Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

«Το Άργος δεν κυριεύθηκε από εχθρικό στρατό σε πόλεμο, σφαγιάστηκε εν καιρώ ειρήνης.
Και αυτό είναι το πιο οδυνηρό μάθημα της ιστορίας του.».
«Εκανιοβόλουν, ετουφέκιζον, ελόγχευον μετ’ ανηκούστου θηριωδίας. Και φαίνεται μεν η επίθεσις διευθύνετο κυρίως κατά των ατάκτων Ελλήνων στρατιωτών, αλλά επειδή και οι πολίται τότε εν γένει εφουστανελλοφόρουν, ως εκείνοι, εφόνευον πάντας όσους συνήντων αδιακρίτως, στρατιώτας τε και πολίτας. Έθραυον επί πλέον τας θύρας των οικιών και εισήρχοντο εις αυτάς δια να φονεύσωσι απανθρώπως αόπλους και αθώους. Κατήντησαν να σφάζωσιν οι γεναίοι Γάλλοι και γέροντας και παιδιά και να εκκοιλίσωσι και γυναίκας, οι δε μανιακώτεροι και κύνας και γαλάς ακόμη διελόγχευσαν.».
~Δημητρίος Κ. Βαρδουνιώτης~
Η Ελλάδα, ελάχιστα χρόνια μετά την Επανάσταση και μόλις λίγους μήνες μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, βρέθηκε χωρίς πυξίδα. Ο άνθρωπος που προσπάθησε να θεμελιώσει κράτος ενιαίο, ανεξάρτητο, με νόμους και παιδεία, είχε πέσει νεκρός, γιατί ακριβώς αρνήθηκε να υποκύψει στον φατριασμό, στα ξένα συμφέροντα και στους τοπικούς εγωισμούς. Με τον θάνατό του, άνοιξε το χάος.
Η χώρα διαλύθηκε σε επιτροπές, κόμματα και προσωπικές στρατιωτικές εξουσίες. Η Κυβέρνηση στο Ναύπλιο, αδύναμη και απομονωμένη, συγκρούστηκε με τη Στρατιωτική Επιτροπή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ενώ στο Άργος αναπτύχθηκε τρίτη πολιτική δύναμη. Αντί για ενότητα, επικράτησε καχυποψία. Αντί για κράτος, επικράτησαν μηχανισμοί επιβολής.
Και τότε έγινε το μοιραίο σφάλμα: Οι Έλληνες κάλεσαν ξένο στρατό για να λύσει ελληνικές διαφορές. Οι γαλλικές δυνάμεις μπήκαν στο Άργος δήθεν για προστασία από την αναρχία. Όμως η παρουσία τους γρήγορα μετατράπηκε σε κατοχή, αυθαιρεσία και προσβολή της εθνικής αξιοπρέπειας. Σπίτια επιτάχθηκαν, Έλληνες αξιωματικοί συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν χωρίς δίκη. Η πόλη έβραζε. Η φωτιά άναψε από ένα ασήμαντο επεισόδιο. Έναν καυγά σε ταβέρνα. Λίγες πέτρες. Λίγες ύβρεις. Μα το έδαφος ήταν ήδη ποτισμένο με μίσος και φόβο.
Όταν ήχησαν οι καμπάνες του Αγίου Ιωάννη όχι για εξέγερση, αλλά για χαρμόσυνη ανακοίνωση, οι ξένοι άκουσαν επανάσταση και αντέδρασαν όπως μόνο οι κατοχικοί στρατοί ξέρουν. Ήταν μία το μεσημέρι της 4ης Ιανουαρίου 1833 όταν οι σάλπιγγες έδωσαν το σύνθημα του θανάτου. Οι δρόμοι και οι πλατείες του Άργους γέμισαν με ουρλιαχτά. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά σφαγιάστηκαν αδιακρίτως. Σπίτια παραβιάστηκαν. Λόγχες καρφώθηκαν σε άοπλους πολίτες. Ο τρόμος βασίλεψε μέχρι τη δύση του ήλιου. Τριακόσιοι νεκροί. Χωρίς τιμές. Χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία. Ριγμένοι σε ομαδικούς τάφους.
Και τότε, μέσα στο σκοτάδι, υψώθηκε μία μορφή. Ο Αρχιερέας Άνθιμος Κομνηνός, ντυμένος με τη μεγάλη αρχιερατική στολή, με λευκό μαντήλι δεμένο στη ράβδο του, στάθηκε απέναντι στη βαρβαρότητα. Όχι με όπλα, αλλά με το κύρος της πίστης και της ηθικής. Η παρουσία του έβαλε τέλος στη σφαγή. Μα δεν μπορούσε να φέρει πίσω τους νεκρούς.
Η τραγωδία του Άργους δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός. Είναι προειδοποίηση.
Όταν ένας λαός δεν είναι ενωμένος, όταν χωρίζεται σε φατρίες και ζητά προστάτες αντί για συνείδηση, όταν παραδίδει την εσωτερική του τάξη σε ξένες λόγχες, τότε η ελευθερία γίνεται λέξη κενή.
Αυτό ακριβώς φοβόταν και αυτό ακριβώς πολέμησε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ήξερε πως χωρίς ενότητα, χωρίς θεσμούς και χωρίς εθνική αυτογνωσία, η ανεξαρτησία θα ήταν πρόσκαιρη και αιματηρή. Και γι’ αυτό πλήρωσε με τη ζωή του.Το Άργος του 1833 επιβεβαίωσε τραγικά τους φόβους του.
Το “Αἰδώς, Ἀργεῖοι” δεν είναι μομφή προς τους νεκρούς.Είναι κραυγή προς τους ζωντανούς.
Για να θυμίζει ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται όχι μοιρολατρικά, αλλά και από την λήθη. Αιωνία η μνήμη των αθώων! Αιώνια η ευθύνη της ενότητας!
✍ Στυλ. Καβάζης
ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ
Ένας άτακτος στρατιώτης του Κριεζώτη, που λεγόταν Σπάρος ή Παφίλας, με καταγωγή από τη Σμύρνη, τα έπινε σε μια ταβέρνα στην περιοχή της Γούβας που βρίσκεται κοντά στην οικία Καλλέργη και τον στρατώνα που στρατοπέδευαν οι Γάλλοι. Παρά το μικρό του ανάστημα, ήταν δυνατός και παράτολμος. Θεότρελο τον έλεγαν όσοι τον γνώριζαν.
Τρεις ή τέσσερις Γάλλοι τα έπιναν έξω από την ίδια ταβέρνα. Κάποια στιγμή ο Σπάρος φωνάζει στην παρέα του:
– Ωρέ, ποιος βάνει μια οκά κρασί να του πάρω αυτού του Φραντσέζου εκείνο το κολοκύθι πω ‘χει στο κεφάλι!
– Εγώ! Του απαντά ένας της παρέας του.
Τότε ο Σπάρος εκσφενδονίζει το ποτήρι του στο καπέλο με τα φτερά του Γάλλου στρατιώτη.
Aστόχησε όμως λόγω της μέθης του, ενώ κάποιοι είπαν ότι έριξε το καπέλο κάτω στο δρόμο και τον χαστούκισε. Ο Γάλλος στρατιώτης έτυχε να κρατάει στα χέρια ένα πορτοκάλι και το έριξε κατακέφαλα στον Σμπάρο φωνάζοντας την ακαταλαβίστικη λέξη για τους Έλληνες: μπαρούφο! «Ναι μπαρούφο! Απαντά ο Σπάρος και πυροβολεί κατά του Γάλλου ανεπιτυχώς ως εκ της κρεπάλης».
Αμέσως μετά Γάλλοι και Έλληνες ήρθαν στα χέρια. Οι Γάλλοι λιγότεροι, τράπηκαν σε φυγή και έφτασαν γρήγορα απέναντι στο στρατώνα τους. Ο διοικητής τους φοβήθηκε ότι δέχονται επίθεση και διέταξε γενική συνάθροιση των στρατιωτών.
Την ίδια μοιραία ώρα, άρχισε να χτυπά η μεγάλη καμπάνα του μητροπολιτικού τότε ναού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Επρόκειτο για το κάλεσμα των πολιτών του Άργους ώστε να εκλέξουν μια επιτροπή από Δημογέροντες προκειμένου να υποδεχτούν τον βασιλιά Όθωνα. Οι Γάλλοι όμως δεν το γνώριζαν αυτό. Δεν ερώτησαν κανέναν Αργείο γιατί κτυπά η καμπάνα. Πίστεψαν ότι ήταν η έναρξη της εξέγερσης εναντίον τους.
Στις μια το μεσημέρι ο Στοφέλ έδωσε τη διαταγή οι στρατιώτες να επιτεθούν στην πόλη του Άργους. Πολυάριθμα και φοβερά τύμπανα και σάλπιγκες ηχηρόταται εσήμαναν το απαίσιον σύνθημα. Ο γαλλικός στρατός εχωρίσθη εις τρεις στήλας με ένα κανόνι η κάθε μια και επέπεσον ακάθεκτοι κατά της δυσμοίρου πόλεως, ως εξολόθρευτοι δαίμονες και ενέσπειραν εν άκαρει τον πανικόν… Διέχυσαν πανταχού τον θάνατον και την φρίκην.
Οι Γάλλοι κατέλαβαν όλες τις πλατείες και τους δρόμους της πόλης και απέκλεισαν κάθε προσπάθεια διαφυγής από αυτήν. Τρομαγμένοι και έκπληκτοι οι Αργείοι είδαν τους Γάλλους στρατιώτες με μανία να τους δολοφονούν «προφέροντες απαισίαν λέξιν από τα αφρίζοντα χείλη των: μπαρούφο!».


