Wednesday, April 1, 2026
Home «Ever since our rough crusading forefathers first saw Constantinople and met, to...

    «Ever since our rough crusading forefathers first saw Constantinople and met, to their contemptuous disgust, a society where everyone read and wrote, ate food with forks and preferred diplomacy to war, it has been fashionable to pass the Byzantines by with scorn and to use their name as synonymous with decadence… All the historians in chorus treated of a thousand years of empire as a short sinister unbroken decline.» […] «But even in the army the poorest could rise on their merits to the top. This lack of snobbishness was characteristic of the whole of Byzantine society. It is true that later chroniclers, wishing to insult Theophano, called her an innkeeper’s daughter; but society would have to be very democratic where such a past would not be thought a little undignified for an Empress; while the fact that an innkeeper’s daughter could become Empress shows a certain elasticity in the social divisions. It was lack of education rather than lack of birth that was considered a subject for mockery.» […] «The Byzantines prided themselves on their culture. Every self-respecting citizen could recognize a quotation from Homer or the Bible, and was well acquainted with the works of the Fathers and many of the masterpieces of the classics. The University…radiated intellectual activity throughout Constantinople; and the Court prided itself on the patronage of literature and the arts.»

    0
    32
    Previous article«Μιλώντας για τέτοιες ιδίως μεταφράσεις μου η καρδιά μου χτυπάει εντονότερα, καθώς αναπλάθω την ήδη μακρά ιστορία ενός πολύ προσφιλούς κεφαλαίου της πνευματικής μου ζωής: εννοώ τη σχέση μου με την ελληνική γλώσσα. Είναι η μοναδική, ευρωπαϊκή τουλάχιστον, γλώσσα που έχει πίσω της μιάν αδιάκοπή ιστορία τριών περίπου χιλιάδων ετών και συνάμα πέρασε από ποικίλες μετεξελίξεις και μεταλλαγές. Όμως οι προγενέστερες μορφές της δεν εξανεμίστηκαν, αλλά ζουν ακόμα διαφοροτρόπως μέσα της, ως ιζήματα και στρώματα, που κάνουν τη διαχρονία συγχρονία. Ο Όμηρος και η κλασσική αττική, η κοινή και η λόγια βυζαντινή, η εκκλησιαστική γλώσσα και η γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού και των κρητικών επών, η αρχαΐζουσα και η απλή καθαρεύουσα, η αστική τρέχουσα και τα ιδιωτικά κατάλοιπα – όλα αυτά αποτελούν ακόμα σήμερα πηγές απ’ όπου μπορεί ν’ αντλήσει η γλωσσική καλαισθησία, αλλά και η εκφραστική ανάγκη. Στη μοναδικότητα αυτής της γλώσσας οφείλεται πιστεύω, το κατά τα άλλα παράδοξο γεγονός ότι η νεώτερη Ελλάδα, που τίποτε δεν πρόσφερε στη θεωρητική σκέψη ή στον τεχνικό πολιτισμό, έδωσε και δίνει υψηλή ποίηση∙ την ποίηση τη γεννά-την ξεβράζει, θα έλεγα- από μόνη της η δυναμική της ανεπανάληπτης αυτής γλώσσας. Εξ αρχής την αισθάνθηκα ως ενότητα και τη διάβασα αχόρταγα ως ενότητα, στα μνημεία όλων των εποχών της. Έχοντάς την προδώσει, κατά κάποιο τρόπο, αφού ο ίδιος γράφω σε μια ξένη γλώσσα, μπόρεσα ωστόσο μέσα από την αναγκαστική απόσταση να την κατανοήσω, και μάλιστα να την αγαπήσω, περισσότερο.»
    Next article«Ο τότε καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας κ. Τωμαδάκης μού έκανε την τιμή να με προσλάβει ως (άμισθο) βοηθό του, και η σχετικά ολιγόχρονη αλλά έντονη επίδοσή μου στην μελέτη των μεσαιωνικών κειμένων μού προσπόρισε ένα μόνιμο πνευματικό όφελος, και μάλιστα υπό διπλή έννοια: με βοήθησε να δω την γέφυρα που συνδέει τον Όμηρο και τον Αισχύλο με τον Παλαμά και τον Ελύτη, και να συλλάβω, έτσι, την θεμελιώδη ενότητα της ελληνικής γλώσσας καθώς και τον έντονο δυναμισμό, ο οποίος απορρέει από την ενότητα αυτή, γεννώντας αδιάκοπα λογοτεχνία υψηλής στάθμης· και οι διαπιστώσεις αυτές μου έδειξαν, με την σειρά τους, την πνευματική στειρότητα κάθε μορφής γλωσσικής μισαλλοδοξίας».