Η Ορθόδοξη Εκκλησία στο Βυζάντιο

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος*

Στις προνεωτερικές κοινωνίες η θρησκεία ήταν ίσως το σημαντικότερο στοιχείο τους, οδηγός του ορθού βίου και πηγή ενότητος, νομιμοποίησης και πολιτισμού.  Η Βυζαντινή αυτοκρατορία όχι απλώς δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά από τις πιο περίτρανες επιβεβαιώσεις αυτού, στο βαθμό που γίνεται λόγος για πολιτισμό-κοινότητα οικοδομημένη πάνω στην πίστη (kultgemeinschaft).  Ο Βυζαντινός ήταν πάνω από όλα «ζώον θεολογικόν», με τη θρησκεία όχι μόνο να διέπει κάθε πτυχή της ζωής του αλλά και να αποτελεί βασική διέξοδο συμμετοχής στο δημόσιο βίο, πολιτικής αμφισβήτησης και φιλοσοφικής αναζήτησης.  Ίσως περισσότερο από Ρωμαίοι, οι Βυζαντινοί ήσαν ο νέος «Περιούσιος Λαός», «Έθνος Χριστιανών».  Ο αυτοκράτορας ήταν σχεδόν ιερός λόγω της θέσεως του, «ζώσα εικών Χριστού».   Ονομαζόταν ισαπόστολος, προστάτης της Χριστιανοσύνης και τοποτηρητής του Θεού στη Γη.  Στη βυζαντινή τέχνη απεικονίζεται διαρκώς να πλαισιώνει ή να πλαισιώνεται από το Χριστό και τη Θεοτόκο, περιβαλλόμενος από φωτοστέφανο.  Περιβάλλεται πομπώδεις τίτλους που διακηρύσσουν την εγκόσμια δόξα και ισχύ του μαζί με την προνομιακή του θέση ενώπιον της Ουρανίου Βασιλείας.

Όμως αντίθετα με τους θεοποιημένους Φαραώ ή προχριστιανικούς καίσαρες, στο Βυζάντιο η πίστη δεν εξαρτάτο από τον αυτοκράτορα.  Ήταν ο θρόνος του Αποστόλου Ανδρέου που προΐστατο της Εκκλησίας, όχι αυτός του Μεγάλου Κωνσταντίνου.  Από εκεί διακονούσε τον «Νέο Ισραήλ» ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

Η Εκκλησία ήταν από τις σημαντικότερες δομές της βυζαντινής πολιτείας και κοινωνίας.  Το κύρος της ήταν αδιαμφισβήτητο και η οικονομική της επιφάνεια αξιόλογη.  Ένα αχανές δίκτυο από μοναστήρια παρείχε υπηρεσίες προνοίας, φιλανθρωπίας και εκπαίδευσης, παράλληλα με τις αντίστοιχες δομές του κράτους.  Κληρικοί υπήρξαν μερικοί από τους διαπρεπεστέρους διανοητές και επιστήμονες του Βυζαντίου.  Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο δεύτερος τη τάξει επίσκοπος της Χριστιανοσύνης, πρώτος ανάμεσα στους πατριαρχικούς θρόνους της Ανατολής και με ίση πρεσβεία τιμής σε σχέση με τον πάπα.  Και καθώς η Βυζαντινή αυτοκρατορία ταυτιζόταν με την πιστή, πολιτισμένη οικουμένη, ο πατριάρχης της ονομάστηκε «οικουμενικός».

Η Βυζαντινή Εκκλησία ήταν από τις πλέον δραστήριες σε ιεραποστολικό έργο.  Με τη σταθερή υποστήριξη της κρατικής εξουσίας, η Εκκλησία προχώρησε στον εκχριστιανισμό γειτονικών αλλά και μακρινών εθνών, όπως οι Βούλγαροι, οι Σέρβοι και οι Μοραβοί, οι Ρώσοι και διάφοροι λαοί του Καυκάσου.  Ο εναγκαλισμός της ορθοδόξου πίστεως ισοδυναμούσε με προνομιακή και πανηγυρική ένταξη τους στην αυτοκρατορική οικουμενική τάξη.  Οι ιεραπόστολοι ήταν συνήθως κληρικοί όχι μόνο μεγάλου ζήλου αλλά και μορφώσεως, οι οποίοι μαζί με την πίστη κόμιζαν στις νεοφώτιστες κοινωνίες τη βυζαντινή πολιτική και πολιτιστική παράδοση, τέχνη και φιλολογία.  Η επινόηση του γλαγολιτικού (κυριλλικού) αλφαβήτου από τους αδελφούς ιεραποστόλους Κωνσταντίνο-Κύριλλο και Μεθόδιο για να μεταφραστούν οι Γραφές στις σλαβικές γλώσσες (δεκαετία 860) αποτελεί κορυφαίο παράδειγμα της βυζαντινής πολιτιστικής διπλωματίας και εκκλησιαστικής πολιτικής.

Οι σχέσεις μεταξύ πατριάρχου και αυτοκράτορος, έχουν ενίοτε περιγραφθεί υπό τον όρο «καισαροπαπισμός», ένα καθεστώς δηλαδή όπου η Εκκλησία εξουσιάζεται απολύτως από το βασιλέα.  Αυτή η περιγραφή αποτελεί άστοχη εξαγωγή των δυτικών εμπειριών σε έναν άλλο πολιτισμό και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.  Κράτος και Εκκλησία αποτελούσαν διακριτούς οργανισμούς οι οποίοι όφειλαν να λειτουργούν σε συνεργασία ο ένας με τον άλλον, καλύπτοντας κοινές ανάγκες και αναλαμβάνοντας διακριτά καθήκοντα.  Όπως πολλάκις επαναλαμβάνεται στη βυζαντινή γραμματεία, ο κόσμος είναι μία ψυχοσωματική ενότητα όπου η Εκκλησία μεριμνά για τη σωτηρία της ψυχής και η πολιτεία για τη συντήρηση του σώματος.  Αυτοκρατορία και Εκκλησία αποτελούν αντανακλάσεις της θείας τάξεως και δεν ταυτίζονται ή υποτάσσονται η μία στην άλλη, αλλά υφίστανται σε ένα καθεστώς που έχει περιγραφεί ως «συμφωνία» ή «συναλληλία».  Η μία αποτελούσε στήριγμα της άλλης:  ο αυτοκράτορας πάτασσε τις αιρέσεις και μεριμνούσε για την ομόνοια στο σώμα της Εκκλησίας (συγκαλώντας π.χ. Οικουμενικές Συνόδους), η δε Εκκλησία στήριζε ιδεολογικά το θρόνο και του παρείχε νομιμοποίηση.  Βεβαίως αυτό αποτελούσε μία ιδεατή συνθήκη που δεν έβρισκε πάντοτε εφαρμογή.  Ο αυτοκράτορας, θέλοντας να εξυπηρετήσει τις διάφορες εγκόσμιες προτεραιότητες του και ερμηνεύοντας διαφορετικά την ιδιότητα του ως θείου τοποτηρητού, συχνά επενέβαινε στα της Εκκλησίας, άλλαζε πατριάρχες κατά το δοκούν και προσπαθούσε να κάμψει το θρησκευτικό δόγμα όταν έκρινε πως εξυπηρετείτο καλύτερα το κρατικό συμφέρον.  Από την άλλη πολλοί δυναμικοί πατριάρχες επενέβησαν στην κρατική πολιτική και προσπάθησαν να χειραγωγήσουν αδυνάμους αυτοκράτορες.  Όμως ποτέ στον αύγουστο δεν αναγνωρίστηκε ιερατικό αξίωμα:  «η πορφύρα ποιεί βασιλείς και ου ιερείς».  Όποτε το κράτος προσπάθησε να επιβάλλει αλλαγές στην πίστη της Ορθοδοξίας (Εικονομαχία, Μονοθελητισμός, Ένωση με τη Δύση) γνώρισε συντριβή κάτω από την αντίσταση κλήρου και λαού.  Από την άλλη και ο πλέον φιλόδοξος πατριάρχης ποτέ δεν επεδίωξε να δηλώσει ανωτερότητα έναντι του αυτοκράτορος ή υπεροχή της πνευματικής επί της κοσμικής εξουσίας.

Καθώς η Ορθοδοξία ήταν ο βασικότερος δεσμός ενότητος της αυτοκρατορίας, η αίρεση, η απόκλιση δηλαδή από τη διδασκαλία της Εκκλησίας των Οικουμενικών Συνόδων συνιστούσε όχι απλώς θρησκευτικό σφάλμα (αμάρτημα) αλλά και πράξη πολιτικής ανυπακοής.  Οι αιρέσεις αποτελούσαν ζήτημα του δημοσίου βίου και συχνά συνόδευαν τη θεολογική απόκλιση με ταξικές, πολιτιστικές ή τοπικιστικές αντιθέσεις.  Παρ’ ότι το Βυζάντιο θα συνταραχθεί πολλάκις από θρησκευτικούς διχασμούς, μόνο οι πλέον κοινωνικά ανατρεπτικές (Βογόμιλοι) ή γεωπολιτικά επικίνδυνες (Παυλικιανοί-συνεργάτες των Αράβων) αιρέσεις υπέστησαν μεγάλης κλίμακος διώξεις και συστηματική βία.  Από ένα σημείο και μετά η αυτοκρατορική αντίδραση περιοριζόταν σε εκκλησιαστικές κυρώσεις, ατομικές τιμωρίες ή σιωπηρή ανοχή, όπως στην περίπτωση των Αρμενίων.  Για τα μεσαιωνικά δεδομένα το Βυζάντιο ήταν σχετικά ανεκτικό από θρησκευτικής απόψεως:  οι διωγμοί των Εβραίων ήταν σπανιότατοι, ενώ εντός της Κωνσταντινουπόλεως συναντούσε κανείς λατινικές εκκλησίες και μουσουλμανικά τεμένη.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Σχέσεις και λειτουργία των θεσμών-Η διαπλοκή πολιτικής και θρησκείας στην κοινωνία του Βυζαντίου (Δ. Μαγριπλής)

Γιατί το Βυζάντιο (Ε. Γλύκατζη-Αρβελέρ)

Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (Ε. Γλύκατζη-Αρβελέρ)

Ιστορία των Ελλήνων (ΔΟΜΗ)

*φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *