Γράφει ὁ Ἰωάννης Κων. Νεονάκης

Ὑπάρχουν κάποιες μορφὲς μέσα στὴν ἱστορία ποὺ στέκονται σχεδὸν σιωπηλές. Δὲν κυριαρχοῦν στὰ βιβλία, δὲν ἀναφέρονται συχνὰ στὶς δημόσιες συζητήσεις, καὶ ὅμως, χωρὶς αὐτές, ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου θὰ εἶχε πάρει ἄλλον δρόμο. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἦταν ὁ ὃσιος Ὅσιος Ἐπίσκοπος Κορδούης (Κόρδοβας) τῆς Ἰσπανίας, ὁ ἄνθρωπος ποὺ βρέθηκε δίπλα στὸν Μέγα Κωνσταντῖνο σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιο κρίσιμες περιόδους τῆς παγκοσμίου ἱστορίας: στὴν μετάβαση ἀπὸ τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο στὴν Χριστιανικὴ Ρωμανία.
Ἐὰν θέλουμε νὰ κατανοήσουμε βαθύτερα τὸ πρόσωπο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, θὰ πρέπει νὰ σταθοῦμε μὲ προσοχὴ καὶ στὸ πρόσωπο αὐτοῦ τοῦ ἁγίου γέροντος. Διότι ὁ ὃσιος Ὅσιος δὲν ὑπῆρξε ἁπλῶς ἕνας «σύμβουλος» τοῦ Κωνσταντίνου. Ὑπῆρξε μία, πιθανῶς ἡ σημαντικότερη, ἀπὸ τὶς πνευματικὲς μορφὲς ποὺ ὁδήγησαν τὸν Κωνσταντῖνο στὴν σταδιακὴ ἐσωτερικὴ του πορεία πρὸς τὸν Χριστό.
Πολλές φορές ταυτίζομε σχεδὸν μηχανικὰ τὴν πίστη μὲ τὴν πράξη τοῦ βαπτίσματος: «βαπτίστηκε ἄρα τότε πίστεψε». Στὴν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας ὅμως δὲν βλέπομε ἔτσι τὸ μυστήριο τῆς μετάνοιας καὶ τῆς θεογνωσίας. Ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ πορεύεται πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ χρόνια πρὶν τὸ τελικὸ βῆμα. Καὶ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος φαίνεται ὅτι ἀκριβῶς αὐτὸ ἔζησε.
Ἓνα σημεῖο ποὺ χρειάζεται προσοχὴ εἶναι τὸ ἐξῆς: πολλοὶ συχνὰ παρουσιάζουν τὸν Κωνσταντῖνο ὡς ἕναν ψυχρὸ πολιτικὸ ρεαλιστή, ποὺ ἁπλῶς «χρησιμοποίησε» τὸν Χριστιανισμὸ γιὰ λόγους ἐξουσίας. Ἡ ἀνάγνωση αὐτὴ εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπιφανειακή. Διότι καταρχὰς ἀδυνατεῖ νὰ ἐξηγήσει κάτι πολὺ βασικό: πῶς εἶναι δυνατόν (ἐὰν δὲν ὑπάρχει μιὰ συγκλονιστικὴ ἐσωτερικὴ μεταστροφή) ἕνας παντοδύναμος Ρωμαῖος αὐτοκράτορας, γαλουχημένος μέσα στὴν λατρεία τοῦ Sol Invictus καὶ στὸ παραδοσιακὸ αὐτοκρατορικὸ σύστημα, νὰ στραφεῖ τόσο βαθιὰ καὶ τόσο ὑπαρξιακὰ πρὸς μία νέα μέχρι τότε διωκομένη θρησκεία;
Καὶ περαιτέρω ἡ περίφημη ὅραση πρὸ τῆς μάχης στὴν Μουλβία Γέφυρα τὸ 312, τὸ Χριστόγραμμα καὶ ὅσα ἐπακολούθησαν, πῶς μποροῦν νὰ ἑρμηνευτοῦν ἂν δὲν ὑπῆρχε ἤδη ἕνα ἐσωτερικὸ πνευματικὸ ὑπόβαθρο; Προφανῶς δὲν ἦταν ἕνα ξαφνικὸ «μαγικὸ γεγονός». Ἦταν πιθανότατα ἡ κορύφωση μιᾶς βαθιᾶς ἐσωτερικῆς ἀναζήτησης. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς εἶναι ὁ ρόλος τοῦ Ὁσίου.
Οἱ πηγὲς μᾶς δείχνουν ὅτι ὁ Ὅσιος βρισκόταν πολὺ κοντὰ στὸν Κωνσταντῖνο ἤδη ἀπὸ τὰ χρόνια 312–313. Δὲν πρόκειται γιὰ μια περιστασιακὴ γνωριμία. Ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ἐμπιστεύεται κρίσιμες ἐκκλησιαστικὲς ἀποστολές, διαμεσολαβήσεις, ἀκόμη καὶ διαχείριση πόρων. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἔβλεπε στὸ πρόσωπό του ἕναν ξένο τυπικὸ ἐπίσκοπο, ἀλλὰ ἕναν οἰκεῖο ἄνθρωπο μεγάλης πνευματικῆς βαρύτητος.
Ἀξίζει νὰ σταθοῦμε σὲ κάτι συγκλονιστικό γιά τόν ὃσιο: ὁ Ὅσιος ἦταν ἄνθρωπος τῶν διωγμῶν. Δὲν προερχόταν ἀπὸ ἕναν «βολεμένο» χριστιανισμὸ τῆς ἐξουσίας. Εἶχε ὁμολογήσει τὴν πίστη του μέσα στὴν φωτιὰ τῶν διωγμῶν τῆς τετραρχικῆς περιόδου. Ἦταν ἄνθρωπος ποὺ εἶχε γνωρίσει τί σημαίνει νὰ κινδυνεύεις ἂμεσα γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος πολύ δύσκολα θὰ γινόταν ἁπλῶς ἕνα ὄργανο διαχειριστικῆς πολιτικῆς.
Ὁ Κωνσταντῖνος ἔβλεπε στὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου μίαν ἁγιότητα ποὺ ξεχώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ μιὰν ὀρθόδοξη αὐθεντικότητα καὶ ἀλήθεια ποὺ δὲν ἔβρισκε στὸν παρακμάζοντα κόσμο τῆς εἰδωλολατρίας ποὺ τὸν περίκλειε. Οἱ θεοὶ τῆς αὐτοκρατορίας δὲν τοῦ πρόσφεραν πλέον κανένα νόημα. Ἀντίθετα, τὸ ἦθος τῶν Χριστιανῶν ποὺ ὁ Ὅσιος ἐνσάρκωνε μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τοῦ ἔδειχνε τὸν δρόμο.
Ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Κωνσταντίνου πρὸς τὸν Ὅσιο εἶναι τόσο μεγάλη ποὺ θὰ τὸν ὁρίσει ὑπεύθυνο γιὰ τὴν κατανομὴ τῆς χρηματικῆς μέριμνας πρὸς τὶς χειμαζόμενες Ἐκκλησίες τῆς Ἀφρικῆς. Ἀργότερα ὅταν ξεσπᾶ ἡ Ἀρειανικὴ κρίση, ὁ Κωνσταντῖνος θὰ στραφεῖ καὶ πάλι στὸν Ὅσιο, τὸν «πίστει καὶ βίῳ ἐπίσημον», τὸν ὁποῖο θὰ ἀποστείλει στὴν Αἴγυπτο σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ λυθεῖ ἡ κρίση μὲ διαμεσολάβηση καὶ διάλογο. Οἱ προσπάθειες θὰ ἀποβοῦν ἄκαρπες καὶ ἐπιστρέφοντας ὁ Ὅσιος θὰ πείσει τὸν Αὐτοκράτορα γιὰ τὴν ἀνάγκη μιᾶς Συνόδου. Ἔχει ἀντιληφθεῖ ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἦταν μιὰ ἁπλὴ σχολαστικὴ φιλονικία, ἀλλὰ ἕνα βαθὺ ἐκκλησιολογικὸ καὶ σωτηριολογικὸ τραῦμα. Ἔτσι ὁ αὐτοκράτορας θὰ ἀναζητήσει ὄχι μόνο μιὰ πολιτικὴ λύση, ἀλλὰ καὶ μιὰ πνευματικὴ διάκριση καὶ δογματικὴ ἀκρίβεια.
Ὁ Κωνσταντῖνος συγκαλεῖ καὶ ἐποπτεύει τὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νικαίας τὸ 325 καὶ ὁ Ὅσιος ὑπῆρξε ὁ ἐπιφανέστερος ἐπισκοπικὸς παράγων πλησίον τοῦ αὐτοκράτορος. Ὁ Κωνσταντῖνος ἔδωσε τὴν ἱστορικὴ σκηνή, ὁ δὲ Ὅσιος προεξάρχων τρόπῳ τινὰ τῶν Ἐπισκόπων καθόρισε τὸ ὀρθὸ ἐκκλησιολογικὸ περιεχόμενο. Πολλοὶ θεωροῦν ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος ἐκείνη τὴν στιγμή ἐνδιαφερόταν μόνο γιὰ τὴν «ἐνότητα τῆς αὐτοκρατορίας». Ἀσφαλῶς καὶ τὸν ἐνδιέφερε. Ἀλλὰ ἂν τὸ θέμα ἦταν μόνο πολιτικό, τότε θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιβάλει ἁπλῶς μία ἐπιφανειακὴ συμφιλίωση. Εἶχε ἀπολύτως τὴν δυνατότητα αὐτή. Δὲν θὰ χρειαζόταν Νίκαια, δὲν θὰ χρειαζόταν ὁμοούσιον, δὲν θὰ χρειαζόταν ἡ τεράστια σύγκρουση μὲ τὸν Ἀρειανισμό. Ὅμως ὡς βαθύτατα πιστὸς θέλησε νὰ ὁριοθετήσει καὶ νὰ διασφαλίσει τὴν σωτηριολογικὴ ὁδό.
Ἡ παρουσία τοῦ Ὁσίου στὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο εἶναι σχεδὸν συμβολικὴ γιὰ ὅλη τὴν μετέπειτα πορεία τῆς Ρωμανίας. Ἀπὸ τὴν μία ὁ Αὐτοκράτορας και ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ Ἐπίσκοπος. Ὄχι σὲ σχέση ὑποταγῆς, ἀλλὰ συνεργίας. Οὔτε καισαροπαπισμός, οὔτε θεοκρατία. Ἀλλὰ ἡ ρωμαίικη συναλληλία, αὐτὸ ποὺ θὰ γεννήσει ἀργότερα τὸν πολιτισμὸ τῆς Χριστιανικῆς Ρωμανίας. Ἡ ὀρθόδοξη ρωμαίικη «συναλληλία» δὲν εἶναι δουλικὴ ὑποταγή, ἀλλὰ συγχορδία διακριτῶν ἀρμοδιοτήτων.
Αὐτὸ θὰ γίνει ἀκόμη πιο σαφὲς ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ὅσιο μεταγενέστερα στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν γιὸ τοῦ Κωνσταντίνου, τὸν Αὐτοκράτορα Κωνστάντιο, ὅταν ὁ τελευταῖος θέλησε νὰ προχωρήσει σὲ παρεμβάσεις στὰ Ἐκκλησιαστικὰ καὶ νὰ ἐπιβάλει ἀρειανοφρονοῦσες λύσεις. Ὁ Ὅσιος ὁρίζει τὸ ὅριο: ὁ βασιλεὺς κρατεῖ τὴν βασιλείαν, ἡ Ἐκκλησία τὰ ἐκκλησιαστικά. «Μὴ τίθει σεαυτόν εἰς τὰ ἐκκλησιαστικά».
Ὁ ἴδιος ἄνθρωπος ποὺ συνεργάστηκε μὲ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο γιὰ τὴν Νίκαια, γίνεται καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὁρίζει τὰ ὅρια τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας. Ὁρίζει τὴν ρωμαίικη συναλληλία. Οὔτε δουλοπρέπεια πρὸς τὴν πολιτικὴ ἐξουσία, οὔτε ἐπαναστατικὸ μῖσος πρὸς αὐτήν. Ἀλλὰ διάκριση, ἱεραρχία, συνεργασία, συνέργεια καὶ ὅρια. Γιὰ τὸ καλὸ τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο καὶ οἱ δυὸ ἐξουσίες διακονοῦν παράλληλα.
Ἡ σχέση τοῦ Ὁσίου καὶ τοῦ Ἁγίου Μεγάλου Κωνσταντίνου ἦταν μιὰ συνάντηση ἑνὸς ἀναζητοῦντος αὐτοκράτορα μὲ ἕναν ἀληθινὸ ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν συνάντηση γεννήθηκε ἡ προσωπικὴ σωτηρία τοῦ Κωνσταντίνου καὶ θεμελιώθηκε μιὰ χριστιανικὴ αὐτοκρατορία, ἡ Χριστιανικὴ Ρωμανία.
Καὶ γι’ αὐτὸ ὁ ὃσιος Ὅσιος Ἐπίσκοπος Κορδούης δὲν εἶναι μία «λεπτομέρεια» τῆς ἱστορίας. Εἶναι μία ἀπὸ τὶς σιωπηλὲς ρίζες τοῦ κόσμου μας.

