Thursday, February 26, 2026

Η Εκστρατεία της Κριμαίας.

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Η υπό τον λοχαγό Χριστόπουλο διλοχία του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων στους αυτοκρατορικούς στρατώνες Οδησσού – 1919.

«Μακριά από την Πατρίδα, Παγιδευμένοι στον Ρωσικό Εμφύλιο»
Στις 7 Ιανουαρίου 1919, οι πρώτοι Έλληνες στρατιώτες αποβιβάζονται στην Οδησσό της Ρωσίας…

«Παρακαλώ δηλώσατε στον πρωθυπουργό(της Γαλλίας) και υπουργό Εξωτερικών ότι ο ελληνικός στρατός είναι στη διάθεσή τους και δύναται να χρησιμοποιηθεί δια κοινό αγώνα πανταχού, όπου η αποστολή του κρίνεται αναγκαία»
~Ελευθέριος Βενιζέλος~

Η Μεσημβρινή Ρωσία ήταν τότε ένας τόπος φωτιάς και χάους. Ο Ρωσικός Εμφύλιος Πόλεμος μαίνονταν με σφοδρότητα οι Μπολσεβίκοι είχαν κυριεύσει τις μεγάλες πόλεις όπως η Πετρούπολη και η Μόσχα, αλλά στην ύπαιθρο έβρισκαν αντίσταση από τσαρικούς, ουκρανούς εθνικιστές και τοπικούς οπλαρχηγούς. Στη μέση αυτής της σύγχυσης, οι μεγάλες δυνάμεις της Αντάντ βρήκαν ευκαιρία να επέμβουν υπέρ των αντικομμουνιστικών δυνάμεων και να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους στη Ρωσία, λίγο μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζορζ Κλεμανσό ζήτησε από τον Έλληνα πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο τη συμμετοχή ελληνικών δυνάμεων στην εκστρατεία της Ουκρανίας, υποσχόμενος σε αντάλλαγμα ευμενή στάση υπέρ των ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Ο Βενιζέλος, παρά τον προφανή κίνδυνο για τον ελληνισμό στη νότια Ρωσία και τις αβέβαιες προοπτικές, αποδέχθηκε το αίτημα όντας τολμηρός, βλέποντας μια ευκαιρία να ενισχύσει τη διεθνή θέση της Ελλάδας.

Στις 2 Ιανουαρίου 1919 ξεκίνησε η μεταφορά του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος η 2η και η 13η Μεραρχία αναχώρησαν, ενώ η 1η Μεραρχία παρέμεινε στην Καβάλα σε ετοιμότητα. Οι Έλληνες στρατιώτες αποβιβάστηκαν στην Οδησσό στις 7 Ιανουαρίου, και σύντομα το Α’ Σώμα Στρατού αριθμούσε 23.551 άνδρες, υπό τη διοίκηση του υποστράτηγου Κωνσταντίνου Νίδερ. Το σώμα ήταν οργανωμένο με επιτελείο υπό τον Αλέξανδρο Οθωναίο, και επιτελείς όπως οι Νικόλαος Πλαστήρας και Γεώργιος Κονδύλης αναλάμβαναν καθήκοντα διοίκησης στρατιωτικών μονάδων.

Οι Έλληνες εντάχθηκαν στην Α’ Συμμαχική ομάδα μεραρχιών, συνολικής δύναμης 70.000 ανδρών υπό τον Γάλλο στρατηγό Ντ’ Ανσέλμ. Παρά την κούραση και την αποθάρρυνση των Γάλλων στρατιωτών, οι Έλληνες ξεχώρισαν ως η πιο αξιόμαχη δύναμη, έτοιμη να αντιμετωπίσει τον Κόκκινο Στρατό, ο οποίος αριθμούσε πάνω από 200.000 άνδρες και είχε ήδη συντρίψει το ουκρανικό αυτονομιστικό κίνημα τον Ιανουάριο του 1919.

Η πρώτη σημαντική εμπλοκή έγινε στις 25 Φεβρουαρίου 1919, όταν το 1ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον Νικόλαο Ρόκα απελευθέρωσε τη φρουρά της Χερσώνας. Ακολούθησαν μάχες οπισθοφυλακών και υπεράσπισης της Οδησσού και της Κριμαίας. Οι Έλληνες διακρίθηκαν για την πειθαρχία και το θάρρος τους, παρ’ ότι πολεμούσαν σε έναν πόλεμο σκοπιμότητας, χωρίς σαφές μέτωπο και ξεκάθαρο εχθρό.

Στις 20 Μαρτίου 1919, μετά από απόφαση των συμμάχων, δόθηκε εντολή αποχώρησης. Οι ελληνικές δυνάμεις υποχώρησαν με τάξη στη δυτική όχθη του Δνείστερου για την υπεράσπιση της Βεσσαραβίας. Το 2ο Σύνταγμα Πεζικού παρέμεινε στην Κριμαία έως τις 14 Απριλίου, καταστέλλοντας την εξέγερση των εργατών της Σεβαστούπολης και αντιμετωπίζοντας αλλεπάλληλες επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού. Οι συνολικές απώλειες ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες.

Οι συνέπειες της εκστρατείας υπήρξαν βαθιές και μακροχρόνιες. Οι ελληνικές κοινότητες στη νότια Ρωσία θεωρήθηκαν αμφίβολης νομιμοφροσύνης από τις σοβιετικές αρχές, υποβλήθηκαν σε διώξεις και πολλές αναγκάστηκαν να αναζητήσουν καταφύγιο στην Ελλάδα. Παράλληλα, η επικράτηση των Μπολσεβίκων επέτρεψε τη στρατιωτική και υλική υποστήριξη στον Κεμάλ Ατατούρκ, ενισχύοντας τον Τουρκικό εθνικό στρατό κατά των ελληνικών δυνάμεων στη Μικρά Ασία και συμβάλλοντας στην τελική αποτυχία της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Η επιλογή του Βενιζέλου για συμμετοχή στην εκστρατεία αξιολογείται διττά από τη μια πλευρά, ήταν μια στρατηγική και διπλωματική κίνηση με στόχο την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας και την υποστήριξη των εθνικών διεκδικήσεων. Από την άλλη, η απόφαση δεν δικαιώθηκε στην πράξη το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα υπέστη απώλειες, οι ελληνικές κοινότητες διώχθηκαν και οι γεωπολιτικές συνέπειες, ιδιαίτερα στη Μικρά Ασία, υπήρξαν δυσμενείς.

Σαν σήμερα, τιμούμε τη μνήμη αυτών που στάθηκαν όρθιοι, μακριά από την πατρίδα, μπροστά στη φωτιά του πολέμου. Η Εκστρατεία της Κριμαίας παραμένει μια παρακαταθήκη θάρρους και πειθαρχίας, αλλά και ένα ιστορικό μάθημα για τη σκληρή αλήθεια ότι η Ιστορία συχνά υπερβαίνει τη στρατηγική πρόβλεψη των ηγετών.

✍ Στυλ. Καβάζης

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ

Τις βραδινές ώρες τα δύο μεταγωγικά πλοία απέπλευσαν για την Οδησσό στο λιμάνι της οποίας κατέπλευσαν τις πρωινές ώρες της 7ης Ιανουαρίου/20ης Ιανουαρίου (ν.ημ.) όπου και ακολούθησε η αποβίβαση. Σχεδόν παρόμοιες εκδηλώσεις επαναλήφθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και κατά τις επόμενες μεταφορές.

Φθάνοντας η πρώτη αποστολή στην Οδησσό τέθηκε αμέσως υπό τις διαταγές της 156ης γαλλικής μεραρχίας, που όμως δεν είχε λάβει καμία μέριμνα για την υποδοχή και εναποθήκευση του ελληνικού στρατιωτικού υλικού που εκφορτώθηκε στην αποβάθρα. Τελικά αυτό μεταφέρθηκε και εναποθηκεύτηκε πρόχειρα σε αποθήκες με τη φροντίδα της ελληνικής ομογένειας της Οδησσού, με δικά της έξοδα και με εντόπια μεταφορικά μέσα. Παρά ταύτα ο Αρχηγός των εκεί γαλλικών στρατευμάτων με ημερήσια διαταγή χαιρέτησε την άφιξη του ελληνικού στρατού εξαίροντας την αποστολή του.

Στις 14 Ιανουαρίου/27 Ιανουαρίου (ν.ημ.), ημέρα Κυριακή, μετά την πανηγυρική δοξολογία στην ελληνική εκκλησία της Αγίας Τριάδος, η ελληνική κοινότητα της Οδησσού δεξιώθηκε το επιτελείο του αφιχθέντος ελληνικού συντάγματος στο Ροδοκανάκειο Παρθεναγωγείο που επί τούτου είχε στολιστεί με ελληνικές σημαίες και λάβαρα. Στην τελετή παρευρέθηκαν εκπρόσωποι όλων των ελληνικών σωματείων και συλλόγων, καθηγητές, δάσκαλοι και μαθητές των ελληνικών εκπαιδευτηρίων, η ελληνική λέσχη “Ομόνοια”, οι πρόκριτοι και πλήθος κόσμου. Τον πανηγυρικό εκφώνησε ο τότε πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Ελ. Παυλίδης (μετέπειτα βουλευτής Αθηνών – Πειραιώς), προκαλώντας συγκίνηση και δάκρυα χαράς. Αντιφωνώντας στη συνέχεια ο διοικητής του ελληνικού συντάγματος τόνισε μεταξύ άλλων:

«[…] Αδυνατώ να εκφράσω ακριβώς δια λόγων τα αισθήματα άτινα κατακλύζουσι την ψυχήν μου και τας ψυχάς των συστρατιωτών μου. Τα αισθήματα της ελληνικής κοινότητος Οδησσού δεν έχουσιν ανάγκην εξάρσεως, διότι είναι γνωστά και εις τας δεινάς και εις τας ευτυχείς περιστάσεις της Πατρίδος, και εις τον τελευταίον Έλληνα. Δεν έχουσιν ανάγκην επαίνων μου οι Μαρασλήδες, οι Ροδοκανάκαι, και τ΄ άλλα εξ Οδησσού τέκνα της Ελλάδος.

Σας ευγνωμονούμεν, αγαπητοί αδελφοί διότι μας παρηγορείτε μακράν της γλυκείας Πατρίδος ευρισκομένους που κάμνετε να νομίζωμεν ότι ευρισκόμεθα εις τα άγια χώματά της.
Η συμμαχική αλληλεγγύη, η ευγνωμοσύνη προς τον ρωσικόν λαόν, ανθ΄ όσων υπέρ της Πατρίδος ημών έκαμε και τα συμφέροντα της Πατρίδος, επέβαλον εις τον μεγάλον ημών κυβερνήτην να αποφασίση την αποστολήν ελληνικού στρατού εις Ρωσίαν. Την πρωτοβουλίαν και την διεύθυνσιν των εν Ρωσία επιχειρήσεων έχει η ένδοξος και Ιπποτική Γαλλία, η πρωτοστατούσα πάντοτε εις τοιαύτης φύσεως ευγενείς αγώνας.

Είμαι πολύ ευτυχής αναγγέλλων υμίν ότι οι ελληνικοί πόθοι προοδευτικώς εκπληρούνται και ότι ο ελληνικός στρατός ευρίσκεται αυτήν την στιγμήν ολίγας ώρας μαακράν της Κωνσταντινουπόλεως, καταλαβών πάσαν την προς την θάλασσαν ζώνην της Θράκης. Μετ΄ ολίγον ουδείς Έλλην θα μείνη υπό τον βαρβαρώτερον και ατιμώτερον ζυγόν. Με την ακλόνητον ταύτην πεποίθησιν ο ελληνικός στρατός απεχωρίσθη του πατρίου εδάφους.
Η τιμή, το καθήκον και η ευγνωμοσύνη της πατρίδος προς το ρωσικόν λαόν θα ώσιν οι οδηγοί του ελληνικού στρατού εις πάσαν πράξιν επί του ιερού δι΄ ημάς τούτου εδάφους.
Ζήτω το Έθνος!, Ζήτω η Ελληνική Κοινότης Οδησσού!».

Η μπολσεβικική προπαγάνδα που έκανε τότε η ελληνική κομμουνιστική ομάδα της Οδησσού.

Άξιον ιδιαίτερης μνείας είναι η μπολσεβικική προπαγάνδα που έκανε τότε η ελληνική κομμουνιστική ομάδα της Οδησσού που τύπωσε και κυκλοφόρησε στην ελληνική γλώσσα εκτενή προκήρυξη προς τους αφιχθέντες Έλληνες στρατιώτες με την οποία τους καλούσε στο τέλος να αυτομολήσουν περνώντας “στη πλευρά εκείνων που έχουν κυβέρνηση εργατών, γεωργών και στρατιωτών”[ι]. Παράλληλα γαλλόφωνοι κομμουνιστές διέτρεχαν τους συμμαχικούς στρατώνες διαδίδοντας σε στρατιώτες και ναύτες ότι τους έστειλαν εκεί να θυσιαστούν για τα συμφέροντα Γάλλων τραπεζιτών και βιομηχάνων, υπενθυμίζοντάς τους τη γαλλική επανάσταση.

Η διάβρωση από την προπαγάνδα αυτή άρχισε να παρατηρείται από τις πρώτες συμμαχικές ήττες και γιγαντώθηκε όταν στασίασαν τα πληρώματα των γαλλικών θωρηκτών, στη διάρκεια της ανακωχής που ακολούθησε, με συνέπεια το “Γαλλο-ελληνικό επεισόδιο” . Σε τι βαθμό η εν λόγω προκήρυξη επηρέασε το φρόνημα των Ελλήνων στρατιωτών δεν έγινε ποτέ γνωστό. Στον συγκεντρωτικό πίνακα απωλειών της εκστρατείας αυτής αναφέρονται 241 εξαφανισθέντες που πιθανολογείται περισσότερο ότι συνελήφθησαν αιχμάλωτοι και η τύχη τους παρέμεινε άγνωστη.

Της παραπάνω μεταφοράς ακολούθησε το 7ο Σύνταγμα ΠΖ, ένα μέρος του οποίου επιβιβάστηκε στο πλοίο “Χερσών” που απέπλευσε από ίδιο όρμο στις 9 Φεβρουαρίου/22 Φεβρουαρίου, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του στο πλοίο “Χίος” που απέπλευσε στις 20 Φεβρουαρίου/6 Μαρτίου για Οδησσό. Το δε 1ο Σύνταγμα ΠΖ επιβιβάστηκε από τη Θεσσαλονίκη στα πλοία “Τίγρης”, “Σηκουάνας” και “Ραιδεστός” που απέπλευσαν στις 22 Φεβρουαρίου/5 Μαρτίου. Παρότι στις 25 Φεβρουαρίου/10 Μαρτίου είχε ολοκληρωθεί η μεταφορά της ΙΙης Μεραρχίας εντούτοις δεν είχε ακόμα μεταφερθεί καμία μονάδα του πυροβολικού της. Κατά τον ίδιο προβληματικό τρόπο ακολούθησε και η μεταφορά της ΧΙΙΙης Μεραρχίας, από τους λιμένες Ελευθερών[κ] και της Θεσσαλονίκης, που ολοκληρώθηκε στις 9 Μαρτίου/22 Μαρτίου ενώ το 2ο Σύνταγμα αποβιβάστηκε στις 24 Μαρτίου στη Σεβαστούπολη. Η μεταφορά της ΧΙΙΙης Μεραρχίας πραγματοποιήθηκε με τα πλοία “Αυτοκράτωρ Νικόλαος”, “Ευφράτης”, “Ιερουσαλήμ”, “Αυτοκράτωρ Αλέξανδρος”, “Μηχανικός Ορκαντώφ” και “Αυτοκράτωρ Μέγας Πέτρος” επί του οποίου επιβιβάστηκε και ο στρατηγός Κ. Νίδερ με το επιτελείο του (βλ. παρακάτω ενότητα Χρονολόγιο).

Τελικά η συνολική δύναμη του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος που συμμετείχε στην εκστρατεία αυτή ήταν 791 εμπειροπόλεμοι από τους βαλκανικούς πολέμους αξιωματικοί, 21.929 οπλίτες, 2.952 υποζύγια, 697 ιππήλατα οχήματα, 132 αυτοκίνητα και 16 πυροβόλα[8].

Την αποστολή ελληνικού στρατού στην Κριμαία πληροφορήθηκε ο αθηναϊκός λαός, πολύ λακωνικά, δια του ελεγχόμενου τότε τύπου στις 12 Ιανουαρίου 1919 (παλαιό ημερολόγιο), δηλαδή πέντε ημέρες μετά την άφιξη του πρώτου τμήματος στην Οδησσό.

Γαλλο-ελληνικό επεισόδιο.

Στις 19 Απριλίου, προτού αποφασιστεί η εκκένωση της Κριμαίας, εκδηλώθηκε η λεγόμενη “γαλλική ανταρσία στη Μαύρη Θάλασσα”, όπου Γάλλοι ναύτες των θωρηκτών Φρανς, Ζαν Μπαρτ, Βερντέν, Ζυστίς και Μιραμπώ, που ναυλοχούσαν στο λιμένα της Σεβαστούπολης, στασίασαν και βγαίνοντας στην ξηρά ενώθηκαν με πλήθη κομμουνιστών κατοίκων οι οποίοι, κρατώντας κόκκινες σημαίες, περιέρχονταν τους δρόμους φωνάζοντας «Ζήτω οι Μπολσεβίκοι». Φθάνοντας δε και διερχόμενοι μπροστά από τον στρατωνισμό του 10ου Λόχου του ελληνικού συντάγματος, οι Γάλλοι αποδοκίμαζαν τους Έλληνες στρατιώτες, προκαλώντας τους με υβριστικές φράσεις. Όταν ο διοικητής του λόχου ενημέρωσε σχετικά και ζήτησε από τον Γάλλο φρούραρχο ντε Βιλεπέν οδηγίες τι να πράξει, αντί ο τελευταίος να καλέσει γαλλικό απόσπασμα για τη σύλληψη των Γάλλων ναυτών, τη διάλυση των διαδηλωτών και την επιβολή της τάξης, αρμοδιότητα που ασκούσαν οι Γάλλοι, έδωσε εντολή στον ελληνικό λόχο να προβεί αυτός στις αναγκαίες ενέργειες, κάνοντας ακόμα και χρήση όπλων, αν χρειαζόταν.

Τότε ο διοικητής του λόχου διέταξε τους άνδρες του να βγουν στους δρόμους και να εκτελέσουν βολές στον αέρα για τη διάλυση των διαδηλωτών. Επειδή όμως ο λόχος δεχόταν πυρά από τον όχλο, ο διοικητής διέταξε το λόχο να ανταποδώσει. Από τα πυρά σκοτώθηκαν πέντε πολίτες και τραυματίστηκαν τρεις Γάλλοι ναύτες. Το πλήθος διασκορπίστηκε, ενώ πολλοί Γάλλοι ναύτες συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στα πλοία τους από γαλλικά αποσπάσματα που στάλθηκαν στη συνέχεια να τους παραλάβουν.

Ο τραυματισμός όμως των Γάλλων ναυτών εξαγρίωσε τα πληρώματα των γαλλικών θωρηκτών, που απειλούσαν πλέον ανοιχτά το βομβαρδισμό των ελληνικών πλοίων και των ελληνικών θέσεων στην ξηρά.

Στις κρίσιμες εκείνες ώρες ο Άγγλος συνταγματάρχης Σμάιτ που είχε καταπλεύσει την προηγουμένη με τρία αγγλικά αντιτορπιλικά διέταξε τα πλοία του να παρεμβληθούν ανάμεσα στα ελληνικά και τα γαλλικά και τηλεγράφησε στη Κωνσταντινούπολη για επείγουσα αποστολή θωρηκτών. Πράγματι την επομένη το απόγευμα κατέφθασαν τέσσερα αγγλικά θωρηκτά «ντρέντνωτ», υπό τον ναύαρχο Σ. Κάλθορπ, ο οποίος μετά την αποβίβασή του στη ξηρά έσπευσε να συγχαρεί το ελληνικό στράτευμα τηλεγραφώντας στην ελληνική κυβέρνηση: «Οι Έλληνες στρατιώται και ναύται δύνανται να είναι σήμερον υπερήφανοι ότι είναι Έλληνες».

Γαλλικά και ελληνικά πολεμικά πλοία στην Οδησσό – 1919.

Σχετικά άρθρα

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Συνδεθείτε!

14,503FansLike
2,445FollowersFollow
6,950SubscribersSubscribe