Παρχάμ, ο λησμονημένος 4ος μάγος

(Αφήγημα μυθιστορικό για μικρούς και μεγάλους – Χριστούγεννα 2015)

xristos-magoi-dwra

Γιορτάζοντας τα Χριστούγεννα, τιμούμε πάντα και τους τρείς σοφούς Μάγους με τα Δώρα, που πρώτοι αυτοί ξεκινώντας από τα βάθη της Ανατολής ακολουθώντας τον Αστέρα , ήλθαν και προσκύνησαν το Άγιο Βρέφος. Απίθωσαν στη Φάτνη χρυσό, λίβανο και σμύρνα και έγραψαν το όνομά τους στο βιβλίο της Αθανασίας. Eκπρόσωποι ενός κόσμου «παλαιού», κατέθεσαν ευλαβικά την κοσμική σοφία τους, μπροστά στα πόδια της του Θεού Σοφίας, του Λόγου του Θεού. Το γεγονός καταγράφεται στην Καινή Διαθήκη, στο κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο, τους αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και τα ονόματά τους, γνωστά από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια, πέρασαν στην Παράδοση της Εκκλησίας μας: Μελχιόρ, Γκάσπαρ, Βαλτάσαρ.

 Όμως σε κάποια παλιά βιβλία, τόσο παλιά που τα γράμματα ίσα που διακρίνονται αχνά , υπάρχει κάποια μαρτυρία ενός γέρου σοφού από την Αλεξάνδρεια, που μας μιλά για κάποιον 4ο Μάγο, που είχε ξεκινήσει κι αυτός να προσκυνήσει τον Σωτήρα Χριστό, αλλά δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του. ΄Η μήπως έφτασε;

 Είναι καιρός λοιπόν τώρα , έστω και με αργοπορία πάνω από 2000 χρόνια, να ακολουθήσουμε τα ίχνη του αδικημένου από την Ιστορία 4ου Μάγου, να τον συνοδεύσουμε στην δική του πορεία , να αναζητήσουμε κάποια εξήγηση , γιατί δεν κατόρθωσε να πλησιάσει τον νεογέννητο Βασιλιά. ΄Η μήπως κατόρθωσε;

 Το όνομά του , λένε τα ίδια παλιά βιβλία, ήταν Παρχάμ, που στη γλώσσα του σημαίνει «ο υπηρέτης του Θεού». Μολονότι νεαρό παλληκάρι, όταν κίνησε για το ταξίδι της προσκύνησης, ήταν το ίδιο ευλαβής και μορφωμένος, όπως και οι συνοδοιπόροι του. Μάλιστα είχε τόσο βαθιά γνώση, που ο Μέλχιορ, ο πρεσβύτερος όλων των Μάγων, τον είχε εμπιστευθεί να μελετήσει την νέα τεχνολογία υπολογισμού του Ηλιακού έτους, που ήταν φυλαγμένη στην Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας , χαρισμένη εκεί από ένα μαθητή του μεγάλου Αρχιμήδη. Γιατί , μέσα στην συλλογική συνείδηση των λαών της Ανατολής είχε φυτρώσει ένας σπόρος προσμονής , μια λαχτάρα ερχομού του Ήλιου της Δικαιοσύνης, του Βασιλιά των Βασιλέων. Και αυτή την μοναδική στιγμή στην ανθρώπινη Ιστορία ήθελε να ανακαλύψει ο γερο Μέλχιορ. Όνειρο ζωής του ήταν να προσκυνήσει πρώτος αυτός τον Ερχόμενο, τον απεσταλμένο του Θεού, τον Βασιλιά των Βασιλέων

 Ο Παρχάμ, λοιπόν, είχε πριγκηπική καταγωγή. Ο πατέρας του ήταν Έπαρχος της Βακτριανής, αλλά η μοίρα δεν στάθηκε ευνοϊκή μαζί του. Σε κάποια πολεμική αποστολή στο Ινδοκούς τραυματίστηκε βαριά και μετά από λίγους μήνες κοιμήθηκε για πάντα. Λίγο πριν κλείσει τα μάτια , άφησε τον ορφανό Παρχάμ στα χέρια της μητέρας του και του δικού του πατέρα , του Μελχιόρ. ΄Ηταν αυτοί που τώρα θα φρόντιζαν να τον αναθρέψουν στο δρόμο της αρετής, της γνώσης και της καλοσύνης. Και όπως φαίνεται, παππούς και μητέρα έκαναν το καθήκον τους όπως έπρεπε. Και ο μικρός Παρχάμ μεγάλωνε με σοφία και αγάπη στην αγκαλιά της αγαπημένης του μητέρας, κάτω από το αυστηρό μα τρυφερό βλέμμα του παππού Μέλχιορ, που είχε το αξίωμα του Βασιλικού Αρχιερέα.

 Από πολύ μικρός ο καλός Παρχάμ φάνηκε να είναι ένα ιδιαίτερο παιδί. Αντί για παιχνίδια με τους συνομήλικούς του, του άρεσε να θαυμάζει τα΄αστέρια. Στο φροντισμένο περιβάλλον του Ναού, εκεί στην Βακτριανή, καθισμένος στα πόδια του παππού του Μέλχιορ, σοφού Μαθηματικού από την Περσία, ρουφούσε τη γνώση για τον μαγικό κοσμο τ΄ουρανού , όπως η διψασμένη γή της ερήμου την πρωϊνή δροσιά. Τα άστρα με την λαμπρότητά τους γοήτευαν τον νεαρό Παρχάμ, καθώς τις ατέλειωτες χειμωνιάτικες νύχτες έστρεφε το βλέμμα του ψηλά στην αστροφεγγιά εκει στα υψίπεδα της Σβάτ, πάνω στο βουνό Πιρ-Σαρ.

 Ο παππούς Μελχιόρ με πολλή υπομονή και στοργή έσταζε στην ψυχή του μικρού εγγονιού τον φόβο Θεού των πατέρων του, του Ουράνιου Βασιλιά που είχε πλάσει τον όμορφο τούτο κόσμο. Τον έπαιρνε μαζί στις θυσίες και τις τελετουργίες , του έδειχνε πώς να πλάθει το λιβάνι από των κέδρων και του λιβάνου τα δάκρυα, πώς να θυμιατίζει και ευλογεί όλα τα πλάσματα μαζί, τους ανθρώπους, τα ζωντανά τους, τους αγρούς και τα περιβόλια τους. Και συνάμα, τον οδηγούσε βήμα-βήμα στο δρόμο της αρμονίας, της μουσικής και των αριθμών. Έτσι αργότερα, έφηβος πιά , ο Παρχάμ, ο «υπηρέτης του Θεού», δέχτηκε με πολλή προθυμία να συντροφεύσει τον περίφημο ιερέα και αστρονόμο παππού του Μέλχιορ, που καλεσμένος από τον φίλο του Διόδωρο, τον έλληνα Αστρονόμο, θα έφευγε στην έρημη βουνοκορφή να στήσει το γήινο παρατηρητήριό του, εκεί ψηλά στην ΄Αορνο Πέτρα. Εκει, λένε τα βιβλία, έδωσε την ενδοξότερη μάχη ο μεγαλύτερος Βασιλιάς του κόσμου, ο Μέγας Αλέξανδρος ο Μακεδόνας. Και ακριβώς εκεί εγκαταστάθηκε ο σοφός Μέλχιορ, για να αφοσιωθεί στην αναζήτηση της ουράνιας ελπίδας.

 Θα καταλάβατε βέβαια πως ο γερο Μέλχιορ δεν ήταν τυχαίος Αρχιερέας. Η ευσέβειά του αλλά και η επιστημοσύνη του ήταν γνωστές σε όλη την Βακτριανή και ακόμα πέρα από την κοιλάδα του Ινδού ποταμού. Τον αποκαλούσαν όλοι τιμητικά «Μάγο», άνδρα σοφό και ιερό, λες κι έκλεινε το γέρικο κορμί του όλη τη σοφία του Κόσμου. Όλοι γνώριζαν πως αδιάκοπα μελετούσε τον ημερολογιακό κύκλο του Μέτωνα του Αθηναίου, ενός άλλου σοφού αστρονόμου. Του είχε μιλήσει γι αυτόν ο Ηλιόδωρος ο Αλεξανδρινός , όταν του χάρισε εκείνο τον περίεργο Μηχανισμό, από την κληρονομιά του Ευκτήμωνα του Αθηναίου. Μόνο που το δώρο ήταν χωρίς τις οδηγίες και σημειώσεις για τη χρήση του, που ο Ηλιόδωρος είχε αφήσει στο Μουσείο της Αλεξάνδρειας. Και τις είχε τόσο ανάγκη αυτές τις σημειώσεις ο Μέλχιορ…Πώς αλλιώς θα υπολόγιζε τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων, με τι κλειδί θα έλυνε το μεγαλύτερο ερώτημα της ζωής του; Χρόνια ολάκερα τον απασχολούσαν οι κινήσεις των λαμπερών αστεριών, ο Ήλιος και η Σελήνη, οι πλανήτες και οι κομήτες. Στο χάρτη του Ουρανού διάβαζε ο Μέλχιορ το βιβλίο του Κτίστη και Δημιουργού όλων των ζωντανών στη γή ετούτη. Μα ήξερε , πως σοφός δεν ήταν, πως η Σοφία του Κόσμου έρχονταν από άλλα ονειρεμένα μονοπάτια. Και είχε μοιραστεί την αγωνία του και τους προβληματισμούς του με τον φίλο του Γκάσπαρ, επίσης εξαίρετο γεωμέτρη και ιερέα από τη Βαβυλώνα. Αλλά στα ιερά του βιβλία κάτι άλλο ήταν γραμμένο, για τον ερχομό του Βασιλιά της Πλάσης. Πόσο θα΄θελε ο γερο Μέλχιορ να ζήσει αυτό το θαύμα πριν πεθάνει. Στ΄αλήθεια, τώρα κοντά στα ογδόντα του χρόνια ακόμα κάτι περίμεναν να ιδούν τα άγρυπνα μάτια του, όλο και πιο ορθάνοιχτη κρατούσε τη καρδιά του στο κάλεσμα του ουράνιου Πατέρα. Χρόνια Υπομονής και Προσμονής περνούσαν σαν γοργόφτερα πουλιά και χάραζαν αυλάκια γνώσης και σοφίας στο πρόσωπο του καλοκάγαθου γέροντα. Μα η στιγμή που περίμενε, φαινόταν να αργεί.

 Και μια φθινοπωρινή νύχτα, μια περίεργη λάμψη φάνηκε στον έναστρο ουρανό. Λες και όλα τα αστέρια, σε ένα αφάνταστο αρμονικό χορό, έμπαιναν σιγά σιγά σε μια σειρά, προσθέτοντας το ένα στο άλλο το δικό τους φώς, που όλο μεγάλωνε και φάνταζε σαν νέος Ήλιος. Ένα Φως που έσβηνε με μιας όλα τα αστέρια του ουρανού, κάνοντάς τα να φαίνονται σαν πυγολαμπίδες. Το αβάκιο με τους υπολογισμούς έπεσε από τα χέρια του, το απρόσμενο ουράνιο φως, που όλο μεγάλωνε, γέμισε ρίγος την καρδιά και τη σκέψη του. Δεν πρόλαβε να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε, εκεί έξω, ψηλά στον ουράνιο θόλο, όταν ένα δυνατό κτύπημα ταρακούνησε την ξύλινη πόρτα της καλύβας του. Ποιος να΄ταν ο ξένος μες τη νύχτα, που τόσο ανυπόμονα ζητούσε να μπει στο παρατηρητήριό του. Με ένα νεύμα του ο νεαρός Παρχάμ τινάχτηκε όρθιος και έτρεξε να ανοίξει. Ήταν η γνώριμη μορφή του Γκάσπαρ, του φίλου του παππού. Τον συνόδευε ένας ακόμα σεβάσμιος επισκέπτης, ο αγαθός Βαλτάσαρ, Μάγος και αστρονόμος κι αυτός, που μόλις ξεπέζευε από την καμήλα του.

Μα πως ήταν έτσι αλαφιασμένοι οι δύο επισκέπτες; Λές και ειχαν αντικρύσει κάποιο φάντασμα, ένα θέαμα πρωτόγνωρο, φοβερό και ασύλληπτο. «Είδες, είδες, Μέλχιορ», ψέλλισε ο Γκάσπαρ ταραγμένος, «είδες ψηλά στον Ουρανό, εκεί προς την Εσπερία, το Φως , το μακρινό και απρόσιτο; Σαν Ηλιος νέος φαντάζει, και όλο δυναμώνει και διώχνει το σκοτάδι. Μα τον Βαάλ, να πάψει να κτυπά η καρδιά μου, αν δεν είναι αυτό που περιμέναμε απ την νεότητά μας» Ο Μέλχιορ αγκάλιασε συγκινημένος τον παλιό του φίλο, με μάτια υγρά. Το βλέμμα του πηδούσε σαν αγριοκάτσικο, πότε στον ουρανό, πότε στους σαστισμένους φίλους. Τους έκανε νεύμα να κάτσουν…

 Σιωπηλός μάρτυρας της σύναξης αυτής των σοφών, ο Παρχάμ, έστρωσε το χαμηλό τραπέζι με το πλουμιστό μαντήλι και πρόσφερε στους ταραγμένους οδοιπόρους ζεστό ψωμί, μια κανάτα κρασί και νερό, πριν απομακρυνθεί προς τη γωνιά που΄καιγε η φωτιά . Από εκεί είχε όλη την άνεση να ακούσει την συνομιλία των τριών σοφών Μάγων, χωρίς να ενοχλεί με την παρουσία του. ΄Όμως τα αυτιά του στραμμένα προς τη μεριά των επισκεπτών έπιαναν ακόμα και τον χαμηλότερο ψίθυρο. Ακόμα και το μικρότερο κουνούπι να πετούσε σε δέκα πόδια μακριά, θα το άκουγε, τόσο τεντωμένη ήταν η προσοχή του. Κάτι στην καρδιά του έλεγε κρυφά, πως εκείνη η στιγμή ήταν η αρχή μιας άλλης πορείας του κόσμου. Τι ακριβώς, δεν ήξερε. Ένιωθε όμως μέσα του το καρδιοχτύπι της προσμονής, που γεννά η προσδοκία μιας πρωτόγνωρης συνάντησης….

 Οι τρείς γέροντες Μάγοι έμειναν για αρκετή ώρα αμίλητοι, κοιτώντας τον έναστρο ουρανό από το άνοιγμα στη στέγη. Απόλυτη σιωπή , λες και ήταν ώρα θείας περισυλλογής, κυριαρχούσε στο χώρο. Σε μια στιγμή ο γερο Μελχιόρ σηκώθηκε και έφερε τα ιερά του βιβλία. Ο Γκάσπαρ τράβηξε κι αυτός από την δερμάτινη θήκη που κρεμόταν από τον ώμο του δύο πάπυρους, γεμάτους σχήματα και υπολογισμούς ενώ ο Βαλτάσαρ ξεδίπλωσε ένα λεπτό κατεργασμένο δέρμα ζώου, πυκνογραμμένο με μελάνι σινικής σε γλώσσα ακαταλαβίστικη. Έσκυψαν και οι τρείς πάνω από τους θησαυρούς της εγκόσμιας σοφίας και επιστήμης που αιώνες είχαν αποκαλυφθεί στους ανθρώπους και άρχισαν να ερμηνεύουν γράμματα και αριθμούς, σχήματα , εικόνες και υπολογισμούς. Δεν χρειάστηκαν πολύ να βγάλουν το συμπέρασμά τους και να πάρουν την απόφασή τους. Το αφύσικο φαινόμενο της πλανητικής Συνόδου, όπως έμαθαν αργότερα, δεν ήταν τυχαίο. Ήταν σημάδι θεόσταλτο, πως ένας Μεγάλος Βασιλιάς, στ΄αλήθεια ηλιοσταλμένος, ο αιώνια Ερχόμενος, η Προσδοκία όλης της γνωστής Οικουμένης θα έκανε την εμφάνισή του στη Γη.

 Αλλά πού, σε ποια γωνιά της, σε πιο παλάτι πολυτελές και φημισμένο, σε ποια χρυσοποίκιλτα δώματα; Για να το βρουν, μια λύση μόνη υπήρχε: Να ακολουθήσουν αυτό το υπερκόσμιο φως, να υπολογίσουν με ακρίβεια την κίνησή του, να αφήσουν να τους οδηγήσει όσο χρειαστεί μέχρι τη στιγμή που η λάμψη του , σαν νέος ΄Ήλιος θα σκόρπιζε τη σκοτεινιά του Ουρανού και θα ανέτειλε σε μια νέα ημέρα.

 «Τι κρίμα, να μη μπορώ να χρησιμοποιήσω τον Μηχανισμό, μου λείπουν τόσες οδηγίες κι αυτές είναι στην Αλεξάνδρεια», αναστέναξε ο Μέλχιορ.

«Ας μην απελπιζόμαστε», ακούστηκε ήρεμα ο Βαλτάσαρ. «Αρκεί να ξεκινήσουμε, ακολουθώντας τον Αστέρα, και ένας από εμάς ας πάρει το δρόμο για την Αλεξάνδρεια. Θα φέρει τους παπύρους και θα μας συναντήσει, αφού έτσι κι αλλιώς το Φως του Αστεριού θα αργήσει να χαθεί από το στερέωμα. Μετά  όλοι μαζί θα φτάσουμε στον ποθητό τόπο της Γέννησης του αληθινά Μεγάλου Βασιλιά».

«Και ποιος θα αναλάβει αυτό το κατόρθωμα;» , μουρμούρισε ο Γκάσπαρ . «Στην ηλικία μας φίλοι ΄Αρχοντες, τέτοιο ρίσκο είναι παράλογο. Και τα χρόνια που περιμέναμε τον ερχομό Του δεν πρέπει να πάνε χαμένα».

«Μα ο νεότερος», φώναξε θριαμβευτικά ο Μέλχιορ και έδειξε τον νεαρό Παρχάμ.

 Για μια στιγμή ο Παρχάμ ένιωσε να μουδιάζει όλο του το σώμα. Η καρδιά του σταμάτησε στο άκουσμα της μεγάλης τιμής, που ο παππούς του τον έκρινε άξιο να συμμετέχει στην επαλήθευση ενός ολόκληρου ονείρου ζωής Ώστε ήταν τώρα κι αυτός ανάμεσα στους εκλεκτούς προσκυνητές . Έσκυψε γεμάτος ευγνωμοσύνη με υποταγή το κεφάλι και με κρυφή χαρά στα στήθη ετοιμάστηκε για το μεγαλύτερο άθλημα της ζωής του, για την ευλογημένη συνάντηση με τον Βασιλιά των Βασιλέων. Πριν καλά-καλά ξημερώσει, άφησε τους γέροντες Μάγους να ετοιμάζουν τις καμήλες τους φορτωμένες με δώρα πανάκριβα και σπάνια, άξια ενός Βασιλιά, και ξεκίνησε την μοναχική του πορεία για την Αλεξάνδρεια, χωρίς ούτε μια στιγμή να χάσει τον Αστέρα από τα μάτια του

 Και από ετούτη τη στιγμή αρχίζει η περιπέτεια του 4ου Μάγου, του νεαρού Παρχάμ. Που πήρε το δρόμο για τον Θεό, χωρίς ποτέ του να φανταστεί, πως δεν πέρναγε μόνο από κοιλάδες και βουνά, ερήμους και πολιτείες, αλλά πολύ περισσότερο , μέσα από τους ανθρώπους….

 Το ταξίδι, για ένα μόνο ταξιδιώτη, όσο καλά και να ήταν εφοδιασμένος με τροφές και χρυσάφι, δεν ήταν εύκολο. Η μοναξιά του κάθε ταξιδιώτη είναι βασανιστική, οι πειρασμοί και οι κίνδυνοι που ορθώνονται μπροστά του αμέτρητοι και συχνά ανίκητοι. Μα ο Παρχάμ ήταν δυνατός, θα τα κατάφερνε, όσο δεν έχανε από τα μάτια του τον Αστέρα, όσο το βλέμμα του κοιτούσε μονάχα τον ουρανό.

 Μήνας πέρασε και ο Παρχάμ κατάκοπος περνούσε την έρημο του Ινδοκους. Είχε αφήσει πίσω του τη Βακτριανή, τη γενέτειρά του, και πορευόταν νοτιοδυτικά, προς τον περσικό κόλπο, έχοντας πάντα τα μάτια του στραμμένα επάνω και δεξιά του, στα βορειοδυτικά, όπου φαινόταν να κινείται το λαμπερό αστέρι. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά , όταν ξεπέζεψε και έστησε τη σκηνή του για να διανυκτερεύσει. Δεν είχε προλάβει να ρίξει τα σκουτιά του στο χώμα για να ξαπλώσει , όταν άκουσε ένα δυνατό βογγητό πόνου να σκίζει της νύχτας τη σιγαλιά. Βγήκε έξω από τη σκηνή με το δαυλό, ακολουθώντας τις κραυγές. Πίσω από ένα κοντινό αμμόλοφο, σκόνταψε πάνω σε ένα πεσμένο, κουλουριασμένο σώμα. Ο άνδρας φαινόταν εύπορος από όσο μπορούσε να καταλάβει από τα κουρέλια του ξεσκισμένου μανδύα που προσπαθούσε να σκεπάσει το απογυμνωμένο κορμί του. ΄Ισως έμπορος ή αξιωματούχος. Με το πρόσωπό του γεμάτο μώλωπες κι από τους κροτάφους του να τρέχει αίμα. «Θύμα ληστών», σκέφτηκε ο Παρχάμ, και προσπάθησε να βοηθήσει τον τραυματία να σταθεί στα πόδια του. Αδύνατο, ο άνδρας ούρλιαξε από τον πόνο, το πόδι του σπασμένο. Η κατάσταση του ελεεινή, αβοήθητος ήταν βέβαιο ότι θα πέθαινε.

 Μάτωσε η καρδιά του Παρχάμ. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή, ο άνθρωπος αυτός που βρέθηκε στο δρόμο του χρειαζόταν άμεση βοήθεια και περίθαλψη. Έδεσε πρόχειρα το πόδι του δύστυχου διαβάτη με ένα ξύλο, έπλυνε με κρασί και νερό τις πληγές του και με κόπο πολύ τον ανέβασε σε μια πρόχειρη μπάρα που έφτιαξε γρήγορα με τα κλινοσκεπάσματά του δεμένα σε δυο παράλληλα κλαδιά μιας κοντινής χαρουπιάς. Έπρεπε να βιαστεί, να φτάσει στην πιο κοντινή πόλη, την Δημητριάδα, που οι πυρσοί από τους πύργους της φαίνονταν 100 στάδια μακρΙά…… Στην πύλη της Πόλης και πριν πέσει αναίσθητος από την κόπωση, κατάφερε να ψελλίσει στους φρουρούς, «φροντίστε τον, είναι αδερφός μου, θα πληρώσω ότι και για όσο χρόνο χρειαστεί…».Μετά λιποθύμησε.

Σαν συνήλθε, αντίκρυσε σκυμμένη από πάνω του μια ευγενική και συνεσταλμένη γυναίκα. Ήταν η γυναίκα του φρούραρχου της Πόλης, είχε περιθάλψει και τον Νάθαν, τον έμπορο – έτσι λεγόταν ο δυστυχής εκείνος.

 «Είπες πως ήταν αδελφός σου» , τον κοίταξε ερωτηματικά. «Μα αυτός είναι Ιουδαίος και σύ Πέρσης», συνέχισε να απορεί.

«Τι σημασία έχει αυτό», ψιθύρισε αδύναμα ο Παρχάμ, «Δεν θα μπορούσε να είναι και αδερφός μου;»

Η γυναίκα χαμογέλασε καλόκαρδα. «Δεν έχεις άδικο. Αλλά να ξέρεις, σου κόστισε 2 χρυσούς δαρεικούς, κοντα 40 ασημένιες αττικές δραχμές» «Και τρείς μέρες καθυστέρηση, θαρρώ. Τόσες μέρες κοιμόσουν εξουθενωμένος».

Ο Παρχάμ τινάχτηκε όρθιος. «Μα την Αστάρτη», ψιθύρισε, « τόσες μέρες… αλλά χαλάλι, αρκεί ο δυστυχής Νάθαν να γίνει καλά», συνέχισε. Βγήκε έξω ευχαριστώντας την γυναίκα με 3 χρυσούς δαρεικούς και έτρεξε στο δώμα, όπου κείτονταν ο Νάθαν. Μόλις τον είδε αυτός δάκρυσε από ευγνωμοσύνη και ανασηκώθηκε να τον αγκαλιάσει. «Ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ να ευλογεί τον δρόμο σου, καλέ μου σωτήρα» είπε. Ο Παρχάμ του χαμογέλασε, τον ακούμπησε μαλακά στον ώμο και τον αποχαιρέτησε. Φεύγοντας άφησε στο τραπεζάκι δίπλα στον άρρωστο ένα πουγκί με 10 στατήρες.

«Είναι για το ταξίδι της επιστροφής σου, αδελφέ» είπε.

« Και πώς να στο ανταποδώσω», ρώτησε ανήσυχα ο Νάθαν.

«Θα σου δείξει δρόμο και τρόπο ο Θεός», απάντησε ο Παρχάμ και χάθηκε πίσω από το παραπέτο της εισόδου. Δεν είχε καιρό για χάσιμο, ο Νάθαν έμενε στη σιγουριά της φροντίδας, αυτός όμως έπρεπε να προλάβει το αστέρι…

 Οι μέρες και οι βδομάδες κυλούσαν βασανιστικά αργά για τον προσκυνητή μας, αλλά το φέγγος του Αστέρα μεγάλωνε όλο και περισσότερο και ο Αστέρας τραβούσε όλο και πιο βόρεια. Ο Παρχάμ είχε αρχίσει να αγχώνεται, ευχόταν ολόψυχα το ταξίδι των άλλων τριών Μάγων να μην είχε καθυστέρηση η λάθεμα, έπρεπε να φτάσουν στην ώρα τους, δεν αφήνει κανείς τον Βασιλιά, τον ευλογημένο Ερχόμενο, να περιμένει. Ο ίδιος κόντευε να φτάσει στην θάλασσα του Περσικού. Από εκεί θα ανέβαινε ακτή-ακτή προς την Αραβία και απ την Χερσόνησο του Σινά θα περνούσε για την Αλεξάνδρεια. Έπρεπε να φέρει σε πέρας την αποστολή του όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Δεν έπρεπε να αργήσει στη συνάντηση με τον Βασιλιά των Βασιλέων, και μόνο αυτή η σκέψη του έδινε φτερά, ενώ το ενδεχόμενο ότι θα μπορούσε να μην προλάβει το κοσμοσωτήριο γεγονός, τον πλημμύριζε απελπισία.

 Ήταν ένα καυτό μεσημέρι, 10 ώρες μετά τα Σούσα, όπου στάθηκε να αλλάξει την καμήλα του. Το ζώο είχε πολύ δεινοπαθήσει, λίγα στάδια ακόμα και θα παρέδινε το πνεύμα. Στεκόταν στην πηγή έξω από το πανδοχείο, όταν στο βάθος της ερήμου διέκρινε ανάμεσα στην αμμοθύελλα μια μαύρη κουκίδα, που έγινε γραμμή σαν φίδι και όλο μεγάλωνε, καθώς πλησίαζε προς το μέρος του. Κοίταξε απορημένος βάζοντας το χέρι αντήλιο, δεν μπορούσε να καταλάβει τι έβλεπε. Δεν πήρε πολύ ώρα για να γνωρίσει ακόμα μια φρικτή πραγματικότητα του μίσους και της ανθρώπινης κακίας: Τρείς έφιπποι βεδουίνοι, οπλισμένοι σαν αστακοί, τραβούσαν δεμένους με σχοινιά τρία ζευγάρια δυστυχισμένων χωρικών με τέσσερα παιδάκια, τα δυο να δαγκώνουν μέσα σε κλάματα και τσιριχτά, τα ξεραμένα στήθη των μανάδων τους.

 Το βλέμμα του καλόψυχου Παρχάμ σκοτείνιασε. Τι ήταν αυτό πάλι; Πλησίασε τον μεγαλύτερο από τους βασανιστές και ρώτησε , τι νόημα είχε αυτό το μαρτύριο. Εκείνος γέλασε άγρια μέσα από τα κίτρινα δόντια του. Σκλάβοι ήταν, η λεία από την χτεσινή επιδρομή του αφέντη του στον προσφυγικό καταυλισμό, εμπόρευμα για πούλημα στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Οι άντρες στα λασποχώραφα να κόβουν πλίθες για χτίσιμο, οι γυναίκες για δούλες σε σπίτια πλούσιων Επάρχων ή στα καταγώγια της πόλης να διασκεδάζουν τους περαστικούς για μια κούπα χυλό , όσο για τα παιδιά, τροφή στα σκυλιά και τους πάνθηρες του παλατιού, το θέαμα φέρνει κέρδος, χρυσά νομίσματα, χάντρες πολύτιμες και πανάκριβα μυρωδικά….

Δεν το’ βαζε ο νούς του. Ρώτησε ποια ήταν η τιμή τους, ναι θα τους αγόραζε όλους, θα τους ελευθέρωνε και θα απαιτούσε οι πλιατσικολόγοι να σεβαστούν την απόφαση του και την «ιδιοκτησία» του. Μάταιος κόπος, ο βάρβαρος μισθοφόρος εκτελούσε, λέει, εντολές. Δεν μπορούσε να κάνει καμιά συναλλαγή. Αν ήθελε, θα μπορούσε να πάει μαζί τους στα Σούσα και να κάνει τα παζάρια του με τον αρμόδιο Σατράπη…..άν ήθελε. Και αν η τιμή που θα πρόσφερε θα ήταν καλή. Και αν ο αφέντης του δεχόταν τέτοια συναλλαγή…. Και αν…

 Οι λυγμοί των παιδιών δεν τον άφηναν να σκεφτεί. Τα γεμάτα ικεσία μάτια των σκλαβωμένων του έσχιζαν τα σωθικά. Το αστέρι ψηλά έφεγγε πιο δυνατά, έφευγε πιο μακριά, πιο βορεινά. Ακόμα μια φορά έπρεπε να κάνει μια δύσκολή επιλογή…..

Τα μεσάνυχτα τον βρήκαν 10 ώρες πίσω, στα Σούσα, στο σπίτι του σατράπη Αριοβάρζανου. Μετά από δυο ατέλειωτα τραγικές ώρες συνδιαλλαγής, έκλεισε η συμφωνία. Πενήντα χρυσοί δαρεικοί και ο χρυσοΰφαντος μανδύας του Παρχάμ άλλαξαν ιδιοκτήτη και τα σχοινιά λύθηκαν από τα χέρια των δύστυχων σκλαβωμένων. Τώρα ήταν ελεύθεροι. Στα χέρια τους ένα κεραμίδι με τη σφραγίδα του σατράπη επιβεβαίωνε σε μια γραφή σφηνοειδή, πως ήταν απελεύθεροι, στην υπηρεσία του Παρχάμ και πως μπορούσαν να πάνε όπου θέλουν μέσα στο απέραντο Βασίλειο των Πάρθων, αν του το επέτρεπε ο νέος αφέντης τους, ο Παρχάμ…. εγγύηση γι αυτό ήταν το ίδιο το κεφάλι του σατράπη Αριοβάρζανου. Ναι , ο Παρχάμ τους το επέτρεπε, ήταν ελεύθεροι.

 Οι πριν λίγο σκλαβωμένοι έπεσαν στα γόνατα και τον ευχαριστούσαν. Ζήτησαν να μείνουν για πάντα μαζί του, να τον ευγνωμονούν νύχτα μέρα υπηρετώντας τον, να δώσουν ακόμα και τη ζωή τους γι αυτόν , αν χρειαστεί. Μα ο Παρχάμ δεν χρειαζόταν σκλάβους, ήταν ο ίδιος σκλάβος του αμείλικτου χρόνου που έφευγε σαν κόκκος άμμου ανάμεσα στα δάχτυλα. Σταγόνες ιδρώτα, σαν θρόμβοι αίματος, πρόβαλλαν στο μέτωπό του στη θέα του μεγάλου Αστέρα, που μεσουρανούσε ακατάπαυστα , έφεγγε σαν Ήλιος και έφευγε, έφευγε όλο και πιο μακριά , στα μέρη της Ιουδαίας.

Ο Παρχάμ ευχαρίστησε ευγενικά τους γεμάτους ευγνωμοσύνη χωρικούς, χάιδεψε τα κεφαλάκια των παιδιών, φρόντισε να τους δοθεί τροφή και γάλα για τα βρέφη και με 5 ακόμα δαρεικούς αγόρασε μια άμαξα με ένα υποζύγιο, για την μετάβασή τους στον τόπο τους.

 «Πώς να σου ανταποδώσουμε το καλό , ελευθερωτή μας» , ρώτησαν με μάτια γεμάτα δάκρυα χαράς οι απελεύθεροι χωρικοί.

«Θα σας δείξει δρόμο και τρόπο ο Θεός» , απάντησε απλά , με ένα ζεστό χαμόγελο ο Παρχάμ και χάθηκε στο βάθος του ορίζοντα, μόλις χάραζε η αυγή και το Φώς του Αστέρα σκέπαζε και αυτόν τον Ήλιο…

 Ο χρόνος κόντευε. Το πέρασμα από την Αραβία δεν στάθηκε δύσκολο και η Αλεξάνδρεια δεν ήταν παρα μια σελήνη ακόμα μακρυά. Με το βλέμμα πάντα στο πιο λαμπρό αστέρι μπήκε την 10η μέρα του μήνα Τεβετ στην Αλεξάνδρεια. Έτρεξε στην αγορά να του δείξουν το δρόμο για το Μουσείο, την ξακουστή Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Την βρήκε εύκολα, το πανέμορφο κτήριο ξεχώριζε πάνω από τις χαμηλές σκεπές των σπιτιών της πόλης, νότια από τον πανύψηλο Φάρο που δέσποζε στις δυο εισόδους του λιμανιού.

 Χωρίς να χάσει χρόνο όρμησε μέσα στο κτήριο. Πριν ακόμα η κλεψύδρα στην είσοδο, που καθόριζε την διαμονή του επισκέπτη στους χώρους της μελέτης των παπύρων , ολοκληρώσει την τρίτη ώρα, ο Παρχάμ είχε συναντήσει τον βοηθό αρχειοθέτη Ιππόλυτο και είχε πάρει στα χέρια του τις πολύτιμες σημειώσεις του Ηλιόδωρου του Αλεξανδρινού. Τώρα ο παππούς του , ο γερο Μέλχιορ, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον Μηχανισμό και να βρει με ακρίβεια το χρόνο και τον τόπο του μεγάλου γεγονότος…

 Βγαίνοντας από την αλεξανδρινή βιβλιοθήκη με τους παπύρους προσεκτικά τυλιγμένους στις δερμάτινες θήκες τους, στάθηκε η καρδιά του . Σήκωσε τη ματιά του στον ουρανό και είδε τον Αστέρα μεγάλο και φωτεινό όσο ποτέ. Και ακίνητο, κάπου εκεί, βορειανατολικά, στα μέρη της Ιουδαίας. Ακίνητο; Τι σήμαινε αυτό; Τι άλλο, από το ότι Εκείνος είχε έλθει, αλλά ο Παρχάμ δεν είχε προφτάσει να τον προσκυνήσει. Δεν θα βίωνε ποτέ την μεγαλειώδη στιγμή της συνάντησης με το θείο Βρέφος, δεν θα ζούσε ποτέ την εμπειρία της γνωριμίας με τον Βασιλιά των Βασιλέων, αυτόν που ανέτρεψε ακόμα και της Φύσεως την τάξη με τον ερχομό του.

 Άραγε, θα είχαν προλάβει ο παππούς Μέλχιορ και οι άλλοι Μάγοι να τιμήσουν των Ερχόμενο όλων των Προφητειών όπως του άξιζε; Ποιος ξέρει…. Πίκρα και απογοήτευση για την χαμένη ευκαιρία μιας ζωής τον πλημμύρισε μέχρι το τελευταίο κύτταρο του κορμιού του. Πίκρα και θλίψη ατέλειωτη και όλα αυτά για τρείς παπύρους σημειώσεις οδηγιών για τη χρήση ενός Μηχανισμού… που τώρα ήταν άχρηστος. Αφού το γεγονός είχε συντελεστεί. Και αυτός, ο 4ος Μάγος Παρχάμ, ο «υπηρέτης του Θεού» δεν είχε προφτάσει να είναι παρών…. να γονατίσει…. να αποδώσει τιμές στον Πάντων Βασιλιά…να προσκυνήσει τον Παντοδύναμο Πλάστη, Αυτόν που μέσα στην μικρή του παλάμη κινούσε όλο το σύμπαν .

Ήταν πια αργά. Δεν είχε νόημα πια να κινήσει για την Ιουδαία. Με τι θάρρος να συναντήσει τους τρείς Μάγους, τι να τους πει για την αργοπορία του, πώς να κρύψει την ντροπή του, πώς να δικαιολογήσει τον χαμένο χρόνο που του κόστισε η ελεούσα καρδιά του.

 Και τι θα νόμιζε ο Μεγάλος Βασιλιάς γι αυτόν. Πώς θα τον έκρινε; Πως θα εξηγούσε στον Ποιητή των Πάντων, ότι ξεκίνησε γι αυτόν αλλά στο δρόμο σταμάτησε στους ανθρώπους που ασθενούσαν, που πεινούσαν, που διψούσαν, που ήταν σκλαβωμένοι….

Σήκωσε τα υγρά μάτια του στον ουρανό και είδε τον μεγάλο Αστέρα, να λάμπει σαν χίλιους Ήλιους μέσα στο καταμεσήμερο. Από τα βάθη της καρδιάς του μια σιωπηλή κραυγή, που μόνο αυτός μπορούσε να ακούσει , έφτασε στον ουρανό, στον μεγάλο Αστέρα και μια ευχή: Είθε στη ζωή του να ευδοκήσει ο νεογέννητος Βασιλιάς και να δει το πρόσωπό του. Να το δει και να το αναγνωρίσει. Και ας πεθάνει μετά…

Κοντά 730 ημέρες μετά, κάπου 24 φορές φάνηκε μια νέα Σελήνη στο στερέωμα. Τόσο έμεινε ο Παρχάμ στην Αλεξάνδρεια. Δεν άντεχε να γυρίσει στο γερο Μελχιόρ, δεν είχε τι να του πει. Για τιμωρία του προτίμησε την απομόνωση στα αναγνωστήρια του Ιππόλυτου, έκανε την ξενιτιά επιλογή του και με τη βοήθεια των παπύρων επιβεβαίωσε την πικρή γι αυτόν αλήθεια, πως την 10η του μήνα Τεβετ, στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας γεννήθηκε ο Βασιλιάς των Βασιλέων. Βέβαια, φοβόταν ότι οι υπολογισμοί του σχετικά με τον τόπο ήταν λανθασμένοι, η Βηθλεέμ ήταν μια ασήμαντη πόλη βοσκών και τεχνιτών. Καμιά σχέση με πλούτο, παλάτια ,δόξες και τιμές. Αλλά πάλι, ο Μηχανισμός δεν έκανε λάθος, όλα τα όργανα επιβεβαίωναν τους υπολογισμούς και ο αστρολάβος έδινε το στίγμα με ακρίβεια …ναι δεν υπήρχε αμφιβολία…ήταν η 10η Τεβετ, στη Βηθλεέμ…

Βγήκε από την Βιβλιοθήκη ζαλισμένος και αποφάσισε να κάνει ένα μικρό περίπατο έξω από την πόλη, στην πηγή με τις Χουρμαδιές… Του άρεσε πάντα να πηγαίνει εκεί, το δροσερό νερό ήταν σκέτη ευλογία και στην ήσυχη επιφάνεια της πηγής καθρεφτιζόταν με τόση λεπτομέρεια και το πιο αμυδρό σημάδι του προσώπου του. Πόσο είχε γεράσει, μέσα στα δύο αυτά χρόνια…. Πόσο τον είχε καταβάλει μια προσκύνηση που δεν έγινε ποτέ. ΄Η μήπως έγινε.

Εκείνη την ημέρα δεν ήταν μόνος στην πηγή. Στη σκιά της χουρμαδιάς ξεκουραζόταν μια νέα γυναίκα με ένα μωρό που έπαιζε ανέμελα γυρνώντας γύρω από τον κορμό που ακουμπούσε με τα χεράκια του, λες και ήθελε να ανέβει στα κλαδιά της. Πιο πέρα , καταπονημένος από το ταξίδι ένας άνδρας, μεγάλης ηλικίας, ίσως πατέρας της νεαρής μητέρας, με χέρια ροζιάρικα σαν τεχνίτη, ίσως ξυλουργού, πότιζε ένα μικρό γαϊδουράκι στην άκρη της πηγής. Από το ντύσιμο φαίνονταν να είναι Ιουδαίοι. Ο Παρχάμ πλησίασε και χαιρέτησε τον άνδρα ευγενικά, στο άκουσμα της φωνής του η γυναίκα έκρυψε με συστολή το πρόσωπό της και τράβηξε το παιδάκι απαλά στην αγκαλιά της.

 Με φωνή που παλλόταν από ένα ασυνήθιστο ρίγος άρχισε ο Παρχάμ να ρωτά τον άνδρα αν είχε να του διηγηθεί νέα από την Ιουδαία, αν είχαν δει και εκεί οι άνθρωποι το μεγάλο Αστέρι, αυτό που έλαμπε σαν χίλιους Ήλιους, πριν δυο χρόνια, την 10η του μήνα Τεβετ, αν είχε ακούσει τίποτε για την Γέννηση του Μεγάλου Βασιλιά….Ο άνδρας σήκωσε αργά το κεφάλι του με τα γκρίζα μαλλιά και κοίταξε τρυφερά την νέα γυναίκα πιο πέρα, που στο πρόσωπό της διαγραφόταν ένα αμυδρό κοκκίνισμα, δείγμα ελαφριάς ταραχής. Εκείνη γύρισε το βλέμμα της στο παιδί που τώρα είχε ξεφύγει από την αγκαλιά της και είχε πλησιάσει τον Παρχάμ, πιάνοντας τρυφερά το χέρι του.

 Ο γκριζομάλλης άνδρας έκανε να κινηθεί προς το παιδί, να το πάρει από το χέρι του Παρχάμ, αλλά ήταν πια αργά. Ο Παρχάμ είχε γονατίσει και κοίταζε το μικρό παιδί βαθιά στα μάτια, σαν μαγεμένος, ενώ τα χείλη του ψέλλιζαν όσα είχε η καρδιά του βάρος. «Συγχωρέστε με που σας ρωτώ», είπε στον γκριζομάλλη συνοδό της γυναίκας, «αλλά το έχω βάρος στη καρδιά μου και νιώθω πως μπορείτε να με νιώσετε». Και άρχισε να διηγείται ποιος ήταν και από πού ξεκίνησε πριν δυο χρόνια για να προσκυνήσει τον νεογέννητο Βασιλιά των Βασιλέων, οδηγημένος από ένα Αστέρι λαμπρότερο και από χίλιους ΄Ηλιους μα δεν τα κατάφερε και ήταν τόσο δυστυχισμένος γι αυτό΄…Ενας λυγμός διέκοψε την διήγηση του, σταμάτησε, δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.

 Και ξαφνικά….όλα άστραψαν γύρω του. Ένα θείο φως , λαμπρότερο και από αυτό του Αστέρα , πλημμύρισε το χώρο γύρω από την πηγή και ο Παρχάμ βρέθηκε στη μέση , μαζί με το μικρό παιδί, αυτός μόνος και το παιδί… Και μια γλυκιά φωνή, αγγέλων θάλεγες πως ήταν, ακούστηκε να λέει βγαλμένη από το στόμα του μικρού παιδιου: « Παρχάμ Μάγε , υπηρέτη του Θεού, μη θλίβεσαι αλλά χαίρε. Γιατί δεν άργησες στην προσκύνησή μου. Ήσουν εκεί πάντα και πιο πρώτα από τους άλλους Μάγους. Όταν με περιέθαλπες τραυματισμένο, ήσουν εκεί πλάϊ μου. Όταν με απελευθέρωνες από την σκλαβιά και απάλυνες την προσφυγιά, μου έδινες τροφή και με φρόντιζες, ήσουν εκεί κοντά μου. Όταν έδινες με την καρδιά σου το έλεος της αγάπης σου, υπέρ των αδελφών μου των ελαχίστων, ήσουν εκεί, προσκυνητής πρώτος , κι εγώ ήμουν πάντα κοντά σου. Χαίρε λοιπόν, Παρχάμ, άξιε ικέτη του Θεού»

 Ο Παρχάμ σήκωσε τα μάτια και είδε το φωτεινό πρόσωπο του παιδιού, που έλαμπε σαν Ήλιος. «Κύριε, ο Θεός μου…νύν απολύεις τον δούλο σου Δέσποτα» ψέλλισε. Και παρέδωσε το πνεύμα του σε Αυτόν, που τον είχε αναγνωρίσει ως Βασιλιά των Βασιλέων……

 Αν σας ρωτήσει κανείς, ποιος ήταν ο Παρχάμ ο 4ος Μάγος, μπορείτε με βεβαιότητα να του πείτε: Ήταν εκείνος που δεν έφτασε στην Φάτνη να συναντήσει τον Βασιλιά των Βασιλέων. Γιατι ο δρόμος του για τον Θεό, πέρασε μέσα από τους ανθρώπους…

 ΄Ηταν όμως εκείνος, στον οποίον ο ίδιος ο  Βασιλιάς των Βασιλέων ήλθε σε συνάντηση του.

 Ο Παρχάμ ο Μάγος προσκύνησε τον νεογέννητο Σωτήρα το έτος 4 μ.Χ., σε μια πηγή κοντά στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, κάτω από μια χουρμαδιά. Και Εκείνος τον πήρε μαζί του, στην ουράνια βασιλεία μιας Καινής Κτίσης.

Tερτιος                                                                                                            Χριστούγεννα 2015

 (γ.β.)

ΥΓ. Και λίγα πραγματολογικά: 1) Η ΄Αορνος Πέτρα, είναι το πέρασμα πάνω στα ψηλά βουνα, στις απαρχές των Ιμαλαίων (Πακιστάν σημερα), από όπου μετά την μεγαλύτερη μάχη ο Μ.Αλέξανδρος πέρασε στον Ινδο ποταμό (Αρριανού, Αλεξάνδρου Ανάβασις) . Η ονομασία της περιοχής των υψιπέδων , όπως και του βουνού και των περσικών πόλεων είναι η πραγματική 2) Οι αναφερόμενοι αρχαίοι Έλληνες αστρονόμοι και μαθηματικοί, εργάστηκαν πάνω στο Ημερολόγιο του Μέτωνα του Αθηναίου. Το ίδιο και ο Ηλιόδωρος ο Αλεξανδρινός 3) Ο Μηχανισμός δεν είναι άλλος απο αυτόν των Αντικυθήρων, κατασκευάστηκε περ. 100 π.Χ απο μαθητή του Αρχιμήδη, τον Κτησίβιο πιθανώς, της Σχολής του Απολλωνίου του Ρόδιου 4) Ο εβραϊκος μήνας Τεβετ που αναφέρεται στο κείμενο αντιστοιχει  με τά μέσα Δεκεμβρίου εως μέσα Ιανουαρίου του σύγχρονου ημερολογίου 5) Πaρχάμ είναι αρχαίο περσικό-βαβυλώνιακό  όνομα, σημαίνει “ο υπηρέτης του Θεού” 6) O Δαρεικός ήταν χρυσό νόμισμα της Περσίας, αξίας ίσης με 20 ασημένιες αττικές δραχμές., 94,50 $.

(591) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *