Γράφει ο Ιωάννης Νεονάκης.

Ἡ πρόσφατη ἀνάρτηση (20-2-2026) στά κοινωνικά μέσα τοῦ καθηγητοῦ κ. Ἄγγελου Συρίγου, μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐκδημία τῆς Ἑλένης Γλύκατζη-Ἀρβελέρ (ὁ Θεός νὰ τὴν ἀναπαύσει), περιλαμβάνει ἕνα στοιχεῖο ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ ποὺ ἀξίζει νὰ ἐπισημανθεῖ ἰδιαιτέρως καὶ νὰ ἐπαινεθεῖ: τὴν σαφῆ καὶ ἐπαναλαμβανόμενη χρήση τοῦ ὀνόματος «Ρωμανία» γιὰ τὸ κράτος τῶν προγόνων μας.
Ὁ καθηγητὴς Συρίγος, ἀφοῦ διατρέχει ἐν συντομίᾳ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ἀναφερόμενος σωστὰ στὸν ὅρο «Ρωμανία» γιὰ τὴν πατρίδα μας, καθὼς καὶ στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ὅρου «Graecorum» ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς μετὰ τὸ 800 μ.Χ., στέκεται καὶ ὑπογραμμίζει τὴν χρήση γιὰ πρώτη φορά τοῦ ὅρου «Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία» ἀπὸ τὸν Γερμανὸ ἱστορικὸ Ἱερώνυμο Βόλφ περισσότερα ἀπὸ 100 χρόνια μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Στὴν ἐπόμενη παράγραφο, ὅπου ἐπικεντρώνεται στὸ ἔργο τῆς Ἑλένης Γλύκατζη-Ἀρβελέρ (σημείωση: οἱ θέσεις φυσικά τῆς ὁποίας δὲν μποροῦν νὰ γίνουν καθολικὰ ἀποδεκτές), γιὰ λόγους συνεννόησης καὶ ὁμοιογένειας ὁ καθηγητής Συρίγος ἀναγκαστικὰ θὰ χρησιμοποιήσει τὸν ὅρο «Βυζάντιο», γιὰ νὰ φτάσει στὴν πολὺ σημαντικὴ ἀκροτελεύτια πρότασή του, ποὺ καταδεικνύει καὶ τὴν θέση του ὑπὲρ τοῦ ὅρου «Ρωμανία». [ὁλόκληρο τὸ κείμενο τῆς ἀνάρτησής του παρατίθεται στὸ τέλος τοῦ παρόντος].
Δὲν πρόκειται γιὰ μία ἀπλὴ ἐπιστημονικὴ ἀκρίβεια ἢ μία ἱστοριογραφικὴ λεπτομέρεια. Ὅταν ἕνας πανεπιστημιακὸς καθηγητὴς καὶ πολιτικὸς παράγοντας χρησιμοποιεῖ δημόσια τὸν ὀρθὸ ὅρο, ἀποκαθιστᾶ μία βαθιὰ ἱστορικὴ ἀλήθεια: ὅτι ἡ πατρίδα μας, ἐπὶ περισσότερο ἀπὸ χίλια χρόνια, ἦταν ἡ Ρωμανία.
Ἐπὶ δύο σχεδὸν αἰῶνες, ὑπὸ τὴν ἐπίδραση δυτικῶν ἱστοριογραφικῶν σχημάτων καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ νεωτερικοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ἐπικράτησαν ὀνομασίες ξένες πρὸς τὴν αὐτοσυνειδησία τῶν προγόνων μας: «Βυζάντιο», «Βυζαντινός», «Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία». Ὅμως αὐτὰ τὰ ὀνόματα εἶναι μεταγενέστερες κατασκευές και μάλιστα ἐξυπηρετώντας ἀλλότριους σκοπούς. Οἱ πρόγονοί μας δὲν ὀνόμασαν ποτέ ἔτσι τὸ κράτος τους.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀκροτελεύτια φράση τῆς ἀνάρτησης τοῦ κ. Συρίγου – ὅπου μιλᾶ καθαρὰ γιὰ «αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ πολιτικὸ καὶ πολιτισμικὸ μόρφωμα ποὺ ἦταν ἡ Ρωμανία» – ἔχει βαρύνουσα σημασία. Διότι, προερχόμενη ἀπὸ ἕναν ἀκαδημαϊκὸ καὶ πολιτικὸ, λειτουργεῖ ὡς δημόσια ἐπιβεβαίωση μιᾶς ἱστορικῆς πραγματικότητας ποὺ ἐπὶ μακρὸν ἔμεινε στὴν σκιά.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ καὶ ὡς ἔνδειξη μιᾶς γενικότερης μεταβολῆς ποὺ συντελεῖται στὴν κοινωνία μας. Μετὰ ἀπὸ μία περίοδο περίπου δύο αἰώνων, κατὰ τὴν ὁποία ἐπικράτησαν ὅροι ἐπιβεβλημένοι ἀπὸ δυτικὲς ἀναγνώσεις τῆς ἱστορίας, ἀρχίζει νὰ ἐπανέρχεται – ἔστω καὶ δειλὰ – ἡ συνείδηση τῶν ὀρθῶν ὀνομάτων: Ρωμανία, Ρωμηός, Ρωμαίικος.
Καὶ αὐτὸ εἶναι ἰδιαιτέρως σημαντικό. Διότι τὰ ὀνόματα δὲν εἶναι οὐδέτερα. Ἀποτυπώνουν ταυτότητα, κοσμοθεωρία καὶ ἱστορικὴ συνέχεια. Ὅταν ἀποκαθίσταται τὸ ὄνομα, ἀρχίζει νὰ ἀποκαθίσταται καὶ ἡ συνείδηση.
Ἴσως, λοιπόν, τέτοιες μικρὲς φαινομενικὰ ἀναφορὲς νὰ σηματοδοτοῦν κάτι πολὺ μεγαλύτερο: ὅτι ἡ μακρὰ ἱστορικὴ παρένθεση τῶν τελευταίων δύο αἰώνων πλησιάζει στὸ τέλος της καὶ ὅτι ἡ ἐπιστροφὴ στὴν αὐθεντικὴ ταυτότητα τοῦ Γένους μας – στὴν Ρωμηοσύνη – ἔχει ἤδη ἀρχίσει.
Ἰωάννης Κων. Νεονάκης
Ἀκολουθεῖ το κείμενο τῆς ἀνάρτησης τοῦ καθηγητοῦ κ. Ἂγγελου Συρίγου:
«Μετά το τέλος της Ρώμης το 476 μ.Χ., η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία συνεχίστηκε στην ελληνόφωνη Ανατολική Μεσόγειο με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Ο λαός, αλλά και η γραφειοκρατία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (της Ρωμανίας) θεωρούσαν ότι το κράτος ήταν η αυτονόητη συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και αποκλειστική κάτοχος των συμβόλων της, η μόνη κυρίαρχη δύναμη του παλαιού κόσμου και, κατά συνέπεια, η οιονεί επικυρίαρχος των κρατών που βρίσκονταν εντός των παλαιών ορίων της. Αντιθέτως, οι Πάπες και οι διάφοροι αυτοανακηρυχθέντες Γερμανοί αυτοκράτορες αναφέρονταν υποτιμητικά σε αυτοκράτορες, όχι των Ρωμαίων, αλλά των Ελλήνων (Graecorum). Η σύγκρουση κορυφώθηκε με τη στέψη του Καρλομάγνου ως «Αυτοκράτορα των Ρωμαίων» (Imperator Romanorum) από τον Πάπα Λέοντα Γ’ το 800 μ.Χ. Η οριστική διάλυση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 1453 επέτρεψε στους δυτικοευρωπαίους να μειώσουν τη σημασία της. Ο Γερμανός ιστορικός Ιερώνυμος Βολφ στο έργο του Corpus Historiae Byzantinae το 1557 εισήγαγε τους όρους «Βυζαντινή Αυτοκρατορία» και «Βυζάντιο» αντί των όρων «Ρωμανία» και «Βασιλεία Ρωμαίων» (δηλαδή, «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία»). Την περίοδο του Διαφωτισμού η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία καθιερώθηκε ως συνώνυμο της διαρκούς παρακμής, του δεσποτισμού και της διαφθοράς (με κύριους εκφραστές τον Έντουαρντ Γκίμπον και τον Μοντεσκιέ), μία κατ’ ουσίαν ανήθικη αυτοκρατορία. Ο όρος “βυζαντινισμός” (byzantinism) χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την κακοδιοίκηση, την ίντριγκα και την αναποτελεσματικότητα.
Απέναντι σε αυτές τις προκαταλήψεις, τα αρνητικά στερεότυπα και τις παρανοήσεις, στάθηκε με το έργο της η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. Επανέφερε το Βυζάντιο στις πραγματικές του διαστάσεις, ως ζωντανό κέντρο οικουμενικής πολιτικής και πνευματικής ακτινοβολίας, και όχι ως παρακμιακή αυτοκρατορία. Ιδίως το βιβλίο της «Η Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» ανέδειξε την καταλυτική σημασία της βυζαντινής παραδόσεως για τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Παράλληλα, επισήμανε τη συνέχεια του ελληνισμού μέσα από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Τέλος, δημιούργησε νέο διεθνές ενδιαφέρον για τις βυζαντινές σπουδές.
Το σώμα μας, ούτως ή άλλως, είναι φθαρτό. Το έργο, όμως, της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ θα μείνει να φωτίζει για πολλές γενιές αυτό το θαυμαστό πολιτικό και πολιτισμικό μόρφωμα που ήταν η Ρωμανία.»
Το ίδιο άρθρο στα αγγλικά

