταν η ενεργή παρέμβαση των Προστάτιδων Δυνάμεων, ιδίως της Αγγλίας και μετά το 1830 της μεταστραφείσας Γαλλίας η οποία υποτίθεται θα έπρεπε να ήταν ευγνωμονούσα προς τις υπηρεσίες του Ιωάννη Καποδίστρια όταν εκπροσωπούσε τα Ρωσικά συμφέροντα και κατ’ επέκταση τα δικά τους. Όμως η Ιουλιανή Επανάσταση στο Παρίσι, η άνοδος του Λουδοβίκου-Φιλίππου και η σύγκλιση Παρισιού–Λονδίνου διέλυσαν το ευρωπαϊκό στήριγμα του Κυβερνήτη. Ο Καποδίστριας έμεινε μόνος διεθνώς, όπως ήταν ήδη μόνος εσωτερικά.

Η αντιπολίτευση αυτοονομάστηκε «συνταγματική». Στηρίχθηκε σε φιλελεύθερες φωνές, από τον γηραιό Κοραή μέχρι τον Πολυζωίδη, και ύψωσε το σύνθημα του Συντάγματος ενάντια στην «απολυταρχία» που ακόμη μέχρι και σήμερα κάποιοι την επικαλούνται ξεδιάντροπα έχοντας πλέον ξεκαθαρίσει η ιστορική πραγματικότητα. Μα το αίτημα αυτό συνυφάνθηκε με συμφέροντα, ξένες αυλές και τοπικά καθεστώτα. Ο Τύπος έγινε όπλο, οι εφημερίδες φλόγισαν τα πνεύματα, και όταν ο Καποδίστριας επιχείρησε να επιβάλει τάξη, χαρακτηρίστηκε τύραννος.

Η Ύδρα εξεγέρθηκε. Η «Συνταγματική Επιτροπή» συγκροτήθηκε με ονόματα βαριά Βούλγαρης, Τομπάζης, Κριεζής, Σαχτούρης, Σαχίνης αλλά και ο ίδιος ο Μιαούλης. Την ίδια στιγμή, το κλειδί του εμφυλίου ήταν ένα ο απόλυτος έλεγχος του στόλου. Ο στόλος, που ο Καποδίστριας είχε μετατρέψει από ιδιωτικό σε εθνικό, αγκυροβολούσε στον Πόρο. Στην κορυφή της ιεραρχίας Υδραίοι μεγαλοκαραβοκύρηδες στασιαστές. Απέναντί τους, ο φτωχός μπουρλοτιέρης Κωνσταντίνος Κανάρης, πιστός στον Κυβερνήτη, που προσπάθησε μέχρι τέλους να σώσει ό,τι σωζόταν.

Η σύγκρουση κορυφώθηκε. Ρώσικα πλοία υπό τον Ρίκορντ, κυβερνητικός στρατός με τον Καλλέργη και τον Νικηταρά, αποκλεισμοί, λιποταξίες, κανονιοβολισμοί. Και τότε, όταν η ήττα των στασιαστών διαγραφόταν, επελέγη η ύστατη πράξη ύβρεως η αυτοκαταστροφή.

Την 1η Αυγούστου, ο Μιαούλης, ο Σαχτούρης και ο Σαχίνης εγκατέλειψαν τη ναυαρχίδα. Λίγες ώρες μετά, η «Ελλάς» τινάχτηκε στον αέρα. Το ίδιο και η «Ύδρα». Το ελληνικό κράτος έχασε μέσα σε δευτερόλεπτα ό,τι δεν είχε καταφέρει να χάσει σε οκτώ χρόνια.

Από εκείνη τη μέρα, τίποτα δεν μπορούσε να αναστραφεί. Ο Καποδίστριας, αντιλαμβανόμενος την απομόνωσή του, εξήγγειλε Εθνοσυνέλευση. Ήταν αργά. Οι δυνάμεις που ανέχθηκαν, αν δεν ενθάρρυναν, τη διάλυση του στόλου, δεν θα επέτρεπαν την πολιτική, και όπως αποδείχθηκε, και φυσική του επιβίωση.

Λιγότερο από δύο μήνες μετά, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, έξω από τον Άγιο Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης ολοκλήρωσαν αυτό, που είχε προαναγγελθεί στον Πόρο. Η δολοφονία δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν η τελευταία πράξη μιας προαναγγελθείσας τραγωδίας.

Το αίμα του Ιωάννη Καποδίστρια έπεσε στα σκαλιά της εκκλησίας όπως πέφτει το αίμα του τραγικού ήρωα όχι επειδή ήταν αδύναμος, αλλά επειδή τόλμησε να προηγηθεί. Η Ελλάδα τον σκότωσε επειδή δεν άντεξε το κράτος πριν μάθει να το αγαπά. Και αυτή η ύβρις, από τη φωτιά της «Ελλάς» ως το αίμα του Ναυπλίου, βαραίνει ακόμη την ιστορία της.

✍ Στυλ. Καβάζης

 

* ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ: Διάβημα Καποδίστρια κατά της Αγγλίας 9 Ιουλίου 1831.

Στις 9 Ιουλίου 1831, ο Καποδίστριας απέστειλε στον Lord Palmerston, τότε Υπουργό Εξωτερικών και μετέπειτα πρωθυπουργό της Βρετανίας, ένα βαρυσήμαντο και πολυσέλιδο διάβημα, διά του οποίου εγκαλούσε την Αγγλία ευθαρσώς για συνέργεια “ξένων πρακτόρων” (Αγγλίας και Γαλλίας) με εντοπίους μνηστήρες της εξουσίας (Φαναριώτες, προεστώτες κ.ο.κ.), με σκοπό την ανατροπή της Ελληνικής Κυβερνήσεως δια “στασιώδους ῥαδιουργίας” πριν ολοκληρωθεί το εθνοαπελευθερωτικό έργο του Εθνάρχου.
Συγκεκριμένα, ο Καποδίστριας αρχίζει το διάβημά του με μία συνοπτική αναφορά στις προσχηματικές αιτιάσεις της “στασιώδους” αντιπολιτεύσεως (“ἀντιπολιτείας”) εναντίον του, περί δήθεν αυταρχικής και αντιλαϊκής (“δυσκοίνου” και “ἐπαχθοῦς”) διακυβερνήσεώς του, ως εξής:

<<Μετ᾿ ἀνεκφράστου λύπης βλέπω ἐκ τῶν πρὸς τὸν Κ[ύριο] Δώκινς [E. Dawkins, Πρόσεδρο τῆς Αγγλίας ἐν Ἑλλάδι] τελευταίων ὁδηγημάτων τῆς ὑμετέρας ᾽Εξοχότητος τὰ ὁποῖα ἰδιοπίστως μοι προσεκοίνωσεν, ὅτι κλίνετε νὰ πιστεύσετε ὅτι ὁ ἐπικρεμάμενος σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα κίνδυνος προέκυψε κατὰ μέγα μέρος ἐκ τοῦ πολιτεύματος τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως, χρωματισθέντος, ὡς φαίνεται, πρὸς ὑμᾶς δυσμορφώτατα. Εἶναι, λέγουσι, τὸ πολίτευμα τοῦτο δύσκοινον καὶ πρὸς τὸν λαὸν ἐπαχθές· οἱ ξένοι εἰσβάλλουσιν εἰς ὅλα τὰ ὑπουργήματα· ἡ κατασκοπεία [μυστικὴ ἀστυνόμευσις] εἶναι τὸ κύριον τῆς διοικήσεως ἐλατήριον.

Ἀγνοῶν ἐγὼ ἐπὶ τίνων πραγμάτων στηρίζουσιν οἱ κατήγοροι τὰς κατηγορίας ταύτας, ἐζήτησα μὲν παρὰ τοῦ Κ. Δώκινς διασαφήσεις, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅσων μοι ἔδωκε, δὲν ἔμαθόν τι νεώτερον. Ὅθεν ἔρχομαι ἐπὶ τὰ ἐπόμενα.>>.

Στη συνέχεια, ο Καποδίστριας προσδιορίζει με παρρησία ποιοί είναι οι πρωτεργάτες της εξυφαινομένης συνομωσίας: Φαναριώτες, πρόκριτοι (κοτσαμπάσηδες και πλοιοκτήτες), πρώην αξιωματούχοι ή υπηρέτες “τοῦ ἐκπνεύσαντος Αλῆ Πασᾶ τῶν Ἰωαννίνων”, άπαντες ιδιοτελώς κινούμενοι, όπως επίσης και ξενοσπουδαγμένοι ημιμαθείς νέοι, που ως (δήθεν) δημοκρατικοί και «φιλελεύθεροι» ήσαν “μέλη τῶν ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ κρυπτῶν ἑταιριῶν”. Δηλαδή όλοι εκείνοι που οδήγησαν την Ελλάδα εμφυλιακώς στην καταστροφή το 1824-1827 και εν τέλει στο “χεῖλος τοῦ τάφου” το 1827.

Ακόμη χειρότερα, ο Καποδίστριας υπαινίσσεται ότι πολλοί εξ αυτών ετέλεσαν αντεθνικές πράξεις, δεδομένου ότι ἐν καιρῷ πολέμου απεπειράθησαν να υπονομεύσουν, κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν, την διαπραγματευτική θέση της εμπολέμου Ελλάδος έναντι των Μεγάλων Δυνάμεων, διά προσωπικών παραστάσεών τους ενώπιον των Προσέδρων και εκπροσώπων των Προστατίδων Δυνάμεων στην Ελλάδα και διά σωρείας πολιτικώς συκοφαντικών και αντεθνικώς υπονομευτικών “αναφορών” τους σε υπουργούς ξένων κυβερνήσεων, καταχωρισθέντων στα “γραμματοφυλάκια τῶν ὑπουργῶν τῶν συμμάχων Αυλῶν”, ως εξής:

<<Οἱ άνθρωποι οὗτοι, τῶν ὁποίων τὴν ἱκανότητα πρῶτος ἐγὼ ὁμολογῶ, εἶναι αὐτοὶ οἱ ὑπὸ διάφορα σχήματα καὶ χρώματα διευθύναντες τὰ τῆς Ἑλλάδος πράγματα ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς ἐπαναστάσεως μέχρις τῆς ἐλεύσεώς μου. Τί δὲ ἡ Ἑλλὰς ἦτον ἐπὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν, ὅλοι γνωρίζουσιν· […] Ἑλλὰς ὑπήρχε τότε [1827] τὸ Ναύπλιον, ἡ Αἴγινα, καί τινα ἄλλα ὀχυρὰ μέρη, κακῶς φρουρούμενα, κατὰ τὴν στερεὰν καὶ τὸ Αἰγαῖον. Ὁ λαὸς ἢ ἐπλανήτευεν εἰς τὰ ὄρη, ἢ συνεσωρεύετο εἰς τὰ ὀχυρά, ὑφιστάμενος τὴν χειρίστην δεσποτείαν, τὴν τοῦ στρατιώτου, ὑπὸ τῆς ἐνδείας καὶ πείνης ὠθουμένου εἰς τὴν λῃστείαν κατὰ γῆν τε καὶ κατὰ θάλασσαν.

Οὐδέ θέλω μὲν ἐγὼ ν᾿ ἀποδώσω τὴν τηλικαύτην καταστροφὴν εἰς μόνους τοὺς ἀξιοῦντας τότε κυβερνᾶν τὴν Ἑλλάδα· ὁ Ἑλληνικός ὅμως λαός, κακῇ τύχῃ αὐτῶν, δὲν εἶναι τόσον ἐπιεικής πρὸς αὐτούς, ἀλλ’ εἰς αὐτοὺς ἀπονέμει καὶ τὸ ὑπέρογκον ἐξωτερικὸν χρέος [λόγῳ διασπαθήσεως τῶν «Δανείων τῆς Ἀνεξαρτησίας» το 1824-1825], καὶ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον [1824-1825], καὶ τὰς εὐτυχίας τοῦ Ἰβραχὶμ Πασᾶ [1825-1827], καὶ τὴν πειρατείαν, καὶ ὅλας τὰς συμφορὰς αἱ ὁποῖαι ἔφεραν τὸ ἔθνος εἰς τὸ χεῖλος τοῦ τάφου [1827]. […]

Καὶ πάλιν, ἐλθὼν εἰς Ἑλλάδα [1828], αὐτοὺς τούτους ἐκάλεσα πλησίον μου, καὶ μετ᾿ αὐτῶν ἠθέλησα νὰ μοιρασθῶ τὴν εὐθύνην τῆς τῶν κοινῶν διοικήσεως· αὐτοὶ δὲ πῶς ἐπλήρωσαν τὴν προσδοκίαν μου;

Πᾶσαν εὐκαιρίαν ἐπιδεξίως μετεχειρίσθησαν, πᾶσαν ὑπόθεσιν ὁπωσοῦν δύσκολον προθύμως ἐξεδούλευσαν, καταγινόμενοι νὰ συμποδίσωσι, νὰ δυσφημίσωσι, καὶ νὰ παραλύσωσι τὴν κυβέρνησιν τῆς ὁποίας ἦσαν μέρος. Κεῖνται αἱ ὑλικαὶ ἀποδείξεις τῆς οἰκτρᾶς ταύτης ἀληθείας ἐν τοῖς κοινοῖς γραμματοφυλακίοις [τῆς Ἑλλάδος], καὶ ἔξεστί μοι πιστεύειν ὅτι καὶ τὰ γραμματοφυλάκια τῶν ὑπουργῶν τῶν συμμάχων Αυλῶν [Ἀγγλίας, Γαλλίας] δὲν στεροῦνται αὐτῶν, ἂν τὸ ἐν Λονδίνῳ συνέδριον ἀποφασίσῃ νὰ κοπιάσῃ καὶ ἀναθεωρήσῃ ἐπὶ τούτῳ ὅσας ἐξιστορήσεις πλουτεῖ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος.

Δὲν ἔχω δὲ ὁμοίους ὅλους τοὺς συνιστῶντας τὸ κόμμα τοῦτο Έλληνας. Ἀλλὰ κυρίως μὲν πολυπράγμονας καὶ κορυφαίους λέγω τοὺς ἐκ τῆς φαναριωτικῆς σχολῆς ὁρμωμένους καὶ τοὺς ἐκ τῆς σχολῆς τοῦ ἐκπνεύσαντος Αλῆ Πασᾶ τῶν Ἰωαννίνων· οἱ δὲ λοιποὶ συνίστανται, τὸ μὲν, ἔκ τινων προκρίτων, ποθούντων τὴν ἐπὶ Τουρκοκρατίας εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐπιῤῥοήν των, τὸ δὲ, ἔκ τινων νέων πρεσβευόντων τὰ τῶν ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ κρυπτῶν ἑταιριῶν, Οἵ τε πρῶτοι καὶ οἱ ἔσχατοι, μὴ εὐχαριστούμενοι εἰς κυβέρνησιν ζῶσαν καὶ χωρὶς αὐτούς, ἐργάζονται ἐλπίζοντες νὰ συστήσωσιν ἄλλην, ὅλως ὑποκειμένην εἰς τὰ θελήματά των.>>.

Κατόπιν, ο Καποδίστριας αναφέρεται στην αποδεδειγμένη (από το 1824-1827) πολιτική ανεπάρκεια των επί Οθωμανοκρατίας αναδειχθέντων προεστώτων και προκρίτων, στερουμένων όχι μόνον οποιασδήποτε βιωματικής πολιτικής εμπειρίας σε επίπεδο εθνικής διακυβερνήσεως αλλά ακόμη και στοιχειώδους γνώσεως της ελληνικής γλώσσης, δεδομένου ότι οι συνειρμικές παραστάσεις και η πολιτική εμπειρία των προεστώτων περιορίζετο μόνον στα Οθωμανικά εξουσιαστικά ειωθότα: Αυτό που εγνώριζαν καλώς ήταν μόνον πώς να συμπεριφέρονται ως ραγιάδες διαμεσολαβητές μεταξύ των ομογενών τους ραγιάδων και της Οθωμανικής απολυταρχίας σε τοπικό (επ’ ουδενί εθνικό) επίπεδο προς συλλογή φόρων και εισφορών και απόδοσή τους στο ταμείο του επιτοπίου πασά και εκείθεν του Σουλτάνου.
Περί της πολιτικής ανεπαρκείας των εν λόγω προκρίτων σε εθνικό επίπεδο, συμφωνούσε ακόμη και ο Edward Dawkins, εν Ελλάδι επιτετραμμένος Πρόσεδρος της Αγγλίας, σύμφωνα με τον οποίο “εάν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἀναδειχθῶσι καὶ πάλιν κυβέρνησις, ἡ Ἑλλὰς πάντως θέλει μεθυποπέσῃ εἰς ὀλεθριωτάτην ἀναρχίαν”—όπως πράγματι επεσυνέβη και το 1831-1833, αμέσως μετά την δολοφονία του Καποδίστρια και μέχρις αφίξεως στην Ελλάδα του Βασιλέως Όθωνος (6 Φεβρουαρίου 1833), όπως εξ άλλου είχε ήδη επισυμβεί εμφυλιακώς το 1824-1825, ή όπως είχε ήδη καταδειχθεί από τις υπ’ αυτών εξυφανθείσες τρεις (3) απόπειρες αντικαποδιστριακής ενόπλου ανταρσίας κατά της εθνικής Κυβερνήσεως ἐν καιρῷ πολέμου το 1829-1831, ήτοι ποινικώς κολάσιμες πράξεις εσχάτης προδοσίας, ως εξής:
<<Επ᾿ ἀληθείας δὲ πῶς οἱ πρόκριτοι οὗτοι, γινόμενοι διευθυνταὶ τῶν πραγμάτων, ήθελαν δυνηθῆ νὰ ἐνεργήσωσι τὴν ἐξουσίαν, μὴ ἔχοντες ἐν ἑαυτοῖς τὴν ἀναγκαίαν ἱκανότητα, στερούμενοι καὶ τῶν ἐλαχίστων γνώσεων, καὶ τὴν ἰδίαν αὐτῶν γλῶσσαν μετριώτατα εἰδότες γράφειν καὶ ἀναγινώσκειν!
Ἔπειτα καὶ ἡ ἀντιποιητὴ ἀριστοκρατία αὕτη συνιστᾷ ἆρα γε, ἢ δύναται νὰ συστήσῃ σῶμα, ἑνότητα ἔχον πνεύματος καὶ ἐνεργείας; ᾽Εν ὅσῳ ἡ παροῦσα γενεὰ ζῇ, οἱ ταύτης τῆς τάξεως ῞Ελληνες πρὸς μὲν πολυπραγμοσύνην καὶ συμποδισμόν τῶν καθεστώτων εἶναι καλοί, ὡς ἐκ τῶν συμφερόντων καὶ τῶν παθῶν αὐτῶν κινούμενοι, πρὸς δὲ στηριγμόν καὶ σύστασιν κυβερνήσεως, πολὺ ἀπέχουσιν.
Τὸ αὐτὸ φρονεῖ καὶ ὁ Κ. Δώκινς, […] ὅτι καθ᾿ ἣν ἡμέραν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἀναδειχθῶσι καὶ πάλιν κυβέρνησις, ἡ Ἑλλὰς πάντως θέλει μεθυποπέσῃ εἰς ὀλεθριωτάτην ἀναρχίαν.
Προσθέτω δὲ ὅτι αὐτοί, μὴ ἔχοντες πλέον μηδὲ δυνάμενοι ἔχειν ουδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ λαοῦ, ουδὲ φάντασμα κυβερνήσεως δύνανται νὰ συστήσωσιν, ἂν δὲν βληθῶσιν ὑπό τὴν σκέπην ξένης χειρὸς καὶ δυνάμεως, ὄχι ἠθικῶς μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑλικῶς.
Άν εἶχε ἄλλως τὸ τῆς ἐπιῤῥοῆς τοῦ κόμματος τούτου, διὰ τί ἀπὸ τριῶν ἐτῶν, μάλιστα δὲ ἐσχάτως, δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ τὸν σκοπόν του; Καὶ ὅμως οὐδ’ ἐστερεῖτο οὐδὲ στερεῖται βοηθῶν. Τρὶς ἐδοκίμασε νὰ φέρῃ τὸν στρατὸν εἰς ἀνταρσίαν, καὶ τρὶς ἀπέτυχεν. ᾿Ηγωνίσθη νὰ σηκώσῃ εἰς ἀποστασίαν τὰς ἐπαρχίας τῆς στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ τῆς Πελοποννήσου, καὶ αὐταὶ ἔμειναν ἥσυχοι. Σήμερον τέλος σπουδάζει νὰ χωρίσῃ ἀπὸ τὸ ἔθνος τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου δι᾿ ἐφημερίδος πορορμώσης τὸν λαὸν εἰς ἀφηνιασμόν, τὸν ὁποῖον ζητεῖ νὰ καταστήσῃ νόμιμον διὰ τῶν ἀναφορῶν [πρὸς τὰς Κυβερνήσεις Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας].>>.
Σε εκείνο μάλιστα το πλαίσιο, ο Καποδίστριας αναφέρεται στην πλήρη και παταγώδη αποτυχία των “στασιωδῶς ῥαδιούργων” να υπονομεύσουν όχι μόνον με πολιτικά αλλά και με ένοπλα μέσα το εθνοαπελευθερωτικό έργο της Κυβερνήσεως. Με υπερηφάνεια δε πραγματικού Εθνάρχου, αναφέρει ότι για την προάσπιση της σταθερότητος της Ελληνικής Κυβερνήσεως ή ακόμη και για την προστασία της ζωής του Κυβερνήτου, η Ελλάς δεν έχει χρεία ξένων στρατευμάτων, διότι αρκούν προς τούτο η Θεία Πρόνοια και η Ελληνική Πολιτεία, ήτοι οι ένοπλες δυνάμεις του έθνους και η παλλαϊκή υποστήριξη με την οποία οι Έλληνες πολίτες περιέβαλαν προστατευτικώς τον Καποδίστρια:
<<Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, Μιλόρδε, ἂν ὁ λαὸς δὲν ήθελε τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν, πῶς αὐτὴ ἠδύνατο νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα ὅπως τὰ ἐκπληροῖ, τουτέστι διὰ τῶν ἐννόμων καὶ συνήθων ὁδῶν; […]
Τέλος αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἡ ὑμετέρα ᾽Εξοχότης ἔλαβε περὶ τῆς στάσεως τῆς κυβερνήσεως ταύτης, εἶναι γυμναὶ πάσης ἀληθείας, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν γεγραμμένων ἐν τῷ τέλει τῶν πρὸς τὸν Κ. Δώκινς ὁδηγιῶν, ὅτι δηλαδὴ τὸ σῶμα [ζωή] τοῦ Κυβερνήτου ἐσκεπάσθη [ἐπροφυλάχθη] ἀπὸ παντός κινδύνου, προσταχθέντων τῶν γαλλικῶν στρατευμάτων νὰ τὸν φυλάξωσιν.
Ἀλλ᾿ ἐγώ, ὅταν ὁ στρατηγός Κ. Σνεϊδέρος [Schneider, διαδεχθεὶς τὸν Στρατηγὸν Maison εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Γαλλικοῦ ἐκστρατευτικοῦ Σώματος] μοὶ ἐπρόσφερε τοῦτο, τῷ ἀπεκρίθην διὰ τοῦ γράμματος5 τοῦ ὁποίου τολμῶ νὰ σᾶς περικλείσω ἶσον. Καὶ δύναμαι, Μιλόρδε, τρανότατα νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι καὶ ἐταξείδευσα πάντοτε καὶ ζῶ καὶ σήμερον ἐν τῇ Ἑλλάδι ὡς καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν ἀποβάσεώς μου, καὶ ὅτι καὶ σήμερον καὶ τότε καὶ πάντοτε τὴν κεφαλήν μου τίθημι ὑπὸ τὴν φρούρησιν τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἰδίας μου [Ἑλληνικῆς] πολιτείας.>>.
Μετά τις ως άνω διευκρινήσεις (διπλωματικώς αναγκαίες ως αιτιολογική βάση του διαβήματος), ο Καποδίστριας προχωρεί χωρίς περιφράσεις (“μετὰ πάσης παῤῥησίας”) στην «ταμπακιέρα» του διαβήματος: Καταγγέλλει την Κυβέρνηση της Αγγλίας, όπως επίσης και της Γαλλίας, ότι αποπειρώνται να υπονομεύσουν την Ελληνική Κυβέρνηση διά εξωθεσμικής επικοινωνίας “ξένων πρακτόρων” με τους “ρᾳδιουργοῦντες κατὰ τῆς κυβερνήσεως”. Ακόμη χειρότερα, ο Καποδίστριας καταγγέλλει ότι οι εν Ελλάδι πληρεξούσιοι Πρόσεδροι της Αγγλίας και Γαλλίας, ομαδόν μετά των υπαλλήλων τους, έχουν εκπέσει σε κατώτατο επίπεδο διπλωματικής αηθείας, έχοντες μετατραπεί συλλογικώς σε… πρακτορείο διανομής αντιπολιτευομένου τύπου (άρθρα του οποίου καλούσαν τον λαό εις δολοφονία του Κυβερνήτου του), ως εξής:
<<Δὲν κρύπτω πρὸς τὴν ὑμετέραν ᾽Εξοχότητα ὅτι τὰ κατ᾿ ἐμὲ ἀπέβησαν δυσκολώτερα καὶ κινδυνωδέστερα, ὄχι ἐκ τῆς ἀχαριστίας ἢ τῆς στασιώδους διαθέσεως τῶν Ἑλλήνων, ἀλλ᾿ ἵνα εἴπω μετὰ πάσης παῤῥησίας, ἐκ τῆς βοηθείας ἣν εὑρίσκουσι παρὰ τῶν ξένων πρακτόρων οἱ ρᾳδιουργοῦντες κατὰ τῆς κυβερνήσεως!
Δέον νομίζουσιν οἱ κύριοι πράκτορες νὰ δέχωνται, νὰ περιποιῶνται καὶ νὰ εὐνοῶσι τοὺς ἀνθρώπους τούτους. Οὕτως ἆρα γε ἔχουσι νὰ διδάξωσι τὸ ἔθνος ὅτι ἡ κυβέρνησίς του ἀξιοῦται τῆς εὐδοκίας τῶν συμμάχων Δυνάμεων;
Η ἐφημερὶς τῆς Σμύρνης, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ τῆς Ὕδρας, αἱ κηρύττουσαι τὴν ἀποστασίαν, ἔρχονται τακτικῶς εἰς τοὺς Προσέδρους, καὶ οἱ ὑπ’ αὐτοὺς τὰς μεταδίδουσιν εἰς τοὺς ῞Ελληνας τοὺς καὶ μηδόλως φροντίζοντας.>>.
Έτι περαιτέρω, στο ίδιο διάβημα και με περίτεχνη διπλωματική διατύπωση, ο Καποδίστρας υπεδήλωνε ότι η παρελκυστική τακτική της Αγγλίας κατά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των Προστατίδων Δυνάμεων (1830-1831) για την προς βορράν επέκταση της Ελληνικής Επικρατείας στην οροθετική γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού, υποδαύλιζε “τὴν διαφθορά, τόν ἐμφύλιο πόλεμο, τὴν ἀνατροπὴ καὶ τὴν ἀναρχία” στην Ελλάδα, ήτοι αποτελούσε τον βασικό συντελεστή προπαγανδιστικής ενδυναμώσεως των στασιαστών το 1831, δρώντων τότε υπό την τριανδρία Κουντουριώτη-Μιαούλη-Μαυροκορδάτου, σε στασιαστική συνέργεια με τους Μαυρομιχαλαίους, υπό την αιγίδα πρωτευόντως της Αγγλίας και δευτερευόντως της Γαλλίας, ως το “παρ᾿ ὑμῖν ἐπαναστατικό κόμμα”. Ο Καποδίστριας μάλιστα υπαινίσσεται ότι η Ελληνική Κυβέρνηση είχε γνώση των “μυστικών” μεθοδεύσεων της Αγγλίας και των συναρτωμένων ψευδών διαδόσεων των στασιαστών, δεδομένου ότι δεν “δύναται νὰ ὑπάρξῃ μυστήριον ἐν Ἑλλάδι”.
Σε εκείνο το πλαίσιο, ο Καποδίστριας έκανε έκκληση προς την Αγγλική Κυβέρνηση να συναινέσει άμεσα στην επίλυση των δύο βασικών εθνικών ζητημάτων της Ελλάδος, αντί να παρεμβαίνει εμφυλιακώς στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα της χώρας—ήτοι η Αγγλία, από κοινού με τις άλλες Προστάτιδες Δυνάμεις, αφενός να εκλέξει βασιλέα των Ελλήνων και αφετέρου να προσδιορίσει τα βόρεια σύνορα της Ελλάδος στην ως άνω νέα οροθεσία, οπότε και θα ολοκληρούτο επί τέλους το “προπαρασκευαστικόν” εθνοαπελευθερωτικό και πολιτειακό έργο του Καποδίστρια.

Σχετικά άρθρα

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Συνδεθείτε!

14,507FansLike
2,447FollowersFollow
6,940SubscribersSubscribe