Sunday, February 1, 2026

«Μια Εικόνα Χίλιες Λέξεις – Η Συμβολική και η Ιστορική Συνέχεια του Ελληνισμού στην Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (1912)».

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης στις 26 Οκτωβρίου 1912 αποτέλεσε όχι απλώς ένα στρατιωτικό γεγονός, αλλά μια κορύφωση της ιστορικής πορείας του ελληνισμού προς την αποκατάσταση της εθνικής του ενότητας. Η είσοδος του ελληνικού στρατού στην πόλη, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, πολιούχου της Θεσσαλονίκης, ενσάρκωσε την αίσθηση ενός προαιώνιου χρέους που έβρισκε επιτέλους δικαίωση. Το γεγονός αυτό δεν βιώθηκε μόνο ως πολιτική ή στρατιωτική επιτυχία, αλλά και ως πνευματική ολοκλήρωση ενός ιστορικού κύκλου, που συνέδεε το αρχαιοελληνικό, το βυζαντινό και το νεότερο ελληνικό στοιχείο σε μια αδιάσπαστη συνέχεια.

Η αφίσα που εκδόθηκε τότε από την ελληνική κυβέρνηση είναι ένα μοναδικό τεκμήριο της πολιτισμικής διαχείρισης αυτής της συνέχειας. Η τέχνη λειτουργεί εδώ ως όχημα ιστορικής μνήμης και εργαλείο εθνικής αυτοσυνειδησίας. Στο κέντρο της εικόνας δεσπόζει η αλληγορική μορφή της Ελλάδας, ντυμένη με το πορφυρό αυτοκρατορικό ένδυμα, θυμίζοντας τις απεικονίσεις της αυτοκράτειρας Θεοδώρας στα ψηφιδωτά της Ραβέννας. Η επιλογή αυτής της μορφής δεν είναι τυχαία πρόκειται ξεκάθαρα για την ενσάρκωση της Ρωμιοσύνης, της συνείδησης ότι ο ελληνισμός δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, αλλά μετεξελίχθηκε μέσα από τα στάδια της ιστορίας του, μεταφέροντας τις ίδιες αξίες σε νέες ιστορικές μορφές. Στο αριστερό της χέρι κρατά την αρχαιοελληνική θέα Αθηνά Παλλάδα, που μας θυμίζει το αρχαιογενές παρελθόν του νεοελληνικού κράτους και στο δεξί της ένα ξίφος όπου συμβολίζει τη ανδρεία του ελληνικού στρατού. Επίσης περιβάλλεται από κίονες όπως αυτούς που διακοσμούσαν το Μεγάλο Παλάτι της Κωνσταντινούπολης, στολισμένες με παγώνια, αετούς και λιοντάρια, όλα καλλιτεχνικά βυζαντινά σχέδια.

Ο δικέφαλος αετός στο βάθος, σύμβολο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, δεν αποτελεί απλώς διακοσμητικό μοτίβο δηλώνει την ιστορική νομιμότητα του ελληνικού κράτους ως πνευματικού και πολιτισμικού διαδόχου του Βυζαντίου. Η γυναικεία μορφή, φορώντας το στέμμα, τα βυζαντινά κοσμήματα και τη σημαία στο στήθος της (που ήταν όμως και το λάβαρο της βυζαντινής δυναστείας των Δουκών, ακόμα κι αν οι περισσότεροι Έλληνες σήμερα δεν γνωρίζουν αυτή τη σύνδεση ή “επιλέγουν” να την αγνοήσουν), συνδέει οπτικά και ιδεολογικά την Ελλάδα του 1912 με τη βυζαντινή αυτοκρατορική παράδοση. Στα πόδια της, η πεσμένη τουρκική σημαία και το ηττημένο τέρας συμβολίζουν το τέλος μιας εποχής και τη νίκη του ελληνισμού επί της μακροχρόνιας οθωμανικής κατοχής, ακολουθώντας τη χριστιανική αγιογραφική παράδοση του Αγίου Δημητρίου. Τελευταίοι, αριστερά και δεξιά οι δύο βασιλείς της Ελλάδας, ο Κωνσταντίνος και ο Γιώργος. Ο Κωνσταντίνος, ο Έλληνας ενεργητικός βασιλεύς της εποχής άρχισε να αυτοχαρακτηρίζεται ως Κωνσταντίνος XII, ώστε να δημιουργήσει μια συνέχεια μεταξύ αυτού και της αυτοκρατορικής γραμμής του βυζαντινού Ελληνισμού . Ο Κωνσταντίνος και η Γερμανίδα σύζυγός του, Σοφία της Πρωσίας, θεωρούσαν τους εαυτούς τους νόμιμους βασιλικούς διάδοχους του Βυζαντίου, έχοντας πλήρη επίγνωση του ρόλου τους.

Η ιστορική πραγματικότητα της συνέχειας του ελληνισμού δεν είναι μύθος αλλά το αποτέλεσμα μιας αδιάλειπτης πολιτισμικής παρουσίας που επιβίωσε μέσα από αιώνες δουλείας, ξενικής κυριαρχίας και δοκιμασιών. Από την κλασσική Ελλάδα στα ελληνιστικά χρόνια,από εκεί στο Βυζάντιο και από το Βυζάντιο στη Νεότερη Ελλάδα, τα στοιχεία της γλώσσας, της πίστης, της τέχνης και του ήθους αποτέλεσαν τον ζωντανό ιστό της ταυτότητας. Αυτή η συνέχεια δεν είναι απλώς θεωρητική επιβεβαιώνεται μέσα από τη λειτουργία των κοινοτήτων, τη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, τη δύναμη της Ορθοδοξίας και τη ζώσα μνήμη που διατήρησε το όραμα της ελευθερίας.

Η τέχνη της εποχής εκείνης, όπως η συγκεκριμένη αφίσα, ενσάρκωνε υψηλά ιδανικά. Δεν ήταν αυτοσκοπός ή κατανάλωση ήταν πράξη πνευματική και εθνική. Ο καλλιτέχνης ένιωθε μέρος μιας συλλογικής αποστολής να μορφοποιήσει το άυλο, να μετατρέψει την ιστορική μνήμη σε εικόνα και την πίστη σε αισθητική εμπειρία. Η τέχνη λειτουργούσε ως καθρέφτης του μεγαλείου, αλλά και ως παιδαγωγός του λαού, ανυψώνοντας το φρόνημα και ενισχύοντας την εθνική αυτογνωσία.

Αντιθέτως σήμερα, λίγο περίεργο από έναν αιώνα μετά, η τέχνη μοιάζει συχνά να έχει απωλέσει εκείνη τη μεταφυσική της διάσταση, εκείνη την πίστη ότι ο καλλιτέχνης μπορεί να υπηρετεί κάτι ανώτερο από τον εαυτό του. Ενώ τότε η εικόνα ήταν φορέας ιδανικών, σήμερα κυριαρχεί η αποδόμηση, η ειρωνεία, η απομάγευση. Η αισθητική έγινε ατομική έκφραση, όχι συλλογικό όραμα. Ο καλλιτέχνης παλεύει να ακουστεί μέσα σε έναν κόσμο που έχει πάψει να αναζητά το νόημα, και η κοινωνία, έχοντας χάσει την αίσθηση του ιερού, δεν αναγνωρίζει πια στην τέχνη της καμία αποστολή.

Καταλήγοντας, ίσως το χρέος εκείνης της γενιάς του 1912 μάς θυμίζει κάτι ουσιώδες ότι η τέχνη μπορεί να είναι πράξη αναγέννησης και μνήμης, δύναμη που ενώνει παρελθόν και μέλλον. Όσο θα υπάρχουν Έλληνες που αντικρίζουν μια τέτοια εικόνα και αναγνωρίζουν μέσα της την ψυχή τους, η συνέχεια του ελληνισμού δεν θα είναι απλώς ένα ιστορικό δεδομένο θα είναι ένα ζωντανό κάλεσμα να φανούμε αντάξιοι της ιστορίας μας.

Χρόνια πολλά στη Θεσσαλονίκη μας, τη συμβασιλεύουσα του Αυτοκρατορικού Ελληνισμού!!!Είθε το φως του Αγίου Δημητρίου ✝️ να φωτίζει πάντα την πόλη, τους ανθρώπους της και όλη την Ελλάδα.

Ας κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη των ηρώων και το πνεύμα της ελευθερίας, που χάρισε στην πόλη τη λευτεριά της.

Να θυμόμαστε πάντοτε πως η Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο τόπος αλλά σύμβολο πίστης, αγώνα και ελπίδας.

Σχετικά άρθρα

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Συνδεθείτε!

14,514FansLike
2,443FollowersFollow
6,940SubscribersSubscribe