Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Γράφει ο Βασιλεύς Γεώργιος Α’ σε φίλο του στην Δανία:
“Την επομένη μπήκα έφιππος στην πόλη και έγινα δεκτός με μεγάλο ενθουσιασμό. Καθώς περνούσα από τον παλαιό Λευκό Πύργο έγινε η έπαρση της ελληνικής σημαίας. Μεμιάς την χαιρέτησαν τα στρατεύματά μας με έναν δυνατό πυροβολισμό, που αντήχησε από τα πολεμικά μας πλοία στο λιμάνι”.
Ο Βασιλεύς θα παραμείνει στην Θεσσαλονίκη, χωρίς να φύγει ούτε μία μέρα, για να εδραιώσει με την παρουσία του τα ελληνικά δικαιώματα. Θα φύγει νεκρός, τον Μάρτιο του 1913, αφού θα έχει ποτίσει με το αίμα του την νεοαποκτηθείσα πρωτεύουσα της Μακεδονίας.
Η βασιλεία του Γεώργιου που ήταν σχεδόν 50 χρόνια ήταν η μεγαλύτερη στη σύγχρονη ελληνική ιστορία και χαρακτηρίστηκε αναλογικά από μεγάλα εδαφικά οφέλη καθώς η Ελλάδα καθιέρωσε τη θέση της στην προπολεμική Ευρώπη. Η Βρετανία παραχώρησε ειρηνικά τα Ιόνια Νησιά το 1864, ενώ η Θεσσαλία προσαρτήθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά τον Ρωσσοτουρκικό πόλεμο (1877-1878). Δυστυχώς κατά τη διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου και αφού τα ελληνικά στρατεύματα είχαν καταλάβει μεγάλο μέρος της Μακεδονίας, ο Γεώργιος δολοφονήθηκε άνανδρα (μια δολοφονία με πολλά ερωτηματικά, πολύ πιθανόν να έβαλαν το ✋ τους οι “φίλοι” μας οι ξένοι)στην Θεσσαλονίκη.
H κηδεία του Βασιλέως Γεωργίου Α’ στην Αθήνα μετά την δολοφονία του παρότι ο ίδιος ήταν προσωπικά Λουθηρανός σε όλη του την ζωή (με την Ρωσίδα του σύζυγο βέβαια Όλγα να είναι Ορθόδοξη όπως και τα παιδιά τους) έγινε με ορθόδοξο τυπικό. Ο γιος του Κωνσταντίνος Α’ υπήρξε ο πρώτος Ορθόδοξος Βασιλέας της Ελλάδας, όπως εξάλλου απαιτούσε και το Σύνταγμα για τον Διάδοχο του θρόνου, αφομοιώθηκε δε στην ελληνικότητα, τον ελληνικό τρόπο ζωής και τον ελληνικό ρομαντικό εθνικισμό πολύ περισσότερο ακόμη και από τον πατέρα του ο οποίος είχε αγαπήσει βαθιά την Ελλάδα και ταυτίστηκε με αυτήν. Στην κηδεία του, αν εξαιρέσεις μία δανική σημαία στο φέρετρο κάτω από την ελληνική , τίποτα δεν προδίδει κάποιον μη Έλληνα ηγεμόνα.
Υ.Γ Η σχεδόν πεντηκονταετής βασιλεία του Γεωργίου Α’ στέκει στην ελληνική ιστορία ως σύμβολο σταθερότητας, σοφίας και αφοσίωσης στο έθνος, και μπορεί να συγκριθεί (τουλάχιστον από άποψη διάρκειας)με τη μακροχρόνια βασιλεία του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, ενός ηγέτη που με τόλμη και διορατικότητα άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην υπερχιλιόχρονη διάρκειας του Αυτοκρατορικού Ελληνισμού .Ο Γεώργιος Α’ με τη δική του σταθερότητα και αμετακίνητη ηγεσία καθιέρωσε τα ελληνικά δικαιώματα και τεράστια κληρονομιά στο Ελληνικό έθνος.
Δυστυχώς όμως, η “μοίρα” τον θέλησε θύμα μιας ξαφνικής και μυστηριώδους δολοφονίας, γεγονός που μέχρι σήμερα παραμένει αδιευκρίνιστο όσον αφορά τα κίνητρα και τους ενόχους. Αν η ζωή του είχε συνεχιστεί, για λίγα χρόνια ακόμη, αν η ηγεσία του είχε παραμείνει αδιάκοπα ισχυρή, ίσως η Ελλάδα να είχε αποφύγει τον εθνικό διχασμό που ξέσπασε και τις τραγικές συνέπειες που ακολούθησαν, με πιο χαρακτηριστική τη Μικρασιατική Καταστροφή.

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α’.
Στις 5 Μαρτίου του 1913, η δολοφονία του Γεωργίου Α’, στον μισό αιώνα της Βασιλείας του οποίου η Ελλάδα σχεδόν τριπλασιάστηκε.
«Αίφνης, την εσπέραν της 5ης Μαρτίου 1913, μήνυμα θανάτου διέδραμε την Ελλάδα: Ο βασιλεύς Γεώργιος εδολοφονήθη εις Θεσσαλονίκην.
Την δείλην της ημέρας εκείνης, περιπατών εις την οδόν Αγίας Τριάδος, εβλήθη εκ τον όπισθεν δια σφαίρας περιστρόφου. Ο φονεύς ωνομάζετο Αλέξανδρος Σχινάς. Ήτο μανιακός. Τον συνέλαβεν ο συνοδεύων τον βασιλέα υπασπιστής Φραγκούδης. Ο μονάρχης εναπετέθη επί φορείου και εξέπνευσε καθ’ οδόν προς το Παπάφειον νοκοσοκείον.
Η βασιλεία του Γεώργιου που ήταν σχεδόν 50 χρόνια ήταν η μεγαλύτερη στη σύγχρονη ελληνική ιστορία και χαρακτηρίστηκε από εδαφικά κέρδη καθώς η Ελλάδα καθιέρωσε τη θέση της στην προπολεμική Ευρώπη. Η Βρετανία παραχώρησε ειρηνικά τα Ιόνια Νησιά το 1864, ενώ η Θεσσαλία προσαρτήθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1877-1878). Η Ελλάδα δεν ήταν πάντα επιτυχής στις εδαφικές της φιλοδοξίες μιας που νικήθηκε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο (1897). Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, αφού τα ελληνικά στρατεύματα κατέλαβαν μεγάλο μέρος της Μακεδονίας, ο Γεώργιος δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη.
Ο μακροβιότερος όλων, επί πεντηκονταετία (1863-1913) μονάρχης και ιδρυτής της δυναστείας των Γκλύξμπουργκ που ηγεμόνευσε στην Ελλάδα, δευτερότοκος γιος του πρίγκιπα και μετέπειτα βασιλιά της Δανίας Χριστιανού Θ΄, ήταν ένας εξαιρετικά συμπαθής στο εξωτερικό και, όπως απεδείχθη, συνετός για τα ελληνικά πράγματα βασιλέας.
Αν και βόρειος, ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επέδειξε αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα και ρεαλισμό στην αντιμετώπιση εκτάκτων καταστάσεων που απείχαν μακράν της νοοτροπίας του. Χωρίς να έχουν λείψει οι αφορμές να παραιτηθεί του θρόνου και να εγκαταλείψει τη χώρα, ωριμότερες σκέψεις και η εμπειρία που είχε αποκτήσει να αντιμετωπίζει τις εσωτερικές διενέξεις με υπομονή και ψυχραιμία, τον συνεκράτησαν.
Ήταν εξαιρετικά απλός στη συμπεριφορά του, επιθυμούσε να μη συνοδεύεται στις ιδιωτικές εξόδους του από πολυμελή φρουρά και μιλούσε με εξαιρετική άνεση έξι γλώσσες.
“Μετεφέρετο άνευ κόπου από της μιας εις την άλλην, από της ελληνικής εις την δανικήν, την γερμανικήν, την γαλλικήν και την αγγλικήν, όπως διευκολύνετο κατά την στιγμήν αυτήν” έγραφε ο προσωπικός φίλος και βιογράφος του W. Christmas.

Σε ποιον χρωστάμε τον Εθνικό μας Ύμνο;
Σε ποιον χρωστάμε τον Εθνικό μας Ύμνο; Οι περισσότεροι θα απαντήσουν στον Διονύσιο Σολωμό που έγραψε τους στίχους και στον Νικόλαο Μάντζαρο που τον μελοποίησε. Μόνο που αυτό είναι το μισό κομμάτι της ιστορίας. Το άλλο μισό είναι, πως ο Εθνικός μας Ύμνος έγινε Εθνικός μας Ύμνος χάρη σε έναν Δανό: Τον Βασιλιά Γεώργιο τον Ά.
Η Ελλάδα μέχρι το 1865 και την άφιξη του Βασιλιά Γεωργίου του Ά από την Δανία δεν είχε επίσημο Εθνικό Ύμνο.
Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν είναι ποίημα που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός το 1823 στην Ζάκυνθο, την ιδιαίτερη πατρίδα του. Ο Σολωμός έγραψε έναν Ύμνο στον οποίο περιέγραψε τις νίκες και τις θυσίες των Ελλήνων Αγωνιστών κατά τα δύο πρώτα χρόνια της Επανάστασης. Το ποίημα δημοσιεύτηκε το 1825 στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, στην εφημερίδα “Ελληνικά Χρονικά”, την πρώτη εφημερίδα του Αγώνα, του Eλβετού φιλέλληνα και εκδότη Ιάκωβου Μάγερ (Johann Jakob Meyer).
Το 1828 το ποίημα μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο Νικόλαο Μάντζαρο για τετράφωνη ανδρική χορωδία. Όταν ο Σολωμός εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα και γνώρισε τον Μάντζαρο ακολούθησε και δεύτερη μελοποίηση. Έκτοτε το μελοποιημένο ποίημα ακουγόταν συχνά στα Επτάνησα, τα οποία τότε βρίσκονταν υπό αγγλική κυριαρχία, ιδιαιτέρως στην Κέρκυρα, σε γιορτές, δημόσιες και ιδιωτικές. Έτσι στην συνείδηση των Επτανήσιων περασε ως ένα είδος άτυπου ύμνου της Επτανήσου.
Τον Δεκέμβριο του 1844 ο Μάντζαρος υποβάλει την τέταρτη εκδοχή του έργου στον Όθωνα, ο οποίος την βρίσκει επιτυχημένη (η μελωδία έπαιζε συχνά και πιο πριν στην Αυλή του), αλλά δεν την καθιερώνει ως Εθνικό Ύμνο της Ελλάδας. Κάπου εκεί μπαίνει στην ιστορία ο Βασιλιάς Γεώργιος Ά.
Εκείνος έρχεται στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1863. Όμως για να αποδεχτεί τον ελληνικό θρόνο ζητάει από την Αγγλία να παραχωρηθούν τα Επτάνησα στο νέο του Βασίλειο. Έτσι τον Μάιο του 1864 οι Βρετανοί αναχωρούν από τα Επτάνησα. Αμέσως μετά ο Γεώργιος Ά φτάνει στην Κέρκυρα για την επίσημη τελετή της ενσωμάτωσης των Ιονίων Νήσων. Οι Κερκυραίοι τον υποδέχονται με όλες τις τιμές και με έναν Ύμνο, τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν, που έπαιξε η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κέρκυρας.
Ο Βασιλιάς – εντυπωσιασμένος από την δύναμη του έργου- υπογράφει κατόπιν Βασιλικό Διάταγμα που τον καθιερώνει ως Εθνικό Ύμνο. Έτσι με Βασιλικό Διάταγμα του Υπουργείου Ναυτικών στις 4. Αυγούστου του 1865 ο Γεώργιος Ά ανακηρύσσει τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν του Διονύσιου Σολωμού μελοποιημένο από τον Νικόλαο Μάντζαρο σε Εθνικό Ύμνο της Ελλάδας.
Πηγές:
* Βασιλεύς Κωνσταντίνος: Χωρίς Τίτλο, Τόμος Α., Σελ. 25.
* Γιώργος Πήλιουρας: Ύμνος στην Ελευθερία (με βιβλιογραφία)
* Έτσι αποκτήσαμε Εθνικό Ύμνο, άρθρο δημοσιευμένο στην ηλεκτρονική εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, 04.08.2021
Via Οι Έλληνες στην ιστορία

Εννιά βασιλιάδες, μια οικογένεια – Η ευρωπαϊκή ελίτ λίγο πριν τον Ά παγκόσμιο πόλεμο σε σπάνια φωτογραφία.
Το Μάιο του 1910, οι ευρωπαίοι γαλαζοαίματοι μαζεύτηκαν στο Λονδίνο για την κηδεία του βασιλιά Εδουάρδου του 7ου.
Η φωτογραφία αυτή είναι μοναδική στον κόσμο, καθώς απεικονίζει 9 ενθρονισμένους μονάρχες, 5 εκ των οποίων στη συνέχεια καθαιρέθηκαν και 1 δολοφονήθηκε.
Μόνο 5 από τις 9 μοναρχίες που εκπροσωπούνται στη φωτογραφία, υπάρχουν σήμερα.
Ξεκινώντας από αριστερά προς τα δεξιά: Ο βασιλιάς Χακούν ο 7ος της Νορβηγίας,
Ο βασιλιάς Φερδινάνδος της Βουλγαρίας, ο βασιλιάς Μανουέλ της Πορτογαλίας, ο Κάιζερ Γουλιέλμος ο 2ος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, ο Γεώργιος ο 1ος της Ελλάδας, και ο βασιλιάς Αλβέρτος του Βελγίου.
Καθιστοί από αριστερά: Ο βασιλιάς Αλφόνσο ο 13ος της Ισπανίας, ο Γεώργιος ο 5ος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και ο Φρειδερίκος ο 8ος της Δανίας.
Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι στον επικείμενο πόλεμο που ήξεραν ότι πλησιάζει, οι μονάρχες πολέμησαν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα οι αυτοκρατορίες τους να σβήσουν και τα βασιλικά αξιώματα να καταστούν στις περισσότερες χώρες διακοσμητικά.


